Legislator Case Law & Legislation
859/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific statutory provisions and facts regarding contract interpretation.

Case Number 859/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court violated rules of contract interpretation by leaving ambiguities unresolved and failing to apply Articles 173 and 200 of the Civil Code. The court rejected these claims because the appellant failed to explicitly identify the specific legal error, cite the relevant articles, or demonstrate a clear contradiction between the court's findings and the contract terms.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the exact legal error, cite the relevant statutory provisions, or demonstrate a clear contradiction between the lower court's findings and the contract terms.

Keywords

AI generated
contract interpretation rules inadmissible appeal Civil Code provisions specific legal error contractual intent appellate review standards contractual ambiguity

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 491 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 859/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Ρέθυμνο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασαράντου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2951/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2890/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 4-6-2019 (αριθμ. καταθ. 515/10-6-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 2890/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με την από 10-5-2012 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά εναγομένων, ι) Κοινοπραξίας με την επωνυμία, "... - ...", ιι) ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία, "...", ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και ιιι) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "...", των δύο τελευταίων εταιριών, ατομικά και ως ομορρύθμων εταίρων και εκπροσώπων της πρώτης, εκθέτοντας ότι, μετά από τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού του ΥΠΕΧΩΔΕ, για την εκτέλεση του αναφερόμενου έργου, αρχικά κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή ότι ο διαγωνιζόμενος που πρόσφερε τη χαμηλότερη προσφορά, ήταν η τρίτη εναγομένη εταιρία, ..., πλην, όμως, κατόπιν ένστασης της δεύτερης εναγομένης, η οποία έγινε δεκτή με την αναφερόμενη απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, τελικά ανάδοχος του έργου αναδείχθηκε η τελευταία, η οποία στη συνέχεια από κοινού με την τρίτη εναγομένη συνέστησαν την πρώτη εναγομένη, κατασκευαστική Κοινοπραξία, με αντικείμενο την εκτέλεση του άνω έργου, ότι η σύσταση της Κοινοπραξίας υποβλήθηκε στη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία και εγκρίθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ, με συνέπεια η δεύτερη εναγομένη, ανάδοχος του έργου να υποκατασταθεί από την πρώτη (Κοινοπραξία) και να ευθύνονται και οι δύο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και τους τρίτους, μεταξύ των οποίων και η ίδια (ενάγουσα), ότι η πρώτη εναγομένη Κοινοπραξία λειτούργησε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, έχουσα εμπορικό σκοπό, χωρίς να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας, με ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές τις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, οι οποίες την εκπροσωπούσαν προς τους τρίτους κατά την εκτέλεση του έργου, εξ αυτών δε η δεύτερη εναγομένη είχε εποπτικό, καθοδηγητικό και επιτελικό ρόλο για λογαριασμό της Κοινοπραξίας, με διευθυντική λειτουργία στη ροή του έργου και τακτική επίβλεψη των εργασιών με δικούς της μηχανικούς, ενώ η τρίτη εναγομένη είχε καθοριστικό ρόλο στην εκτέλεση - υλοποίηση του έργου διαθέτοντας δικά της μηχανήματα και δικούς της εργαζόμενους για λογαριασμό της Κοινοπραξίας, προβαίνοντας στις μεγαλύτερες παραγγελίες υλικών και παραλαμβάνοντας αυτά για λογαριασμό της Κοινοπραξίας, καθιστώντας σαφές προς τους τρίτους και προς την ενάγουσα, ότι δρούσαν για λογαριασμό της Κοινοπραξίας, ότι η ίδια (ενάγουσα) στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, κατά το χρονικό διάστημα από 24-3-2011 μέχρι 19-10-2011, κατάρτισε με την τρίτη εναγομένη, ως νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της πρώτης εναγομένης, τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις πώλησης, οικοδομικών υλικών, για τις οποίες εκδίδονταν τα σχετικά τιμολόγια, στα οποία αναγράφονταν τα στοιχεία της τρίτης εναγομένης, ως εκπροσώπου της κοινοπραξίας, λόγω της μη έκδοσης ΑΦΜ από την Κοινοπραξία και αναλυτικά τα εμπορεύματα, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, συνολικού τιμήματος 393.473,65 ευρώ, ότι η πρώτη εναγομένη, αγοράστρια των υλικών, Κοινοπραξία, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε η τρίτη εναγομένη, έχοντας προς τούτο διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία, αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα εμπορεύματα (οικοδομικά υλικά), τα οποία χρησιμοποίησε για την κατασκευή του άνω δημόσιου έργου, δεν προέβη στην εξόφληση της οφειλής της, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της και ότι εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη Κοινοπραξία, ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, ευθύνονται για την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος και οι λοιπές εναγόμενες, εταιρίες - μέλη της, ως ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, αλλά και ατομικά η καθεμία, η δε δεύτερη εναγομένη και ως ανάδοχος του έργου, ζήτησε, μεταξύ άλλων, με την κύρια βάση της αγωγής της, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν σε ολόκληρο καθεμία, το ποσό των 393.473,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2951/2017 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας τις δύο πρώτες εναγόμενες να καταβάλουν σε ολόκληρο καθεμία στην ενάγουσα, το ποσό των 382.387,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη τρίτη εναγομένη, ..., σε ολόκληρο με τις λοιπές εναγόμενες μέρος του ποσού αυτού, ύψους 28.260,86 ευρώ.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν, η από 28-11-2017 έφεση της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, τρίτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "..." και η από 24-11-2017 έφεση και οι από 10-1-2019 πρόσθετοι αυτής λόγοι των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, Κοινοπραξίας και ανώνυμης εταιρίας, ....

Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2890/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο δικαστήριο, μετά από συνεκδίκαση αυτών, απέρριψε την από 28-11-2017 έφεση της τρίτης εναγομένης, δέχθηκε την από 24-11-2017 έφεση και τους από 10-1-2019 πρόσθετους αυτής λόγους των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τις άνω αναιρεσίβλητες, απέρριψε την από 10-5-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των τελευταίων, δεχόμενο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι υπόχρεη προς καταβολή του τιμήματος στην πωλήτρια ενάγουσα είναι η συμβληθείσα με αυτή ατομικά και για λογαριασμό της, τρίτη εναγομένη - αγοράστρια (...), ως υπεργολάβος του έργου, με βάση τις μεταξύ τους καταρτισθείσες διαδοχικές προφορικές συμβάσεις πώλησης, όσον δε αφορά τις αναιρεσίβλητες, δέχθηκε ότι τόσο η πρώτη αυτών, Κοινοπραξία, που υποκατέστησε την αρχική ανάδοχο, δεύτερη εναγομένη (...), όσο και η τελευταία, ως μέλος της πρώτης ή αρχική ανάδοχος, δεν είναι υπόχρεες προς καταβολή του τιμήματος προς την αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον με την ...

ΑΕ. Κατά της τελευταίας απόφασης και κατά το μέρος που αφορά τις ήδη αναιρεσίβλητες εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται, ότι, "Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση.

Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο, ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριορίστως, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

Επί μεταβίβασης μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάσθηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία που του μεταβιβάσθηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1151/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 467/2021, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων ή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη εκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 259/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Ειδικότερα δε, όσον αφορά την εξαίρεση που αφορά τα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση, σ' αυτήν υπάγονται κυρίως λόγοι αναίρεσης που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1620/2005), καθώς και οι λόγοι των αριθμ. 1, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τα δε πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, πρέπει να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 90/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 168/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κρίσης της, περί της εις ολόκληρον ευθύνης των αναιρεσίβλητων, έναντί της, αν και με βάση τις παραδοχές του, ήταν εφαρμοστέα.

Ειδικότερα, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... Ωστόσο περί τα τέλη του 2011, η τρίτη εναγομένη ... (μη διάδικος) εμφάνισε οικονομικά προβλήματα και αδυναμία να συνεχίσει, οπότε σταμάτησε την εκτέλεση του προπεριγραφόμενου έργου, με την ιδιότητά της, ως υπεργολάβου. Σημειώνεται ότι αυτή (τρίτη εναγόμενη) στις 22-12-2011 κατέθεσε αίτηση εξυγίανσης και αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων και στις 28-12-2011 έλαβε προσωρινή διαταγή αναστολής ατομικών διώξεων και απαγόρευση λήψης μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της από τους πιστωτές της.

Κατόπιν αυτών, με το από 21-12-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης κοινοπρακτικού συμφώνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων και κατατέθηκε στη ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου, με αριθμό ...... τροποποιήθηκαν τα άρθρα 3, 7 και 8 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης και ειδικότερα μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκε η έδρα της κοινοπραξίας στο Δήμο ..., όπου τα γραφεία της δεύτερης εναγομένης, ..., η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της Κοινοπραξίας ανατέθηκε σε ένα διαχειριστή που θα διορίζεται από την ...

και ορίστηκε ο Δ. Κ. (σσ Πρόεδρος του ΔΣ της δεύτερης εναγομένης), το αντικείμενο των εργασιών των σηράγγων του έργου ανατέθηκε υπεργολαβικά από την Κοινοπραξία στην ..., οι υπόλοιπες εργασίες του έργου, πλην των σηράγγων, συμφωνήθηκε να εκτελεστούν από την Κοινοπραξία και η ..., η οποία θα διέθετε τον εξοπλισμό και το προσωπικό, το οποίο θα χρεωνόταν στην Κοινοπραξία μαζί με τις λοιπές δαπάνες του έργου (υλικά, καύσιμα κλπ) εγγυάτο στην ...

ποσοστό 3,5% καθαρό απαλλαγμένο φόρων και κρατήσεων, το δε από 25-11-2009 υπεργολαβικό συμφωνητικό ανάθεσης εργασιών προς την ... λύθηκε αζημίως για τα μέρη, ενώ με την από 23-2-2012 υπεργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγόμενης Κοινοπραξίας και της δεύτερης εναγομένης ..., που κατατέθηκε στη ΔΟΥ ...

με αριθμό ..., η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη και η τελευταία ανέλαβε ως υπεργολάβος την κατασκευή τμήματος του προαναφερόμενου έργου και συγκεκριμένα την κατασκευή των σηράγγων αυτού. Σημειώνεται ότι το τροποποιημένο αυτό καταστατικό της Κοινοπραξίας δεν δημοσιεύτηκε στο αρμόδιο πρωτοδικείο και η ως άνω από 23-2-2012 εργολαβική σύμβαση δεν γνωστοποιήθηκε στον κύριο του έργου ή την Προϊστάμενη αρχή ή στη Διευθύνουσα Υπηρεσία.

Έκτοτε (Φεβρουάριο 2012) η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία συνέχισε τις εργασίες και εκτέλεσε το εν λόγω δημόσιο έργο, το οποίο αποπεράτωσε ..." και υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, ενώ με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη ουσιαστικά δέχθηκε μεταβίβαση του επίδικου έργου, το οποίο είχε αναλάβει η ... και αποτελούσε το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της επιχειρηματικής δράσης της, στην Κοινοπραξία, δεν υπήγαγε τα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στον ορθά εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου του άρθρου 479 ΑΚ, με τον οποίο καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται παθητική σε ολόκληρο ενοχή μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος, με συνέπεια να μην δεχθεί την εις ολόκληρον ευθύνη, ως προς όλες τις εναγόμενες, έναντι αυτής για την εξόφληση της απαίτησής της.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες όπως παραπάνω αιτιάσεις, προτεινόμενες το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης, συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, όπου ουδόλως εκτέθηκαν πραγματικά περιστατικά μεταβίβασης επιχείρησης από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ..., κοινοπρακτούν μέλος της πρώτης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας στην τελευταία Κοινοπραξία, ως βάση ίδρυσης παθητικής σε ολόκληρον ενοχής μεταξύ των εναγομένων, έναντι της ενάγουσας, κατά την ΑΚ 479.

Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού με την επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 562 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, δηλαδή περί σφάλματος που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται, διότι και στην περίπτωση αυτή, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία αυτός στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ανωτέρω αιτιάσεις στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταφάσκεται ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, Κοινοπραξίας και κοινοπρακτούντος μέλους αυτής, αρχικής αναδόχου του έργου, έναντι της αναιρεσείουσας, λόγω μεταβίβασης περιουσίας της τρίτης μη διαδίκου στην πρώτη αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων σωρευτική αναδοχή χρέους και να ευθύνονται η Κοινοπραξία εις ολόκληρον με την μεταβιβάζουσα για την εξόφληση της σε βάρος της τελευταίας απαίτησης της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 481 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 411 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κρίσης της, περί της εις ολόκληρον ευθύνης των αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι η ανάδοχος του έργου (...), ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ευθύνεται από κοινού με την Κοινοπραξία (πρώτη αναιρεσίβλητη), λόγω της υποκατάστασης αυτής από την τελευταία ως προς το επίδικο έργο, έναντι οιουδήποτε τρίτου, όπως η ίδια και επιπλέον ότι τόσο η Κοινοπραξία - αδημοσίευτη ομόρρυθμη εταιρία, όσο και οι εταίροι αυτής ευθύνονται εις ολόκληρον για την καταβολή του τιμήματος από τις επίδικες συμβάσεις πώλησης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες, Κοινοπραξία ... - ...

και το κοινοπρακτούν μέλος αυτής ... (και η μη διάδικος στην παρούσα δίκη, ..., ομοίως κοινοπρακτούν μέλος της άνω Κοινοπραξίας), να της καταβάλουν σε ολόκληρο καθεμία το οφειλόμενο ποσό του τιμήματος, δεχόμενο εσφαλμένα ότι δεν υφίσταται σε ολόκληρον ευθύνη τους, έναντί της, "κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι είναι χαρακτηριστικό ότι όλα ανεξαιρέτως τα τιμολόγια πώλησης και τα συνοδευτικά αυτών δελτία αποστολής των εμπορευμάτων, ολόκληρου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, εξέδιδε η ενάγουσα αποκλειστικά και μόνο προς την τρίτη εναγομένη, αναγράφουσα επ' αυτών την επωνυμία της τρίτης εναγομένης, την έδρα της, τον ΑΦΜ αυτής και την αρμόδια ΔΟΥ φορολογίας της" και επιπλέον παραθέτοντας παραδοχές ως προς την υποκατάσταση της αρχικής αναδόχου (δεύτερης αναιρεσίβλητης) από την πρώτη (πρώτη αναιρεσίβλητη).

Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως προς τις αναιρεσίβλητες, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα περιορίζεται να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα, αρκεσθείσα μόνο στις ανωτέρω, κατ' επιλογή της, αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης περί της έκδοσης των τιμολογίων πώλησης και των συνοδευτικών αυτών δελτίων αποστολής των εμπορευμάτων, ολόκληρου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, εξέδιδε η ενάγουσα αποκλειστικά και μόνο προς την τρίτη εναγομένη, αναγράφουσα επ' αυτών την επωνυμία της τρίτης εναγομένης, την έδρα της, τον ΑΦΜ αυτής και στην παραδοχή της υποκατάστασης της αρχικής αναδόχου ...

από την Κοινοπραξία. Υπό δε την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα, πλήττει ουσιαστικά με το δεύτερο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων. Από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).

Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι, το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).

Οι άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητά ή έμμεσα, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης των δικαιοπρακτούντων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 381/2021, 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1360/2017).

Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), δηλαδή αν, παρά τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011), ή ότι αν και δέχεται ότι η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, προσφεύγει στους ανωτέρω κανόνες (ΑΠ 1000/2017), ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ανάγκη εφαρμογής των κανόνων αυτών ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δήλωσης βούλησης κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 343/2015).

Επίσης, πρέπει να αναφέρονται και οι αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια, ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο συγκεκριμένα είναι το σφάλμα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).

Οι ίδιοι ως άνω κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση, που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 1093/2011), όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και όταν το δικαστήριο έσφαλε στην υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 846/2008, ΑΠ 168/2006), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 1324/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ερμηνευτικών κανόνων) των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σχετικά με το ζήτημα της εις ολόκληρον ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, εναγομένων έναντι αυτής, καθόσον, όπως συγκεκριμένα αναφέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση, "δεν κατέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες", και επιπλέον, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, "καθώς αφήνει ενδοιασμούς ως προς την ερμηνεία χωρίς ασάφειες της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων εναγομένων" και "αντιφατικά κατέληξε στο πόρισμά της περί της ανυπαρξίας εις ολόκληρον ευθύνης, αφήνοντας ενδοιασμούς για το πόρισμα αυτό, καθώς βασίζει το πόρισμά της κυρίως στο καταστατικό της Κοινοπραξίας, χωρίς, όμως, να προβαίνει σε ερμηνεία των όρων αυτού και χωρίς να αιτιολογεί το πόρισμά της, που αφίσταται των όρων του καταστατικού της Κοινοπραξίας, ......

οι οποίοι προκαλούν άλλα συμπεράσματα και δικανικά πορίσματα και έπρεπε να ερμηνευθούν προς αποφυγή των αντιφάσεων και ασαφειών στο πόρισμα της (προσβαλλόμενης)". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο άνω λόγος αναίρεσης, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων, πέραν της αντιφατικότητάς του, αφού οι αιτιάσεις για εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω κανόνων, λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας αιτιολογιών, κατά την εφαρμογή τους, αναφορικά με το ζήτημα της εις ολόκληρον ευθύνης, αντιφάσκουν προς την αιτίαση για ευθεία παράβαση αυτών, επειδή το δικαστήριο δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, ουδόλως αναφέρει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο κρίση του, ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στις μεταξύ τους συμβάσεις και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, ουδόλως αναφέρει το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε από το δικαστήριο ή το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση, ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται η παράβαση, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικού κανόνων διατάξεων των μνημονευόμενων άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε αναφέρεται σε εσφαλμένη υπαγωγή στην έννοια αυτών, των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ή σε κακή εφαρμογή τους, με το σχηματισμό πορίσματος που αντιτίθεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και επιπλέον ουδόλως παρατίθενται στον άνω λόγο, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2019 (αριθμ. καταθ. 515/10-6-2019) αίτηση αναίρεσης της 2890/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ