Legislator Case Law & Legislation
859/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence proving the lower court distorted a specific historical document.

Case Number 859/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the 556/2005 appellate decision regarding land ownership boundaries. The appellant argued the lower court distorted a 1826 administrative document to incorrectly define property limits. The court rejected this claim because the appellant failed to submit the original 1826 document to the Supreme Court as required by law. Consequently, the appeal was deemed inadmissible due to the absence of evidence necessary to verify the alleged distortion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to submit the original document for the Supreme Court to verify its content.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure distortion of document appeal admissibility evidence submission land ownership boundaries historical administrative record inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the Decree 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 859/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων-προσεπικαλούντων-αναιρεσίβλητων:1. Φ. Έ. του Α., κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητης, και ως νόμιμης κληρονόμου των αρχικών αναιρεσιβλήτων α)Α. χας Α. Έ. και ) Μ.-Γ. Έ. του Α., που απεβίωσαν 2.Ν. συζ. Ε. Ν., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητης και ως απώτερης νόμιμης κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Μ.-Γ. Έ. του Α., που απεβίωσε, 3. Κ. Κ. του Σ. κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητου και ως απώτερου νόμιμου κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Μ.-Γ. Έ. του Α., 4.Α. Π. του Δ.-Κ., κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητου και ως απώτερου νόμιμου κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Μ.-Γ. Έ. του Α., 5.Γ. Π. του Δ.-Κ., κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητου και ως απώτερου νόμιμου κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Μ.-Γ. Έ. του Α., 6.Ν. Π. του Δ.-Κ., κατοίκου ..., ως αναιρεσίβλητου και ως απώτερου νόμιμου κληρονόμου του αρχικού αναιρεσιβλήτου Μ.-Γ. Έ. του Α., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταύρο Ανδρουτσόπουλο.

Του καθού η κλήση-αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσιά του Θωμαϊς Κουρτέση, Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του προσεπικαλουμένου-αναιρεσιβλήτου: Γ. Έ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του προσεπικαλουμένου: Π. Τ. του Π., κατοίκου ..., ως νόμιμου κληρονόμου εξ αδιαθέτου του θανόντος αρχικού αναιρεσιβλήτου Π. Ν. Τ., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10-9-1992 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1997 του ιδίου Δικαστηρίου, 529/2000 και 359/2003 προδικαστικές και 556/2005 οριστικής και τελεσίδικης του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζήτησε το αναιρεσείον με την από 1-12-2006 αίτησή του. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο επήλθε Βίαιη Διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του 2ου και 5ου αναιρεσιβλήτων και προσδιορίστηκε εκ νέου η συζήτηση της υπόθεσης για τις 21-4-2010 με τις από 20-1-2009 και 10-2-2010 κλήσεις των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη δικάσιμο αυτή. η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Με την από 2-10-2017 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι-προσεπικαλούντες, επαναφέρουν εκ νέου τη συζήτηση της υπόθεσης στη σημερινή δικάσιμο, στην οποία έχει εισαχθεί να συνεκδικασθεί και η από 9-11-2017 προσεπίκλησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 22-12-2008 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...22-11-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Φ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Γ. Έ. κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (24-1-2018). Επομένως και αφού δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του, ως εάν και αυτός ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Π. Τ., απεβίωσε την 31-7-2008 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (1-12-2006) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιό του Π., μετά την αποποίηση της κληρονομίας του από τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.

Ο τελευταίος με την από 20-1-2009 κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που επέδωσε στο αναιρεσείον με τους λοιπούς τότε αναιρεσιβλήτους, επανέφερε τη συζήτηση αυτής μετά από προηγούμενη ματαίωσή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-1-2009, για τη νέα δικάσιμο της 21-4-2010 γνωστοποιώντας σ’ αυτό (αναιρεσείον) το γεγονός του θανάτου του προαναφερομένου και την επανάληψη της δίκης από τον ίδιο, ως κληρονόμο του.

Ο θάνατος του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική του διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό της οικογενειακής του κατάστασης και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας από το προαναφερόμενο τέκνο του, και περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (261 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την τελευταία παραπάνω δικάσιμο 21-4-2010 η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε και με την από 2-10-2017 κλήση των 3ης, 6ης, 7ου, 8ου, 9ης και 10ου των αναιρεσιβλήτων επαναφέρεται προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, κατά την εκφώνηση της οποίας, από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκε ο παραπάνω κληρονόμος του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Π.

Τ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όπως όμως προκύπτει από την .../22-11-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α., Φ. ο τελευταίος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, ως εάν και αυτός ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Μ. Γ. Έ. απεβίωσε την 8-1-2010 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (1-12-2006) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Τ. και τα αδέλφια του Γ. και Φ. Έ., πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι με την από 10-2-2010 κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που επέδωσαν στο αναιρεσείον επανέφεραν τη συζήτηση αυτής μετά από προηγούμενη ματαίωσή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-1-2009 για τη νέα δικάσιμο της 21-4-2010, γνωστοποιώντας σ’ αυτό (αναιρεσείον) το γεγονός του θανάτου του προαναφερόμενου και την επανάληψη της δίκης από τους ίδιους ως κληρονόμους του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 10-5-2012 πέθανε η παραπάνω κληρονόμος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Ε. Τ., και κληρονομήθηκε με βάση δημόσια διαθήκη από τους 3η, 6η, 7ο, 8ο, 9η και 10ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι με την από 2-10-2017 κλήση τους προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, την οποία επέδωσα στο αναιρεσείον, επανέφεραν τη συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, γνωστοποιώντας σ’ αυτό το γεγονός του θανάτου της τελευταίας και την επανάληψη της δίκης από τους ίδιους ως κληρονόμους της.

Ο θάνατος των προαναφερομένων και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες, ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης αυτών, τη δημόσια διαθήκη της Ε. Τ., τα πρακτικά δημοσίευσης αυτής, τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Μ.

Έ., μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης της τελευταίας και μη αποποίησης της κληρονομίας τους από τους κληρονόμους τους. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ’ άρθρον 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.

κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Α. Έ., απεβίωσε την 7-7-2006, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (1-12-2006) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και από το δεύτερο τούτων Μ.

Γ. Έ., που απεβίωσε την 8-1-2010, όπως ήδη έχει αναφερθεί δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο θάνατος της παραπάνω αναιρεσίβλητης και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό της οικογενειακής κατάστασης αυτής και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομίας της, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον (261 Κ.Πολ.Δ.).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερομένης αντιδίκου του, οι δε κληρονόμοι της νομίμως παρίστανται κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος, που στρέφεται κατά της παραπάνω διαδίκου, που είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής και νομίμως χωρεί η συζήτηση επί της αναίρεσης και ως προς αυτήν.

Παραδεκτά, φέρονται για συζήτηση οι τρεις πρώτοι λόγοι της από 1.12.2006 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 556/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 293/22-2-2007 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου (Ε’ ) Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 12 παράγραφοι 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του 2721/1999 που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση επειδή η αναίρεση ασκήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.3790/2009, που κατάργησε το άρθρο 12 του Ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε). Κατά την ομόφωνη, όμως, γνώμη του πιο πάνω τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κρίνεται παραδεκτός μεν, αλλά αβάσιμος. Εφόσον, επομένως, λείπει η θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως προς τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο, η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς αυτόν (άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτωση β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον προσδιορισμό των ορίων και της έκτασης του επίδικου ακινήτου - δασοτεμαχίου - την οριοθέτηση και τη βραχοσήμανση που διενήργησε το ...

Τοπογραφικό Συνεργείο του Υπουργείου Γεωργίας μετά την έκδοση της 16/1956 απόφασης της αρμόδιας Επιτροπής Εποικισμού Κορίνθου κατόπιν της υπόδειξης των ορίων του εν λόγω ακινήτου από το δικαιοπάροχο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Έ. εξαιτίας της απαλλοτρίωσης για την αποκατάσταση ακτημόνων κτηνοτρόφων, που κηρύχθηκε με την 34928/17.6.1953 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που προτάθηκε ενώπιον του - Εφετείου - με τις από 19.3.2002 προτάσεις του, ενόψει προηγούμενης συζήτησης της έφεσης του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης - μετά την έκδοση της 529/2000 παρεμπίπτουσας απόφασης του, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια εμμαρτυρων αποδείξεων σε βάρος των εναγόντων, καθώς και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης,- καθώς και τις (από 4.5.2004) προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στα όρια της φερόμενης ως ιδιοκτησίας Σ.

Ν. - επίδικου ακινήτου - περιλαμβάνεται μόνο το δάσος "..." και όχι το όμορο δάσος "...", εμβαδού 2.369 στρεμμάτων, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτ. ....8.1823 εγγράφου του Επάρχου της Κορίνθου προς του Κ. Π. και Σ. Ν., δημοσιευμένο στο απόσπασμα "της Ιστορίας Τρικάλων Κορινθίας" του Σπ. Σταυρόπουλου, έκδ. 2000, σελ. 208 επ.

και, συνακόλουθα, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Σ. και Α. Ν., καθώς και οι μετέπειτα διάδοχοι τους κατά χρονολογική σειρά (ο πρώτος από το έτος 1760 έως το έτος 1844, ο δεύτερος από το έτος 1844 έως το έτος 1876 και οι λοιποί μεταγενέστερα) δεν χρησιδέσποσαν το επίδικο ακίνητο και μάλιστα με καλή πίστη μέχρι τις 11.9.1915.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως μεν γιατί ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστά άρνηση της ένδικης αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, αλλιώς, γιατί αφορά παράπονο κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που ανάγεται στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, δηλαδή αποδεικτικού μέσου.

Αν ήθελε εκτιμηθεί περαιτέρω ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του προαναφερόμενου εγγράφου (...-8-1823 του Επάρχου Κορίνθου) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ως προς τα όρια του επιδίκου, συναρτώμενου με την ταυτότητά του και την απόκτηση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία από τον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση γιαυτό.

Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο πρόκειται για δασοτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Άνω Τρικάλων Κορινθίας, αποτελείται από α) δασική ζώνη, ένθα το πλατύ χέρωμα ή χούνι, εκτάσεως 2.500 στρεμμάτων, β) από το περιέχον έλατα και πεύκα δάσος "..." και γ) από το δάσος "...", το οποίο διαχωρίζεται από το συνεχόμενο και όμορο δάσος "..." δια των φυσικών ορίων "κορυφογραμμή επάνω από τη θέση ..., διασελάκι και πηγάδι ..." και ορίζεται ολόγυρα στο σύνολο του, σύμφωνα με την οριοθέτηση και τη βραχοσήμανση που έκανε το ...

Τοπογραφικό Συνεργείο του Υπουργείου Γεωργίας ύστερα από την υπ’ αριθμ. 16/1956 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Εποικισμού Κορίνθου, ως εξής: ..., ... πηγάδι, ένθα το υπ’ αριθμ. … τμήμα του κτηματολογικού πίνακα της Αλπικής ζώνης, ... … ή ... οντάς, ... μαλακάδι και δια της κορυφογραμμής εις ... ένθα ορόσημο του τοπογραφικού συνεργείου, εκ του οποίου αρχίζει το όριο απαλλοτριωθείσης εκτάσεως δι’ ευθείας γραμμής, λοξώς της πλευράς του όρους έως το ρέμμα "...", ένθα βραχόσημο και δια της "..." του ρέμματος εις θέση "...", ένθα βραχόσημα διαχωρίζοντα την υπάρχουσα λάκκα και διά βραχοσημίον γύρω από αυτήν στο δάσος "...", τμήμα του δάσους ..." του άνωθεν του οποίου διέρχεται η οριοθέτηση η διαχωρίζουσα ομοίως το όλον κτήμα από την απαλλοτριωθείσα έκταση, αρχομένη από το ρέμμα " ..." έως το ρέμμα "..." και συνεχώς δια βραχοσήμων του Τοπογραφικού Συνεργείου του Υπουργείου Γεωργίας εις "... ...", εις θέσεις "..." εις περιοχή πηγών, "..." και δια της κορυφογραμμής (όπως τρέχουν τα νερά) εις θέσεις "...

όχτος", "..." και δια της κορυφογραμμής άνωθεν του ... εις θέση "..." και "..." και δι’ ευθείας λοξής γραμμής εις "..." και συνεχώς δια του ρέμματος … πέριξ του δάσους "..." εις "...", όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονα αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α. Π., που είναι συνημμένο στην πιο πάνω) αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, της ως προς τις πλευρικές διαστάσεις και το σχήμα του, με κόκκινη γραμμή, συνολικού εμβαδού μετά την ακριβή μέτρηση της εν λόγω πραγματογνώμονα 1.417,230 στρεμμάτων.

Το παραπάνω ακίνητο νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και δυνάμει των νομίμων τίτλων που αναφέρονται παρακάτω και στους οποίους αυτό περιέχεται όπως και η πραγματογνώμονας Αγρονόμος και τοπογράφος Μηχανικός Α. Π. στην από Ιουλίου 2001 πιο πάνω αναφερομένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και διευκρινίσεις αυτής, που έδωσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, αποφαίνεται, ενεργώντας επ’ αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του, ήτοι καλλιέργεια, ξύλευση, εκμίσθωση των βοσκοτόπων σε ποιμένες οριοθέτηση, αποβολή καταπατητών, φύλαξη και εποπτεία, οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ως ακολούθως:

α) Ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Ν. από το έτος 1760, έως το έτος 1844, που αποβίωσε: β) Ο Α. Σ. Ν. από το έτος 1844, που το απέκτησε από κληρονομιά κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του πατέρα του Σ. Ν., την οποία αποδέχθηκε ρητά και αναμίχθηκε σ αυτή με πρόθεση κληρονόμου και κατά μεν το τμήμα "..." έως το έτος 1876, ότι μεταβίβασε αυτό με δωρεά εν ζωή στη θυγατέρα του Μ.

σύζυγο Α. Έ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1876 δωρητηρίου συμβολαίου ........ που μεταγράφτηκε έκτοτε νόμιμα ......... κατά δε το τμήμα "..." έως το έτος 1873, ότι έδωσε αυτό προίκα στη πιο πάνω θυγατέρα του δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1873 προικώς συμβολαίου του Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα ......... γ) Η Μ. συζ. Α. Έ., κατά μεν το τμήμα "..." από το έτος 1876, ότε απέκτησε αυτό με δωρεά από τον πατέρα της Α.

Ν., όπως ειδικότερα εκτίθενται παραπάνω, και έως το έτος 1902, ότε το μεταβίβασε στο γιο της Γ. Α. Έ. με δωρεά εν ζωή δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1902 δωρητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ....... που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα .........κατά δε το τμήμα "..." από το έτος 1873, ότε απέκτησε αυτό με σύσταση προίκας από τον πατέρα της, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω έως το έτος 1907, ότε το πούλησε στο πιο πάνω γιό της δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../1907 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου .......

που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα ....... δ) ο Γ. Α. Έ., κατά μεν το τμήμα " Α." από το έτος 1902, ότε απέκτησε αυτό με δωρεά από τη μητέρα του Μ., όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω, κατά δε το τμήμα "..." από το έτος 1907, ότε απέκτησε αυτό με αγορά από την μητέρα του Μ., όπως εκτίθεται παραπάνω, και έως το έτος 1953, ότε αποβίωσε, χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τη σύζυγο του Φ.

κατά τα 4/16 ή 216/864 ή 24/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια και από τα τέκνα του Α. θυγ. Γ. Έ., Α. Γ. Έ., Γ. συζ. Ν. Τ. και Γ. Γ. Έ. κατά ποσοστό 3/16 ή 162/864 ή 18/96 από τον καθένα τους, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με τις υπ’ αριθμούς .../16-2-1955 και .../7-3-1955 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς των Συμβολαιογράφων ........., που μεταγράφηκαν έκτοτε νόμιμα .........., ε) Οι ενάγοντες ..., το γένος ...

από το έτος 1953, ότε το απέκτησαν αυτό από κληρονομιά του πατέρα τους Γ. Έ. και κατά τα 3/16 ή 162/86 και η 18/96 εξ αδιαίρετου μερίδια ο καθένας τους, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω έως το έτος 1987, ότε αποβίωσε η εξ αυτών Γ. συζ. Ν. Τ.. στ) Η Φ. συζ. ... το έτος 1953, οτε απέκτησε αυτό απο κληρονομιά του συζύγου της ... και κατά τα 4/16 ή 216/864 ή 24/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω, έως το έτος 1968, ότε απεβίωσε και με την υπ’ αριθμ. ...13-8-1968 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι.

Κ. και δημοσιεύθηκε με το 82/6-5-1970 πρακτικό δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, άφησε το παραπάνω) μερίδιο της από την κληρονομιά του συζύγου της στο γιο της Γ. ..., ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά της με την υπ’ αριθμ. .../6-4-1971 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι.

Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα ........., ζ) Ο Γ. ... από το 1953, ότε απέκτησε αυτό από κληρονομιά του πατέρα του κατά τα 3/16 ή 162/864 ή 1 8/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω, έως το έτος 1962, εν συνεχεία δε από το έτος 1962, ότε απέκτησε αυτό και κατά τα έτερα 4/16 ή 216/864 ή 24/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια από κληρονομιά της μητέρας του Φ., ήτοι ενόλω κατά τα 7/16 ή 378/864 ή 42/96, εξ αδιαιρέτου μερίδια, έως το έτος 1987, ότε απεβίωσε η αδελφή του Γ.

σύζυγος Ν. Τ., χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (α’ τάξη) από το γιό της Π. Ν. Τ., τρίτο ενάγοντα, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο, από τους εγγονούς της Ν. συζ. Ε. Ν. και Κ. Σ. Κ., τετάρτη και πέμπτο ενάγοντες, αντιστοίχως, τέκνα της θυγατέρας της Φ. συζ. Σ. Κ., η οποία είχε προαποβιώσει το έτος 1976 και κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου μερίδιο από τον καθένα τους, και από τους επίσης εγγονούς της Α.

Δ. Π., Γ. Δ. Π. και Ν. Δ. Π., έκτο, έβδομη και όγδοο ενάγοντες, τέκνα της θυγατέρας της Π. συζ. Δ. Π., η οποία είχε προαποβιώσει το έτος 1974, και κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου μερίδιο από τον καθένα τους, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την υπ’ αριθμ. .../8-12-1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ......., που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα ........., με αποτέλεσμα το μερίδιο της θανούσης πάνω στο επίδικο (3/16 ή 162/864 ή 18/96) να περιέλθει στον τρίτο ενάγοντα Π.

Τ. κατά 1/16 ή 54/864 ή 6/96, εξ αδιαιρέτου μερίδια, στην τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες, Ν. συζ. Ε. Ν. και Κ. Σ. Κ. κατά τα 27/864 ή 3/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια στον καθένα τους και στους έκτο, έβδομη και όγδοο ενάγοντες Α. Δ. Π., Γ. Δ. Π. και Ν. Δ. Π. κατά τα 18/864 εξ αδιαιρέτου μερίδια στον καθένα τους. η) Όλοι οι ενάγοντες, οι δύο πρώτοι αρχικοί ενάγοντες Α.

Έ. και Α. Έ. κατά τα 3/16 ή 162/864 ή 18/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια ο καθένας τους, ο τρίτος ενάγων Π. Τ. κατά τα 1/16 ή 54/864 ή 6/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, η τέταρτη και πέμπτος ενάγοντες Ν. συζ. Ε. Ν. και Κ. Σ. Κ.ς κατά τα 27/864 ή 3/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια καθένας τους, οι έκτος, έβδομη και όγδοος ενάγοντες Α. Π., Γ. Π. και Ν. Π. κατά 18/864 ή 2/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια καθένας τους και ο Γ.

Έ. ατά τα 378/864 ή 42/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, από το έτος 1987, ότε αποβίωσε η Γ. συζ. Ν., Τ. και, κληρονομήθηκε όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω, έως τις 25-4-1992, ότε αποβίωσε ο εκ των ανωτέρω συγκυρίων Γ. ..., χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα (β’ τάξη) από τους αδελφούς του Α.

θυγ. ... και Α. ..., κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο από τον καθένα τους, από τον ανεψιό του Π. Τ., τρίτο ενάγοντα, τέκνο της αδελφής του Γ. συζ. Ν. Τ. που είχε προαποβιώσει το έτος 1987, κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου μερίδιο, από τους δευτερανεψιούς του Ν. συζ. Ε. Ν. και Κ. Σ. Κ., τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες, τέκνα της πρωτανεψιάς του Φ.

συζ. Σ. Κ., που είχε προαποβιώσει το έτος 1976, τέκνου και αυτή της αδελφής του Γ. συζ. Σ. Κ. που είχε αποβιώσει το έτος 1987, κατά το 1/18 εξ αδιαιρέτου μερίδιο από τον καθένα τους, και από τους δευτερανεψιούς του επίσης Α. Π., Γ. Π. και Ν. Π., έκτο, έβδομη και όγδοο ενάγοντες, τέκνα της πρωτανεψιάς του Π. συζ. Δ. Π., η οποία είχε προαποβιώσει το έτος 1974, τέκνου και αυτή της αδελφής του Γ.

συζ. Ν. Τ., που είχε αποβιώσει το έτος 1987, κατά το 1/27 από τον καθένα τους, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με τις υπ’ αριθμ. .../6-7-1992, .../21-7-1992, .../2-9-1992 και ...3-8-1992 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Κορίνθου Μ. Μ., που μεταγράφηκαν έκτοτε νόμιμα στα παραπάνω οικεία βιβλία μεταγραφών, με αποτέλεσμα το ιδανικό μερίδιο του θανόντος πάνω στο επίδικο (378/864 ή 42/96) να περιέλθει στους ενάγοντες ο)ς εξής:

στην Α. Γ. Έ. και στον Α. Γ. Έ., πρώτο και δεύτερο αρχικούς ενάγοντες, κατά τα 126/864 ή 14/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια στον καθένα τους, στον Π. Τ., τρίτο ενάγοντα, κατά τα 42/864 ή 4,6/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, στους τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες Ν. συζ. Ε. Ν. και Κ. Κ. κατά τα 21/864 ή 2,3/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια στον καθένα τους και στους έκτο, έβδομη και όγδοο ενάγοντες Α.

Π., Γ. Π. και Ν. Π. κατά 14/864 ή 1,5/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια σε καθένα τους. θ) Όλοι οι ενάγοντες η πρώτη και ο δεύτερος κατά 288/864 ή 32/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια ο καθένας τους, ο τρίτος κατά 96/864 ή 10,6/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια, η τέταρτη και ο πέμπτος κατά τα 48/864 ή 5,3/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια ο καθένας τους και οι έκτος, έβδομη και όγδοος ενάγοντες κατά τα 32/864 ή 3,5/96 εξ αδιαιρέτου μερίδια ο καθένας τους από τις 25-4-1992 ότε αποβίωσε ο Γ.

Έ. και περιήλθε σ’ αυτούς το επί του επιδίκου ακινήτου μερίδιο του, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω, έως τις 14-9-1992, ότε άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους. Για τα παραπάνω με σαφήνεια και πειστικότητα κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων που εξετάστηκαν ένορκοι ενώπιον των εισηγητών - δικαστών, Π. Ν., 76 ετών, κάτοικος της περιοχής, που διατέλεσε και δασοφύλακας του επιδίκου από το 1953-1954 προσληφθείς από την οικογένεια των εναγόντων, Β.

Χ., 59 ετών κτηνοτρόφος της περιοχής, ενοικιαστής του επιδίκου κτήμα της, από το 1971, όπως και ο πατέρας του, όπως ο ίδιος αναφέρει από το 1917 έως το 1946 και Σ. Α., ετών 37, κτηνοτρόφος της περιοχής, ενώ δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως Γ. Θ., Ε. Σ., δασολόγων, οι οποίοι και δεν έχουν προσωπική αντίληψη και οι οποίοι κατέθεσαν ότι από τα στοιχεία του φακέλλου που τηρείται στο ...

προκύπτουν διακατοχικές πράξεις (Ξύλευση, εκμίσθωση σε βοσκούς κ.λ.π.) τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τους δικαιοπαρόχους τους και ότι στο βιβλίο ιδιοκτησίας του Δασαρχείου το επίδικο είναι καταχωρημένο ως διακατεχόμενο δάσος από το 1922, πλην όμως με μικρότερη έκταση. Όσα δε οι Δασολόγοι Φ. Ν. και Ε.

Σ. δασολόγος, στα από 19-12-2001 και από 30-5-2001 υπομνήματα της προς το ..., που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν - εναγόμενο, αναφέρουν ότι ορισμένα τμήματα από το επίδικο δεν περιέχονται στους προ του 1915 αναφερόμενους πιο πάνω τίτλους των δικαιοπαρόχου των εναγόντων, δεν κρίνονται πειστικά, διότι έρχονται σε αντίθεση, με την πιο πάνω έκθεση της πραγματογνώμονα και αναιρούνται και από το ότι με το από 20-4-1826 έγγραφο η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος, απευθυνόμενη προς τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ.

Ν., κατόπιν της από 18-3-1826 αιτήσεως του, γνώρισε σ’ αυτόν τον τρόπο με τον οποίο έχουν κανονιστεί τα όρια του επιδίκου δασικού ακινήτου, έγγραφο το οποίο ο Γ. Α. Έ. στις 21-11-1992 κατέθεσε στο συμβολαιογράφο Κορίνθου Γ. Δ., συνταχθείσης υπ’ αυτού της υπ’ αριθμ. ...1922 πράξεως του, στο οποίο τα όρια συμπίπτουν με τα παραπάνω αναφερόμενα του επιδίκου.

Άλλωστε κατά την απαλλοτρίωση τμήματος εκτάσεως 6740 στρεμμάτων στην αλπική ζώνη του ... "... με την 34928/1953 τμήμα Β’ απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αναφέρεται ότι η απαλλοτριωθείσα αυτή έκταση αποτελεί τμήμα του ... "..." εκτάσεως 17.470 περίπου στρεμμάτων ιδιοκτησίας ..., δηλαδή έμμεσα αναγνωρίζεται ότι τόσο το απαλλοτριωθέν, όσο και το επίδικο, που είναι το υπόλοιπο των 17.470 περίπου στρεμμάτων μετά την αφαίρεση των 6740 στρεμμάτων που απαλλοτριώθηκαν, ήταν της ιδιοκτησίας ...

και ακολούθως το Υπουργείο Οικονομικών με το υπ’ αριθμ. .../25-5-1963 έγγραφο αυτού προς τους Διευθυντές των Ταμείων Κορίνθου, Κιάτου και Νεμέας εντέλλεται την καταβολή στους κληρονόμους ... των οφειλομένων μισθωμάτων της ως άνω απαλλοτριωθείσης εκτάσεως. Με όσα προεκτέθηκαν, οι ενάγοντες με την προσμέτρηση και της νομής το)ν δικαιοπαρόχων τους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου δασοτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία και κατά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που προαναφέρθηκε καθένας, δεδομένου ότι μέχρι τις 11-9-1915 το είχαν αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία οι προαναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους με την προσμέτρηση καθένας και της νομής του δικαιοπαρόχου του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε συνεχώς και μέχρι το μήνα Μάιο του 1992, που το εναγόμενο με το υπ’ αριθμ. .../5-5-92 έγγραφο του Δασάρχη Ξυλοκάστρου προς την κοινότητα Άνω Τρικάλων Κορινθίας επιτρέπει σ’ αυτή τη διάθεση των βοσκησίμων εκτάσεων του επιδίκου για τη βοσκή των ποιμνίων των δημοτών της, αμφισβητώντας έτσι την κυριότητα επ’ αυτού των εναγόντων αλλά και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (14-9-1992), το νέμονταν οι ενάγοντες και οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο αλλά και στον πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης μέμφεται το αναιρεσείον την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε δηλαδή ότι τα όρια του επίδικου ακινήτου συμπίπτουν με τα όρια του ακινήτου που περιγράφεται στο από 20.4.1826 έγγραφο της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος, που απευθυνόταν στον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Σ.

Ν., κατατέθηκε δε στο συμβολαιογράφο Κορίνθου Γ. Δ. από το Γ. Α. Έ. στις 21.11.1922 και συντάχθηκε από τον τελευταίο η ...1922 πράξη κατάθεσης του εν λόγω εγγράφου, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω, αν από το έγγραφο αυτό προκύπτουν τα όρια και το εμβαδόν της έκτασης που ανήκει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, σ’ αυτούς, συμπίπτουσα με την προκύπτουσα κατά την τελική οριοθέτηση της από το ...

Τοπογραφικό Συνεργείο του Υπουργείου Γεωργίας που υλοποιήθηκε το έτος 1956, έτσι δε, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως μεν γιατί οι περιεχόμενες σ’ αυτόν αιτιάσεις που αφορούν τα όρια του επίδικου ακινήτου και γενικότερα την ταυτότητα του αναφέρονται σε μη αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή σε μη ουσιώδη ζητήματα, τα οποία δεν κρίνονται ικανά να καταλύσουν την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο πιο πάνω ακίνητο, αλλιώς, γιατί οι εν λόγω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παράγραφος 1 Κ.Πολ.Δ.).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί περαιτέρω, ότι: "Άλλωστε κατά την απαλλοτρίωση τμήματος εκτάσεως 6740 στρεμμάτων στην αλπική ζώνη του ... "..." με την 34928/17-4-1953 τμήμα Β1 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 97/21-9-1953 τμήμα Β’ ) αναφέρεται ότι η απαλλοτριωθείσα αυτή έκταση αποτελεί τμήμα του ... "..." εκτάσεως 17.470 περίπου στρεμμάτων ιδιοκτησίας ..., δηλαδή έμμεσα αναγνωρίζεται ότι τόσο το απαλλοτριωθέν, όσο και το επίδικο, που είναι το υπόλοιπο των 17.470 περίπου στρεμμάτων μετά την αφαίρεση των 6740 στρεμμάτων που απαλλοτριώθηκαν ήταν της ιδιοκτησίας ...

και ακολούθως το Υπουργείο Οικονομικών με το υπ’ αριθμ. .../25-5-1963 έγγραφο αυτού προς τους Διευθυντές των Ταμείων Κορίνθου, Κιάτου και Νεμέας εντέλλεται την καταβολή στους κληρονόμους ... των οφειλομένων μισθωμάτων της ως άνω απαλλοτριωθείσης εκτάσεως", δηλαδή με το να δεχθεί την αρμοδιότητα της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ως προς την επίλυση του ζητήματος της κυριότητας επί της υπόλοιπης έκτασης που εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κυριότητα της αμέσως πιο πάνω έκτασης και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου δασοτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία και κατά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που προαναφέρθηκε καθένας, δεδομένου ότι μέχρι τις 11-9-1915 το είχαν αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία οι προαναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους με την προσμέτρηση καθένας και της νομής του δικαιοπαρόχου του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε συνεχώς και μέχρι το μήνα Μάιο του 1992, που το εναγόμενο με το υπ’ αριθμ. .../5-5-92 έγγραφο του Δασάρχη Ξυλοκάστρου προς την κοινότητα Άνω Τρικάλων Κορινθίας επιτρέπει σ’ αυτή τη διάθεση των βοσκησίμων εκτάσεων του επιδίκου για τη βοσκή των ποιμνίων των δημοτών της, αμφισβητώντας έτσι την κυριότητα επ’ αυτού των εναγόντων αλλά και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (14-9-1992), το νέμονταν οι ενάγοντες και οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοί τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας", στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το περιεχόμενό του και εντεύθεν να διαπιστωθεί η βασιμότητα του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προμνημονευμένου από 20.4.1826 εγγράφου της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος για το οποίο και έχει συνταχθεί η ...1922 συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης του στο συμβολαιογράφο Κορίνθου Γ.

Δ., με το να δεχθεί ότι τα όρια του περιγραφόμενου σ’ αυτό δασοκτήματος συμπίπτουν με εκείνα του και ήδη επίδικου ακινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το αναιρεσείον δεν προσκομίζει το επίμαχο έγγραφο. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 556/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων(300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ