Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of state's claim for open building plot ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the First Instance Court of Athens' decision rejecting the plaintiff's claim for ownership of an open building plot. The State argued the lower court erred in applying Article 269 of the Code of Civil Procedure and misinterpreted the 2003 law regarding open plots, but the court found these arguments unsupported by the established facts. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para.1a Law 3127/2003; Art. 559 para.14 Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the law to reject a claim based on the owner's lack of good faith or failure to meet statutory conditions, and procedural errors must be substantiated by new grounds not already presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 859 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 859/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Περδικάρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 772/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 4277/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 18-12-2015 αίτησή του και τους από 28-2-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και της από 15-3-2017 έκθεσή της επί των προσθέτων λόγων, με την οποία εισηγείται την απόρριψη αυτών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ.4 παρ.1α ν.3127/2003 "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως... ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη". Περαιτέρω, συμφώνως προς τα ισχύοντα πολεοδομικά θέσφατα, δεν νοείται "ανοικτό" οικοδομικό τετράγωνο εντός σχεδίου πόλεως, ενώ εξ ετέρου η έννοια αυτού είναι ταυτόσημη με περιοχές εκτός σχεδίου, περίπτωση της οποίας η συνδρομή αυτονοήτως συνέχεται με την ένταξη ακινήτου σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ... απαράδεκτο". Η δε καταλογιζομένη αντίστοιχη παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 963/1985).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει την προειπωθείσα πλημμέλεια στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών και δη, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του 4277/2015, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του (προϊσχύσαντος) αρθρ.269 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο τον αποτελούντα αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος), ότι το οικοδομικό τετράγωνο, εντός του οποίου ευρίσκεται η επίδικη έκταση, συνιστά "ανοικτό οικοδομικό τετράγωνο" με την αιτιολογία της όψιμης (μετά την πρώτη συζήτηση) προβολής, χωρίς να θεμελιώνεται σε οψιγενή περιστατικά.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, (ανεξαρτήτως) της υπαγωγής ή μη του συγκεκριμένου ισχυρισμού στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, στους οποίους αφορά η πρόβλεψη του άνω, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του, άρθρου του ΚΠολΔ, το οποίον αναφέρεται στην υπό προϋποθέσεις "αρχή του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι" ως προς τα μέσα επίθεσης και άμυνας), υπό την επίφαση της συνδρομής δικονομικού απαραδέκτου, βάλλεται η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 4 παρ.1α ν.3127/2003, δοθέντος ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή επί ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως και κατ’ επέκτασιν εντός "κλειστού" οικοδομικού τετραγώνου.
Το αναιρεσείον, δηλαδή, εν προκειμένω, αναφέρεται σε συνδρομή ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίον όμως είναι αλυσιτελές στην κρισιολογουμένη περίπτωση, αφού το απαράδεκτο πρέπει να προκύπτει από το δικονομικό δίκαιο, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη.
IV. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα εφήρμοσε τα άρθρα 2 παρ.7, 8, 9, 10, 12 και 13, 6 και 29 παρ.1 του πολεοδομικού νόμου 1577/1985, που προβλέπουν για την δόμηση σε εντός σχεδίου περιοχές, οι οποίες, περιβαλλόμενες από κοινοχρήστους χώρους, διαχωρίζονται από αυτούς πανταχόθεν από ρυμοτομικές γραμμές, και περικλείονται από αυτές. Το αναιρεσείον με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προσέτι καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την παραδοχή, ότι η επίδικη έκταση ευρίσκεται εντός "κλειστού" οικοδομικού τετραγώνου, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 ν.3127/2003 και ακόμη ότι στην αναιρεσιβαλλομένη αυτήν απόφαση, διαλαμβάνονται αντιστοίχως ανεπαρκείς αιτιολογίες κι έτσι υπέπεσε στις αντίστοιχες πλημμέλειες του αρθρ.559 αρ.1, 19 ΚΠολΔ.
V. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../08-06-1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. Β., μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον ... και με αύξοντα ..., σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ...08-06-1970 πράξη εξόφλησης συμβολαίου και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταγεγραμμένης στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον ...
και με αύξοντα ..., ο Γ. Ρ. του Κ. και η Α. σύζυγος Γ. Θ., το γένος Β. και Σ. Κ. πώλησαν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού κατά τον μεν τίτλο κτήσης 242τ.μ κατά δε την μέτρηση του Κτηματολογίου 258 τ.μ , κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εμφαινόμενο στο προσαρτώμενο στον ως άνω τίτλο υπό τον ...
στο από Φεβρουαρίου 1966 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Α. και συνορευομενο σύμφωνα με αυτό βόρεια με το υπ’ ... αγροτεμάχιο του ως άνω σχεδιαγράμματος επί πλευράς μέτρων 21,90, νότια με ιδιωτική οδό πλάτους μέτρων 5 επί προσώπου μέτρων 22,10, ανατολικά με ιδιωτική οδό επί προσώπου μέτρων 11,60 πλάτους μέτρων 5 και δυτικά με το υπ’ ...
αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 10,60. Το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος - εφεσίβλητου σε μείζονα έκταση 9.300 τ.μ με το υπ’ αριθμ. .../05-02-1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπάτων ... Αττικής Α. Δ. Α., ένεκα αγοράς από τους Μ. Ι. Π., Δ. συζ. Ν. Κ. και Σ. συζ. Κ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόνο 4 και με αύξοντα ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το από 13-04-1989 Π.Δ. δημοσιευθέν στο ΦΕΚ/289/Δ/17-05-1989 εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο των πολεοδομικών ενοτήτων 7, 8 και 9 της διαμορφωμένης περιοχής "..." της κοινότητας ..., της οποίας η χρήση για δεύτερη κατοικία είχε προσδιοριστεί με το από 20-08-1985 Π.Δ. [ΦΕΚ 456/Δ/24-09-1985], με τον καθορισμό οικοδομήσιμων χώρων, οδών πεζοδρόμων, κοινοχρήστων χώρων, πάρκου, χώρων παιδικής χαράς, αθλοπαιδειών, εκκλησίας, στάθμευσης αυτοκινήτων και κοινοχρήστου χώρου που εντάχθηκαν κατ’ επίκληση του άρθρου 49 παρ 2α του ν. 998/1979, που προβλέπει την κατ’ εξαίρεση ένταξη δασικών εκτάσεων στο σχέδιο πόλης υπό προϋποθέσεις, ενταχθείσας της κτηματικής περιοχής εντός της οποίας ευρίσκεται και το επίδικο ακίνητο στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ..., η πράξη εφαρμογής του οποίου δεν έχει κυρωθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Ο ενάγων-εφεσίβλητος από το έτος 1966 μέχρι και την ημερομηνία της συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως στο ανωτέρω γεωτεμάχιο με διάνοια κυρίου εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, και συγκεκριμένα, επόπτευε, οριοθετούσε με συρματόπλεγμα και ανοικοδόμησε επ’ αυτού κτίσμα, για το οποίο προέβη και σε διαδικασία τακτοποίησης του ενώπιον της αρμόδιας Πολεοδομίας [βλ την με αριθμό πρωτ .../06-12-2012 βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο άρθρο 24 του Ν. 4014/2011 του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής].
Αντιθέτως το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο όχι μόνο δεν απέδειξε ότι προέβη οποτεδήποτε και με οιονδήποτε τρόπο σε πράξεις νομής επί του επιδίκου αλλά αντιθέτως το έτος 1973 επιχείρησε κατάσχεση δια της Δ.Ο.Υ ... κατά του ενάγοντος επί του επιδίκου για χρέος 3025 δραχμών, ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία δεν θα ελάμβανε χώρα αν το Ελληνικό Δημόσιο είχε την πεποίθηση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην ιδιοκτησία του και όχι σε αυτήν του ενάγοντος.
Συνεπώς, η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και ο ενάγων νέμεται τουλάχιστον μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 αδιαταράκτως για δέκα έτη το επίδικο ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία ο οποίος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945. Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων -εφεσίβλητος ευρίσκετο σε κακή πίστη, δηλαδή ότι εγνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ύπαρξη ιδιοκτησίας του Δημοσίου επί του επιδίκου, κατά τον χρόνο άσκησης διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, αφού τέτοια ιδιοκτησία δεν υφίστατο εκ μέρους του Δημοσίου, το οποίο άλλωστε ουδέποτε με οποιονδήποτε τρόπο στον διαδραμόντα χρόνο από την απόκτηση του ακινήτου από τον ενάγοντα και εντεύθεν δεν αμφισβήτησε την κυριότητα του.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Ελληνικού δημοσίου, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο έφεσης κρίνονται στο σύνολο τους απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε κατ’ ουσία ο αγωγικός ισχυρισμός και ο ενάγων-εφεσίβλητος θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου κατ’ άρθρο 4 του Ν. 3127/2003.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή ο δασικός χαρακτήρας η όχι του επιδίκου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 της παρ. 6 εδάφ. ε του Ν.998/1979, ο οποίος εξαιρεί από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, τις περιοχές, όπου υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεων. Ο όρος δε "έγκυρα σχέδια πόλεως" αναφέρεται σε ρυμοτομικά σχέδια που έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη που συγκεντρώνει τα αναγκαία εξωτερικά, τυπικά στοιχεία του κύρους, ώστε να είναι εξοπλισμένη με το τεκμήριο νομιμότητας [ΣτΕ 2258/2005 ΣτΕ Ολ 2282/1992 ΝΟΜΟΣ].
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται με σχετικό λόγο έφεσης ότι ακόμα και αν η επίδικη έκταση έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου ... δυνάμει του ως άνω Π.Δ. δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι αυτή περικλείεται από οδούς ακύρως έχει περιληφθεί στο σχέδιο πόλεως και ως εκ τούτου δεν δύναται να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003.
Ο ως άνω ισχυρισμός και η σχετική μερικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο έφεσης, ανεξαρτήτως της απορρίψεως του κυρίως ως απαραδέκτου κατ’ άρθρο 269 ΚΠολΔ αφού ο σχετικός ισχυρισμός προεβλήθη το πρώτον με τις προτάσεις της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ 1594/2011 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να θεμελιώνεται σε οψιγενή περιστατικά, σε κάθε περίπτωση και όλως επικουρικά δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος, καθόσον το εκκαλούν ταυτίζει την επίδικη έκταση, που είναι τμήμα από την έκταση οικοδομικού τετραγώνου και όχι ολόκληρη η έκταση του οικοπεδικού τετραγώνου, με την έκταση του ...
οικοδομικού τετραγώνου, μέσα στην οποία είναι η επίδικη έκταση και εμφανίζει την επίδικη έκταση, που έχει προσόψεις σε δύο οδούς, ως δήθεν "ανοικτό" οικοδομικό τετράγωνο, ενώ το ... οικοδομικό τετράγωνο, μέσα στο οποίο βρίσκεται η επίδικη έκταση είναι ένα "κλειστό" οικοδομικό τετράγωνο το οποίο περικλείεται νότια από την οδό ..., βόρεια από την ..., ανατολικά από ανώνυμη οδό [πεζόδρομο] και δυτικά από ανώνυμη οδό." VI.
Η επισκόπηση των παραδοχών αναδεικνύει την αβασιμότητα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, υπό την έννοια, ότι η προσβαλλομένη εφετειακή κρίση συνιστά ορθή εφαρμογή των άνω άρθρων (εν σχέσει προς τους κανόνες δομήσεως, κανόνες ρυθμίζοντες τα ρυμοτομικά ζητήματα, τους οικοδομικούς τετραγωνισμούς και τους σχετικούς όρους εντός των Ο.Τ.
δομήσεως, κατά τα άνω εκτιθέμενα). Ωσαύτως, είναι επαρκείς οι αιτιολογίες, με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλομένη απόφασή του υπήγαγε την κρισιολογηθείσα περίπτωση στην πρόβλεψη του άρθρ.4 παρ.1α του ν.3127/2003 και ενέταξε αυτήν στην συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού (όπως ανωτέρω παρατίθενται, ήτοι στην εντός σχεδίου επί δεκαετία αδιατάρακτη και καλόπιστη, όπως προεκτέθηκε, νομή, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, τίτλο καταρτισθέντα και μεταγραφέντα μετά τις 23-2-1945).
Επομένως, αδόκιμα είναι τα αντίθετα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, κατά τα ως άνω, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως.
VII. O πρώτος φερόμενος ως "πρόσθετος" λόγος αναιρέσεως συνίσταται στο ότι το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε το απαράδεκτο του όντος αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμού αυτού (αναιρεσείοντος), ότι είναι "ανοικτό" το Ο.Τ., εντός του οποίου ευρίσκεται η επίδικη έκταση στην περιοχή του Δήμου ... Αττικής. Ο λόγος αυτός, με τον οποίον καταλογίζεται στην εφετειακή απόφαση η υπ’ αριθμ.14 του αρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (πέραν του ότι αφορά, όπως προαναφέρεται, σε φερομένη παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως 4 παρ.1α του ν.3127/2003 και άρα είναι αλυσιτελές ουσιαστικό απαράδεκτο, εν πάση περιπτώσει δεν είναι "πρόσθετος" λόγος, (αν και ως τοιούτος τιτλοφορείται), αφού εμπεριέχεται ως πρώτος λόγος αναιρέσεως στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αλυσιτελώς νυν επαναπροβαλλόμενος.
VIII. Με τον δεύτερο (κατ’ εκτίμηση τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, ότι εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 4 παρ.1α του ν.3127/2003 και διαλαμβάνει αντιφατικές (άλλως ασαφείς άλλως ανεπαρκείς) αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση του εν σχέσει προς την επιστηριχθείσα στο εν λόγω άρθρο κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης εκτάσεως κι έτσι υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 αρ.1, 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ο πρόσθετος αυτός (τελευταίος) λόγος είναι αβάσιμος, όπως καταδεικνύεται, απ’ την προηγηθείσα επισκόπηση των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισκόπηση από την οποία αδιστάκτως προκύπτει η προσήκουσα υπαγωγή των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην εν θέματι διάταξη και προσέτι η αλληλουχία των παραδοχών και η αβασιμότης της αποδιδομένης τώρα αντιφατικότητός τους, (άλλως ασάφειας, άλλως ανεπάρκειας αυτών) παρά τα όσα το αναιρεσείον ισχυρίζεται, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Σημειώνεται εδώ η έλλειψη λυσιτέλειας κατά το μέρος που, παρά πόδας των προειπωθεισών αβασίμων αιτιάσεων, φέρεται ως παράπονο η σκέψη του εφετείου, με την οποία, διά της αναφοράς στην μη υπό του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της κυριότητός του, αναιρεσιβλήτου από την κτήση της νομής και εντεύθεν, επαλλήλως ενισχύει την κρίση του περί της κατά την άνω διάταξη ιδιοκτησιακής κατοχυρώσεως του αναιρεσιβλήτου.
VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος, ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, ως και προσθέτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει, συμφώνως προς το διατακτικό να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αντιστοίχου αιτήματός του (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57, ως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2015 αίτηση και το από 28-2-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων περί αναιρέσεως της 4277/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ