Legislator Case Law & Legislation
859/2016 AI generated

Appeal dismissed because defendant's mitigation claim lacked factual basis and relied solely on statutory citation.

Case Number 859/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the defendant's appeal against a five-member court's conviction for facilitating exit from Greece. The defendant argued for mitigation under Article 84 of the Criminal Code, but the lower court rejected these claims due to a lack of specific factual evidence supporting the alleged good character and post-crime behavior. The appellate court upheld the rejection, ruling that citing the legal provision without concrete facts renders the claim vague and insufficient for judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84(2)(a) and (e) of the Criminal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A claim for mitigating circumstances is inadmissible if it relies solely on statutory citation without supporting factual circumstances, rendering the claim vague and exempting the court of duty to justify its rejection.

Keywords

AI generated
mitigating circumstances good character factual basis vague claim appeal dismissal Criminal Code judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 87(5) of Law 3386/2005
Article 48(3) of Law 3772/2009
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Criminal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 84(2)(a) and (e) of the Criminal Code
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 859/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. C. του A., κρατούμενος στο Αγροτικό Κατάστημα Αγιάς Χανίων, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αντώνιο Γεωργακόπουλο και Ανδρέα Μπαφάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.198/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Το Πενταμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 5 του ν. 3386/2005, "όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό κράτος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ", ενώ μετά την αντικατάσταση της ως άνω διατάξεως με την παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 3772/10-7-2009, η συγκεκριμένη πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ".

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι ως διευκόλυνση εξόδου αλλοδαπών προσώπων, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη στα πρόσωπα αυτά, που δεν έχουν το προς τούτο δικαίωμα, βοήθεια προς διέλευσή τους χωρίς έλεγχο από την οριοθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος με ξένο κράτος, προς το οποίο γίνεται η έξοδος τους.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσις του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα με ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (αν δεν είναι άμεσος ή υπερχειλής) διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).

Περαιτέρω κατ’ άρθρο 42 παρ.1 ΠΚ ο οποίος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρή πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ....ελαττωμένη (αρθρ. 83). Ούτω για την στοιχειοθέτηση της απόπειρας απαιτείται απόφαση του δράστου να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, αλλ’ επιχειρήθηκε αρχή εκτελέσεως αυτού.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι απεδείχθησαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 198/2013 απόφασή του, η οποία εξεδόθη με τον κατηγορούμενο εκπροσωπούμενο από πληρεξούσιο δικηγόρο, το Πενταμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Ι. Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων η από 26-7-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Α.

Ν., αστυνομικού και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος, στον Κεντρικό Αερολιμένα Ηρακλείου Κρήτης, στις 26-7-2009, ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα, επεχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να διευκολύνει την έξοδο από το ελληνικό έδαφος, υπηκόου τρίτης χώρας, μη μέλους της Ε.Ε, χωρίς ο τελευταίος να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5 Ν. 3386/2005, προβαίνοντας στην ενέργειά του από κερδοσκοπία και ειδικότερα έχοντας πρόθεση να διευκολύνει την έξοδο από το ελληνικό έδαφος του Αφγανού υπηκόου, H.

J., χωρίς ο τελευταίος να υποβληθεί στον προβλεπόμενο - έλεγχο, τσέκαρε το ηλεκτρονικό του εισιτήριο της πτήσης ... για Στουτγάρδη - Γερμανίας, επιδεικνύοντας στον αρμόδιο υπάλληλο του CHECK - IN το υπ’ αριθμ. ... γνήσιο διαβατήριό του Καναδικών Αρχών, επιτυγχάνοντας έτσι να του δοθεί κάρτα επιβίβασης για την παραπάνω πτήση, την οποία εν συνεχεία παρέδωσε στον H.

J., προκειμένου ο τελευταίος να ταξιδεύσει στην θέση του, εφοδιασμένος με το πλαστό υπ’ αριθμ. ... δελτίο γερμανικής ταυτότητας, το οποίο έφερε τα δικά του στοιχεία ταυτότητας και το είχε παραχωρήσει στον ανωτέρω H. J., πλην όμως η ενέργειά του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια, καθόσον ο ίδιος και ο ανωτέρω H.

J. συνελήφθησαν από τα αστυνομικά όργανα του Α.Τ Αερολιμένος Ηρακλείου, προέβη δε ο κατηγορούμενος στην ενέργειά του αυτή έναντι ανταλλάγματος 5.000 ευρώ. II. Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στην από 26-7-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, Α. Ν., αστυνομικού, ο οποίος λέγει ότι "Είμαι Αρχιφύλακας και υπηρετώ στο Α.Τ.

Αερολιμένα Ηρακλείου. Σήμερα (26-07-2009) πρωινές ώρες εντόπισα δύο άτομα έξωθεν των αναχωρήσεων του Κ.Α.Η.Κ. Θεώρησα ύποπτα τα άτομα και μαζί με τον συνάδελφο μου Δόκιμο Αστυνομικό Κ. Θ. και τα θέσαμε υπό διακριτική παρακολούθηση. Το ένα από τα δύο άτομα πήγε στην γραμμή του CHECK - IN για να τσεκάρει το ηλεκτρονικό του εισιτήριο για την πτήση ...

με προορισμό την Στουτγάρδη - Γερμανίας. Αμέσως αντί να πάει στον χώρο όπου περιμένουν οι τουρίστες για την αναχώρηση του, βγήκε έξωθεν τον αναχωρήσεων όπου και τον πλησίασε το έτερο άτομο όπου και του έδωσε την κάρτα επιβίβασης που είχε πάρει από το CHECK - IN και άρχισε να απομακρύνεται προς την στάση των λεωφορείων.

Χωρίς να χρονοτριβούμε, εγώ και ο συνάδελφος μου προβήκαμε στον έλεγχο τους, όπου και ο (Α) (είναι εδώ αναιρεσείων) μας επέδειξε το υπ. αριθμ ... Διαβατήριο Καναδικών Αρχών με στοιχεία (επ) K. (oν) A. γεν. 22-12-1971 στο Κερέντ - Ιράν. ενώ ο (Β) (μη εδώ αναιρεσείων) μας επέδειξε την υπ. αριθμ ... Γερμανική Ταυτότητα εξ υπαρχής πλαστή με στοιχεία K. (ον) A.

γεν. 10-04-1971 δηλαδή τα στοιχεία του διαβατηρίου του (Α) αλλοδαπού και την κάρτα επιβίβασης για Στουτγάρδη -Γερμανίας με στοιχεία K. A. που του είχε δώσει ο (Α) αλλοδαπός. Μετά από αυτά τους οδηγήσαμε στον Αξιωματικό Υπηρεσίας όπου και ο (Α) αλλοδαπός παραδέχτηκε ότι έδωσε την κάρτα επιβίβασης στον (Β), ενώ ο (Β) μας δήλωσε ότι πλήρωσε στο Αφγανιστάν σε τρίτο άτομο το χρηματικό ποσό των 5000 ευρώ προκειμένου να επιτύχει την μετάβασή του μέσω Ελλάδος στη Γερμανία χωρίς να περάσει τον έλεγχο που προβλέπεται από το άρθρο 5 του Ν. 3386/05. (Α) αλλοδαπός ονομάζεται (επ) K. (ον) A.

του Α. και Κ. γεν. 22-12-1971 στο Ιράν κάτοικος α.λ.σ. κάτοχος του υπ. αριθμ ... Διαβατήριο Καναδικών Αρχών. Στην κατοχή επίσης του (Α) βρέθηκε το ποσό των 2520 ευρώ τα οποία και κατασχέθηκαν. Ενώ ο (Β) αλλοδαπός δήλωσε ότι είναι υπήκοος Αφγανιστάν και ότι ονομάζεται (επ) H. (ον) J. του A. και M. Α. γεν. 13-10-1968 στην Καμπούλ κάτοικος Πλατείας Ομονοίας Αθηνών.

Συμπληρωματικά έχω να προσθέσω ότι από το Διαβατήριο του (Α) προκύπτει σύμφωνα με τις σφραγίδες εισόδου και εξόδου ότι ο (Α) δράστης πηγαινοερχόταν τακτικά στην Τουρκία κατά τους τελευταίους δυο μήνες", μη αναιρουμένη από την από 28-8-2009 υπεύθυνη δήλωση (Ν. 1599/1986) του ανωτέρω H. J., νομίμως αναγνωσθείσα ως άνω, ούτε εξ ουδενός άλλου αποδεικτικού στοιχείου....εν όψει αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας απόπειρας διευκόλυνσης εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόου τρίτης χώρας μη μέλους της ΕΕ από κερδοσκοπία".

Ακολούθως, το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς - αιτήματα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α’ και ε’ του ΠΚ, και εκήρυξε ένοχο αυτόν του ότι, επί λέξει: "...στον Κεντρικό Αερολιμένα Ηρακλείου Κρήτης, στις 26-7-2009, ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα, επεχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης.

Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να διευκολύνει την έξοδο από το ελληνικό έδαφος, υπηκόου τρίτης χώρας, μη μέλους της Ε.Ε, χωρίς ο τελευταίος να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5 Ν. 3386/2005, προβαίνοντας στην ενέργειά του από κερδοσκοπία και ειδικότερα έχοντας πρόθεση να διευκολύνει την έξοδο από το ελληνικό έδαφος του Αφγανού υπηκόου, H.

J., χωρίς ο τελευταίος να υποβληθεί στον προβλεπόμενο έλεγχο, τσέκαρε το ηλεκτρονικό του εισιτήριο της πτήσης ... για Στουτγάρδη - Γερμανίας, επιδεικνύοντας στον αρμόδιο υπάλληλο του CHECK - IN το υπ’ αριθμ. ... γνήσιο διαβατήριό του Καναδικών Αρχών, επιτυγχάνοντας έτσι να του δοθεί κάρτα επιβίβασης για την παραπάνω πτήση, την οποία εν συνεχεία παρέδωσε στον H.

J., προκειμένου ο τελευταίος να ταξιδεύσει στην θέση του, εφοδιασμένος με το πλαστό υπ’ αριθμ. ... δελτίο γερμανικής ταυτότητας, το οποίο έφερε τα δικά του στοιχεία ταυτότητας και το είχε παραχωρήσει στον ανωτέρω H. J., πλην όμως η ενέργειά του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια, καθόσον ο ίδιος και ο ανωτέρω H.

J. συνελήφθησαν από τα αστυνομικά όργανα του Α.Τ Αερολιμένος Ηρακλείου, προέβη δε ο κατηγορούμενος στην ενέργειά του αυτή έναντι ανταλλάγματος 5.000 ευρώ.". Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι απεδείχθησαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 26 παρ. 1 εδ.

α, 27 παρ. 1, 42 παρ.1, 83 εδ. γ’ , 87 παρ. 5 του ν.3386/2005, όπως η παρ. 5 αντικ. με το άρθρ. 48 παρ. 3 του ν.3772/2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσεώς του, νομικές και ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ εκτίθεται, ότι για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν του και συνεκτίμησε τα επ’ ακροατηρίω αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης και όλα τα έγγραφα, (που επαρκώς προσδιορίζονται κατά την ταυτότητά τους και) αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξαίροντας απλώς τις επ’ ακροατηρίω αναγνωσθείσες, ως τούτο διαλαμβάνεται σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), από 26-7-2009 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Α.

Ν. και από 28-8-2009 υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω αλλοδαπού H. J., χωρίς τούτο να υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν απαιτείτο δε αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα των αποδεικτικών αυτών μέσων, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητος εκάστου.

Επίσης, περιέχονται με πληρότητα τα περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ένδικης αξιοποίνου πράξεως και πληρούν την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ειδικότερον, ότι ο αναιρεσείων, ενεργών με πρόθεση και έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της από κερδοσκοπία και δη της έναντι του ανταλλάγματος ποσού 5.000 ευρώ, διευκολύνσεως της εξόδου από την χώρα του αλλοδαπού, υπηκόου Αφγανιστάν, H.

J., χωρίς ο τελευταίος να υποβληθεί στον υπό του άρθρου 5 του ν.3386/2005 επιβαλλόμενο έλεγχο, επεχείρησε αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, συνισταμένη στο ότι επέδειξε στον αρμόδιο υπάλληλο της υπηρεσίας CHECK-IN του Κεντρικού Αερολιμένος του Ηρακλείου Κρήτης το υπ’ αριθμ. ... γνήσιο διαβατήριό του, που είχε εκδοθεί από τις Καναδικές Αρχές, προς έλεγχο και επιβεβαίωση του ηλεκτρονικού του εισιτηρίου της πτήσεως ...

για Στουτγάρδη - Γερμανίας, και επέτυχε έτσι να του δοθεί κάρτα επιβιβάσεως για την ως άνω πτήση, την οποίαν (κάρτα επιβιβάσεως) στην συνέχεια παρέδωσε στο προαναφερόμενο αλλοδαπό, προκειμένου ο τελευταίος να ταξιδεύσει στην θέση του (αναιρεσείοντος) εφοδιασμένος με το πλαστό υπ’ αριθμ. ... δελτίο γερμανικής ταυτότητας, το οποίο έφερε τα δικά του στοιχεία ταυτότητας και το είχε παραχωρήσει στον ανωτέρω H.

J., χωρίς όμως η ενέργειά του να ολοκληρωθεί, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά αίτια, και δη γιατί η πράξις του αυτή απεκαλύφθη κατά την διάρκεια αστυνομικού ελέγχου και ο ίδιος και ο ανωτέρω H. J. συνελήφθησαν από τα αστυνομικά όργανα του Α.Τ Αερολιμένος Ηρακλείου. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η παραδοχή ότι, από την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τούτου εκτίμηση των ενώπιόν του δικαστηρίου προσκομισθεισών ως άνω αποδείξεων, απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων παρέσχε την εν λόγω βοήθεια στον προαναφερόμενο αλλοδαπό με πρόθεση, ήτοι με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι κατά τον τρόπο αυτόν ενεργώντας πραγματώνει την αξιόποινη αυτή πράξη και επί πλέον με τον σκοπό να λάβει από αυτόν για την διευκόλυνση της εξόδου του από την χώρα ως αντάλλαγμα το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίον και έλαβε.

Επομένως, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη απόφασις δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις και ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, επειδή:

α) δεν έλαβε υπ’ όψη την από 28-8-2009 υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω αλλοδαπού H. J., στην οποίαν αυτός εκθέτει ότι ο αναιρεσείων δεν έλαβε από αυτόν αντάλλαγμα, αλλά από ανθρωπιστικούς λόγους τον βοήθησε, κατά τον ανωτέρω τρόπο, για να εξέλθει της χώρας, αποδεικνυομένου εκ τούτου ότι δεν ετελέσθη η αξιόποινη αυτή πράξη από τον κατηγορούμενο από κερδοσκοπία, β) στήριξε την καταδικαστική του κρίση μόνον στην ως άνω από 26-7-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας αστυνομικού Α.

Ν., και γ) με βάση τα, κατ’ ορθήν εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αποδειχθέντα περιστατικά δεν στοιχειοθετείται η κακουργηματική μορφή του εν λόγω εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, αλλά (στοιχειοθετείται) εκείνη της απλής αποπείρας διευκολύνσεως της εξόδου από την χώρα υπηκόου τρίτης χώρας.

Επειδή, η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή την μείωση αυτής καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή (τη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και τα αιτήματα για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπου του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ). Όμως η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση των αιτημάτων για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων υπάρχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Μόνη δε η επίκλησις της νομικής διατάξεως, που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία, καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψη του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, " μετά την αγόρευση της Εισαγγελέως, ο Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος αγόρευσε και ζήτησε (την μετατροπή της κατηγορίας σε απόπειρα διευκόλυνσης εξόδου από την χώρα, καθώς και) την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ".

Το δικαστήριο, απέρριψε τα ως άνω αιτηθέντα ελαφρυντικά του 84 παρ2β και 2δ με την ακόλουθη αιτιολογία: "III. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ενόψει αυτών, απορρίφθεισαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 α’ και ε’ Π.Κ., ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.

Εφ’ όσον όμως για την συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων, του προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς του για σχετικώς μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ο συνήγορος επεκαλέσθη μόνο την διάταξη του άρθρου 84 παρ 2 εδ. α’ και ε’ του Π.Κ. από την οποία προβλέπονται, χωρίς ν’ αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (βλ.

σελ. 6 και 8 των πρακτικών), οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί ήσαν, συμφώνως προς τις προπαρατεθείσες σκέψεις, αόριστοι και το δικαστήριο παρά το ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, λόγω της αοριστίας τους, απήντησε, ως εκ περισσού, και τους απέρριψε. Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε τους ισχυρισμούς των ελαφρυντικών περιστάσεων, τυγχάνει αβάσιμος.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 7-4-2014 αίτηση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος A. C. του A. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 198/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 7-4-2014 αίτηση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος A. C. του A. κατοίκου Καναδά και προσωρινώς διαμένοντος στην Αθήνα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 198/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ