Legislator Case Law & Legislation
859/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for violation of substantive law regarding contract interpretation and subscriber counts.

Case Number 859/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Multichoice Hellas against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law regarding contract interpretation and the count of subscribers. The court rejected this, finding the appellate court correctly considered the evidence and the contracts' retroactive nature without violating substantive legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellate court's findings on facts and the application of substantive law, including contract interpretation rules, are based on the evidence presented and do not constitute a clear violation of legal norms.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation contract interpretation subscriber counts retroactive contract Court of Appeal legal error standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 859/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MULTICHOICE HELLAS AEE ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Σουριαδάκι.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNITEK AE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5775/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3871/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17Οκτωβρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.

Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1375/2002 ΑΠ 1326/1992, βλ.

και Ολ.ΑΠ 11/2000 και Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 539/2012, ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 1612/2002).

Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού αυτού διατάγματος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση , για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010).

Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσεως, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, ο οποίος οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη και μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων και ε) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή ( ΑΠ 539/2012, Α.Π. 881/2010).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 15 και 16/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) με την επωνυμία "MULTICHOICE HELLAS AEE ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ" παρέχει υπηρεσίες σε συνδρομητικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Στο πλαίσιο αυτής της δραστηριότητας έχει αναλάβει με σύμβαση κατ' αποκλειστικότητα την εκμετάλλευση και αξιοποίηση του συνδρομητικού προγράμματος της εταιρείας με την επωνυμία "NETMED HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Συνδρομητικής Τηλεόρασης" πρώην "NETMED Α.Ε.", που εκμεταλλεύεται και λειτουργεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα δύο συνδρομητικά τηλεοπτικά προγράμματα με τους διακριτικούς τίτλους "FILM NET" και "SUPER SPORT".

Δυνάμει των από 2-3-1995, 30-6-1995, 28-7-2995 και 15-5-1995 συμβάσεων διαχείρισης συνδρομητών που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "STANTESIT ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", η τελευταία ανέλαβε σε αποκλειστική βάση τη διάθεση και εγκατάσταση των αποκωδικοποιητών της εναγομένης και την είσπραξη και εξυπηρέτηση των συνδρομητών.

Στη συνέχεια με βάση την από 12-2-1997 κωδικοποιημένη σύμβαση αντιπροσωπείας που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), της εναγομένης και της "STANTESIT Α.Ε." η τελευταία με τη συναίνεσή της μεταβίβασε στην ενάγουσα και έτσι η τελευταία υπεισήλθε στην έννομη θέση της πρώτης, για όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ως άνω συμβάσεων που είχαν κωδικοποιηθεί σε ενιαίο κείμενο με την από 12-2-1997 κωδικοποιημένη σύμβαση αντιπροσώπευσης.

Με βάση την τελευταία σύμβαση η εναγομένη εταιρεία ανέθεσε στην ενάγουσα την αποκλειστική αντιπροσώπευση, αναφορικά με την παροχή συνδρομητικών υπηρεσιών (Π.Σ.Υ.) για τα αναλογικά συνδρομητικά προγράμματα με τους άνω διακριτικούς τίτλους, δηλαδή το αναλογικώς μεταδιδόμενο τηλεοπτικό σήμα (προγράμματα που εκπέμπονται από τον τηλεοπτικό σταθμό στο δορυφόρο και από το δορυφόρο στις κεραίες που είναι εγκατεστημένες στα όρη της Ελλάδος και τα οποία, μέσω του αποκωδικοποιητή, εμφανίζονται στις οθόνες των τηλεοράσεων των συνδρομητών), δηλαδή την αποκλειστική διάθεση και εγκατάσταση των αποκωδικοποιητών καθώς και την είσπραξη των συνδρομητών και την εξυπηρέτησή τους σε συγκεκριμένες περιοχές που περιλαμβάνονται στην περιφέρεια της Ηπείρου (εκτός από την πόλη της Ηγουμενίτσας), της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Αιτωλοακαρνανίας και Πελοποννήσου (εκτός του ν.

Σπάρτης), στις οποίες περιλαμβάνονται τα Ιωάννινα, η Καβάλα, η Πάτρα, η Κόρινθος, το Λουτράκι, το Ξυλόκαστρο (με θέση εκπομπής το Ξυλόκαστρο), ο Πύργος (με θέση εκπομπής τη θέση Φραγκοπήδημα), η Καλαμάτα, οι Σέρρες, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη, το Αγρίνιο, το Άργος, το Ναύπλιο, η Πρέβεζα, η Λευκάδα και η Άρτα.

Με την παραπάνω σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε τις ακόλουθες υποχρεώσεις: να εξασφαλίζει τη μετάδοση του τηλεοπτικού σήματος, να εξασφαλίζει τη χρήση των νόμιμων συχνοτήτων για τη μετάδοση των συνδρομητικών τηλεοπτικών προγραμμάτων, να διαθέτει στην ενάγουσα αποκωδικοποιητές, να εκπαιδεύει το υπαλληλικό και τεχνικό προσωπικό.

Επίσης, δεσμεύτηκε να προβεί στη δαπάνη των 12.000.000 δραχμών για ενέργειες marketing, να χορηγεί στην ενάγουσα διαφημιστικό υλικό, να της παραδίδει λογιστικό πρόγραμμα παρακολούθησης των συνδρομητών τηλεοπτικών υπηρεσιών στις ως άνω περιοχές, να της παρέχει τη νομική προστασία σε κάθε περίπτωση. Η ενάγουσα ανέλαβε τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

να προμηθεύεται εξοπλισμό εκπομπής καθώς και ειδικό εξοπλισμό αποσύμπλεξης των τηλεοπτικών σημάτων, όπως και να δημιουργεί τις εγκαταστάσεις εκπομπής στις θέσεις εκπομπής που υποδείκνυε η εναγομένη. Η ενάγουσα έναντι των ως άνω υποχρεώσεων που αναλάμβανε συμφωνήθηκε να δικαιούται ποσό που δεν υπερβαίνει τις 3.000 δραχμές, πλέον ΦΠΑ, κατά αποκωδικοποιητή που διαθέτει στην περιοχή στα καταστήματα πώλησης με τα οποία θα συμβληθεί και από 1-9-1996 δικαιούται μηνιαίας προμήθειας που συμφωνείται σε ποσοστό 5% επί των ακαθάριστων εσόδων μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.

Εάν η αντιπρόσωπος επιτύχει τους στόχους θα δικαιούται.... Η διάθεση των αποκωδικοποιητών γίνεται μέσω καταστημάτων πώλησης της περιοχής. Οι συμβάσεις συνδρομητικών υπηρεσιών που καταρτίζονται στα καταστήματα πώλησης της αντιπροσώπου, καθώς και τα σημεία πώλησης (εκτός περιοχής και το εγκρίνει η εναγομένη), θα φέρουν υποχρεωτικά τη σφραγίδα της αντιπροσώπου με το διακριτικό σήμα TELESTAND.

Η διάρκεια της ως άνω σύμβασης θα ίσχυε για όσο χρόνο θα υπήρχε σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και του συνδρομητικού τηλεοπτικού σταθμού για παροχή συνδρομητικών υπηρεσιών (1., 2, 1.3, 1.4, 1.17, 2.1, 2.2, 2.2.1, 2.2.2, 2.2.3, 3.1, 3.2, 3.3 έως 3.12, 4 έως 4.11, 5.1, 5.1.1, 5.2α1 έως 5γ3, 7.1). Ακολούθως, η εταιρεία με την επωνυμία "NET MED HELLAS AE" άρχισε να εκπέμπει τηλεοπτικά προγράμματα με την ψηφιακή μέθοδο δηλαδή ψηφιακό πρόγραμμα και συγκεκριμένα τα προγράμματα εκείνα που στέλνονται από τον τηλεοπτικό σταθμό στο δορυφόρο και από το δορυφόρο στις οθόνες των τηλεθεατών.

Αναγκαία, όμως, προϋπόθεση για να μπορέσουν οι συνδρομητές να παρακολουθήσουν τα ψηφιακά προγράμματα ήταν να εφοδιασθούν με ειδική κεραία λήψης σήματος (το καλούμενο ως πιάτο), τον αποκωδικοποιητή και την κάρτα πρόσβασης. Η εναγομένη με βάση την υπ' αριθ. 1323/15-7-1999 άδεια παροχής συνδρομητικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών με τη χρήση της ψηφιακής μεθόδου μετάδοσης, μέσω δορυφόρου κατόπιν συμφωνίας με την "NET MED ΑΕ" ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών, που αφορούν τη διάθεση, εγκατάσταση και συντήρηση των συνδρομητικών υπηρεσιών τόσον του αναλογικού όσο και του ψηφιακού προγράμματος.

Με την από 15-10-2002 σύμβαση διάθεσης ψηφιακών συστημάτων, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, ανατέθηκε στην ενάγουσα σε μη αποκλειστική βάση η διάθεση συστημάτων αποκωδικοποίησης στις παραπάνω περιοχές, όπου η ενάγουσα είχε αποκλειστική διάθεση των αναλογικών αποκωδικοποιητών, καθώς και η κατάρτιση ψηφιακών συμβάσεων μέσω Επιλεγμένων Καταστημάτων με τους συνδρομητές, οι οποίοι επιθυμούν να αγοράσουν μόνο κάρτα πρόσβασης στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης.

Ειδικότερα, με βάση την από 15-10-2002 σύμβαση διάθεσης ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης στην οποία αναφέρεται η από 12-2-1997 κωδικοποιημένη σύμβαση αντιπροσώπευσης, που αφορά τα αναλογικά προγράμματα, συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων τα ακόλουθα: "2. ΑΝΑΘΕΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ. 2.1. Με την παρούσα η MDH (εναγομένη εταιρεία) αναθέτει σε μη αποκλειστική βάση στην Αντιπρόσωπο (ενάγουσα) το δικαίωμα στην περιοχή τις Υπηρεσίες της Αντιπροσώπου. 2.2.

Η ως άνω ανάθεση, σε μη αποκλειστική βάση, έχει την έννοια ότι, η MDH, μπορεί να αναθέσει και σε τρίτους την παροχή στην Περιοχή Υπηρεσιών της Αντιπροσώπου, χωρίς όμως να επηρεάζεται το δικαίωμα της Αντιπροσώπου για προμήθεια επί των συνδρομών των Ψηφιακών Συνδρομητών, που συμφωνείται στην παρ. 3.2 της παρούσας. 1.23.

Υπηρεσίες Αντιπροσώπου. Οι υπηρεσίες που θα προσφέρει ο αντιπρόσωπος στη περιοχή και που αφορούν: α) Την χονδρική πώληση των Συστημάτων Αποκωδικοποίησης στα Επιλεγμένα Καταστήματα. Η αντιπρόσωπος δικαιούται να διαθέτει λιανικώς από τα δικά της καταστήματα στη Περιοχή Συστήματα Αποκωδικοποίησης, εφόσον τα καταστήματα αυτά πληρούν τις ίδιες προδιαγραφές και επιλέγονται με την ίδια διαδικασία που προβλέπονται στην παρούσα γα τα Επιλεγμένα Καταστήματα, β) Επιλεγμένα Καταστήματα.

Την κατάρτιση Ψηφιακών Συμβάσεων Π.Σ.Υ., στο όνομα και για λογαριασμό της MDH στις περιπτώσεις που ο συνδρομητής προμηθεύεται μόνο Κάρτα Πρόσβασης. 1.24. Περιοχή. Η γεωγραφική διοικητική περιφέρεια των Περιφερειών της Χώρας στις οποίες η Αντιπρόσωπος θα παρέχει τις Υπηρεσίες Αντιπροσώπου. Ως τέτοιες συμφωνούνται οι Περιφέρειες Ηπείρου, Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου, από την περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας μόνο ο ν.

Σερρών και από την περιφέρεια των Ιονίων Νήσων μόνο ο ν. Λευκάδας. 3. ΑΜΟΙΒΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ. Για την παροχή Υπηρεσιών Αντιπροσώπου στη περιοχή η Αντιπρόσωπος δικαιούται: 3.1. Να αποκομίζει κέρδος από τη διάθεση των Συστημάτων Αποκωδικοποίησης στην Περιοχή. Το κέρδος αυτό συμφωνείται: α. σε ποσοστό 5,81% επί της τιμής στην οποία η MDH διαθέτει κάθε NOV A1 στην Αντιπρόσωπο, β.

σε ποσοστό 5,84 επί της τιμής στην οποία η MDH διαθέτει κάθε NOV A2 στην Αντιπρόσωπο, γ. σε ποσοστό 4,84% επί της τιμής στην οποία MDH διαθέτει κάθε πακέτο προσφοράς NOVA5Χ2, δ. σε ποσοστό 3, 85% επί της τιμής στην οποία η MDH διαθέτει κάθε πακέτο προσφοράς NOV A5Χ6 στην Αντιπρόσωπο (Κάρτα πρόσβασης με προπληρωμένους 6 μήνες Συνδρομής), στ.

σε ποσοστό 10% επί της τιμής στην οποία η MDH διαθέτει κάθε πακέτο προσφοράς NOVA5Χ12 στην Αντιπρόσωπο (Κάρτα πρόσβασης με προπληρωμένους 12 μήνες), ζ. σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η MDH προωθήσει τη μίσθωση ή χρηματοδοτική μίσθωση των Συστημάτων Αποκωδικοποίησης (πλην της Κάρτας πρόσβασης) ο καθορισμός τόσο της αμοιβής της Αντιπροσώπου όσο και των Επιλεγμένων καταστημάτων από τα οποία θα γίνεται η μίσθωση ή χρηματοδοτική μίσθωση καθώς και της σχετικής διαδικασίας θα γίνεται από την MDH.

Εάν η Αντιπρόσωπος αρνηθεί τον ως άνω ορισμό ή δεν απαντήσει εντός της ορισθείσας από την MDH προθεσμίας η τελευταία θα δικαιούται να συμβληθεί απ' ευθείας με Επιλεγμένα καταστήματα ή τρίτους για την προώθηση της μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης των άνω Συστημάτων. 3.1.3. Το ποσοστό κέρδους της Αντιπροσώπου που συμφωνείται στην παρ. 3.1 της παρούσας, θα αναπροσαρμόζεται από την MDH... 3.1.4.

Σε περίπτωση που η MDH αποφασίζει να προβεί σε ειδικές προωθητικές ενέργειες για τη διάθεση συστημάτων αποκωδικοποίησης δικαιούται να μειώνει κατά βούληση το ποσοστό κέρδους του αντιπροσώπου... 23.2. Να εισπράττει μηνιαίως προμήθεια για κάθε ένα Ψηφιακό Συνδρομητή που έχει υπογράψει Π.Σ.Υ. στην περιοχή.

Η μηνιαία αυτή προμήθεια συμφωνείται ως ακολούθως α) Για κάθε νέο Ψηφιακό Συνδρομητή, η Αντιπρόσωπος θα δικαιούται ως μηνιαία προμήθεια ποσοστό 2% επί της Συνδρομής....β) Για κάθε ένα μετατραπέντα Ψηφιακό Συνδρομητή η Αντιπρόσωπος θα δικαιούται να λαμβάνει προμήθεια μηνιαίως... 4.4. Επιλεγμένα Καταστήματα α) Η Αντιπρόσωπος προμηθεύει με Συστήματα Αποκωδικοποίησης, Επιλεγμένα Καταστήματα, από τα οποία γίνεται λιανική πώληση των συστημάτων αυτών και η κατάρτιση των Ψηφιακών Συστημάτων Π.Σ.Υ.

με τους συνδρομητές, οι οποίοι αγοράζουν μόνο Κάρτα Πρόσβασης. β) Η Αντιπρόσωπος προτείνει καταστήματα στην Περιοχή, τα οποία θα αποτελούν Επιλεγμένα Καταστήματα, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει η MDH και εφόσον η πρόταση της Αντιπροσώπου εγκριθεί από την MDH. Η αντιπρόσωπος γνωστοποιεί εγγράφως στην MDH τα στοιχεία του καταστήματος....εντός 10 ημερών η MDH οφείλει να προβεί στο σχετικό έλεγχο και να απαντήσει στην Αντιπρόσωπο, εάν εγκρίνει την ως άνω πρόταση ή όχι.

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης...πρέπει να υπογραφεί η σχετική σύμβαση μεταξύ αντιπροσώπου και του καταστήματος αυτού. Η σύμβαση προσυπογράφεται από τον εμπορικό διευθυντή της MDH. 5. ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ. 5.1. Σε σχέση με το δικαίωμα της Αντιπροσώπου, να λειτουργεί εισπρακτικά σημεία (κέντρα) για την είσπραξη συνδρομών για λογαριασμό της MDH, θα ισχύσουν στο εξής μόνο οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής. 5.2.

Η Αντιπρόσωπος σε μη αποκλειστική βάση, να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της MDH συνδρομές Ψηφιακών και Αναλογικών Συνδρομητών στην Περιοχή είτε η ίδια απ' ευθείας είτε μέσω των Επιλεγμένων Καταστημάτων...5.2.η. Ως προμήθεια της αντιπροσώπου για την είσπραξη των συνδρομών, συμφωνείται ποσοστό 2% επί των εισπραχθεισών συνδρομών, χωρίς να υπολογίζεται Φ.Π.Α. 5.2.ι.

Η Αντιπρόσωπος θα συμβάλλεται με το εισπρακτικό σημείο σε υπόδειγμα σύμβασης που θα έχει ετοιμάσει η MDH σε χρονικό διάστημα 5 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης και σύμφωνα με τους όρους αυτής. Η ενάγουσα και το εισπρακτικό σημείο θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τη μεταξύ τους σχέση όπως αυτοί επιθυμούσαν.

Μεταξύ τους όροι ούτε τροποποιούσαν, ούτε επιδρούσαν με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε δέσμευαν την εναγομένη εταιρεία. Η σύμβαση μεταξύ αντιπροσώπου και εισπρακτικού σημείου θα προσυπογράφεται από το διευθυντή της MDH, η δε προσυπογραφή αυτή θα έχει το νόημα ότι η σύμβαση περιέχει τους όρους και το εισπρακτικό σημείο γνωρίζει τις υποχρεώσεις του έναντι της MDH και η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα να λειτουργήσει όσα εισπρακτικά σημεία επιθυμούσε από τα Επιλεγμένα Καταστήματα. 7.

Ειδικοί όροι. 7.3. Η εναγομένη εταιρεία MDH δεν δεσμεύεται έναντι της Αντιπροσώπου όσον αφορά το είδος, τις μεθόδους και το ύψος της δαπάνης που θα διαθέσει για διαφημιστική υποστήριξη της προώθησης των Συνδρομητικών Υπηρεσιών...Ενέργειες διαφημιστικής υποστήριξης ή δημόσιων σχέσεων στην Περιοχή που γίνονται από την αντιπρόσωπο, βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο την ίδια και υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της MDH. 7.5 Στις περιπτώσεις που έχουν καταρτισθεί από Επιλεγμένα Καταστήματα Ψηφιακές Συμβάσεις Π.Σ.Υ.

επειδή διετέθησαν από αυτά Κάρτες Πρόσβασης, η Αντιπρόσωπος υποχρεούται να αποστείλει στην MDH μία φορά την εβδομάδα τις Συμβάσεις αυτές που έχουν καταρτισθεί τις προηγούμενες πέντε ημέρες. Οι συμβάσεις αυτές πρέπει να είναι συμπληρωμένες με τα στοιχεία του συνδρομητή και να φέρουν την υπογραφή του σε κάθε σελίδα της σύμβασης.

Η MDH διατηρεί δικαίωμα να μην αποδεχθεί συμβάσεις που φέρουν ελλιπή στοιχεία συνδρομητή ή δεν έχουν υπογραφεί προσηκόντως. 8. ΔΙΑΡΚΕΙΑ-ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ, 8.1. Η διάρκεια της παρούσας συμφωνείται για 8 έτη, αρχίζει αναδρομικά από 17-12-1997 και λήγει την 17-12-2007. Ταυτόχρονα στις 15-10-2002 μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στην Αθήνα Σύμβαση Ρύθμισης Σχέσεων και Χρεών με την οποία ρυθμίστηκε κατά τρόπο οριστικό κάθε διαφορά ή αμφισβήτηση που ανέκυψε μεταξύ των συμβαλλομένων στο παρελθόν σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των μεταξύ τους συμβατικών ρυθμίσεων (της από 12-2-1997 Σύμβασης σχετικά με την παροχή Υπηρεσιών που αφορούν Αναλογικά Προγράμματα και της από 15-2-2002 Σύμβασης διάθεσης ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης), καθώς και τη ρύθμιση της αποπληρωμής του χρέους της Αντιπροσώπου έναντι της MDH.

Ειδικότερα σύμφωνα με την Σύμβαση Ρύθμισης Σχέσεων και Χρεών συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων: "1. ΟΡΙΣΜΟΙ. Οι σχέσεις και εκφράσεις που ακολουθούν θα έχουν το νόημα που του αποδίδεται αντίστοιχα κατωτέρω, εκτός εάν ρητά στο κείμενο της Παρούσας, τους αποδίδεται διαφορετικό περιεχόμενο. 1.2. Αντιπρόσωπος:

Η δεύτερη συμβαλλομένη. 1.16. Επιλεγέντα Καταστήματα που προμηθεύει ο αντιπρόσωπος σύμφωνα με την παρ. 4.4 της Ψηφιακής Σύμβασης. 2.2. Όλες οι διαφορές και αμφισβητήσεις που έχουν εγερθεί στο παρελθόν εγγράφως, ή προφορικώς από οποιοδήποτε από τα μέρη, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των συμβάσεων που ισχύουν ή ίσχυαν μεταξύ τους, διευκρινίζονται με την παρούσα, οι διατάξεις της οποίας θα ερμηνεύουν πλέον αυθεντικά και οριστικά κάθε τέτοια αμφισβήτηση.

Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μέρος να επανέλθει στο εξής και να εγείρει εκ νέου διαφορές ή αμφισβητήσεις ή αξιώσεις επί των θεμάτων που έχουν διευκρινιστεί με την παρούσα... 3.1. Επί του θέματος λειτουργίας εισπρακτικών σημείων. Θα ισχύσουν πλέον για το θέμα αυτό, οι διατάξεις της παρ. 5 της Ψηφιακής Σύμβασης, για την είσπραξη των Συνδρομών (τόσο των Ψηφιακών όσο και των Αναλογικών Συνδρομητών). 3.4.

Επί του θέματος των Αναλογικών Συνδρομητών ΕΚΤΟΣ Περιοχής που εξυπηρετούνται από εκπομπές των Αναλογικών Προγραμμάτων, προερχόμενες από εγκαταστάσεις εκπομπής εντός της Περιοχής επί του θέματος αυτού θα ισχύσουν τα ακόλουθα: α. Από την υπογραφή της παρούσας η Αντιπρόσωπος θα δικαιούται για το μέλλον μόνον προμήθειας επί της μηνιαίας Συνδρομής των Αναλογικών Συνδρομητών, που κατοικούν ΕΚΤΟΣ Περιοχής, ΕΚΤΟΣ της περιοχής άλλων αντιπροσώπων και εξυπηρετούνται αποκλειστικά και μόνο από εκπομπές Αναλογικών Προγραμμάτων, οι οποίες προέρχονται από εγκαταστάσεις εντός της Περιοχής που λειτουργούν με δαπάνες της αντιπροσώπου.

β. Από την υπογραφή της παρούσας αλλά και με αναδρομική ισχύ από την υπογραφή της Αναλογικής Σύμβασης, η Αντιπρόσωπος δεν θα δικαιούται προμήθειας επί της μηνιαίας Συνδρομής Αναλογικών Συνδρομητών, που κατοικούν ΕΚΤΟΣ Περιοχής και εξυπηρετούνται αποκλειστικά και μόνο από εκπομπές Αναλογικών Προγραμμάτων, οι οποίες προέρχονται από εγκαταστάσεις εκπομπής εκτός Περιοχής που λειτουργούν με δαπάνες της MDH.... 3.5.

Επί του θέματος υπολογισμού των προμηθειών. α. Η προμήθεια υπολογίζεται επί του εισπραττομένου ποσού χωρίς να υπολογίζεται ΦΠΑ. Η αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια μόνο επί κάθε ποσού που έχει εισπραχθεί από τον Αντιπρόσωπο και μόνον όσον αφορά υπηρεσίες που έχουν ήδη παραχθεί....". Η ως άνω σύμβαση ψηφιακών Συστημάτων Αποκωδικοποίησης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Α) Εξαιτίας του νομικού χαρακτηρισμού και των σχετικών εννοιών στις οποίες προσέφυγαν τα μέρη κατά την υπογραφή της ως άνω σχετικής Σύμβασης Διάθεσης Ψηφιακών Συστημάτων Αποκωδικοποίησης. Δεν στερείται έννομης σημασίας το γεγονός ότι σύμφωνα με τη σύμβαση στο κεφάλαιο "ΟΡΙΣΜΟΙ" οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι οι λέξεις και οι εκφράσεις έχουν το νόημα που τους αποδίδεται με τη Σύμβαση.

Στην συνέχεια αποδίδουν στην ενάγουσα την έννοια της Αντιπροσώπου, η οποία αναλαμβάνει να παρέχει της υπηρεσίες της Αντιπροσώπου σε μη αποκλειστική βάση (1.2) και τη σύμβαση ως Σύμβαση Αντιπροσώπευσης. Εξάλλου, και στη Σύμβαση Ρύθμισης Σχέσεων Χρεών, που οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι διατάξεις της σύμβασης αυτής ερμηνεύουν πλέον αυθεντικά και οριστικά κάθε αμφισβήτηση σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των συμβάσεων, η ενάγουσα αναφέρεται ως Αντιπρόσωπος που παρέχει τις υπηρεσίες της σε εκτέλεση της Αναλογικής και Ψηφιακής Σύμβασης.

Ας σημειωθεί ότι η εναγομένη εταιρεία κατέχει κυρίαρχη θέση στο επίπεδο της συνδρομητικής τηλεόρασης, συμβάλλεται με μεγάλες αλλοδαπές και ημεδαπές εταιρείες, διαθέτει τη δέουσα νομική και λογιστική υποστήριξη και το στελεχιακό δυναμικό της, έχει κατά τεκμήριο, τις αναγκαίες γνώσεις, εμπειρία αλλά και ικανότητα προς διάκριση νομικών εννοιών, κατά τη σύναψη των συμβάσεων.

Επομένως, η απ' αυτήν χρήση τέτοιων όρων υποδηλώνει τη βούλησή της να λειτουργήσει η επίδικη σύμβαση ως Σύμβαση Αντιπροσώπευσης. Ο ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας που περιλαμβάνονται και στον υπό στοιχείο 2ο λόγο της έφεσης, ότι η χρήση των όρων "αντιπρόσωπος", "υπηρεσίες αντιπροσώπου" έγινε για λόγους ομοιομορφίας και απλότητας πρέπει για τους ως άνω λόγους να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Β) Εξαιτίας των δραστηριοτήτων της ενάγουσας. 1) Οι υπηρεσίες που η ενάγουσα θα προσέφερε σε μη αποκλειστική βάση στην περιοχή είναι: α) Η χονδρική πώληση συστημάτων αποκωδικοποίησης στα Επιλεγμένα Καταστήματα, β) Τα Επιλεγμένα Καταστήματα από τα οποία γίνεται η λιανική πώληση των συστημάτων αυτών και η κατάρτιση ψηφιακών συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης στις περιπτώσεις που ο συνδρομητής προμηθεύεται μόνο με κάρτα πρόσβασης και γ) το δικαίωμα της ενάγουσας να λειτουργεί εισπρακτικά σημεία (κέντρα) και να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης συνδρομές Ψηφιακών και Αναλογικών Συνδρομητών στην Περιοχή είτε η ίδια απ' ευθείας είτε μέσω των Επιλεγμένων Καταστημάτων.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας που περιέχεται στον υπό στοιχείο 1γ λόγο έφεσης, ότι η ενάγουσα δεν προέβαινε η ίδια σε είσπραξη της συνδρομής στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, για τους ως άνω λόγους. Η δραστηριότητα της ενάγουσας δεν περιοριζόταν αποκλειστικά και μόνο στη διάθεση των αποκωδικοποιητών αλλά επεκτεινόταν και στην επιλογή του καταστήματος, το οποίο πρότεινε στην εναγομένη και με το οποίο (κατάστημα) η ενάγουσα, ύστερα από σχετικό έλεγχο και έγκριση της πρότασής της (ενάγουσας) από την εναγομένη, υπέγραφε σχετική σύμβαση που προσυπέγραφε και ο διευθυντής της εναγομένης για την απόδειξη του γεγονότος ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε επί του υποδείγματος που είχε παραχωρήσει η εναγομένη και στην ίδρυση ή θέση σε λειτουργία ή εξεύρεση εισπρακτικών κέντρων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στη σύμβαση.

Δηλαδή η ενάγουσα επέλεγε και πρότεινε στην εναγομένη καταστήματα όπου τον πλέον αποφασιστικό ρόλο για την ένταξη του καταστήματος είχε η εναγομένη, μέσω των οποίων (καταστημάτων) τα εμπορεύματα διατίθεντο στους καταναλωτές και γινόταν η κατάρτιση των ψηφιακών συμβάσεων (Π.Σ.Υ.) στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης.

Ας σημειωθεί ότι σε περίπτωση αρνητικής απάντησης της εναγομένης η ενάγουσα δεν θα δικαιούνταν να εντάξει το κατάστημα στο δίκτυο των Επιλεγμένων Καταστημάτων. Επίσης, η ενάγουσα έθετε σε λειτουργία εισπρακτικά κέντρα μέσω των οποίων γινόταν η είσπραξη στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης των συνδρομών των ψηφιακών και αναλογικών συνδρομητών.

Η σύμβαση ανάθεσης λειτουργίας εισπρακτικού σημείου (κέντρο) που καταρτιζόταν μεταξύ ενάγουσας και εισπρακτικού σημείου δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέθετε στο δεύτερο τη διενέργεια εισπράξεων τηλεοπτικών συνδρομητικών προγραμμάτων για λογαριασμό της εναγομένης γινόταν με υπόδειγμα συμβάσεως που είχε ετοιμάσει η εναγομένη και η εν λόγω σύμβαση προσυπογράφονταν και από τον εμπορικό διευθυντή της εναγομένης.

Η προσυπογραφή είχε το νόημα ότι η σύμβαση περιέχει τους ως άνω όρους και ότι το εισπρακτικό ταμείο γνωρίζει τις υποχρεώσεις του προς την εναγομένη, το οποίο σύμφωνα με τον όρο 5.2 έπρεπε κάθε Παρασκευή να καταθέσει απευθείας τις εισπράξεις του σε λογαριασμό Τραπέζης που υποδείκνυε η εναγομένη και η προμήθεια της ενάγουσας ανεχόταν στο 2% επί των συνδρομών που πλήρωναν οι συνδρομητές.

Δηλαδή επρόκειτο για σύμβαση παροχής συνδρομητικών υπηρεσιών που περιλάμβανε τόσο την προμήθεια των επιλεγμένων καταστημάτων όσο και την είσπραξη των συνδρομών αλλά και την εξυπηρέτηση των συνδρομητών. Έτσι ο τίτλος του από 15-12-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού "Σύμβασης Διάθεσης Ψηφιακών Συστημάτων Αποκωδικοποίησης" περιλαμβάνει μόνο τη διάθεση χωρίς να αποκλείει και την είσπραξη των συνδρομητών και με τον άνω τίτλο τα μέρη δεν απέδωσαν αυτό ακριβώς που αποτελεί περιεχόμενο της σύμβασης.

Άλλωστε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η κύρια δραστηριότητα της ενάγουσας συνίσταται στην εξεύρεση και δημιουργία του κατάλληλου εκείνου δικτύου για λογαριασμό της εναγομένης μέσω του οποίου γινόταν εξεύρεση συνδρομητών, δηλαδή η πελατεία που δημιούργησε η ενάγουσα ταυτίζεται με το κατάστημα-μονάδα διάθεσης των προϊόντων για λογαριασμό της εναγομένης.

Τούτο υποδηλώνεται και από την υποχρέωση της ενάγουσας να αποστέλλει σε εβδομαδιαία βάση τις συναφθείσες με τους συνδρομητές συμβάσεις στην εναγομένη από την οποία σαφώς προκύπτει ο διαμεσολαβητικός χαρακτήρας στη σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεων, ακόμη και αν τυπικά δεν γινόταν από την ενάγουσα εταιρεία.

Η ενάγουσα λειτουργούσε στον όλο μηχανισμό διάθεσης αποκωδικοποιητών είτε ψηφιακών είτε αναλογικών ως ένα καθοριστικό ενδιάμεσο πρόσωπο μέσω του οποίου διοχετεύονταν οι αποκωδικοποιητές στα επιλεγμένα καταστήματα αλλά και με την ανάστροφη πορεία μετά τη σύναψη της σύμβασης με το συνδρομητή μέσω της διαβίβασης των υπογεγραμμένων συμφωνητικών, που είχαν καταρτιστεί με εποπτεία, επιμέλεια και δαπάνες της εναγομένης, αφού κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση εκ των προτέρων των γενικών όρων της συναλλαγής είχε η εναγομένη, που ασκούσε εποπτεία από την εξεύρεση του επιλεγμένου καταστήματος μέχρι τη δικαστική διευθέτηση των συμβολαίων που είχαν καταρτιστεί και υπογραφεί σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Οι δραστηριότητες αυτές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προσιδιάζουν σε εμπορικό αντιπρόσωπο. Γ) Εξαιτίας της λειτουργίας αυτής καθαυτής της σύμβασης. 1) Με βάση τους όρους 3, 3.1, 3.2 και 5.2η της σύμβασης διάθεσης συστημάτων αποκωδικοποίησης η ενάγουσα εισέπραττε α) προκαθορισμένη αμοιβή από τη διάθεση των συστημάτων αποκωδικοποίησης.

Ας σημειωθεί ότι στον όρο 4.3α.2. αναφέρεται ότι η αντιπρόσωπος δικαιούται την προμήθεια της παρ. 3.1 της εν λόγω σύμβασης, δηλαδή η προκαθορισμένη αμοιβή αναφέρεται προμήθεια, δηλαδή πρόκειται για προμήθεια σε ποσοστό αμοιβής. β) μηνιαία προμήθεια για κάθε Ενεργό Ψηφιακό Συνδρομητή που έχει υπογράψει Π.Σ.Υ.

στην περιοχή και γ) προμήθεια για είσπραξη συνδρομής από τα εισπρακτικά κέντρα. 2) Οι ειδικές προωθητικές ενέργειες μεταξύ των οποίων και η διαφημιστική προβολή των αποκωδικοποιητών αυτών εναπόκειται στην κυρίαρχη κρίση της εναγομένης εταιρείας, γεγονός που και η ίδια συνομολογεί κατά την οποία ανά τακτά χρονικά διαστήματα προέβαινε σε προσφορές των προϊόντων και υπηρεσιών της, η δε εν γένει διαφημιστική καμπάνια προβαλλόταν μέσω εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου, τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο κάθε έτους, διενεργουμένης ανά δίμηνο της διαφημιστικής αυτής προώθησης των προϊόντων της σε πανελλαδικό επίπεδο με πολύ γνωστές και ιδιαίτερης απήχησης στο πανελλήνιο διαφημίσεις.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε και από την αναλογική αλλά και την ψηφιακή σύμβαση και όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της εναγομένης το διαφημιστικό υλικό το ετοίμαζε η εναγομένη και το έστελνε στην ενάγουσα και στα καταστήματα και δεν υπήρχε καμία διαφορά στη φιλοσοφία των δύο συμβάσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αφού άλλωστε αν οι συμβάσεις είχαν διαφορετική φιλοσοφία δεν θα τις περιλάμβαναν οι διάδικοι στην από 15-10-2002 Σύμβαση Ρύθμισης Σχέσεων και Χρεών. 3) Η φύση των υποχρεώσεων τις οποίες είχε αναλάβει η εναγομένη να προμηθεύει την ενάγουσα με συστήματα αποκωδικοποίησης.

Η υποχρέωση αυτή ίσχυε μόνον εφόσον α) διέθετε ποσότητες ικανές να καλύψει τις παραγγελίες της ενάγουσας εταιρείας, β) στο βαθμό στον οποίο έπρεπε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και προς τους άλλους αντιπροσώπους και καταστήματα με τους οποίους ήταν συμβεβλημένη και γ) εφόσον η κάλυψη των παραγγελιών της ενάγουσας δεν αναιρούσε τη συνολική στρατηγική της για πωλήσεις, όφειλε να εκτελεί παραγγελίες της ενάγουσας, εφόσον ο αριθμός των συστημάτων αποκωδικοποίησης που ζητείτο για κάθε περιοχή ήταν ανάλογος του μέσου όρου, πλέον 15% του αριθμού των συστημάτων αποκωδικοποίησης που πουλήθηκαν από την ενάγουσα κατά μήνα στο αμέσως προηγούμενο 12μηνο.

Στο μέτρο πάντως που η εναγομένη διέθετε τις ζητούμενες ποσότητες συστημάτων αποκωδικοποίησης και μπορούσε να εκτελέσει μεγαλύτερες παραγγελίες της ενάγουσας χωρίς να επηρεάζονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις της προς άλλους αντιπροσώπους ή καταστήματα, όφειλε να εκτελέσει τις παραγγελίες (4.1α). 4) ο τρόπος παράδοσης και διενέργειας της μεταφοράς με δαπάνες της εναγομένης (4.2.α). 5) Η ενάγουσα δεν είχε την ελεύθερη διάθεση και πώληση ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης, αλλά οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάθεσης και γενικά της παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας είχαν καθορισθεί από την εναγομένη. 6) Η από 15-10-2002 σύμβαση διάθεσης ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης προσομοιάζει με την από 12-2-1997 κωδικοποιημένη σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας ουσιωδώς, με μόνη την εξαίρεση το μη αποκλειστικό χαρακτήρα που έχει η από 15-10-2002 σύμβαση.

Περί των άνω κατέθεσαν και οι μάρτυρες των δύο πλευρών. Ειδικότερα ο μάρτυρας της εναγομένης Ε. Μ. κατέθεσε χαρακτηριστικά: "... μας έλεγε ότι υπάρχει αυτό το κατάστημα..., εναπόκειτο στην εναγομένη η επιλογή, η τελική έγκριση, δεν μπορούσε αυθαίρετα η ενάγουσα να το εντάξει μέσα στο δίκτυο... η εναγομένη καθόριζε τα πάντα...

το διαφημιστικό υλικό έβγαινε από την εναγομένη και διανεμόταν από το τμήμα πωλήσεων, ήταν κατασκευής της εναγομένης... στα συμβόλαια ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης... έχτισε ένα δίκτυο η ενάγουσα στις συγκεκριμένες περιοχές... έδινε λογοδοσία στην εναγομένη... δεν περιοριζόταν μόνο στην αγορά προς μεταπώληση υπήρχαν και άλλες δραστηριότητες, εξεύρεση πελατών και όλων των σχετικών..., είχε εγκαταστήσει κεραίες...".

Από τους άνω ρητώς συμφωνηθέντες μεταξύ των διαδίκων όρους, από την όλη συνεργασία τους και τον συμβατικό δεσμό που προϋπήρχε ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη με τις αλλεπάλληλες συμφωνίες και τα υπογραφέντα ιδιωτικά συμφωνητικά προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η επίδικη σύμβαση είχε χαρακτήρα της διανομής και σε καμία περίπτωση της αποκλειστικής διανομής.

Η ως άνω σχέση καθιστούσε την ενάγουσα ασθενές μέρος και της δημιουργούσε έντονη εξάρτηση από την εναγομένη. Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την λύση της από 15-10-2002 σύμβασης, για την οποία λύση θα γίνει λόγος κατωτέρω, η δραστηριότητα της ενάγουσας περιορίστηκε μέχρι του σημείου να παύσει το παραγωγικό στάδιο και να υπεισέλθει σε καθεστώς αδράνειας και όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής απασχολείτο μόνο ένας λογιστής και αυτός σχετικά με το θέμα έκδοσης τιμολογίων προς την εναγομένη με συνέπεια η ενάγουσα να υπάρχει αποκλειστικά και μόνο προς προαγωγή των συμφερόντων της εναγομένης.

Επομένως, στην ένδικη διαφορά τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις των παραπάνω π.δ/των για την εμπορική αντιπροσωπεία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η ως άνω σύμβαση προσομοιάζει με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραπάνω π.δ/των, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα.

Προς εκτέλεση των παραπάνω συμφωνιών η ενάγουσα εταιρεία προέβη στην εγκατάσταση κεραιών και λοιπών ειδικών εγκαταστάσεων στις παρακάτω περιοχές και θέσεις: 1. Αλεξανδρούπολη - Πλάκα (θέση), 2. Κομοτηνή - Δεξαμενή (θέση), 3. Αιτωλοακαρνανία - Ακαρνανικά (θέση), 4. Ναύπλιο - Προφήτη Ηλία (θέση), 5. Σέρρες - Καγιά Σερρών (θέση), 6.

Άρτα-Κορφοβούνι Άρτας (θέση), 7. Αγρίνιο - Άγιος Κωνσταντίνος (θέση), 8. Τρίπολη - Δολιανά (θέση), 9. Πάτρα-άλσος (θέση), 10. Θάσος - Θάσος (θέση), 11. Καλαμάτα - Λυκόδημο (θέση), 12. Πύργος - Φραγκοπήδημα (θέση), 13. Ιωάννινα - Λιγιάδες (θέση), 14. Κόρινθος-Καμάρι Ξυλοκάστρου (θέση). Από το χρόνο λειτουργίας των κεραιών και λοιπών ειδικών εγκαταστάσεων, η ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε για την επισκευή και τη συντήρησή τους τα ακόλουθα ποσά, για το ύψος των οποίων αλλά και για την καταβολή δεν υπήρξε άρνηση ή αμφισβήτηση της εναγομένης ούτε η εκκαλουμένη απόφαση προσβάλλεται με λόγο έφεσης όσον αφορά την καταβολή και το ύψος των εν λόγω ποσών.

ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΙΣ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΛΗΨΕΩΝ ETOΣ Ημερομηνία Παρασ/κό Αιτιολογία κίνησης ΚΑΘ.ΠΟΣΟ +ΦΠΑ 2007 31/01/07 ΤΠΥ213 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 616,20 733,28 31/01/07 ΤΠΥ214 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 528,20 628,56 28/02/07 ΤΠΥ237 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.982,79 2.359,52 01/03/07 ΤΝΕ 028741 ΑΓΟΡΑ ΛΥΧΝΙΑΣ ΑΠΟ KIN A 2.571,58 3.060,18 31/03/07 ΤΠΥ268 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.246,69 2.673,56 30/04/07 ΤΠΥ21 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 616,20 733,28 30/04/07 ΤΠΥ17 ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΩΝ ΕΚΠΟΜΠΗΣ 294,00 349,86 31/05/07 ΤΠΥ50 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.144,48 1.361,93 30/06/07 ΤΠΥ82 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 616,28 733,37 18/07/07 INV. 162 ΑΓΟΡΑ ΛΥΧΝΙΑΣ ΑΠΟ ΚΙΝΑ 4.027,92 4.793,22 01/08/07 ΤΠΥ102 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.496,48 1.780,81 31/08/07 ΤΠΥ125 ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΩΝ ΕΚΠΟΜΠΗΣ 1.085,57 1.291,83 31/08/07 ΤΠΥ128 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.496,28 1.780,57 19/09/07 ΤΠΥ141 ΣΕΡΒΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ 50,42 60,00 30/09/07 ΤΠΥ156 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 968,20 1.152,16 31/10/07 ΤΠΥ184 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.024,70 2.409,39 31/10/07 ΤΠΥ156 ΤΡΑΝΤ2ΣΤΟΡ BLF 862 (ΚΑΛΑΜΑΤΑ) 160,00 190,40 Σύνολα 21.925,99 26.091,93 2006 31/01/06 ΤΠΥ193 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 880,32 1.047,58 28/02/06 ΤΠΥ229 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.116,82 2.519,02 28/02/06 ΓΕ 25240 ΑΓΟΡΑ ΛΥΧΝΙΑΣ ΑΠΟ ΚΙΝΑ 7.244.71 8.621,20 31/03/06 ΤΠΥ258 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.112,66 2.514.07 30/04/06 ΤΠΥ19 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.190,39 1.416.56 31/05/06 ΤΠΥ41 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.718,67 2.045.22 30/06/06 ΤΠΥ68 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.028,78 .2.414.25 31/07/06 ΤΠΥ88 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.894,67 2.254,66 31/08/06 ΤΠΥ103 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 968,28 1.152.25 30/09/06 ΤΠΥ129 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.764,66 2.099.95 31/10/06 ΤΠΥ146 ΣΥΝΤΉΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.232,40 1.466,56 30/11/06 TΠY168 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.246,81 2.673,70 31/12/06 ΤΠΥ 190 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.204,78 2.623.69 Σύνολα 27.603,95 32.848,70 2005 31/01/05 ΤΠΥ 808 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.058,48 1.249,01 28/02/05 ΤΠΥ 244 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΥΧΝΙΑΣ 8.820,00 10.407,60 28/02/05 ΤΠΥ 825 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.424,89 2.861.37 31/03/05 ΤΠΥ 846 2 PAST ΑΝΕΜΙΣΤΗΡΕΣ 33,80 39.88 31/03/05 ΤΠΥ 849 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.898,75 2.240,54 31/03/05 ΤΠΥ 850 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 88,04 103,89 31/05/05 ΤΠΥ 859 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 2.556,86 3.042.66 31/05/05 ΤΠΥ 860 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 264,12 314,30 31/5/05 ΤΠΥ 869 ΣΕΡΒΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ 42,02 50,00 23/06/05 ΤΠΥ 870 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 750,35 892.92 30/06/05 ΤΠΥ875 ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΠΟΜΠΩΝ 1.630,61 1.940,43 22/07Ό5 ΤΔΑ277 ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΟ SWITCHIN 140,80 167,55 Στη συνέχεια η ενάγουσα και προκειμένου η εναγόμενη να εισπράττει τις συνδρομές της στις προαναφερόμενες περιοχές, ίδρυσε για λογαριασμό της εναγόμενης εισπρακτικά σημεία πώλησης από τα οποία διακινούνται τα προϊόντα και η υπηρεσίες των συνδρομητικών καναλιών NOVA και FILMNET, τα οποία είναι τα ακόλουθα:

Με την πάροδο του χρόνου και με την επιμονή και τη δραστηριότητα της ενάγουσας, συνισταμένη στη δημιουργία και την οργάνωση του κατάλληλου προς τούτο δικτύου πώλησης, η εναγομένη εταιρεία απέκτησε περισσότερους από 80.000 αναλογικούς συνδρομητές και περισσότερους από 45.000 ψηφιακούς συνδρομητές στην Ελλάδα, που παρακολουθούν τα τηλεοπτικά προγράμματα του FILMNET, με αποτέλεσμα να επέλθει αύξηση των εσόδων και των κερδών της εναγομένης εταιρείας.

Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η αύξηση των πωλήσεων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από την πραγματοποίηση μιας τεράστιας διαφημιστικής καμπάνιας και από άλλες προωθητικές ενέργειες ή δημόσιες σχέσεις που ακολούθησε. Ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, αν η εναγομένη εταιρεία στηριζόταν αποκλειστικά στη διαφήμιση και στις λοιπές προωθητικές ενέργειες που έκανε η ίδια, τότε σαφώς δεν είχε ανάγκη τη συνεργασία με άλλες εταιρείες και τη δημιουργία του κατάλληλου δικτύου.

Και ναι μεν η διαφήμιση διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο πλην όμως εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή (δίκτυο κλπ) για την προσέγγιση και εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων προσώπων (φυσικών και νομικών) ώστε να καταστούν συνδρομητές, διότι σε διαφορετική περίπτωση η όποια διαφήμιση ή προωθητική ενέργεια δεν θα είχαν πρακτικό αποτέλεσμα.

Στην συνέχεια από το έτος 1999, αφού συμφωνήθηκε η από 15-10-2002 σύμβαση να έχει αναδρομική ισχύ από το έτος 1999, οπότε η ενάγουσα ανέλαβε την παροχή των υπηρεσιών που αφορούσαν τη διάθεση και εγκατάσταση και συντήρηση των συνδρομητικών υπηρεσιών τόσο του αναλογικού όσο και του ψηφιακού προγράμματος, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα κατόρθωσε, μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας των 165 καταστημάτων στις συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές, τα τελευταία να πετύχουν την αύξηση των ψηφιακών συνδρομητών, ενώ, παράλληλα πολλοί από τους αναλογικούς συνδρομητές να μετατραπούν σε ψηφιακούς, με αποτέλεσμα η αμοιβή (προμήθεια) που κατέβαλε σ' αυτήν η εναγομένη εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως το έτος 2007 να ανέρχεται στα παρακάτω ποσά για τους ψηφιακούς συνδρομητές, κάτι, που δεν αμφισβήτησε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εναγομένη εταιρεία. 1)Προμήθειες ψηφιακού έτους 2002 συνολικά: 161.326,50 ευρώ.

Προμήθειες ψηφιακού + ΦΠΑ έτους 2002 συνολικά: 190.365,27 ευρώ (Προμήθειες Ψηφιακού Ιανουάριος: 10.547,41 ευρώ, Φεβρουάριος: 10.802,10 ευρώ, Μάρτιος: 11.153,60 ευρώ, Απρίλιος: 11.200,30 ευρώ, Μάιος: 11.649,32 ευρώ, Ιούνιος: 10.760,59 ευρώ, Ιούλιος: 10.445,44 ευρώ, Αύγουστος: 11.214,82 ευρώ, Σεπτέμβριος: 12.183,20 ευρώ, Οκτώβριος: 19.578,22 ευρώ, Νοέμβριος: 20.627,40 ευρώ και Δεκέμβριος: 21.164,10 ευρώ.

Προμήθειες + ΦΠΑ τους αντίστοιχους πιο πάνω μήνες: 12.445,94, 12.746,48, 13.161,25, 13.216,35, 13.746,20, 12.697,50, 12.325,62, 13.233,49, 14.376,18, 23.102,30, 24.340,33, 24.937,64). 2) Έτους 2003 Προμήθεια Ψηφιακού συνολικά: 280.056,47 ευρώ, Προμήθειες Ψηφιακού + ΦΠΑ συνολικά 330.466,63 ευρώ (Ιανουάριος: 21,882,62 ευρώ, Φεβρουάριος: 22.090,76 ευρώ, Μάρτιος: 22.101,89 ευρώ, Απρίλιος: 22.169,05 ευρώ, Μάιος: 21.748,57 ευρώ, Ιούνιος: 20.961,43 ευρώ, Ιούλιος: 20.583,26 ευρώ, Αύγουστος: 22.516,33 ευρώ, Σεπτέμβριος: 24.650,81 ευρώ, Οκτώβριος: 26.489,44 ευρώ, Νοέμβριος: 26.793,12 ευρώ και Δεκέμβριος: 28.069,19 ευρώ και Προμήθειες Ψηφιακού + ΦΠΑ τους αντίστοιχους ως άνω μήνες: 25.821,49, 26.067,10, 26.080,23, 26.159,48, 25.663,31, 24.734,49, 24.288,25, 26.569,27, 29.087,96, 31.257,54, 31.615,88 και 33.121,64). 3) Έτους 2004 συνολικά: 356.956,93 ευρώ και μετά ΦΠΑ 421.209,18 ευρώ (Ιανουάριος: 28.380,82 και 33.489,37 (+ΦΠΑ), Φεβρουάριος: 28.485,21 και 33.612,55, Μάρτιος: 29.017,90 και 34.241,12, Απρίλιος: 28947,85 και 34.158,46.

Μάιος: 28.681,78 και 33.844,50, Ιούνιος: 28.669,33 και 33.829,81, Ιούλιος:28.484,23 και 33.611,39, Αύγουστος: 29.336,50 και 34.617,07, Σεπτέμβριος: 30.379,69 και 35.848,03, Οκτώβριος: 31.444,60 και 37.104,63, Νοέμβριος: 32.150,15 και 37.937,18 Δεκέμβριος: 32.978,87 και 38.915,07). 4) Έτους 2005 συνολικά 408.130,25 ευρώ και με ΦΠΑ 485.007,90 ευρώ (Ιανουάριος: 33.385,07 ευρώ και 39.394,38 ευρώ (+ΦΠΑ), Φεβρουάριος: 33.324,36 ευρώ και 39.322,74.

Μάρτιος: 34.069,28 ευρώ και 40.542,00, Απρίλιος: 33.710,07 ευρώ και 40.114,98, Μάιος: 33.742,00 και 40.153,10 ευρώ, Ιούνιος: 31.318,41 ευρώ και 37.268,91, Ιούλιος: 30.599,67 ευρώ και 36.423,61, Αύγουστος: 33.545,73 ευρώ και 39.919,42, Σεπτέμβριος: 34.711,02 ευρώ και 41.306,11, Οκτώβριος: 36.452,12 ευρώ και 43.378,02, Νοέμβριος: 36.791,47 ευρώ και 43.781,85, Δεκέμβριος: 36.480,95 ευρώ και 43.412,33). 5) Έτους 2006 συνολικά: 458.245,24 ευρώ και με ΦΠΑ 545.311,84 ευρώ (Ιανουάριος:38.116,57 ευρώ και 45.358,72 +ΦΠΑ), Φεβρουάριος: 37.762,76 ευρώ και 44.937,68, Μάρτιος: 38.391,26 ευρώ και 45.685,60, Απρίλιος: 37.754,35 ευρώ και 44.927,68, Μάιος: 37.163,52 ευρώ και 44.224,59, Ιούνιος: 35.832,65 ευρώ και 42.640,85, Ιούλιος: 34.508,07 ευρώ και 41.064,60, Αύγουστος: 36.583,85 ευρώ και 43.534,78, Σεπτέμβριος: 39.349,77 ευρώ και 46.828,23, Οκτώβριος: 41.303,05 ευρώ και 49.150,63, Νοέμβριος: 42.390,54 ευρώ και 50.444,74, Δεκέμβριος: 39.088 ευρώ και 46.515,73). 6) Έτος 2007 συνολικά 389.822,02 ευρώ και συν ΦΠΑ 463.888,20 ευρώ (Ιανουάριος: 39.637,32 ευρώ και 47.168,41 (+ΦΠΑ), Φεβρουάριος: 39.443,41 ευρώ και 46.937,66, Μάρτιος: 39.667,94 ευρώ και 47.204,85, Απρίλιος: 39.729,25 ευρώ και 47.277,81, Μάιος: 38.943,43 ευρώ και 46.342,68, Ιούνιος: 37.396,44 ευρώ και 44.501,76, Ιούλιος: 35.982,87 ευρώ και 42,819,62, Αύγουστος: 37.414,63 ευρώ και 44.523,41, Σεπτέμβριος: 40.756,54 ευρώ και 48.500,28 ευρώ, Οκτώβριος: 40.850,19 ευρώ και 48.611,73 ευρώ).

Με δεδομένο ότι το ποσό της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα 5 τελευταία της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας έτη και ότι ως αμοιβή νοείται η προμήθεια την οποία εισπράττει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο, καθώς επίσης ότι η προμήθεια της ενάγουσας εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα Νοέμβριος 2002 έως και Οκτώβριος 2007, για την προμήθεια του ψηφιακού εξοπλισμού και για την προμήθεια του εισπρακτικού, ανήλθε στα ως άνω ποσά, η αποζημίωση της ενάγουσας εταιρείας που αφορούν τον ψηφιακό εξοπλισμό στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ ανέρχεται, κατά δικαία κρίση, στο ποσό των 387.000 ευρώ ανά έτος (συνολικά 1.935.020,41 ευρώ την πενταετία), η δε αποζημίωση που αφορά την προμήθεια εισπρακτικού στη οποία (αποζημίωση) δεν συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ ανέρχεται, κατά δικαία κρίση, συνολικά κατά το ως άνω χρονικό διάστημα στο ποσό των 67.676,70 ευρώ (έτος 2002:

Νοέμβριος 681,06 και Δεκέμβριος 588,47 ευρώ, έτος 2003: 10.438 ευρώ, έτος 2004: 16.691,32 ευρώ, έτος 2005: 15.714,33 ευρώ, έτος 2006: 13.817,25 ευρώ, έτος 2007: 9.746,28 ευρώ), δηλαδή ανά έτος 13.535,34 ευρώ. Για την κατάφαση του αιτήματος καταβολής του ΦΠΑ στην αμοιβή προμήθειας απαιτείται η έκδοση των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και η εξ αυτής γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του ΦΠΑ στο Δημόσιο.

Ελλειπούσης της προϋπόθεσης αυτής η ενάγουσα προεισπράττοντας το σχετικό ποσό καθίσταται πλουσιότερη και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως προώρως ασκούμενο, στη δε αποζημίωση πελατείας δεν τίθεται ζήτημα υποχρέωσης απόδοσης ΦΠΑ στο δημόσιο εξού και δεν εκδίδονται σχετικά τιμολόγια από τον δικαιούμενο αυτής.

Ενόψει της επικείμενης λήξης της σύμβασης διάθεσης ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης την 17-12-2007, η εναγομένη εταιρεία στις 12-11-2007 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι έπρεπε να παύσει η λειτουργία των εισπρακτικών κέντρων μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2007 και ότι έπρεπε να ενημερώσει τα εισπρακτικά κέντρα ότι η λειτουργία τους διακόπτεται και ότι δεν θα επιτρεπόταν από αυτά η διενέργεια είσπραξης για λογαριασμό της πέραν της 17-12-2007 και ότι αν δεν ενημερώσει η ενάγουσα τα εισπρακτικά κέντρα θα υποχρεωνόταν η εναγομένη να επικοινωνήσει με αυτά και να τα ενημερώσει για τη λήξη της λειτουργίας με το καθεστώς της προηγούμενης σύμβασης.

Μετά την άρνηση της ενάγουσας η εναγομένη προέβη σε τηλεφωνικές κλήσεις σε καθένα από τα επιλεγμένα καταστήματα αυτοτελώς και τα ενημέρωσε ότι η σύμβαση με την οποία η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε την διάθεση των ψηφιακών αποκωδικοποιητών έληξε και ότι πλέον θα έπρεπε να υπογράψουν με αυτήν σύμβαση, με την οποία θα συνέχιζαν πλέον τη διάθεση των αναλογικών και ψηφιακών αποκωδικοποιητών καθώς και την είσπραξη των συνδρομών από τους συνδρομητές.

Εκτός από την τηλεφωνική κλήση στα επιλεγμένα καταστήματα απέστειλε στις 17-12-2007 την από 14-12-2007 επιστολή της με το ως άνω περιεχόμενο κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα και υπόδειγμα της σύμβασης, με αποτέλεσμα η εναγομένη και μετά τη λύση της ως άνω σύμβασης να εξακολουθεί να πουλάει στα καταστήματα αυτά και να αποκομίζει οφέλη.

Έτσι η αποζημίωση της ενάγουσας για την ως άνω πενταετία για την με προμήθεια ψηφιακού εξοπλισμού που δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ ανέρχεται στο ποσό των 387.000,48 ανά έτος, για δε την προμήθεια εισπρακτικού στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ στο ποσό των 13.535, 34 ευρώ ανά έτος και συνολικά, κατά δικαία κρίση, στο ποσό των 400.535,82 ευρώ".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο όμως κατά το μεγαλύτερο ποσό που είχε επιδικάσει η τελευταία ως αποζημίωση πελατείας, υπολογίζοντας για τον καθορισμό του ποσού αυτής και τον ΦΠΑ, ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως για την παραπάνω αιτία το ποσό των 400.535,82 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991, και 211, 361 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων οι παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης για τον χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων από 15-10-2002 σύμβασης ως τοιαύτης που προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το περιεχόμενο της άνω συμβάσεως, η αναιρεσίβλητη ενεργούσε διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό της εντολέας της αναιρεσείουσας, στοιχείο το οποίο αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ώστε να έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 9 παρ. 1 αυτού.

Σε τούτο καταφάσκουν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης: 1) Ότι στον νομικό χαρακτηρισμό και στις σχετικές έννοιες που προσέφυγαν τα μέρη κατά την υπογραφή της ως άνω σχετικής Σύμβασης Διάθεσης Ψηφιακών Συστημάτων Αποκωδικοποίησης στο κεφάλαιο "ΟΡΙΣΜΟΙ" οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι οι λέξεις και οι εκφράσεις έχουν το νόημα που τους αποδίδεται με τη Σύμβαση, εν συνεχεία δε αποδίδουν στην ενάγουσα την έννοια της Αντιπροσώπου, η οποία αναλαμβάνει να παρέχει της υπηρεσίες της Αντιπροσώπου σε μη αποκλειστική βάση (1.2), ενώ τη σύμβαση αυτή αποκαλούν ρητώς ως Σύμβαση Αντιπροσώπευσης.

Εξάλλου, και στη Σύμβαση Ρύθμισης Σχέσεων Χρεών, που οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι διατάξεις της σύμβασης αυτής ερμηνεύουν πλέον αυθεντικά και οριστικά κάθε αμφισβήτηση σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των συμβάσεων, η ενάγουσα αναφέρεται ως Αντιπρόσωπος που παρέχει τις υπηρεσίες της σε εκτέλεση της Αναλογικής και Ψηφιακής Σύμβασης, σε τρόπον ώστε, και στην ως άνω σύμβαση για τους ψηφιακούς αποκωδικοποιητές, η βούληση των μερών ήταν, όπως προκύπτει από τις συμβάσεις αυτές, να λειτουργήσει η επίδικη σύμβαση ως Σύμβαση Αντιπροσώπευσης. 2) Ότι η εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων δεν εξεικνείτο μόνο στα πλαίσια της εκ μέρους της ενάγουσας προμήθειας από την εναγομένη συστημάτων αποκωδικοποίησης, αναλογικών ή ψηφιακών, και ακολούθως στην διάθεση αυτών από την ενάγουσα στα επιλεγμένα καταστήματα με τα οποία είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις, αλλά προς επίτευξη αυτού του σκοπού είχαν συμφωνήσει την δημιουργία από την ενάγουσα της κατάλληλης υποδομής σε όλη την περιοχή που της είχε ανατεθεί η αντιπροσώπευση, με την τοποθέτηση κεραιών κλπ μέσων, ώστε να καταστεί εφικτή η δορυφορική μετάδοση από τις τηλεοράσεις των συνδρομητών των καναλιών της εναγομένης των προγραμμάτων που εξέπεμπαν, ενέργειες στις οποίες προέβη η ενάγουσα. 3) Ότι η ενάγουσα, σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση, ανέλαβε την υποχρέωση α) να πωλεί χονδρικώς συστήματα αποκωδικοποίησης στα επιλεγμένα καταστήματα, β) η λιανική πώληση στα επιλεγμένα καταστήματα να γίνεται στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης στις περιπτώσεις που ο συνδρομητής προμηθευόταν κάρτα πρόσβασης και γ) να λειτουργεί η ενάγουσα εισπρακτικά σημεία (κέντρα) και να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης συνδρομές ψηφιακών και αναλογικών συνδρομητών στην περιοχή ανάθεσής της, είτε η ίδια απ' ευθείας, είτε μέσω των επιλεγμένων καταστημάτων. 4) Ότι η δραστηριότητα της ενάγουσας δεν περιοριζόταν αποκλειστικά και μόνο στη διάθεση των αποκωδικοποιητών αλλά επεκτεινόταν και στην επιλογή του καταστήματος, το οποίο πρότεινε στην εναγομένη και με το οποίο (κατάστημα) η ενάγουσα, ύστερα από σχετικό έλεγχο και έγκριση της πρότασής της (ενάγουσας) από την εναγομένη, υπέγραφε σχετική σύμβαση που προσυπέγραφε και ο διευθυντής της εναγομένης για την απόδειξη του γεγονότος ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε επί του υποδείγματος που είχε παραχωρήσει η εναγομένη και στην ίδρυση ή θέση σε λειτουργία ή εξεύρεση εισπρακτικών κέντρων.

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης της εναγομένης η ενάγουσα δεν θα δικαιούνταν να εντάξει το κατάστημα στο δίκτυο των Επιλεγμένων Καταστημάτων. 5) Ότι επίσης η ενάγουσα έθετε σε λειτουργία εισπρακτικά κέντρα μέσω των οποίων γινόταν η είσπραξη στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης των συνδρομών των ψηφιακών και αναλογικών συνδρομητών, η δε σύμβαση ανάθεσης λειτουργίας εισπρακτικού σημείου (κέντρου) που καταρτιζόταν μεταξύ ενάγουσας και εισπρακτικού σημείου, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέθετε στο δεύτερο τη διενέργεια εισπράξεων τηλεοπτικών συνδρομητικών προγραμμάτων για λογαριασμό της εναγομένης γινόταν με υπόδειγμα συμβάσεως που είχε ετοιμάσει η εναγομένη και η εν λόγω σύμβαση προσυπογράφονταν και από τον εμπορικό διευθυντή της εναγομένης.

Το τελευταίο δε είχε το νόημα ότι η σύμβαση περιέχει τους ως άνω όρους και ότι το εισπρακτικό ταμείο γνωρίζει τις υποχρεώσεις του προς την εναγομένη, το οποίο σύμφωνα με τον όρο 5.2 έπρεπε κάθε Παρασκευή να καταθέτει απευθείας τις εισπράξεις του σε λογαριασμό Τραπέζης που υποδείκνυε η εναγομένη και η προμήθεια της ενάγουσας ανεχόταν στο 2% επί των συνδρομών που πλήρωναν οι συνδρομητές. 6) Ότι η ενάγουσα λειτουργούσε στον όλο μηχανισμό διάθεσης αποκωδικοποιητών είτε ψηφιακών είτε αναλογικών ως ένα καθοριστικό ενδιάμεσο πρόσωπο μέσω του οποίου διοχετεύονταν οι αποκωδικοποιητές στα επιλεγμένα καταστήματα αλλά και με την ανάστροφη πορεία μετά τη σύναψη της σύμβασης με το συνδρομητή μέσω της διαβίβασης των υπογεγραμμένων συμφωνητικών, που είχαν καταρτιστεί με εποπτεία, επιμέλεια και δαπάνες της εναγομένης, αφού κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση εκ των προτέρων των γενικών όρων της συναλλαγής είχε η εναγομένη, που ασκούσε εποπτεία από την εξεύρεση του επιλεγμένου καταστήματος μέχρι τη δικαστική διευθέτηση των συμβολαίων που είχαν καταρτιστεί και υπογραφεί σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η κύρια δηλαδή δραστηριότητα της ενάγουσας συνίστατο στην εξεύρεση και δημιουργία του κατάλληλου εκείνου δικτύου για λογαριασμό της εναγομένης μέσω του οποίου γινόταν εξεύρεση συνδρομητών, δηλαδή η πελατεία που δημιούργησε η ενάγουσα η οποία ταυτίζεται με το κατάστημα-μονάδα διάθεσης των προϊόντων για λογαριασμό της εναγομένης. 7) Ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης συστημάτων αποκωδικοποίησης η ενάγουσα εισέπραττε προκαθορισμένη αμοιβή (προμήθεια), για κάθε ενεργό ψηφιακό συνδρομητή, καθώς και προμήθεια για την είσπραξη συνδρομής από τα εισπρακτικά κέντρα. 8) Ότι ειδικές προωθητικές ενέργειες μεταξύ των οποίων και η διαφημιστική προβολή των αποκωδικοποιητών εναπόκειτο στην κυρίαρχη κρίση της εναγομένης εταιρείας, κατά την οποία ανά τακτά χρονικά διαστήματα προέβαινε σε προσφορές των προϊόντων και υπηρεσιών της, η δε εν γένει διαφημιστική καμπάνια προβαλλόταν μέσω εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου, σε πανελλαδικό επίπεδο με πολύ γνωστές και ιδιαίτερης απήχησης στο πανελλήνιο διαφημίσεις, το διαφημιστικό δε υλικό το ετοίμαζε η εναγομένη και το έστελνε στην ενάγουσα και στα καταστήματα. 9) Ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει η εναγομένη να προμηθεύει την ενάγουσα με συστήματα αποκωδικοποίησης ίσχυε μόνον εφόσον α) διέθετε ποσότητες ικανές να καλύψει τις παραγγελίες της ενάγουσας, β) στο βαθμό στον οποίο έπρεπε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και προς τους άλλους αντιπροσώπους και καταστήματα με τους οποίους ήταν συμβεβλημένη και γ) εφόσον η κάλυψη των παραγγελιών της ενάγουσας δεν αναιρούσε τη συνολική στρατηγική της για πωλήσεις και 10) Ότι η παράδοση και διενέργεια της μεταφοράς των συστημάτων αποκωδικοποίησης γινόταν με δαπάνες της εναγομένης, η δε ενάγουσα δεν είχε την ελεύθερη διάθεση και πώληση ψηφιακών συστημάτων αποκωδικοποίησης, αλλά οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάθεσης και γενικά της παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας είχαν καθορισθεί από την εναγομένη.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 και 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991, και 211, 361 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύνθετη σύμβαση, που κατά τις παραδοχές του επρόκειτο για μια ενιαία σύμβαση, προσομοιάζουσα ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία αυτής με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, ότι δηλαδή η παραπάνω συμβατική σχέση προσομοίαζε ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, και τα περί του αντιθέτου ως προς αυτό επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο αναφορικά με την εκφρασθείσα βούληση των διαδίκων στην επίδικη σύμβαση, καθόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία της δήλωσης βουλήσεώς τους στην σύμβαση αυτή, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλ' αντιθέτως με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται, ότι όλοι οι όροι που περιέχονται στην σύμβαση αυτή, κατά το σαφές και αναμφίβολο λεκτικό και γραμματικό περιεχόμενο τους συνιστούν κατά τις παραδοχές του, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο καίτοι διαπίστωσε κενό και αμφιβολία ως προς την βούληση των διαδίκων, σχετικά με τον χαρακτηρισμό της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με συνέπεια να παραβιάσει αυτές, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις και τις κατά την ερμηνεία αυτών εκτεθείσες νομικές παραδοχές, συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας οι οποίοι δικαιολογούν και τον χαρακτηρισμό της καταβολής της αποζημιώσεως ως δίκαιης.

Το πραγματικό του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Ειδικότερα (α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά την διάρκεια της συμβάσεως, (β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως και (γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι δίκαιη, αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιστάσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Τις εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του οφείλει να επικαλεσθεί για το ορισμένο της αγωγής ο εμπορικός αντιπρόσωπος, για την επιδίωξη αποζημίωσης πελατείας, κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991. Αντίθετα δεν είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, με την έννοια του ποσοτικώς ή ποιοτικώς ορισμένου αυτής, ο προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών, οι μετά των οποίων υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου και το ποσό που εισέπραξε και διατήρησε ως όφελος ο αντιπροσωπευόμενος από έκαστον τούτων.

Κατά την από το δικαστήριο τούτο εκτίμηση της αγωγής κατά την έρευνα του αντίστοιχου τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 του αρθ.559 του ΚΠολΔ στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνεται ιδία (α) ότι η αναιρεσίβλητη κατά την διάρκεια της συμβάσεως αντιπροσώπευσης της αναιρεσείουσας έφερε νέους πελάτες και ειδικότερα συνεισέφερε στο δίκτυο αυτής τα 165 επιλεγμένα καταστήματα στις αναφερόμενες εδαφικές περιοχές, μέσω των οποίων διατίθεντο οι αποκωδικοποιητές των ψηφιακών προγραμμάτων και των συναφών εμπορευμάτων (κάρτες πρόσβασης κλπ), καθώς και τα αναλυτικώς αναφερόμενα εισπρακτικά κέντρα από τα οποία εισπράττονταν οι συνδρομές των αναλογικών και ψηφιακών συνδρομητών και (β) ότι η αναιρεσείουσα καρπώθηκε μετά την λύση της σύμβασης για τους ψηφιακούς αποκωδικοποιητές τα ωφελήματα από την πελατεία αυτή που η αναιρεσίβλητη είχε δημιουργήσει, προσδιορίζοντας παράλληλα αναλυτικά κατ` έτος το σύνολο των πωλήσεων κατά την περίοδο της τελευταίας διάρκειας της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2002 έως και τον Οκτώβριο του 2007 με αναλυτική αναφορά σε κάθε συγκεκριμένο πελάτη και το κέρδος (προμήθεια) που εισέπραττε από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς την ίδια πενταετία και τις προμήθειες που εισέπραξε για την είσπραξη των εισφορών από τα εισπρακτικά κέντρα και τα επιλεγμένα καταστήματα, με βάση τα οποία υπολογίζει το ποσό της δίκαιης κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την εκτίμηση από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του για την πληρότητα της αγωγής από άποψη νομικής και ποιοτικής επάρκειας αυτής. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, που με τον τρίτο κατά σειρά, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται με την έννοια, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή κατά την εν λόγω αξίωση αποζημιώσεως ως αόριστη και άρα απαράδεκτη, αξιολογείται ως αβάσιμος.

Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με το να περιλάβει σ' αυτή ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω στοιχεία που στοιχειοθετούν το πραγματικό της επιδιωκόμενης από το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 αξίωσης, αφού, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθεται στην τελευταία, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, την οποία και εφήρμοσε.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).

Επομένως δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, καθώς και όταν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση συνιστά σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και επομένως έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, δέχθηκε ότι "προς εκτέλεση των παραπάνω συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα εταιρεία προέβη στην εγκατάσταση των κεραιών και λοιπών ειδικών εγκαταστάσεων στις περιοχές που της είχε ανατεθεί η αντιπροσώπευση....", καθώς επίσης ότι "με την πάροδο του χρόνου και με την επιμονή και τη δραστηριότητα της ενάγουσας, συνισταμένη στη δημιουργία και οργάνωση του κατάλληλου προς τούτο δικτύου πώλησης, η εναγομένη εταιρεία απέκτησε περισσότερους από 80.000 αναλογικούς συνδρομητές και περισσότερους από 45.000 ψηφιακούς συνδρομητές στην Ελλάδα, που παρακολουθούν τα τηλεοπτικά προγράμματα του FILMNET, με αποτέλεσμα να επέλθει αύξηση των κερδών και εσόδων της εναγομένης εταιρείας" , μολονότι στην ένδικη από 5-6-2008 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εγκατάσταση των κεραιών κλπ από την ενάγουσα έγινε σε εκτέλεση της από 12-2-1997 κωδικοποιημένης σύμβασης για αναλογικά προγράμματα και δεν περιέχει ισχυρισμό ότι η εγκατάσταση έγινε σε εκτέλεση της από 15-10-2002 σύμβασης για τα ψηφιακά προγράμματα, ενώ δεν αναφέρεται στην αγωγή ισχυρισμός ότι η εναγομένη απέκτησε περισσότερους από 80.000 αναλογικούς συνδρομητές και περισσότερους από 45.000 ψηφιακούς συνδρομητές.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τον αρ. 8 εδ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα παραπάνω περιστατικά, παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως συμπεράσματα προκύπτοντα από τις αποδείξεις κατά την ανέλεγκτη της ουσίας εκτέλεσή τους, πέρα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, σαφώς αναφέρεται ότι η από 15-10-2002 σύμβαση, συμφωνήθηκε να έχει αναδρομική ισχύ και να καταλαμβάνει και την αρχική από 12-2-1997 σύμβαση για τα αναλογικά προγράμματα, ενώ ρητώς αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα κατά την πολυετή συνεργασία της με την εναγομένη συνεισέφερε σ' αυτήν εκτός από τα 165 επιλεγέντα καταστήματα με τον προαναφερθέντα κύκλο εργασιών του περισσότερους από 60.000 αναλογικούς συνδρομητές, αλλά και μετά το έτος 2002, που η εναγομένη ανέλαβε τη διάθεση εγκατάστασης και συντήρησης των συνδρομητικών υπηρεσιών, η ενάγουσα είχε προσελκύσει νέους ψηφιακούς συνδρομητές και πολλούς από τους αναλογικούς μετέτρεψε σε ψηφιακούς, που εισφέρθηκαν στο δίκτυο της εναγομένης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-10-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3871/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3871/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ