Supreme Court dismisses appeal upholding insurer's right to claim from insured for uninsured driving damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court's decision to exclude the insurance company's liability for damages caused by the insured driving without a license. The court found that while the statutory exclusion clause was invalid due to lack of legislative authorization, the specific contractual exemption clause included in the insurance policy was valid and binding. Consequently, the insurer was not liable to the third party but retained the right to seek reimbursement from the insured who had knowingly driven without a license.
Legislator headnote
AI generatedArt. 25 para. 6 of Ministerial Decision K4/885/5-4-1978; Art. 189, 192 of Commercial Code Law 11/1976: An exemption clause excluding liability for damages caused by an uninsured driver may be validly included as a contractual term in an insurance agreement, allowing the insurer to claim reimbursement from the insured despite the invalidity of the statutory reference.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 859 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 859/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Διαμαντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εδρεύουσας στην ..., ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERLIFE", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Παπαδόπουλο βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 8809/16-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:447/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3283/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 10/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/885/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/6-4-1997), αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί, άδεια οδηγήσεως. Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189, 192 Εμπ.
Ν. 11 παρ. 1 ν. 489/76), οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα. Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στη σύμβαση, είτε αυτοτελώς, είτε δι' αναφοράς στην ως άνω υπουργική απόφαση, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού της ΑΥΕ, αφού μέσω της παραπομπής αυτής στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ.
Περαιτέρω, για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών", οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως είναι και οι ασφαλιστικές συμβάσεις:
Α) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτός τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους και Β) απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή όπως είναι ο ασφαλισμένος, (άρθρο 2 παρ. 6) καθιερουμένης με την τελευταία αυτή διάταξη γενική ρήτρας καταχρηστικότητας (ΑΠ 1011/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Την 10-11-2006 ο εναγόμενος ασφάλισε στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητό του σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 489/1976, παρέλαβε το προσωρινό σήμα και αργότερα και το υπ' αριθ. .../27-11-2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Στις 19-2-2007, οδηγώντας το ασφαλισμένο φορτηγό του, κινούνταν επί της εθνικής οδού Χώρας Σφακίων-Φραγκοκάστελου, με κατεύθυνση από τη Χώρα Σφακίων προς Φραγκοκάστελο. Από υπαιτιότητα του όμως (αμέλεια) και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ανέκοψε την πορεία του με αριθ.
ΕΑ 18567 υπηρεσιακού οχήματος του αστυνομικού τμήματος Χώρας Σφακίων, που κινούνταν κανονικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας της Ε.Ο., ο οδηγός του οποίου προκειμένου να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση ενήργησε επιτυχώς αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια πλευρά του στην οπίσθια πλευρά του κανονικά σταθμευμένου οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ, ιδιοκτησίας Θ. Γ.. Αμφότερα τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα υπέστησαν υλικές ζημιές που αποκαταστάθηκαν. Ο εναγόμενος με δήλωσή του προς την εκκαλούσα-ενάγουσα συνομολόγησε την υπαιτιότητά του για την πρόκληση των ανωτέρω ζημιών, γεγονός άλλωστε που δεν αρνείται ώστε να συνάγεται περί αυτού ομολογία.
Σημειώνεται, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως Β' και Γ' κατηγορίας, καθόσον η άδεια που κατείχε νωρίτερα είχε ήδη λήξει και τελικά απέκτησε εκ νέου τη σχετική άδεια μετά το ατύχημα. Και περί αυτών των γεγονότων υπάρχει ομολογία. Οι ζημιωθέντες αξίωσαν από την ασφαλιστική εταιρία να τους αποζημιώσει για τις ζημιές που προκάλεσε ο ασφαλισμένος της και αυτή τους αποζημίωσε εξώδικα και έτσι κατέβαλε στον Θ.
Γ., ποσό 2.670 ευρώ και στο Ελληνικό δημόσιο 7.344,37 ευρώ και συνολικά 10.014,37 ευρώ. Την αποζημίωση αυτή η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στον μεν ζημιωθέντα Θ. Γ. στις 26-2-2009, στο δε ζημιωθέν Ελληνικό δημόσιο στις 15-6-2009 και ακολούθως άσκησε κατά του εναγόμενου (οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου) την αγωγή εξ αναγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, επειδή ο υπαίτιος οδηγός εναγόμενος δεν είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος την απαιτούμενη άδεια οδήγησης.
Και αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητεί ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, ώστε και περί αυτών να συνάγεται ομολογία του. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά και από την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς ο εναγόμενος να προσβάλλει τις παραδοχές αυτές με έφεση ή αντέφεση. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα, δυνάμει του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε συνάψει με αυτήν ο εναγόμενος.
Συγκεκριμένα με το ασφαλιστήριο αυτό η ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου για τις ζημιές που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Στο προοίμιο δε του ως άνω ασφαλιστηρίου ορίζεται ότι: "η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τα διατάξεις του ΝΔ 400/70, Ν 489/76 όπως ισχύει, την ΥΑ Κ4/585-78/ΦΕΚ 795, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρ. 6 του Ν 489/76 και Ν 2496/97 όπου δεν τροποποιείται από τους άνω ειδικούς νόμους και τις γενικές και ειδικές διατάξεις του παρόντος" και σύμφωνα με ρητό όρο, που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 6 του 8ου άρθρου του ασφαλιστηρίου εξαιρέθηκαν από την ασφαλιστική κάλυψη οι περιπτώσεις ζημιών που θα προκαλούνταν από ατύχημα και κατά τον χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου θα οδηγούσε χωρίς να κατέχει την υπό του νόμου και για την κατηγορία του οχήματός του προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως.
Η εξαίρεση αυτή από την ασφαλιστική κάλυψη που τέθηκε με τον προαναφερθέντα όρο είναι ισχυρή, διότι οι συμβληθέντες διάδικοι στα πλαίσια της αυτονομίας της δικαιοπρακτικής τους βουλήσεως περιόρισαν, με τη θέσπιση ειδικής απαλλακτικής ρήτρας, την ευθύνη της ασφαλιστικής καλύψεως της εκκαλούσας, στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός τους ασφαλιζόμενου οχήματος δεν είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος τη νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης.
Ο εναγόμενος συνομολογεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν κατείχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του φορτηγού του άδεια οδηγήσεως, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν προσυπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και συνεπώς δεν αποδέχθηκε τον ανωτέρω όρο περί εξαιρέσεως. Επομένως, καταλήγει, δεν συντρέχει υπέρ της ασφαλιστικής εταιρίας συμβατικός λόγος αναγωγής.
Ο ισχυρισμός του αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλει τα ασφάλιστρα, δεδομένου ότι ο έγγραφος τύπος για την κατάρτιση συμβάσεως ασφαλίσεως επιβάλλεται όχι ως συστατικός, αλλά ως αποδεικτικός.
Εν προκειμένω, ο εφεσίβλητος ασφαλισμένος δεν αρνείται ότι παρέλαβε το ασφαλιστήριο και κατέβαλε τα ασφάλιστρα (ώστε να συνάγεται περί αυτού ομολογία κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ). Επί πλέον αποδέχεται την ύπαρξη και το κύρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού επικαλείται τις συνέπειες αυτού σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας.
Τούτο συνεπάγεται την εκ μέρους του αποδοχή του συνόλου των όρων της σύμβασης και όχι μόνον αυτών που τον ευνοούν, διότι δεν προβάλλει ρητό ισχυρισμό που να προσδίδει στο δυσμενή αυτόν όρο αντισυμβατική παρεμβολή. Θα ήταν εξάλλου ανακόλουθο για τη νομική παραδοχή του αποδεικτικού αυτού αποτελέσματος να αναγνωρίζονται υπέρ του ασφαλισμένου εκείνοι οι συμβατικοί όροι του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι του ευνοούν, και να μην αναγνωρίζονται με την ίδια αποδεικτική δύναμη και συνέπεια και εκείνοι που επιβάλλουν σε βάρος του ορισμένες υποχρεώσεις, τους οποίους αυτός έχει αποδεχθεί ως ενιαίο σύνολο μαζί με τους ευνοϊκούς γι' αυτόν όρους.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την ιδιότητα του προμηθευτή κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αφού χρήση του επίμαχου συμβατικού όρου γίνεται υπό την ισχύ του ως άνω Νόμου, παρέλειψε σκοπίμως να υποδείξει στον ασφαλισμένο καταναλωτή την ύπαρξη της απαλλακτικής αυτής ρήτρας ή ότι του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου της, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι η ρήτρα αυτή, ως γενικός όρος των συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2251/1994, δεν είναι δεσμευτική για τον εναγόμενο.
Είναι αληθές ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή του εναγόμενου-ασφαλισμένου αλλά μόνο αυτήν του εκπροσώπου της εκκαλούσας-ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, πλην όμως η έλλειψη αυτή δεν συνεπάγεται, κατά το προαναφερθέντα, ακυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως, δεδομένου ότι στη σύμβαση αυτή ο ασφαλισμένος δεν έχει εναντιωθεί, αντίθετα το έγκυρο αυτής το επικαλέστηκε και ο ίδιος εμμέσως, αλλά σαφώς, όταν ανήγγειλε το ατύχημα στην ενάγουσα.
Τέλος η συγκεκριμένη απαλλακτική ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική για τον ασφαλισμένο με βάση τη γενική ρήτρα καταχρηστικότητας που καθιερώνει η παράγραφος 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, αν συνεκτιμηθούν τα εκατέρωθεν συμφέροντα των συμβαλλομένων, η φύση αλλά και ο σκοπός της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Από τη συνεκτίμηση αυτή δεν μπορεί, με βάσει τις αρχές της καλής πίστεως, να θεωρηθεί ότι διαταράσσεται σοβαρά σε βάρος του ασφαλισμένου καταναλωτή η συμβατική ισορροπία από τη διατήρηση υπέρ του προμηθευτή ασφαλιστή του συγκεκριμένου απαλλακτικού όρου, αφού αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ικανοποίηση του συμφέροντος του καταναλωτή ασφαλισμένου για κατάρτιση του όρου αυτού θα εξέθετε σε σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο τη σωστή λειτουργία, αλλά αυτήν την ίδια την επιβίωση της ιδιωτικής ασφάλισης.
Με τη διατήρηση του απαλλακτικού αυτού όρου υπέρ του ασφαλιστή ο ως άνω κίνδυνος αποτρέπεται σημαντικά επ' ωφελεία και του συμφέροντος του ασφαλισμένου καταναλωτή, ο οποίος έχει κάθε λόγο να αποβλέπει στην οικονομική ευρωστία της ασφαλιστικής του εταιρίας και στην αντίστοιχη ασφαλιστική του κάλυψη σε περίπτωση συμβατού τροχαίου ατυχήματος και όχι ατυχήματος στο οποίο εμμέσως συνέβαλε συνειδητά και ο ίδιος, αναλαμβάνοντας λ.χ.
να οδηγήσει όχημα χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης. Επομένως ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου-εναγόμενου ότι η απαλλακτική ρήτρα είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος. Με βάση τα ανωτέρω ο εναγόμενος όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα όσα αυτή πλήρωσε στους ζημιωθέντες.
Βάσει των παραδοχών αυτών, το πολυμελές πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι στην περίπτωση του προαναφερθέντος ατυχήματος σύμφωνα με τη σύμβαση, αποκλείεται η ευθύνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία δικαιούται να στραφεί αναγωγικώς κατά του ασφαλισμένου και να απαιτήσει όσα κατέβαλε στους ζημιωθέντες.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης την αγωγή αυτή ως ενόλω ουσιαστικά βάσιμη, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη:
το άρθρο 25 περ. 6 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης και 6 του ν. 489/1976, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) στήριξε την αγωγή όχι στην Κ4/885/1978 ΑΥΕ, αλλά σε διάταξη (απαλλακτική ρήτρα του ασφαλιστή), που περιελήφθη στην ασφαλιστική σύμβαση, η οποία είναι έγκυρη, μολονότι δεν έχει υπογραφεί από τον ασφαλισμένο αναιρεσείοντα, αφού η απόφαση δέχεται ότι αυτός είχε παραλάβει το ασφαλιστήριο και είχε καταβάλει το ασφάλιστρο.
Επίσης δεν παραβίασε τις λοιπές ως άνω αναφερθείσες διατάξεις που αναλύθηκαν στην νομική σκέψη. Τέλος το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον δεν υπήρχε πεδίον εφαρμογής τους και προσφυγής του σ' αυτές, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα ότι ένδικη δικαιοπραξία ήταν πλήρης και σαφής.
Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2012 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της 3283/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ