Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds and admissibility regarding evidence distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding land tax status. The appellant argued the lower court failed to prove the land was tax-exempt before 1881 and distorted witness testimony, but the Court found these grounds insufficient. The appeal was dismissed because the appeal petition lacked specific factual premises required by law and the alleged distortion of procedural records did not meet the statutory definition of document distortion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 10, 8, 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the material facts and legal rules violated, and distortion of documents requires a substantive difference in content, not procedural records.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 859 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 859/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλέ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1987 του ίδιου Δικαστηρίου και 410/1990 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-1980 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε, κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟΛ.ΑΠ. 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί του δασικού χαρακτήρος της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως πριν το έτος 1881,απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή του αναιρεσείοντος, χωρίς να ταχθεί περί αυτού θέμα αποδείξεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την με αριθμό 211/1986 παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, ετάχθη (συμπληρωματικώς) θέμα αποδείξεως και περί του αμέσως ανωτέρω γεγονότος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από το αναιρεσίβλητο ουσιώδη ισχυρισμό ότι η επίδικη εδαφική έκταση είχε δασικό χαρακτήρα προ του έτους 1881. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο των υπό του αναιρεσιβλήτου υποβληθεισών εγγράφων προτάσεων, τόσο στο πρωτόδικο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, αυτό υπέβαλε, παραδεκτώς, ως ένσταση, τον άνω ισχυρισμό. Επομένως, αμφότερες οι ως άνω αιτιάσεις από τους αριθμούς 10 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες.
ΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αρ. 19 και 566 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, καθώς και ποιός είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητος του αναιρετικού αυτού λόγου.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. (ΟΛ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996) ή η μνεία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού αυτή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως δασικής, χωρίς όμως στο αναιρετήριο να αναφέρονται, έστω και συνοπτικώς, οι πραγματικές παραδοχές και ο εκ πλαγίου παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως αόριστος.
ΙΙΙ. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτον σε σφάλμα περί την ανάγνωση, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς δεν θεωρούνται ως έγγραφα με την ανωτέρω έννοια τα διαδικαστικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων, αναφορικώς με το ταχθέν θέμα αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο που την εξέδωσε παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών εξετάσεως των μαρτύρων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αξιολογώντας το περιεχόμενο των περιπτώσεων σ' αυτά μαρτυρικών καταθέσεων αντίθετα προς το αληθές περιεχόμενό τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 1980 αίτηση του Κ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 410/1990 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ