Legislator Case Law & Legislation
859/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where one of two independent grounds for appeal remains unchallenged and supports the judgment.

Case Number 859/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Railway Organization against a lower court ruling that declared an employee's transfer to temporary status invalid. The appellate court had based its decision on two independent grounds: the employer's unilateral change of contract terms and a violation of specific organizational laws. Since the appeal only challenged the second ground, the court ruled it inadmissible because the first ground independently supported the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1) and 576(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges only one of two independent grounds for judgment, provided the unchallenged ground alone suffices to support the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal independent grounds unilateral contract change labor law dispute Railway Organization temporary status legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 11(1) of Law 2643/1998
Article 648 of the Civil Code
Article 652(1) of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 349 of the Civil Code
Article 7(1) of Law 2112/1920
Article 5(3) of Law 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της.- Δικαιώματα εργαζομένου.- Όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ΄ άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Αριθμός 859/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΣΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρτεμισία Κομπάρου.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Βλαστού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2377/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8728/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της συμβάσεως και, σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του ΟΣΕ, που κυρώθηκε με την 47748/27.9.1972 Α.Υ. Εθν. Οικον.- Μεταφορ. (κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 12 του ν.δ. 674/970, όπως η παρ. 3 αντικατ. με το άρθρο 5 του ν.δ. 1116/1972), δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 827/11.10.1972, κωδικοποιήθηκε με την 3285/24.6.1980 απόφαση του Δ. Σ. του ΟΣΕ (ΦΕΚ Β' 689/22.7.1980) και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τον ΟΣΕ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο (άρθρο 3 παρ. 1), αποχωρεί δε αυτοδικαίως της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας (άρθρο 103 παρ. 1).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 2 και 8 παρ. 1 του ν. 1648/1986 "περί προστασίας πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτωνπολέμου και μειονεκτούντων προσώπων" συνάγεται ότι, μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση εργασίαςαναγκαστική για τον εργοδότη, τη δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής του αρθρ.8 παρ. 1.

Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετούμενου μισθωτού για τηνανάληψη εργασίας του. Ο τοποθετούμενος εξομοιώνεται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα του, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 για την απόλυση του, προκειμένου δε για επιχείρηση ή εκμετάλλευση, των οποίων το προσωπικό διέπεται απόειδικές διατάξεις ή από κανονισμό νομοθετικής ισχύος που διακρίνουν το προσωπικό σε τακτικό και έκτακτο, για το οποίο (έκτακτο) σε αντίθεση προς τους τακτικούς δεν προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη (όπως ο ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ), ο τοποθετούμενος σε αυτήν εντάσσεται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως αμέσως με την πρόσληψη του στο τακτικό προσωπικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 1648/1986 η σχέση εργασίας των προσώπων πουτοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες τουπρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται αυτοδικαίως, μόλις συμπληρώσουν το όριο ηλικίας που ορίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό ή τον οργανισμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης που έχει ισχύνόμου, εφόσον συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας.

Όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις αυτές, διατηρούνται στην επιχείρηση εωσότου τις αποκτήσουν και πάντως όχι πέρα από το εξηκοστό έβδομο (67°) έτος της ηλικίας τους. Με το άρθρο 15 του ν. 2643/1998 καταργήθηκε ο ν. 1648/1986 και ήδη με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2643/1998 ορίζεται ότι: "Η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται:

α) Αυτοδικαίως μόλις συμπληρώσουν το όριο ηλικίας, που ορίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό ή τον οργανισμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, που έχει ισχύ νόμου, εφόσον συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις αυτές διατηρούνται στην επιχείρηση εωσότου τις αποκτήσουν και πάντως όχι πέρα από το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας τους".

Τέλος, όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν. 1648/1986 κρίθηκε ότι η ενάγουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις που όριζε ο άνω νόμος, ώστε να προσληφθεί αναγκαστικώς στις υπηρεσίες του εναγομένου ως θυγατέρα πολεμιστή της Εθνικής Αντίστασης.

Σε συμμόρφωση του εναγομένου με την άνω απόφαση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση της Διεύθυνσης Προσωπικού του, με την οποία αποφασίστηκε η αναγκαστική πρόσληψη της ενάγουσας στις υπηρεσίες του εναγομένου από 17-7-1995 ως δόκιμης υπαλλήλου Δ' του ειδικότερου κλάδου Διοικητικών- Οικονομικών υπαλλήλων, οπότε και τοποθετήθηκε αρχικά στη Διεύθυνση Οργάνωσης Εκτέλεσης και Προγραμματισμού και στη συνέχεια στην Υπηρεσία Υγιεινής και Ασφαλείας Εργασίας.

Η ενάγουσα για πρώτη φορά από την πρόσληψη της στο εναγόμενο ασφαλίστηκε στον αρμόδιο κύριο ασφαλιστικό της φορέα ΤΑΠ/ΟΤΕ. Μετά από ευδόκιμη υπηρεσία δυο ετών από την πρόσληψη της η ενάγουσα με τον υπ' αριθ. ... απόφαση της Δ/νσης Προσωπικού του εναγομένου εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του και στον ειδικότερο κλάδο Διοικητικών - Οικονομικών Υπαλλήλων αναδρομικά από 17-7-1995.

Έκτοτε εξελίχθηκε τόσο βαθμολογικά όσο και μισθολογικά σύμφωνα με τα οριζόμενα από το νέο ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ για τον κλάδο τακτικού προσωπικού στο οποίο εντάχθηκε προσχωρώντας στο νέο Κανονισμό ως τακτικό προσωπικό του εναγομένου από της ισχύος του το Δεκέμβριο του 1998. Στις 31-12-2002 η ενάγουσα, που γεννήθηκε στις 15-10-1942, συμπλήρωνε το όριο ηλικίας που αφορούσε την κατηγορία της ως διοικητικός υπάλληλος, σύμφωνα με τα αντίστοιχα όρια ηλικίας του ισχύοντος τότε ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ (άρθρα 76 εδαφ.

ε', 82 παρ. 3 ) και ήταν 60 ετών. Επομένως, η σύμβαση εργασίας της με τον εναγόμενο από 1-1-2003 έπρεπε να θεωρηθεί αυτοδικαίως λυθείσα, οπότε και όφειλε να αποχωρήσει από τη υπηρεσία της και να συνταξιοδοτηθεί από τον πιο πάνω κύριο ασφαλιστικό της φορέα. Όμως, σύμφωνα με το καταστατικό του ασφαλιστικού αυτού φορέα, προκειμένου να αποχωρήσει εργαζόμενος του εναγομένου από την υπηρεσία του, ανεξαρτήτως της υπ' αυτού συμπληρώσεως του προβλεπόμενου εξ αυτού ορίου ηλικίας, θα έπρεπε ταυτοχρόνως να πληρεί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του που προβλέπονται από το καταστατικό αυτού (ΤΑΠ/ΟΤΕ), ήτοι να έχει συμπληρώσει συνολική συντάξιμη υπηρεσία τουλάχιστον 15 ετών, προϋπόθεση όμως την οποία η ενάγουσα δεν πληρούσε.

Ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...απόφαση του, με την οποία ενέκρινε την παραμονή της ενάγουσας στην υπηρεσία μέχρι και τις 30-8-2009 για τη θεμελίωση το συνταξιοδοτικού της δικαιώματος με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου. Κατ' εφαρμογή της άνω απόφασης η ενάγουσα από 1-1-2003, καίτοι δεν έπαψε ουσιαστικά να κατέχει οργανική θέση και να ασκεί αντίστοιχα καθήκοντα, εντούτοις έπαψε να περιλαμβάνεται στις επετηρίδες του προς προαγωγή σε ανώτερο υπηρεσιακό βαθμό τακτικού προσωπικού, ενώ και οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αποτελούνται και θα αποτελούνται μέχρι την αποχώρηση της από τον εναγόμενο (30-8-2009) από ένα σταθερό μηνιαίο μισθό, οι οποίες ως βάση έχουν τις μικτές αποδοχές της του μηνός Δεκεμβρίου 2002, αυξανόμενες σε ετήσια βάση μόνο με την ΑΤΑ και τις γενικές αυξήσεις που έκτοτε θα καθορίζονται, ήτοι από ποσό ελάχιστο καθ' ύψος.

Η απόφαση αυτή του εναγομένου, με την οποία η ενάγουσα εντάχθηκε αυθαιρέτως στο έκτακτο προσωπικό από 1-1-2003 έως 30-8-2009, αντίκειται ευθέως και αμέσως στις διατάξεις του ν. 2643/1998 και στον Υπηρεσιακό Οργανισμό του εναγομένου και συνιστά βλαπτική-δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας. Η σχέση εργασίας της ενάγουσας και μετά την 1-1-2003 διέπεται από το ίδιο καθεστώς εργασίας υπό το οποίο προσλήφθηκε, εντάχθηκε στον εναγόμενο αναγκαστικώς και προσέφερε από της προσλήψεως της στις 17-7-1995 τις υπηρεσίες της ως τακτική υπάλληλος του κλάδου Διοικητικών- Οικονομικών Υπαλλήλων κατέχοντας σχετική οργανική θέση.

Από καμιά διάταξη του ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ δεν προβλέπεται η δυνατότητα του εναγομένου προς μεταβολή της ιδιότητας του εξαρχής προσληφθέντος ως μόνιμου (τακτικού ) προσωπικού, σε έκτακτο με συνεπαγόμενο μάλιστα επακόλουθο τη δυσμενή μεταβολή των εργασιακών του όρων, υπό την έννοια της μειώσεως των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του και του υπηρεσιακού παροπλισμού του, με την απαγόρευση της υπηρεσιακής του ανελίξεως και στην περίπτωση μάλιστα κατά την οποία ο μισθωτός από του χρόνου περιαγωγής του από την κατηγορία του τακτικού προσωπικού στο έκτακτο, συνεχίζει (όπως η ενάγουσα) να ασκεί τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με εκείνα που της ανατέθηκαν εξαρχής ως τακτικής υπαλλήλου και τα οποία αντιστοιχούν σε οργανική θέση τακτικού προσωπικού ενταγμένου στον κλάδο Διοικητικό- Οικονομικών Υπαλλήλων.

Εφόσον λοιπόν ουδέποτε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας η πρώτη προσέφερε τις υπηρεσίες της στο δεύτερο ως έκτακτη υπάλληλος, αυτή συνέχισε να απασχολείται υπό το ίδιο καθεστώς εργασίας ως τακτική δηλαδή υπάλληλος. Κατ' ακολουθίαν, η ... απόφαση του εναγομένου περί εντάξεως της ενάγουσας από 1-1-2003 και εντεύθεν στο έκτακτο προσωπικό είναι άκυρη, η δε συνδέουσα την τελευταία με τον εναγόμενο σχέση είναι η εξαρχής αναγκαστικά καταρτισθείσα σύμβαση, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε, εντάχθηκε και απασχολείται στον εναγόμενο ως τακτική υπάλληλος.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 2377/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας άκυρη την υπ' αριθμ.... απόφαση της Δ/νσης Προσωπικού του αναιρεσείοντος περί εντάξεως της αναιρεσίβλητης στο έκτακτο προσωπικό από 1-1-2003 έως 30-8-2009.

Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 560 που από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίζει την κρίση του για την ακυρότητα της υπ' αριθμ. ...

απόφασης της αναιρεσείουσας περί εντάξεως της αναιρεσίβλητης από 1-1-2003 και εντεύθεν στο έκτακτο προσωπικό σε δύο επάλληλες και ισοδύναμες αιτιολογίες και ειδικότερα, αφενός στην ακυρότητα της ως άνω απόφασης λόγω δυσμενούς- βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης αφετέρου λόγω παραβίασης από την αναιρεσείουσα του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2643/1998.

Η ορθή όμως κατά νόμο πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "δυσμενής- βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης" στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής (με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω απόφασης, τη λόγω της ακυρότητας συνέχιση της εργασίας της αναιρεσίβλητης με την ιδιότητα της τακτικής υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και την καταβολή σ' αυτήν μισθών υπερημερίας) ως ουσιαστικά βάσιμης, αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται με την αναίρεση.

Επομένως, ο πιο πάνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που πλήττει μόνο τη δεύτερη παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8728/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ