Supreme Court allows appeal against labor court ruling on severance pay calculation based on voluntary resignation conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the second-instance court's decision regarding the calculation of severance pay for employees who resigned. The lower court had awarded only 75% of the statutory compensation, reasoning that the employees' own requests for termination triggered the partial payment rule. The Supreme Court found this a direct violation of the law because the obligation to pay full compensation is independent of the specific cause of termination, provided the statutory conditions are met. Consequently, the case was remanded to a new panel of judges for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3 §§1 and 2 of Law 2112/1920; Articles 5 §§1 and 3 of Law 3198/1955; Article 29 of the Collective Agreement of 19-7-2000: The obligation to pay full statutory severance compensation is independent of the specific cause of termination, and a direct violation occurs when a court denies full payment solely because the employee resigned or requested termination, failing to recognize that the statutory conditions for full payment were met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 859 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 859/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλουσών - αναιρεσειουσών: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ... και 8) ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ Α.Ε.Ε.Ε.", που εδρεύει στην Πατρίδα Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στα Ιωάννινα συνεταιριστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", η οποία απορροφήθηκε από την πρώτη, σύμφωνα με την Κ2 /14041/29-10-2002 έγκριση συγχώνευσης των δύο εταιριών, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 29-12-2003 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1521/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20-9-2007 κλήση των αναιρεσειουσών, παραιτούνται δε με αυτή, μερικώς, του δευτέρου λόγου της αναίρεσής τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 31-8-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 5559 αριθ. 1 Κ.Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασης του δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτα με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, όμως με την υπαγωγή σε συγκεκριμένο αλλά μη εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ, 1, 3 §§1 και 2 ν. 2112/1920 και 5§3ν. 3198/1955 προκύπτει , ότι σε κάθε περίπτωση απροειδοποίητης (άμεσης) καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι μονομερής αναιτιώδης και τυπική δικαιοπραξία, και ανεξάρτητ' από την αιτία που την προκάλεσε, εκτός από τους περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιστάσεις (υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού, ανωτέρα βία - αρ. 5§1 και 6§2 ν. 2112/1920, 7§3 ν. 3198/1955), ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει ολόκληρη την οφειλομένη στον απολυόμενο μισθωτό αποζημίωση, ως τέτοια δε θεωρείται κατ' αρ. 3§1 ν. 2112/1920 η αποζημίωση που ισούται προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο, προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, υπολογιζομένη κατ' αρ. 5§1 ν. 3198/1955 με βάση της τακτικής αποδοχής του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Εξάλλου, κατ' αρ. 29 της από 19-7-2000 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11813/2000 ( ΦΕΚ Β' 11382/2000), το προσωπικό που έχει συμπληρώσει 25 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας και πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΤΑΥΣΟ η οποιουδήποτε Οργανισμού κύριας ασφάλισης αυτού δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία του λαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή το 75% της αποζημίωσης που ορίζεται από το ν. 2112/1920, την ίδια δε αποζημίωση (75%) δικαιούνται και οι υπάλληλοι που αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας τους, δηλ.
του 65ου έτους, καθώς και οι έγγαμες γυναίκες, με ανήλικο παιδί, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΤΑΥΣΟ. Από την διάταξη αυτή της ως άνω ΣΣΕ, που έχει ισχύ νόμου κατά το κανονιστικό μέρος της, προϋπόθεση για την καταβολή αντί της πλήρους αποζημίωσης του ν. 2112/1920 η οποία καταβάλλεται σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του 75% αυτής είναι η οικειοθελής αποχώρηση των ως άνω υπαλλήλων και η πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ιωαννίνων κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ( εναγομένης ) επί αγωγής των τώρα αναιρεσειουσών διωκούσης την καταβολή διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 325/2003 απόφασή του, ότι οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (ΕΑΣΙ), κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, για να εργασθούν ως ταμίες στα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων που διατηρούσε η ΕΑΣΙ στα Ιωάννινα, ότι οι αποδοχές τους καθορίζονταν από τις ΣΣΕ προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιρισμών Οργανώσεων (ΑΣΟ), ότι τον Οκτώβριο του 1997 η εκμετάλλευση των καταστημάτων αυτών περιήλθε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΑΕΕΕ", η οποία υπησήλθε ως νέα εργοδότρια στις ως άνω υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ότι την 1-7-2001 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, ότι η καταγγελία αυτή έγινε μετά από αίτηση των εναγουσών επειδή αυτές συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους από το ταμείο τους (ΤΑΥΣΟ), ότι ο τρόπος λύσης των εργασιακών συμβάσεων επελέγη μετά από αίτηση των εναγουσών διότι η καταγγελία ήταν απαραίτητη για την συνταξιοδότησή τους από το παραπάνω ταμείο, ότι κατά συνέπεια η εναγομένη ορθώς κατέβαλε στις ενάγουσες το 75% της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του νόμου 2112/1920 αποζημίωσης σύμφωνα με το αρ. 29 της από 19-7-2000 ΣΣΕ του προσωπικού των ΑΣΟ, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και δη οι ενάγουσες α) δήλωσαν με τις αιτήσεις τους ότι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και β) αποχώρησαν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε με δική τους πρωτοβουλία και ειδικότερα ύστερα από αίτησή τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της πλήρους αποζημίωσης της προβλεπόμενης από το νόμο ν. 2112/1420 και της καταβληθείσης που ανερχόταν στο 75% αυτής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ενόψει των προαναφερθεισών παραδοχών του, παραβίασεν ευθέως τις διατάξεις των αρ. 1, 3§§1 και 2 ν. 2112/1920, 5§§1 και 3 ν. 3198/1955 και 29 της από 19-7-2000 ως άνω ΣΣΕ, καθόσον προϋπόθεση καταβολής του 75% της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 29 της παραπάνω ΣΣΕ είναι η οικειοθελής αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εχώρησε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειουσών (εναγουσών) εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), το γεγονός δε αυτό της λύσης τελικά των συμβάσεων με καταγγελία της εναγομένης και όχι με την αποχώρηση των εναγουσών δεν αναιρείται από τις προηγηθείσες αιτήσεις των εναγουσών προς την εναγομένη για να ξεκινήσει αυτή την διαδικασία απόλυσής τους, αφού η υποχρέωση καταβολής πλήρους της οφειλομένης αποζημίωσης είναι ανεξάρτητη από την αιτία που την προκάλεσε, εκτός από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εδώ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης από το αρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( αρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 325/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ