Legislator Case Law & Legislation
859/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Court of Appeal ruling on joint embezzlement due to sufficient reasoning.

Case Number 859/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a Council of Appeal ruling that convicted them of joint embezzlement. The defendants argued the lower court misapplied criminal law and failed to provide adequate reasoning regarding the value of stolen goods and the identity of the beneficiaries. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient to establish guilt and rejecting the procedural objections as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 482, 484, 485, 583 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient to establish the facts and apply the law, and procedural objections must be raised with specific grounds.

Keywords

AI generated
criminal appeal insufficient reasoning joint embezzlement procedural admissibility Court of Appeal Supreme Court criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482 paragraph 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 484 paragraph 1 items b and d of the Code of Criminal Procedure
Article 485 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 859/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1 Β. Ν. του Χ. και 2 Σ. Ν. του Χ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 24/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Ν. του Χ.. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 658/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 600/2.12.05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ’ αρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ’ αριθμ. 2/4-3-2005 αίτηση αναίρεσης μετά του από 6-5-2005 υπομνήματός των προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σ.

Ν. του Χ. και Β. Ν. του Χ., κατοίκων ... κατά του υπ’ αριθμ. 24/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσία (και εν μέρει έγινε δεκτή) η υπ’ αριθμ. 1/04 έφεση των τώρα αναιρεσειόντων κατά του υπ’ αρ. 844/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμ.

Εφετείου (κακ/των) Ναυπλίου για κακουργηματική υπεξαίρεση πραγμάτων συνολικής αξίας 117.388, 111 Ευρώ (40.000.000 δρχ.) και επικυρώθηκε (με κάποια τροποίηση) το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 4.3.2005 δήλωση των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. 2/05 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα τους είχε επιδοθεί την 25 και 28 Φεβρουαρίου 2005, αντίστοιχα, και είναι τυπικά δεκτή.

Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής δ/ξης. Γ) Εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής δ/ξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη δ/ξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική δ/ξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει , όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ.

ΝΓ/762). Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με μνεία, όλων κατ’ είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο από τους εκκαλούντες Β. Ν., ήταν διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν….

ΟΕ" που εδρεύει στο Άργος και εκμεταλλευόταν εστιατόριο-κοσμική ταβέρνα, με το διακρητικό τίτλο "Σ…", στο Κεφαλάρι .... Λοιπά μέλη της εταιρίας ήταν οι αδελφοί του εκκαλούντα αυτού Σ. Ν., επίσης εκκαλών και ο Χ. Ν., μηνυτής κάτοικος .... Στις 17-10-2001, ο μηνυτής με έγγραφη καταγγελία του, που έχει νόμιμα εγγραφεί στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ναυπλίου (αριθμός 30/2001), κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο τη μεταξύ αυτού και των εκκαλούντων συσταθείσα εταιρία που περιήλθε σε εκκαθάριση, αμέσως δε ανεφύησαν διαφωνίες μεταξύ του μηνυτή και των εκκαλούντων, για την εκκαθάριση.

Στις 30-10-2001, οι εκκαλούντες συνέστησαν μεταξύ τους ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Β. Ν… και ΣΙΑ ΕΕ", ανάλογη με την προηγούμενη εταιρία δραστηριότητα, στην περιουσία της οποίας οι εκκαλούντες εισέφεραν όλο τον κινητό εξοπλισμό του εστιατορίου - κοσμικής ταβέρνας "Σ…" που ανήκε στην παθούσα ομόρρυθμη εταιρία "ΑΦΟΙ Ν… ΟΕ".

Στον εξοπλισμό αυτό περιλαμβανόταν μεγάλος αριθμός ηλεκτρικών ψυγείων , πλυντήρια πιάτων, ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, σκεύη και αντικείμενα, όπως αναλυτικά παρατίθενται στο διατακτικό, τα κατείχαν δε προηγουμένως οι εκκαλούντες, κατά την λειτουργία του καταστήματος, είχε δε ο απ’ αυτούς Β.

Ν. την ιδιότητα του διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας και υπό την ιδιότητά του αυτή, ήταν εμπιστευμένα σ’ αυτόν τα κινητά πράγματα της εταιρίας. Με την ενσωμάτωση δε των ιδίων, από τους εκκαλούντες, στην περιουσία της ετερόρρυθμης εταιρίας "Β. Ν… και ΣΙΑ ΕΕ", οι εκκαλούντες εκδήλωσαν και εμπράκτως την βούλησή τους, για ιδιοποίηση των αναφερομένων κινητών πραγμάτων.

Η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων ανέρχεται στο ποσό των 117.388,111 ευρώ (40.000.000) δραχμές , είναι δηλαδή η αξία τους ανώτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, που είναι έτσι ιδιαίτερα μεγάλη και ακολούθως η πράξη της υπεξαίρεσης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα τόσο για τον, από τους εκκαλούντες, Σ. Ν., η συμπεριφορά του οποίου εμπίπτει στην κακουργηματική υπεξαίρεση της παρ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ, όσο και για τον δεύτερο εκκαλούντα, Β.

Ν., η συμπεριφορά του οποίου υπάγεται στις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 2 ιδίου άρθρου, σε συνδυασμό και με την παρ. 1 του άρθρου, ενόψει της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Η τελευταία αυτή περίσταση, καίτοι οι ίδιοι υπαίτιοι έδρασαν από κοινού, δεν μπορεί να καταλογιστεί και στον εκκαλούντα Σ.

Ν., αφού κατά τη ρήτρα του άρθρου 49 παρ. 2 ΚΠΔ οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες ή περιστάσεις, όπως στην κρινόμενη περίπτωση του διαχειριστή ξένης περιουσίας, που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή, λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν (ΑΠ 68/99 ΠΧ ΜΘ-310, ΑΠ 1475/2001, Ποιν.

Δικ. 5.111). Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη.-

Ε). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές δ/ξεις των άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 2 - 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ’ α. 484 παρ. 1 στοιχ.

β’ ΚΠΔ είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤ). Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ (586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (ΑΠ 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ.

Μ/ 424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό Δ’ ), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης και στο μη ειδικότερο προσδιορισμό από το βούλευμα των υλικών αντικειμένων της υπεξαίρεσης άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου, διότι αποτελούν κατ’ ουσίαν άρνηση της κατηγορίας.

Ζ). Επίσης με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στο βούλευμα οι έννοιες της κατοχής ξένων κινητών πραγμάτων και της διαχείρισης ξένης περιουσίας, η δε βελτίωση ή και τροποποίηση σκέψεων του πρωτόδικου βουλεύματος από το δευτεροβάθμιο δεν υποδηλώνει αντίφαση, όπως υποστηρίζεται στην αναίρεση (σελ. 7), αλλ’ ούτε και εσφαλμένη εφαρμογή.

Η). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ερμηνεία του αρθρ. 474 ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης που διατυπώνονται σε ιδιαίτερο έγγραφο (π.χ. σε υπόμνημα, όπως εν προκειμένω) εκτός της συντασσόμενης έκθεσης αναίρεσης δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 1416/98 και 680/99, Π.Χ. 1999/748 και 2000/245). Τέτοιοι λόγοι, που διατυπώθηκαν μάλιστα ως λόγοι εφέσεως στη σχετική έκθεση εφέσεως, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στο από 6-5-05 ξεχωριστό και εκτός της έκθεσης αναιρέσεως υπόμνημά τους, το οποίο είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου.

6) Τέλος το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι έχουν αναπτύξει στην αίτησή τους για αναίρεση διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις των επί των λόγων αναίρεσης που επικαλούνται.Ι) Κατ’ ακολουθία των προαναφερθέντων, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν κατ’ αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. ΓΙ’ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν’ απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης των αναιρεσειόντων αιτημά τους, 2) Ν’ απορριφθεί η υπ’ αρ. 2/4.3.2005 αίτηση αναίρεσης Σ. Ν. του Χ. και Β. Ν. του Χ., κατοίκων ..., κατά του υπ’ αριθ. 24/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων. Αθήνα, 13-6-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης .

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. (όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 3 του ν. 2721/1999, αλλά και κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο τελέσεως της πράξεως το έτος 2001), ‘ ‘ 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητά του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει σε ποσό τις εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση’’ . Ξένο θεωρείται το πράγμα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, κατά την έννοια που διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαίτιου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, ενώ ιδιοποίηση του πράγματος, συνιστά η οικειοποίηση και κατακράτησή του.

Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια (του αστικού δικαίου), αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ.

δ’ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση που ενεργήθηκαν σχετικά, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται στην αιτιολογία όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του παραπεμπτικού βουλεύματος παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ.

β’ του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.

II. Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν μηνύσεως του Χ. Ν., ασκήθηκε κατά των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορούμενων αδελφών του, Β. Ν. και Σ. Ν., ποινική δίωξη για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά μεγαλύτερης του ποσού των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας και απιστίας και εκδόθηκε σχετικά το υπ’ αριθμό 844/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις αυτές, στη συνέχεια δε μετά από εφέσεις τους, το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμό 24/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, μόνο για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά μεγαλύτερης των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000), Ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στον εξ αυτών Β.

Ν. και ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στην αιτιολογία του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, το οποίο έχει δικές του σκέψεις και διαφοροποιείται από την έπ’ αυτού εισαγγελική πρόταση, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, όλα τα έγγραφα που συγκεν-τρώθηκαν και τις απολογίες των κατηγορούμενων, προέκυψαν μεταξύ άλλων, τα εξής:

Κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, ο εκ των αναιρεσειόντων Β. Ν., ήταν διαχεριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ‘ ‘ ΑΦΟΙ Ν… Ο.Ε.’ ’ , που έδρευε στο Άργος και εκμεταλλευόταν το εστιατόριο - κοσμική ταβέρνα στο Κεφαλάρι ..., με το διακριτικό τίτλο ‘ ‘ Σ…’ ’. Τα υπόλοιπα μέλη της εταιρίας ήταν οι αδελφοί του, εκ των αναιρεσειόντων Σ.

Ν. και ο μηνυτής Χ. Ν.. Η εταιρία αυτή καταγγέλθηκε από το μηνυτή την 17-10-2001 για σπουδαίο λόγο και περιήλθε σε εκκαθάριση. Μετά τη λύση της εταιρίας, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι συνέστησαν μεταξύ τους την 30-10-2001, άλλη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ‘ ‘ Β. Ν… και ΣΙΑ Ο.Ε.’ ’ και τον ίδιο με την προηγούμενη σκοπό, στην οποία εισέφεραν ολόκληρο τον κινητό εξοπλισμό του εστιατορίου - κοσμικής ταβέρνας με το διακριτικό τίτλο ‘ ‘ Σ…’’ , που ανήκε στην πρώτη εταιρία, βρισκόταν δε στην κατοχή των δύο αναιρεσειόντων και ήταν εμπιστευμένος (ο κινητός εξοπλισμός) στον πρώτο από αυτούς και ως διαχειριστή της πρώτης εταιρίας, μέχρι τη λύση της.

Στον εξοπλισμό αυτό περιλαμβανόταν μεγάλος αριθμός ηλεκτρικών ψυγείων, πλυντηρίων πιάτων, σκευών και άλλων αντικειμένων που αναφέρονται αναλυτικά, καθώς και ένα φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσεως, τα οποία εισέφεραν στο σύνολό τους οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι στη νέα εταιρία, εκδηλώνοντας έτσι και εμπράκτως την πρόθεσή τους, να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και η συνολική αξία των οποίων κυμαίνεται περί τα εκατόν δέκα επτά χιλιάδες τριακόσια ογδόντα οκτώ (117.388) Ευρώ (40.000.000 δρχ.) και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, μεγαλύτερη του ποσού των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ.

Εν όψει αυτών, δέχθηκε ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, η πράξη της υπεξαίρεσης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, εκ της συνολικής αξίας του αντικειμένου της (μεγαλύτερης των 73.000 Ευρώ), καθόσον δε αφορά τον εκ των αναιρεσειόντων Β. Ν., ο οποίος ήταν και διαχεριστής της ομόρρυθμης εταιρίας και γιατί τα αναφερόμενα κινητά πράγματα αυτής (υπεξαιρεθέντα), ήταν εμπιστευμένα σ’ εκείνον ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ιδιότητα η οποία δεν συνέτρεχε και στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του.

Με βάση δε τα προκύψαντα αυτά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε σε παραπεμπτική και για τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους κρίση, δεχόμενο την ύπαρξη επαρκών και για τους δύο ενδείξεων ενοχής, για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που τους αποδιδόταν και επικύρωσε κατά τούτο το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, που τους παρέπεμπε να δικαστούν για την πράξη αυτή.

III. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδηγούν στην ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του διωκόμενου εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά μεγαλύτερης του ποσού των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ από κοινού και από διαχειριστή (καθόσον αφορά τον εκ των αναιρεσειόντων Β.

Ν.) ξένης περιουσίας και επομένως την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, καθώς και τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 του Π.Κ. οι οποίες προβλέπουν το έγκλημα αυτό και τις οποίες εφάρμοσε το Συμβούλιο, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η ιδιότητα του εκ των αναιρεσειόντων Β. Ν., ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και τα περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει, ο τρόπος με τον οποίο αυτοί ιδιοποιήθηκαν τα ξένα πράγματα, καθώς και η ιδιαίτερα μεγάλη αξία των υπεξαιρεθέντων αντικειμένων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται και ειδικότερα περιστατικά, προσδιοριστικά της αξίας τους (παλαιότητα, ξύλινα ή μεταλλικά, είδος υφάσματος κ.λ.π.). Δεν ήταν επίσης αναγκαίο να αναφέρονται και οι συγκεκριμένες πράξεις ενός εκάστου αναιρεσείοντος, αρκούσης της αναφοράς ότι αυτοί ενήργησαν από κοινού και είχαν κοινό δόλο.

Εκ της αναφοράς τέλος στην αιτιολογία του βουλεύματος, ότι τα υπεξαιρεθέντα πράγματα, ήταν εμπιστευμένα στον εξ αυτών Β. Ν., διαχειριστή της πρώτης εταιρίας, ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, δεν αποκλείεται η κατοχή τους και από τον συγκατηγορούμενο αδελφό του και μέλος της ίδιας εταιρίας. Επομένως όλοι οι συναφείς, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ.

β’ και δ’ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία του βουλεύματος και έλλειψη νομίμου βάσεως αυτού, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά και καθόσον με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αμφισβητείται, ότι τα κινητά πράγματα της πρώτης εταιρίας αποτέλεσαν αντικείμενο εισφοράς των αναιρεσειόντων στη δεύτερη ή ότι η εισφορά αφορούσε μόνο τη χρήση τους, πλήττονται απαραδέκτως οι αποδείξεις και οι λόγοι αυτοί είναι κατά τούτο απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΙV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστούν καθένας από αυτούς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και το συνυποβαλλόμενο με την αίτησή τους αίτημα, για αυτοπρόσωπη στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου εμφάνισή τους, προς ανάπτυξη των απόψεών τους (άρθρο 485 του Κ.Π.Δ.), δεδομένου ότι αυτοί με επάρκεια έχουν αναπτύξει τις απόψεις τους, με την πολυσέλιδη αίτησή τους αναιρέσεως και το μεταγενέστερο και επίσης πολυσέλιδο υπόμνημά τους, ενώ δεν προσδιορίζουν και τα θέματα επί των οποίων επιδιώκουν την ανάπτυξη των απόψεών τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4ης Μαρτίου 2005 αίτηση των Β. Ν. του Χ. και . Ν. του Χ., για αναίρεση του υπ’ αριθμό 24/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ