Legislator Case Law & Legislation
858/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly rejected the contract invalidity claim.

Case Number 858/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the appellants' claim for contract invalidity. The appellants argued the lower court failed to consider a specific clause regarding the guarantee of payment, claiming it was abusive and fundamental to their case. The court found this argument baseless because the lower court had explicitly examined and rejected the claim as substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground regarding failure to consider a submitted claim is inadmissible when the lower court has explicitly examined and rejected that claim as substantively unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider claim substantive rejection contract invalidity abusive clause legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 858 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 858/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... Α.Ε."), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ν. Μ. του Θ., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) E. G. του G., κατοίκου Νάπολης Ιταλίας, 3) Κ. Μ. του Μ., κατοίκου Τυμπακίου Ηρακλείου Κρήτης, 4) Α. Μ. του Ν., κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Απέργη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκε η 3692/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2017 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και 40/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 40/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 113/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους για την αναγνώριση της ακυρότητας σύμβασης αναγνώρισης και ρύθμισης χρέους, παροχής εγγύησης και σύστασης ενεχύρου, της ακυρότητας της καταγγελίας της και την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ` εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.

Ο ναυλομεσίτης (sea broker), που είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας και έμπορος, συνήθως μεσολαβεί μόνο και δεν μετέχει στην κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ των ενδιαφερομένων, τους οποίους φέρνει απλώς σε επαφή, οπότε και δεν ευθύνεται για την καλή εκτέλεση αυτής. Ο ναυτικός πράκτορας (ship agent) είναι και αυτός ανεξάρτητος επαγγελματίας, ο οποίος, όμως, κατ' αντίθεση προς τον ναυλομεσίτη, καταρτίζει τη δικαιοπραξία στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη και είναι άμεσος αντιπρόσωπός του (ως προς τις εξωτερικές σχέσεις).

Η σχέση που τον συνδέει με τον πλοιοκτήτη είναι σχέση καθολικού εντολοδόχου (άρθρα 713 επ. του ΑΚ). Μερικές φορές, όμως, ο ναυλομεσίτης, που εξυπηρετεί μία ή και περισσότερες ναυτιλιακές επιχειρήσεις ή εμπόρους, δεν περιορίζεται στο να φέρει σε επαφή τους ενδιαφερομένους, αλλά παίρνει μέρος και στην κατάρτιση της σύμβασης.

Ενεργεί, δηλαδή, πράξεις ή δικαιοπραξίες στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του (πλοιοκτήτη), όπως π.χ. όταν συμβάλλεται στο ναυλοσύμφωνο, εισπράττει ολόκληρο τον ναύλο με σκοπό να τον αποδώσει σε αυτόν κλπ. Στην περίπτωση αυτή, φυσικά, ενεργεί κατ' ουσίαν ως ναυτικός πράκτορας και γι' αυτό πρέπει να υποβληθεί στη νομική μεταχείριση που προσήκει στον τελευταίο.

Ειδικότερα, αντικείμενο της σύμβασης ναυτικής πρακτορείας αποτελεί η εκ μέρους του ναυτικού πράκτορα, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, παροχή έναντι ανταλλάγματος υπηρεσιών σχετικών με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, που μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα.

Εφόσον η σύμβαση ναυτικής πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτήν οι διατάξεις καταρχήν του ΑΚ για την εντολή (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 2219/2014). Περαιτέρω, για την ικανοποίηση των εμπορικών συναλλαγών, η εξέλιξη της προσωπικής εξασφαλιστικής σχέσης στην πράξη και στη θεωρία έχει οδηγήσει στη δημιουργία διαφόρων ειδών ή τύπων εξασφαλιστικών συμβάσεων, ένα δε τέτοιο ιδιαίτερο είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί και η συνήθως αποκαλούμενη εγγυητική σύμβαση.

Ως εγγυητική σύμβαση νοείται εκείνη η αυτοτελής σύμβαση με την οποία συμφωνείται η εκ μέρους ενός των συμβαλλομένων (εγγυοδότη) ανάληψη της ευθύνης έναντι του δέκτη της εγγυοδοσίας για την παραγωγή ορισμένου (συνήθως οικονομικού) αποτελέσματος, ιδιαίτερα δε εκείνη η σύμβαση στην οποία το αποτέλεσμα για το οποίο ευθύνεται ο αντισυμβαλλόμενος συνίσταται στην αποφυγή επέλευσης ζημιάς από την αφερεγγυότητα του τρίτου, δηλαδή από τη μη εκπλήρωση εκ μέρους του τρίτου των υποχρεώσεων του, κυρίως με την άμεση καταβολή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού χωρίς προσφυγή στη δικαστική οδό για το σκοπό αυτό, όπως τούτο συμβαίνει στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία περιλαμβάνεται η ρήτρα με την οποία συμφωνείται ότι ο αντιπρόσωπος καθίσταται υπεύθυνος έναντι του αντιπροσωπευόμενου, συνήθως έναντι ιδιαίτερης προμήθειας, για τη φερεγγυότητα του αγοραστή δηλαδή για την εκ μέρους του αγοραστή πληρωμή του τιμήματος των πωλουμένων εμπορευμάτων (ασφαλιστήρια ρήτρα ή ρήτρα del credere).

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της παραπάνω εγγυητικής σύμβασης, συνίσταται στο ότι με αυτή δημιουργείται αυτοτελής υποχρέωση του αντιπροσώπου και ανάληψη ευθύνης για αποζημίωση του αντισυμβαλλόμενου αντιπροσωπευόμενου. Υπό την ανωτέρω έννοια της σύμβασης εγγύησης, η περιεχόμενη ασφαλιστήριος ρήτρα (del credere) σε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο αντιπρόσωπος καθίσταται υπεύθυνος για την πληρωμή του τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων διαφέρει της εγγύησης, διότι ναι μεν με αυτή σκοπείται η παροχή ασφαλείας για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, ο υποχρεούμενος όμως από την del credere ρήτρα τρίτος (παραγγελειοδόχος ή εμπορικός αντιπρόσωπος) έχει την ευθύνη του πρωτοφειλέτη και όχι του εγγυητή, δοθέντος ότι η ύπαρξη της υποχρέωσης του εγγυοδότη δεν έχει την έννοια υπό την οποία εμφανίζεται στη σχέση εγγύησης.

Ειδικότερα, η διαφορά μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι, η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της εγγυητικής σύμβασης είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, δεδομένου ότι η σχέση είναι διμερής μεταξύ του εγγυοδότη και του δανειστή, καθώς και στην αυτοτέλεια μεταξύ της ευθύνης του εγγυοδότη από την ευθύνη και την ενοχή του πρωτοφειλέτη ενώ, είναι κατά κανόνα αναιτιώδης, διότι η σχέση κάλυψης δεν είναι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση, αλλά το κίνητρο του εγγυοδότη για την ανάληψη υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή.

Η ως άνω ρήτρα συνιστά ιδία εγγυητική σύμβαση η οποία δεν ρυθμίζεται από το νόμο, στηριζόμενη στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, κατ' άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 610/2022).

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ, "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή το σκοπό στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.

Ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού αποτελεί το επόμενο άρθρο 179 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 180 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία "η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε", προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία, δηλαδή:

α) Προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Τέτοια νοείται αυτή, η οποία υποπίπτει στην αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των σχετικών συναλλαγών και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και τη φύση της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), όχι όμως και τις υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών. β) Ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του αντισυμβαλλομένου.

Ανάγκη είναι η πρόσκαιρη ή μόνιμη κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλον), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής. Κουφότητα είναι η απερισκεψία ή ελαφρότητα εξαιτίας της οποίας ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του και η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους.

Απειρία, τέλος, είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές, ακόμη και αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τομέα. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, να συντρέχουν σωρευτικά αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά και γ) Η εκμετάλλευση της γνωστής στον συμβαλλόμενο ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται ο πρώτος από την κατάσταση αυτή και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Τα στοιχεία των ΑΚ 178 (χρηστά ήθη), όπως θα αναφερθεί και παρακάτω και 179 αποτελούν νομικές έννοιες και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η κρίση του, όμως, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Όπως έχει προαναφερθεί, τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.

και άρθρο 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτήν και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη-επαρκή αιτία της ζημίας.

Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου-"θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 914/2021, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 2108/2017, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 764/2014, ΑΠ 2139/2013).

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, πλην άλλων και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης.

Επί μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν προσθέτως περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα υποχρέου, από την οποία γεννάται στον τελευταίο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς γι` αυτόν επιπτώσεις.

Οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς τη προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση δικαιώματος.

Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 1024/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178, 179, 180, 281 και 919 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων της πελάτιδός της μεταφορικής εταιρείας "...

Α.Ε", βρισκόταν σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ρυθμίσεως χρέους, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εκμεταλλεύθηκε αυτή την κατάστασή της, ούτε πέτυχε με τις συμβάσεις αυτές δυσανάλογα οφέλη, ότι η περιεχόμενη στο κεφάλαιο της συμβάσεως με τον τίτλο "Ρύθμιση Οφειλής" ρήτρα, αυτοτελώς κρινόμενη δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε είναι καταχρηστική και ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων ναύλων, ανεξαρτήτως αν οι πελάτες είχαν καταβάλει σ' αυτήν τους ναύλους και ήταν υποχρεωμένη να τους εξοφλήσει με επιταγές εκδόσεώς της ή πελατείας της που είχαν οπισθογραφηθεί από αυτήν, με ημερομηνία εκδόσεως το αργότερο εντός 75 ημερών από τη λήξη του υπό εκκαθάριση μήνα.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην "... ΑΕ"), ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη διαμεσολάβηση μεταξύ των εντολέων της, εταιρειών ή φυσικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των διεθνών μεταφορών δια φορτηγών δημοσίας χρήσης, αφενός και ναυτιλιακών εταιρειών που ασκούν την εκμετάλλευση οχηματαγωγών πλοίων που έχουν δρομολογηθεί στις γραμμές Ελλάδας - Ιταλίας αφετέρου, για την κράτηση θέσεων προς διακίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων με τα ως άνω πλοία.

Η δεύτερη ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", συμμετέχει σε διάφορες άλλες εταιρείες, κατέχοντας μετοχές ή εταιρικά μερίδια αυτών (εταιρεία συμμετοχών "holding"), τυγχάνει δε η κύρια μέτοχος της πρώτης ενάγουσας, κατέχοντας μετοχές αυτής σε ποσοστό 96%. Μεταξύ των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων αποτελεί η συμμετοχή της με μεγάλα ποσοστά στον επιχειρηματικό όμιλο "...", ο οποίος περιλαμβάνει τις εταιρείες "...

A. Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ", "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ" και "... Α. Ε.". Ο τρίτος ενάγων, Ν. Μ. του Θ., είναι πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης ενάγουσας και κύριος μέτοχος, πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης ενάγουσας. Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία" (κατωτέρω: "...") έχει στην πλοιοκτησία ή και στην επιχειρηματική εκμετάλλευση της, δυνάμει συμβάσεων χρονοναύλωσης, επιβατηγά-οχηματαγωγά πλοία δρομολογημένα, μεταξύ άλλων, στη γραμμή Ελλάδας-Ιταλίας. Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων είναι εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ.

της πρώτης εναγομένης. Μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και αρχικά της θυγατρικής εταιρείας της πρώτης εναγομένης με την επωνυμία "... S.A." και κατόπιν της πρώτης εναγομένης, αναπτύχθηκε εμπορική συνεργασία, αναγόμενη ήδη από το έτος 1993 περίπου. Ειδικότερα στις 15-5-2003 υπεγράφη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δυνάμει της οποίας η μεν πρώτη ενάγουσα ανέλαβε έναντι προμήθειας να προβαίνει σε κρατήσεις θέσεων για την διακίνηση φορτηγών αυτοκινήτων πελατών της αυτοκινητιστών ή μεταφορικών εταιρειών και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, ως πλοιοκτήτρια, ανάλογα και με τις εκάστοτε μεταφορικές ανάγκες και δυνατότητες των πλοίων της, να διασφαλίζει τις αιτούμενες από την πρώτη ενάγουσα θέσεις φόρτωσης σε αυτά.

Επίσης η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, λειτουργώντας κατ' ουσίαν ως ναυτικός πράκτορας, να καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων από την προαναφερόμενη αιτία ναύλων, ανεξαρτήτως του εάν οι πελάτες της είχαν καταβάλει σε αυτή τους ναύλους (ασφαλιστήρια ρήτρα ή ρήτρα del credere) και ήταν υποχρεωμένη να τους εξοφλήσει με την παράδοση επιταγών εκδόσεώς της ή πελατείας της που είχαν οπισθογραφηθεί από αυτή, με ημερομηνία εκδόσεως το αργότερο εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερολογιακών ημερών από τη λήξη του υπό εκκαθάριση μήνα (βλ.

από 15-5-2003 προσκομιζόμενη σύμβαση). Η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών εξελίχθηκε αρχικά ομαλά δίχως να υπάρξουν προβλήματα και η ως άνω συμφωνία τους διατηρήθηκε σε ισχύ και για τα επόμενα έτη, χωρίς διαμαρτυρίες για τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα. Μια εκ των βασικών εντολέων - πελατών της πρώτης ενάγουσας ήταν η εταιρεία με την επωνυμία "...

ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΜΕΤΑΚΟΜΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΤΡΑΣ ΑΕ" (κατωτέρω: "... Α.Ε "), η οποία έδρευε στην Πάτρα. Ενόψει του ότι η εταιρεία αυτή πραγματοποιούσε μεγάλο όγκο θαλάσσιων μεταφορών των φορτηγών της, υπήρξε εκτεταμένη προσπάθεια επίτευξης συνεργασίας με την πρώτη εναγομένη με τη μεσολάβηση της πρώτης ενάγουσας, για το λόγο δε αυτό η πρώτη ενάγουσα προσέφερε αυξημένα ποσοστά προμήθειας επί του εκάστοτε ισχύοντος καθαρού ναύλου φορτηγών οχημάτων (σχετ.

οι με αριθμ. πρωτ. ... και ...). Ωστόσο, είναι σαφές ότι εκ των ανωτέρω προνομιακών προσφορών αντλούσαν αμοιβαία οφέλη αμφότερες οι εμπλεκόμενες εταιρείες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι προβλέφθηκε σταδιακή κλιμάκωση του ποσοστού προμήθειας της πρώτης ενάγουσας. Όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε επιμέλεια των εναγομένων (βλ.

σχετ. τα πρακτικά της με αριθμό 3692/ 2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), ο τρίτος ενάγων ήταν αυτός ο οποίος προσφέρθηκε να προσελκύσει την εταιρεία "... Α.Ε.", προκειμένου να συνεργασθεί με την πρώτη εναγομένη. Εντούτοις, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εταιρεία "... Α.Ε." ήταν ο μεγαλύτερος πελάτης της πρώτης εναγομένης.

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν υφίστατο οποιοσδήποτε συμβατικός δεσμός μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της εταιρείας "... Α.Ε." δεδομένου ότι η εταιρεία αυτή ήταν πελάτης και συνδεόταν συμβατικά αποκλειστικά και μόνο με την πρώτη ενάγουσα. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη του έτους 2008 η εταιρεία "...

Α.Ε." άρχισε να εμφανίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία μάλιστα αργότερα, το έτος 2010, την οδήγησαν σε πτώχευση και να μην είναι συνεπής στην εμπρόθεσμη εξόφληση των απαιτήσεων της πρώτης ενάγουσας, η οποία, συνακόλουθα, παρουσίασε προβλήματα με τη δική της χρηματοδότηση, καθώς επρόκειτο για σημαντικό πελάτη της, του οποίου η πορεία είχε αντίκτυπο στις δικές της συναλλαγές.

Ενόψει της κατάστασης αυτής ο τρίτος ενάγων, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης ενάγουσας, απέστειλε στην πρώτη εναγομένη την από 31-12-2008 επιστολή, με την οποία της γνωστοποίησε την ύπαρξη προβλημάτων χρηματοδότησης της εταιρείας "... ΑΕ", την αδυναμία της τελευταίας να καλύψει επιταγές εκδόσεώς της από τις 30 Νοεμβρίου 2008, διαβεβαίωσε ότι με την εγγύηση της εταιρίας τους (πρώτης ενάγουσας), συνεχίζει την διακίνηση των φορτηγών της με τα πλοία της πρώτης εναγομένης και τέλος ζητούσε στήριξη με το πάγωμα πληρωμών επιταγών της για πραγματοποιηθέντα δρομολόγια στους προηγούμενους μήνες, αλλά και πίστωση για τα δρομολόγια έως 15-1-2009, ώστε να επιτύχει και η ίδια (πρώτη ενάγουσα) την εύρυθμη λειτουργία της.

Στις 7-1-2009 ο τρίτος ενάγων και με την ως άνω ιδιότητά του, επανήλθε με νεότερη επιστολή του προς την πρώτη εναγομένη, ζητώντας τον διακανονισμό των ναύλων της εταιρείας "... ΑΕ" για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2008, ύψους 600.000 ευρώ, όπως ομολογούσε στην επιστολή αυτή, προτείνοντας μετάθεση της πληρωμής τους μετά τις 30-6-2009 και επίσης προσφερόμενος να προσκομίσει πρόσθετες εξασφαλίσεις.

Η πρώτη εναγομένη προς διευκόλυνση της εύρυθμης λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας, αποδέχθηκε το αίτημα και έτσι καταρτίσθηκε το από 2-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης εναγομένης, της πρώτης ενάγουσας και του τρίτου ενάγοντος, ενεργούντος ατομικά. Εκ του περιεχομένου των ως άνω επιστολών καθίσταται σαφές ότι η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης δεν ήταν προϊόν απειλής ή καθ' οιονδήποτε τρόπο εξαναγκασμού από την πρώτη εναγομένη, αλλά αντιθέτως, επήλθε κατόπιν επίμονων και συνεχών αιτημάτων της πρώτης ενάγουσας, δια του εκπροσώπου της.

Σύμφωνα με το από 2-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πρώτη ενάγουσα συνομολόγησε και αναγνώρισε ότι όφειλε στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 599.986,59 ευρώ, με βάση επιταγές που είχαν παραδοθεί στην τελευταία, είτε εκδόσεως της ίδιας (ύψους 395.593,25 ευρώ) είτε εκδόσεως της εταιρείας "... Α.Ε." (ύψους 204.393,34 ευρώ) τις οποίες είχε οπισθογραφήσει, ενώ δήλωσε ότι αδυνατούσε να καταβάλει το ποσό των επιταγών αυτών άμεσα.

Εν συνεχεία, συμφωνήθηκε η εξόφληση δια της μετάθεσης του χρόνου πληρωμής στις 30-6-2009 και παρέδωσε η οφειλέτιδα στην πρώτη εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχου συνολικού ποσού επιταγές εκδόσεως της, με φερόμενο χρόνο έκδοσης την 30-6-2009. Ο τρίτος ενάγων τριτεγγυήθηκε ατομικά υπέρ της εκδότριας την πληρωμή των επιταγών, ενώ, περαιτέρω, εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτιδα ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως και των λοιπών ενστάσεων του εγγυητή.

Επίσης, ο τρίτος ενάγων παρείχε επιπρόσθετη εξασφάλιση της πρώτης εναγομένης, συναινώντας στη σύσταση ενεχύρου σε μετοχές ανωνύμων εταιρειών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, που του ανήκαν κατά κυριότητα και σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, συμπεριλήφθηκε στο προαναφερθέν από 2-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, η με την αυτή ημεροχρονολογία σύμβαση ενεχύρασης μετοχών και ειδικότερα συμφωνήθηκε η σύσταση ενεχύρου υπέρ της πρώτης εναγομένης, επί 440 κοινών ανώνυμων μετοχών κυριότητάς του (αύξων αριθμός 1.021 - 1.460), μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Επιπλέον, συμφωνήθηκε ρητά ότι "σε περίπτωση μη πιστής και ακριβόχρονης τήρησης των υποχρεώσεων της Οφειλέτιδος (όπως ενδεικτικά, η μη εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε οφειλής) η Δανείστρια θα δικαιούται, κατά την απολύτως ελεύθερη κρίση της, να αποστείλει έγγραφο απευθυνόμενο στην Οφειλέτιδα και τον Εγγυητή για την κήρυξη ανίσχυρης πλέον της παρούσας συμφωνίας και την εξόφληση απ' αυτούς της συνολικής οφειλής της Οφειλέτιδας (ή της απομένουσας οφειλής της Οφειλέτιδος) εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού.

Μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας αυτής, η Δανείστρια δικαιούται να επιδιώξει, νόμιμα, έντοκα από την ημερομηνία κοινοποιήσεως του ως άνω εγγράφου στην Οφειλέτιδα και τους Εγγυητές την είσπραξη του συνόλου της οφειλής της Οφειλέτιδας, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, εμφανίζοντας και σφραγίζοντας σε περίπτωση μη πληρωμής τους τις ως άνω επιταγές, προ της ημεροχρονολογίας που φέρουν, και ασκώντας κάθε δικαίωμα της απ' αυτές".

Μέχρι την 30-6-2009 η πρώτη ενάγουσα δεν μπόρεσε να είναι συνεπής στις ως άνω υποχρεώσεις της και αρχές Ιουλίου 2009 δήλωσε στην πρώτη εναγομένη ότι συνεχίζει να αδυνατεί να εξοφλήσει το χρέος της, ζητώντας εκ νέου μετάθεση της πληρωμής του. Η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε το αίτημα της και καταρτίσθηκε το από 8-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του από 2-2-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ της πρώτης εναγομένης, της πρώτης ενάγουσας και του τρίτου ενάγοντος ενεργούντος ατομικά, δυνάμει του οποίου μετατέθηκε ο χρόνος αποπληρωμής ως εξής:

α) συμφωνήθηκε να καταβληθεί το ποσό των 62.842,50 ευρώ στις 31-8-2009 και παραδόθηκε στην πρώτη εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχη ισόποση επιταγή εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας, ενώ συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταβολής του ποσού αυτού μέχρι την ως άνω ημερομηνία, τότε η πρώτη ενάγουσα δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της για την είσπραξη του μερίσματος της χρήσης 2008 από την εταιρεία "... ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το οποίο ήταν ίσο με το ως άνω ποσό και β) συμφωνήθηκε να καταβληθεί το υπόλοιπο ποσό των 537.144,09 ευρώ στις 31-12-2009 και παραδόθηκαν στην πρώτη εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχες ισόποσες συνολικά επιταγές εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας. Ο τρίτος ενάγων τριτεγγυήθηκε ατομικά υπέρ της εκδότριας την πληρωμή των επιταγών, ενώ κατά τα λοιπά ίσχυαν τα ορισθέντα με το από 2-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Παρά τα ως άνω συμφωνηθέντα, κανένα και πάλι ποσό δεν καταβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη, ούτε καν το ποσό των 62.842,50 ευρώ, όσο το μέρισμα χρήσεως 2008 που διανεμήθηκε από την εταιρεία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εισπράχθηκε από τον τρίτο ενάγοντα, αλλά, αντιθέτως, η αντίστοιχη του μερίσματος ισόποση επιταγή αντικαταστάθηκε με νέες μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας της πρώτης ενάγουσας, με φερόμενο μεταγενέστερο χρόνο έκδοσης (από 11/2009 έως 4/2010), εκ των οποίων δύο σφραγίσθηκαν και έναντι αυτών καταβλήθηκε το ποσό των 8.600 ευρώ.

Ακολούθως ο τρίτος ενάγων, στις 7-9-2009 απέστειλε επιστολή στην πρώτη εναγομένη, με την οποία πλέον ζητούσε τη ρύθμιση σε δόσεις όλων των μέχρι τότε ληξιπρόθεσμων οφειλών της πρώτης ενάγουσας, ύψους 2.000.000 ευρώ όπως εκτιμούσε ο ίδιος και πρόσφερε προς εξασφάλιση την εγγύηση και της δεύτερης ενάγουσας, η οποία συμμετείχε ως μέτοχος στον όμιλο εταιρειών "...".

Ούτε στο αίτημα αυτό αρνήθηκε η πρώτη εναγομένη και κατόπιν διαπραγματεύσεων, στις 4-12-2009 καταρτίσθηκαν μεταξύ απάντων των εναγόντων αφενός και της πρώτης εναγομένης αφετέρου, πέντε (5) επιμέρους συμβάσεις (1 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, 2 συμβάσεις παροχής εγγύησης και 2 συμβάσεις σύστασης ενεχύρου), οι οποίες, ενόψει του ότι αφορούν κατ' ουσίαν σε μια (οικονομικά και νομικά) ενιαία συναλλαγή, αποτελούν περίπτωση "ένωσης συμβάσεων" και παράλληλα καταργήθηκε το από 2-2-2009 συμφωνητικό όπως είχε τροποποιηθεί με το από 8-7-2009 συμφωνητικό.

Ειδικότερα, καταρτίσθηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις: Α) Το από 4-12-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής και ρύθμισης χρέους, σύμφωνα με το οποίο η πρώτη ενάγουσα αναγνώρισε την ύπαρξη χρέους της έναντι της εταιρείας "...", που ανερχόταν στο ποσό των 2.053.266,32 ευρώ και προς κάλυψη του οποίου είχαν αρχικά εκδοθεί εις διαταγήν της εταιρείας "..." 21 επιταγές.

Επιπλέον, συμφωνήθηκε η τμηματική ικανοποίηση της απαίτησης και συγκεκριμένα (Κεφάλαιο I της σύμβασης υπό τίτλο "Ρύθμιση Οφειλής"): 1) το ποσό των 750.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 31- 12-2010, εκδόθηκε δε περί τούτου η με αριθμό ... μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή της "... Α.Ε.", με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης στις 31-12-2010, εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, ποσού 750.000 ευρώ και 2) το ποσό του 1.303.266,32 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 31-12-2011, εκδόθηκε δε περί τούτου η με αριθμό 00000129-5 μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή της "...

Α.Ε.", με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης στις 31-12-2011, εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, ποσού 1.303.266,32 ευρώ. Η δεύτερη των εναγόντων τριτεγγυήθηκε επί των σωμάτων των επιταγών την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση τους. Με κάθε τμηματική καταβολή, θα καταβάλλονταν από την οφειλέτρια τόκοι υπερημερίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο συμφωνητικό.

Επιπλέον, συμφωνήθηκε ρητά ότι στην περίπτωση κατά την οποία: 1) δεν θα ανανεωνόταν η υφιστάμενη από 1-4-2003 σύμβαση μεταξύ της εταιρείας "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "... A. Ν. Ε." που αφορούσε την εμπορική εκμετάλλευση από την "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" χώρων εστίασης πλοίων της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας, η οποία έληγε στις 31-12-2010 ή 2) δεν πωλείτο έως τις 30-6-2011 σε στρατηγικό επενδυτή τμήμα της συμμετοχής της πρώτης ενάγουσας στην εταιρεία "...

ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ", η πρώτη ενάγουσα οφειλέτρια θα δικαιούτο να παρατείνει την πληρωμή της δεύτερης ως άνω δόσης στις 31-12-2012, αφού προηγουμένως παρέδιδε νέες ισόποσες επιταγές σε αντικατάσταση αυτών του ποσού του 1.303.266,32 ευρώ, με παροχή τριτεγγύησης υπέρ της οφειλέτιδας, όποιων προσώπων έχουν τριτεγγυηθεί τις επιταγές της 31-12-2011.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ρητά (σελ. 4 και 5 του συμφωνητικού) ότι "σε περίπτωση μη πιστής και ακριβόχρονης τήρησης των υποχρεώσεων της Οφειλέτιδος σε σχέση με την Οφειλή, όπως και σχέση με την καταβολή των ποσών των συμφωνηθέντων τόκων, η παρούσα ρύθμιση δεν θα ισχύει και η ... θα δικαιούται κατά την απολύτως ελεύθερη κρίση της να αποστείλει έγγραφο απευθυνόμενο στην Οφειλέτιδα για την εξόφληση απ' αυτήν της συνολικής οφειλής της Οφειλέτιδας (ή της απομένουσας οφειλής της Οφειλέτιδος) εντός δύο (02) εργασίμων ημερών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού.

Μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας αυτής, η ... δικαιούται να επιδιώξει, νόμιμα, έντοκα από την ημερομηνία κοινοποιήσεως του ως άνω εγγράφου στην Οφειλέτιδα την είσπραξη του συνόλου της οφειλής της Οφειλέτιδας, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, εμφανίζοντας και σφραγίζοντας σε περίπτωση μη πληρωμής τους τις ως άνω επιταγές, προ της ημεροχρονολογίας που φέρουν, και ασκώντας κάθε δικαίωμα της απ' αυτές.

Τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο θα εφαρμοστούν και η παρούσα ρύθμιση δεν θα ισχύει και για την περίπτωση που οποιαδήποτε οφειλή του Ν. Μ., της Οφειλέτιδας, της μητρικής εταιρείας ... Α.Ε. και/ή οποιουδήποτε άλλου μέλους του Ομίλου της μητρικής εταιρείας ... Α.Ε. δεν καταβληθεί όταν οφείλεται ή όταν οποιοσδήποτε πιστωτής του Ν.

Μ., της Οφειλέτιδας, της μητρικής εταιρείας ... Α.Ε. και/ή οποιουδήποτε άλλου μέλους του Ομίλου της μητρικής εταιρείας ... Α.Ε. αποκτήσει το δικαίωμα να κηρύξει οποιαδήποτε τέτοια οφειλή ως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή πριν από την ημέρα κατά την οποία αυτή θα καθίστατο άλλως ληξιπρόθεσμη, ή εάν οποιαδήποτε εγγύηση ή ανάληψη υποχρεώσεως αποζημιώσεως που δόθηκε ή οποιαδήποτε υποχρέωση ή ανάληψη υποχρεώσεως ή συμφωνία που έγινε από τον Ν.

Μ., την Οφειλέτιδα, τη μητρική εταιρεία ... Α.Ε. και/ή οποιοδήποτε άλλο μέλος του Ομίλου της μητρικής εταιρείας ... Α.Ε. σε σχέση με οποιαδήποτε οφειλή δεν ικανοποιηθεί όταν καταστεί απαιτητή". Ο τελευταίος αυτός όρος είναι σχεδόν ταυτόσημος με τον περιληφθέντα στα από 2-2-2009 και 8-7-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά. Β) Μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας "...

Α.Ε." και της πρώτης εναγομένης, καταρτίσθηκε η από 4-12-2009 σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας η δεύτερη ενάγουσα εγγυήθηκε υπέρ της πρώτης ενάγουσας την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής ύψους 2.053.266,32 ευρώ, καθώς και την ακριβόχρονη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων της οφειλέτριας, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως και τις λοιπές ενστάσεις του εγγυητή Γ) Μεταξύ του τρίτου ενάγοντος, Ν.

Μ. και της πρώτης εναγομένης, καταρτίσθηκε η από 4-12-2009 σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας αυτός εγγυήθηκε ατομικά υπέρ της πρώτης ενάγουσας την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής ύψους 2.053,266,32 ευρώ, καθώς και την ακριβόχρονη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων της οφειλέτριας, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και τις λοιπές ενστάσεις του εγγυητή.

Δ) Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγόντων, καθώς και της πρώτης εναγομένης, καταρτίσθηκε η από 4-12-2009 σύμβαση σύστασης ενεχύρου, δυνάμει της οποίας, προς εξασφάλιση της απαίτησης της ως άνω δανείστριας εταιρείας, συστάθηκε ενέχυρο εκ μέρους της δεύτερης ενάγουσας επί 300 κοινών ανώνυμων μετοχών της κυριότητας της (αύξων αριθμός 1.801 - 2.100), μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ", ενώ περαιτέρω, μεταβιβάσθηκαν τα απορρέοντα από τις μετοχές αυτές δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα στο μέρισμα, δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα προτίμησης κ.λπ.), δίδοντας όμως η πρώτη εναγομένη την πληρεξουσιότητα στην δεύτερη ενάγουσα, ώστε να εξασκεί αντ' αυτής το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα προτίμησης, κατά το χρόνο που δεν είχε καταστεί απαιτητή η αξίωσή της.

Ε) Μεταξύ της πρώτης και του τρίτου των εναγόντων, καθώς και της πρώτης εναγομένης, καταρτίσθηκε η από 4-12-2009 σύμβαση σύστασης ενεχύρου, δυνάμει της οποίας, προς εξασφάλιση της απαίτησης της ως άνω δανείστριας εταιρείας, συστάθηκε ενέχυρο εκ μέρους του τρίτου ενάγοντος (ατομικά) επί: 1) 440 κοινών ανώνυμων μετοχών της κυριότητας του (αύξων αριθμός ...), μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, της ανώνυμης εταιρείας "... ...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ως προς τις οποίες είχε συσταθεί ενέχυρο και κατά το παρελθόν, δυνάμει της από 2-2-2009 σύμβασης), 2) επί 63.270 κοινών ανώνυμων μετοχών της κυριότητας του (αύξων αριθμός 105.451- 168.720), μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, της δεύτερης ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και 3) επί 43.367 κοινών ανώνυμων μετοχών της κυριότητας του (αύξων αριθμός 161.003 - 207.370), μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, της ανώνυμης εταιρείας "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ" ενώ, περαιτέρω, μεταβιβάσθηκαν τα απορρέοντα από τις μετοχές αυτές δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα στο μέρισμα, δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα προτίμησης κ.λπ.), δίδοντας όμως η πρώτη εναγομένη την πληρεξουσιότητα στον τρίτο ενάγοντα, ώστε να εξασκεί αντ' αυτής το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα προτίμησης, κατά τον χρόνο που δεν είχε καταστεί απαιτητή η αξίωσή της.

Από το ως άνω ποσό της οφειλής που ρυθμίστηκε, δεν αποδείχθηκε πλήρως το μέρος που αναλογούσε στους οφειλόμενους ναύλους των φορτηγών της εταιρείας "... ΑΕ". Όμως, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες από 31-12-2008 και 7-1-2009 επιστολές σε συνδυασμό με το από 2-2-2009 συμφωνητικό, το χρέος από αυτή την αιτία και το οποίο αφορούσε ναύλους των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2008, ανερχόταν σε 599.986,59 ευρώ και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους καταστάσεις διακίνησης φορτηγών δημοσίας χρήσεως της "...

ΑΕ" με τα πλοία της πρώτης εναγομένης, την περίοδο από 1-12-2008 έως 31-12-2008 διακινήθηκαν φορτηγά με αντίστοιχο ναύλο 44.661,56 ευρώ, ενώ την περίοδο από 1-1-2009 έως 23-10-2009, οπότε και σταμάτησε η διακίνησή τους μέσω της πρώτης ενάγουσας, διακινήθηκαν φορτηγά με αντίστοιχο ναύλο 238.943,76 ευρώ.

Συνεπώς, το σύνολο των ναύλων που αφορούσαν την "... ΑΕ" ανερχόταν στις 4-12-2009, σε κάθε περίπτωση, στο ποσό των 883.591,01 (599.986,59 + 44.661,56 + 238.943,76) ευρώ και τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της από 14-7-2009 και με αριθμό καταθέσεως 3731/2009 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία η πρώτη ενάγουσα στρεφόμενη κατά της ως άνω μεταφορικής εταιρείας, διεκδικούσε το ποσό των 867.130,20 ευρώ, λόγω αδικοπραξίας από έκδοση ακάλυπτων επιταγών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι άμεσα μετά την κατάρτιση των ως άνω 5 συμβάσεων, η πρώτη ενάγουσα, κατά παράβαση του σχετικού όρου του από 4-12-2009 συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής, δημιούργησε οφειλές, λόγω της μη πληρωμής και σφράγισης επιταγών πελατείας της που είχε οπισθογραφήσει στην πρώτη εναγομένη, συνολικού ποσού 107.797 ευρώ, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μετά την εν λόγω συμφωνία.

Συγκεκριμένα, δεν πληρώθηκαν οι ακόλουθες επιταγές: 1) η με αριθμό 01932993-8 επιταγή της "... Α.Ε" με φερόμενο χρόνο έκδοσης 10-2-2010, ποσού 14.000 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 12-2-2010 και σφραγίσθηκε ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τον τίτλο αυτό η με αριθμό 1258/21-6-2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, 2) οι με αριθμό ...

και ... επιταγές της "... Α.Τ.Ε.", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 20-1-2010, ποσού 15.000 και 13.000 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 25-1-2010 και 20-4-2010 αντίστοιχα και σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τους τίτλους αυτούς η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) η με αριθμό ...

επιταγή της "... ΤΡΑΠΕΖΑ A. Ε." με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-12-2009, ποσού 7.300 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 5-1-2010 και σφραγίσθηκε ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τον τίτλο αυτό η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Καλλιθέας 4) η με αριθμό ... επιταγή της "... PLC" και η με αριθμό 34425958-7 επιταγή της "...

Α.Ε.", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 25-1-2009 και 14-1-2010 αντίστοιχα, ποσού 4.000 και 5.402,50 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 4-1-2010 και 19-1-2010 αντίστοιχα και σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τους τίτλους αυτούς η με αριθμό 653/14-6-2010 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας, 5) η με αριθμό 06055210-7 επιταγή της "...

ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 3-2-2010, ποσού 12.000 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 11-2-2010 και σφραγίσθηκε ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τον τίτλο αυτό η με αριθμό 7787/25-6-2010 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 6) η με αριθμό 10096746-9 επιταγή της "... ΣΥΝ.Π.Ε.", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-12-2009, ποσού 12.206 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 5-1-2010 και σφραγίσθηκε ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τον τίτλο αυτό η υπ' αριθμ. 401/11-6-2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, 7) οι με αριθμούς 10096739-6 και 10096749-3 επιταγές της "...

ΣΥΝ.Π.Ε.", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-3-2010 και 15-4-2010 αντίστοιχα, ποσού 8.139 και 4.900 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 6-4-2010 και 20-4-2010 αντίστοιχα και σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τους τίτλους αυτούς η με αριθμό 403/11.06.2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και 8) η με αριθμό 00034629- 2 επιταγή της "...

Α.Ε..", με φερόμενο χρόνο έκδοσης 15-4-2010, ποσού 12.150 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 9-4-2010 και σφραγίσθηκε ελλείψει διαθέσιμου υπολοίπου, εκδόθηκε δε με βάση τον τίτλο αυτό η με αριθμό 544/27-7-2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Άπασες οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν ελλείψει ταμειακών διαθεσίμων περί τις αρχές του έτους 2010 και ως επί το πλείστον, οι αντίστοιχες διαταγές πληρωμής, οι οποίες σημειωτέον έχουν προσβληθεί με ανακοπές προβάλλοντας μόνο τον τυπικό λόγο της εκπρόθεσμης επίδοσης τους, εκδόθηκαν λίγο πριν τη συμπλήρωση του εξαμήνου από τη σφράγιση των επιταγών, δηλαδή εντός του απώτατου ορίου για τη δυνατότητα έκδοσης τους, δηλαδή η πρώτη εναγομένη δεν επιδίωξε άμεσα την απόκτηση εκτελεστού τίτλου σε βάρος της πρώτης ενάγουσας.

Η πρώτη ενάγουσα εξάλλου, ήταν ενήμερη για την ύπαρξη των ακάλυπτων αυτών επιταγών, καθώς, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους ηλεκτρονική αλληλογραφία με ημερομηνία 4-6-2010, της είχε ζητηθεί η πληρωμή τους, είχε δηλωθεί από αυτή η αδυναμία προς πληρωμή και είχε ζητήσει να ενταχθεί και το χρέος τούτο στη ρύθμιση του από 4-12-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Λόγω της μη τήρησης των συμφωνηθέντων, η πρώτη εναγομένη ενεργοποίησε τη ρήτρα του από 4-12-2009 συμφωνητικού και απέστειλε στους ενάγοντες, δια της κοινοποίησης στις 6-10-2010 ημέρα Τετάρτη, στον διορισθέντα με τα ως άνω συμφωνητικά αντίκλητο τους, δικηγόρο Ηρακλείου Γ. Σ., την από 5-10-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση (σχετ.

οι με αριθμό 2307Β, 2308Β και 2309Β/6-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Κ. Μ.), δυνάμει της οποίας διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά της πρώτης ενάγουσας και την κάλεσε να της καταβάλει εντός δυο εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της δήλωσης, το συνολικό ποσό των 2.053.266,32 ευρώ, καθώς επίσης να της εξοφλήσει κάθε άλλη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή της, ενώ, τέλος, δήλωσε ότι θα ασκήσει όλα τα προβλεπόμενα δικαιώματα της.

Επειδή οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν, η πρώτη εναγομένη στις 12-10-2010 εμφάνισε προς πληρωμή, ως είχε δικαίωμα, κατά τα συμφωνηθέντα, αφού είχε παύσει πλέον η ισχύς της από 4-12-2009 ρύθμισης του χρέους της πρώτης ενάγουσας, τις δύο επιταγές συνολικού ποσού 2.053.266,32 ευρώ, οι οποίες σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου και ακολούθως, βάσει αυτών, προχώρησε στην έκδοση της με αριθμό 2419/22-10-2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες απέστειλαν στην πρώτη εναγομένη την από 13-10-2010 εξώδικη διαμαρτυρία τους, η οποία κοινοποιήθηκε στις 14-10-2010, με την οποία διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός της εμφάνισης των επιταγών συνολικού ποσού 2.053.266,32 ευρώ, αφενός ισχυριζόμενοι ότι οι επιταγές αυτές παράνομα και αντισυμβατικά σφραγίσθηκαν πριν την ημερομηνία λήξης τους και ότι οι αξιώσεις από τις επιταγές συνολικού ποσού 108.000 ευρώ, απέρρεαν από παραγεγραμμένες απαιτήσεις και αφετέρου ότι οι αξιώσεις της πρώτης εναγόμενης προήλθαν από την άσκηση έντονων πιέσεων συνεπεία της πτώχευσης της εταιρείας "...

ΑΕ". Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, ισχυρίζονται ότι οι ως άνω συμβάσεις, τους επιβλήθηκαν κατόπιν απειλών και άσκησης έντονων πιέσεων από την πρώτη εναγομένη και ιδίως υπό την απειλή εμφάνισης και σφράγισης των παραδοθέντων σε αυτήν επιταγών, τις οποίες αδυνατούσαν να πληρώσουν εξαιτίας της χρεωκοπίας της πελάτιδός τους εταιρείας "...

ΑΕ" και ότι ειδικότερα η από 4-12-2009 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη ως καταπλεονεκτική. Ωστόσο από τα προαποδειχθέντα, συνάγεται με σαφήνεια ότι όλες οι συμβάσεις ρύθμισης χρέους οι οποίες καταρτίσθηκαν με την εταιρεία "...", καταρτίστηκαν κατόπιν επίμονων και συνεχών αιτημάτων του τρίτου ενάγοντος, άλλωστε απειλή δεν μπορεί να θεωρηθεί η άσκηση των προβλεπόμενων από τον νόμο και την σύμβαση δικαιωμάτων της πρώτης εναγομένης, ο οποίος επεδίωκε την μη σφράγιση των επιταγών που είχαν παραδοθεί στην πρώτη εναγομένη και την εξεύρεση χρόνου για την αποπληρωμή των αντίστοιχων οφειλών της πρώτης ενάγουσας, αποσκοπώντας και στην συνέχιση της συνεργασίας των δύο εταιρειών (πρώτης ενάγουσας και πρώτης εναγομένης).

Η πρώτη ενάγουσα προφανώς βρισκόταν σε ανάγκη ενόψει των οικονομικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν σε αυτή, εξαιτίας ιδίως των οικονομικών προβλημάτων της πελάτιδός της μεταφορικής εταιρείας "... ΑΕ", πλην όμως, την θέση της αυτή δεν εκμεταλλεύθηκε η πρώτη εναγομένη, ούτε πέτυχε με τις συμφωνίες τους δυσανάλογα οφέλη.

Ειδικότερα: Η οφειλή που αναγνωρίσθηκε κατά τα ανωτέρω από την πρώτη ενάγουσα και αφορούσε την πληρωμή των ναύλων των φορτηγών αυτοκινήτων πελατών της που διακινήθηκαν με τα πλοία της πρώτης εναγομένης, ήταν οφειλή δική της προς την πρώτη εναγομένη και όχι της εταιρείας "... ΑΕ" ή άλλων εταιρειών προς την πρώτη εναγομένη και αποτελούσε η εξόφλησή της συμβατική υποχρέωση, που απέρρεε από εγγυοδοτική συμφωνία (ασφαλιστική ρήτρα ή ρήτρα del credere) την οποία είχε συνάψει στις 15-5-2003, κατ' αρθρο 361 ΑΚ, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και μάλιστα η συμφωνία αυτή συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές σε ανάλογες περιπτώσεις.

Επίσης η οφειλή της δεν συνδέεται αποκλειστικά με την χρεωκοπία της εταιρείας "... ΑΕ", δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, οι απαιτήσεις της σε βάρος της μεταφορικής εταιρείας, από ναύλους οφειλόμενους στην πρώτη εναγομένη, υπολείποντο σημαντικά του ποσού της συνολικής οφειλής που αναγνώρισε. Η πρώτη εναγομένη επέδειξε καλόπιστη και συμβιβαστική διάθεση, παρέχοντας αρκετό χρόνο στην οφειλέτρια πρώτη ενάγουσα, προκειμένου να μπορέσει να ρυθμίσει και να εξοφλήσει το χρέος της προς αυτήν, το οποίο σημειωτέον, μέσα σε διάστημα μόλις ενός έτους, από 599.986,59 ευρώ ανήλθε στο ποσό των 2.053.266,32 ευρώ, με αποτέλεσμα η ικανοποίηση της δανείστριας να έχει καταστεί ιδιαιτέρως επισφαλής και να δημιουργούνται, συνακόλουθα, οικονομικά προβλήματα και στην ίδια, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, ότι η εταιρεία "..." αποτελεί εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και, επομένως, υπόκειται σε ιδιαίτερα αυστηρούς οικονομικούς ελέγχους.

Καθόλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την υπογραφή της από 4-12-2009 σύμβασης, η πρώτη εναγομένη δεν εμφάνισε και δεν σφράγισε ποτέ οποιαδήποτε οφειλόμενη επιταγή, αλλά παρείχε διευκόλυνση στην οφειλέτρια της, αντικαθιστώντας τις ληξιπρόθεσμες επιταγές με νέες, έτσι ώστε να επιμηκύνει το χρόνο αποπληρωμής και, επομένως, να παράσχει τη δυνατότητα στην οφειλέτρια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, όμως, προφανώς δικαιολογημένα, με ταυτόχρονη συμφωνία παράδοσης, χάριν καταβολής, επιταγών εκδόσεως της ίδιας της οφειλέτριας και όχι των επιταγών πελατείας της που ήταν επισφαλείς.

Ούτε, τέλος, κατά το παρελθόν η πρώτη εναγομένη, ενεργοποίησε τη ρήτρα περί της δυνατότητας της να απαιτήσει την άμεση πληρωμή των επιταγών, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την όχληση προς την οφειλέτρια πρώτη ενάγουσα. Αντιθέτως, η πρώτη ενάγουσα, πλην ελάχιστων μικρών καταβολών, οι οποίες δεν έχουν το χαρακτήρα της πραγματικής βούλησης αποπληρωμής της οφειλής, ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι της συνολικής οφειλής της, με αποτέλεσμα από την εν γένει συμπεριφορά της να δημιουργείται βάσιμος φόβος στη δανείστρια ότι δεν θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της.

Σημειώνεται ότι η πρώτη ενάγουσα, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς της των χρήσεων 2008 και 2009, στις 31-12-2008 είχε συνολική απαίτηση από πελάτες της 5.448.215,27 (βλ κονδύλια ισολογισμού Δ

ΙΙ.1, Δ

ΙΙ.3.α, Δ

ΙΙ.3.β και Δ

ΙΙ.3.γ) και στις 31-12-2009 τα αντίστοιχα κονδύλια ανερχόταν σε 4.318.132,17 ευρώ, δηλαδή μείωσε τις απαιτήσεις από πελάτες της κατά 1.130.083,10 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε και δεν διέθεσε για ικανοποίηση της πρώτης εναγόμενης, ενώ, επίσης, με το από 6-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η δεύτερη ενάγουσα πώλησε στην εταιρεία "...

ΑΕ" 750 μετοχές της εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ", αντί τιμήματος 1.800.000 ευρώ και ούτε το ποσό αυτό διατέθηκε προς εξόφληση της απαίτησης της πρώτης εναγομένης. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι ο τρίτος ενάγων προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης για υπογραφή των συμβάσεων όντας εντελώς απροετοίμαστος, δεδομένου ότι ο ίδιος γνώριζε άμεσα, προσωπικά και σε βάθος το πρόβλημα που υπήρχε, ο δε συμβιβασμός προήλθε κατόπιν δικών του επανειλημμένων αιτημάτων.

Ούτε, άλλωστε, μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ένα φυσικό πρόσωπο με τόσο έντονη και πολυσχιδή επιχειρηματική δραστηριότητα και εμπειρία δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να αντιληφθεί το επακριβές περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων ή ότι δεν διέθετε επαρκή νομική και οικονομολογική υποστήριξη. Τουναντίον, από την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους ηλεκτρονική αλληλογραφία προκύπτει εναργώς ότι υφίστατο επικοινωνία τόσο με τον τρίτο ενάγοντα όσο και με το νομικό παραστάτη των εναγόντων ως προς την κατάρτιση του περιεχομένου των συμβάσεων (σχετ.

τα αντίγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με ημερομηνίες 30.11.2009, 01.12.2009, 03.12.2009 και 04.12.2009). Όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε επιμέλεια των εναγομένων (βλ. σχετ. τα πρακτικά της με αριθμό 3692/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), πριν από την κατάρτιση των συμβάσεων ο τρίτος ενάγων είχε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία με τη διοίκηση της πρώτης εναγομένης, ενώ είχε επισκεφθεί τα γραφεία της 2-3 φορές.

Επίσης, δεν κρίνεται πειστική ως προς το σημείο αυτό η κατάθεση του Γ. Θ. (σχετ. η με αριθμό 3.085/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης), καθώς ο μάρτυρας δεν είχε ιδία γνώση, αλλά κατέθεσε όσα, κατά δήλωση του, του μετέφερε ο τρίτος ενάγων. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η πρώτη εναγομένη έλαβε την εγγύηση της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της και συστάθηκαν ενέχυρα υπέρ αυτής.

Τούτο, όμως, ήταν απόλυτα δικαιολογημένο ενόψει αυτού του ύψους του χρέους και της μέχρι τότε αφερεγγυότητας της πρώτης ενάγουσας. Εξάλλου, η ίδια η πρώτη ενάγουσα, ταυτόχρονα με τα αιτήματα προς ρύθμιση της οφειλής της, προσφέρθηκε με εγγυήσεις προς εξασφάλιση της πρώτης εναγομένης. Η αξία των ενεχύρων που συστάθηκαν δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, αν και μπορεί να εκτιμηθεί περίπου στο ποσό της απαίτησης που ασφάλιζαν, αφού οι 750 μετοχές της δεύτερης ενάγουσας, οι οποίες ανήκαν στον ίδιο όμιλο με τις 740 συνολικά ενεχυρασθείσες μετοχές, πωλήθηκαν στον όμιλο ...

λίγους μήνες μετά την ως άνω σύμβαση προς 2.400 (1.800.000:750) ευρώ εκάστη. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ικανοποίηση, εξ αυτών των ενεχύρων, της πρώτης εναγομένης, θα έφθανε μέχρι το ύψος της απαίτησής της και τυχόν υπόλοιπο ποσό θα έπρεπε να επιστραφεί στους ενεχυραστές και εξάλλου, από τις μετοχές που ενεχύρασαν η δεύτερη και ο τρίτος των εναγόντων, δεν υπήρχαν αρνητικές συνέπειες στην συμμετοχή τους στις αντίστοιχες εταιρείες όπου ήταν μέτοχοι, αφού εξακολουθούσαν, με εξουσιοδότηση της πρώτης ενάγουσας κατά τα προαναφερθέντα, να δύνανται να ασκούν τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτές.

Εν συνεχεία και αναφορικά ειδικά με την περιεχόμενη στο υπό στ. I κεφάλαιο της σύμβασης (υπό τίτλο "Ρύθμιση Οφειλής") ρήτρα, για την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη και ως καταχρηστική, πρέπει να σημειωθεί ότι και αυτή, αυτοτελώς κρινόμενη, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της δικαιοπραξίας που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε όμως και της καταχρηστικότητας.

Συγκεκριμένα και ως προς την επικαλούμενη δυσαναλογία, οι ενάγοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την ακυρότητα της ρήτρας με βάση ένα γεγονός, το οποίο δεν υφίστατο αντικειμενικά κατά την σύναψη της σύμβασης, αλλά έλαβε χώρα αργότερα και συγκεκριμένα επικαλούνται ότι όταν απεστάλη η από 5-10-2010 εξώδικη επιστολή της πρώτης εναγομένης, σε εκτέλεση της ρήτρας αυτής, η νέα οφειλή της πρώτης ενάγουσας ανήρχετο στο ποσό των 107.797 ευρώ, το οποίο συγκριτικά με τη συνολική οφειλή είναι δυσανάλογα μικρό.

Πέραν του ότι η εκ των υστέρων διαμόρφωση του ύψους της οφειλής, που εν προκειμένω ήταν πράγματι νέα οφειλή, διότι αφορούσε ληξιπρόθεσμες μετά την 4-12-2009 απαιτήσεις, δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την κρίση περί της ύπαρξης φανερής δυσαναλογίας, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, με δεδομένη την οικονομική δυσχέρεια της πρώτης ενάγουσας και το γεγονός ότι ουδέποτε αυτή υπήρξε συνεπής ως προς την τήρηση των συμφωνηθέντων, της παρείχε μεν διευκολύνσεις για ρύθμιση των οφειλών της, προς προάσπιση όμως και των δικών της συμφερόντων, δεν επιθυμούσε πλέον την μεγέθυνση του χρέους με νέες οφειλές.

Εξάλλου, ο σχετικός όρος ήταν σχεδόν ταυτόσημος με τον περιεχόμενο στα από 2-2-2009 και 8-7-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, δίχως να έχει προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς το περιεχόμενο του από την οφειλέτρια. Το διήμερο δε εξόφλησης που τέθηκε στην σύμβαση, τέθηκε στην πραγματικότητα τυπικά ως χρόνος αποπληρωμής, αφού ήδη είχε δοθεί στην πρώτη ενάγουσα επιπλέον χρόνος αποπληρωμής περίπου 1,5 έτους.

Επίσης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι λόγω του γεγονότος ότι ο τρίτος ενάγων βρισκόταν σε επαγγελματική εκδήλωση εν πλω στις 6-10-2010, έλαβε πραγματική γνώση της εξώδικης καταγγελίας της από 4-12-2009 σύμβασης στις 8-10-2010, ημέρα Παρασκευή, δηλαδή την τελευταία ημέρα της ταχθείσης προθεσμίας. Εντούτοις, πλέον του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο η λήψη πραγματικής γνώσης στις 8-10-2010, σε κάθε περίπτωση το γεγονός αυτό αυτοτελώς κρινόμενο τυγχάνει αδιάφορο, ενόψει του ότι η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε στον ορισθέντα με τις προαναφερθείσες συμβάσεις αντίκλητο της πρώτης ενάγουσας.

Εξάλλου, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση του ότι είχαν δημιουργηθεί νέες οφειλές τους και ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστούσε παραβίαση του συμβατικού όρου. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα είχε εξασφαλίσει τη λήψη πίστωσης, ύψους 750.000 ευρώ, από συνεργαζόμενη τράπεζα, προκειμένου να αποπληρώσει το ποσό της πρώτης επιταγής, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, μη αρκούσης της κατάθεσης των μαρτύρων Γ.

Α. και Γ. Θ., δεδομένου ότι αφενός μεν δεν στηρίζονται τα όσα καταθέτουν από αντίστοιχες τραπεζικές επιστολές και αφετέρου πρόκειται για όψιμο ισχυρισμό, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν εξέθεσαν το γεγονός αυτό στην από 13-10-2010 εξώδικη διαμαρτυρία τους. Ούτε, άλλωστε, προσκομίσθηκε οποιοδήποτε σχέδιο αποπληρωμής της οφειλής της περιόδου αυτής, λαμβανομένων υπόψη αφενός μεν ότι η πρώτη ενάγουσα δεν είχε εξασφαλίσει τα απαραίτητα κεφάλαια για την έγκαιρη αποπληρωμή της πρώτης επιταγής δύο περίπου μήνες πριν από τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης της (31-12-2010) και αφετέρου ότι ο ως άνω αναπόδεικτος δανεισμός, ποσού 750.000 ευρώ, θα επέφερε πρόσκαιρη ταμειακή ρευστότητα.

Συνεπώς και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ως άνω, σε σχέση με το περιεχόμενο της από 4-12-2009 σύμβασης, στην οποία εμπεριέχεται και η προαναφερθείσα ρήτρα που τέθηκε στην ρύθμιση της οφειλής, καθίσταται σαφές ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε συνακόλουθα συντρέχει ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης.

Τέλος, η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά και η όποια μείωση της οικονομικής ευρωστίας των εναγόντων δεν ήταν συνέπεια πταίσματος των εναγομένων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αυτά και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες.".

Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, με την από 15-5-2003 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της πρώτης αναιρεσείουσας, η τελευταία, λειτουργώντας ως ναυτικός πράκτορας, ανέλαβε έναντι προμήθειας, να προβαίνει σε κρατήσεις θέσεων για τη διακίνηση φορτηγών αυτοκινήτων πελατών της και η πρώτη αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση, ως πλοιοκτήτρια, να διασφαλίζει τις αιτούμενες θέσεις φορτώσεως στα πλοία της, σύμφωνα δε με την περιεχόμενη στην εν λόγω σύμβαση ασφαλιστήρια ρήτρα η πρώτη αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το σύνολο των οφειλόμενων ναύλων, ανεξάρτητα αν οι πελάτες της είχαν πληρώσει σ' αυτήν τους ναύλους και να τους εξοφλήσει με την παράδοση επιταγών εκδόσεώς της ή πελατείας της, με ημερομηνία εκδόσεως το αργότερο εντός 75 ημερών από τη λήξη του υπό εκκαθάριση μήνα, η εταιρεία "...

Α.Ε", η οποία ήταν πελάτης της πρώτης αναιρεσείουσας, εμφάνισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που είχαν αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία ζήτησε από την πρώτη αναιρεσίβλητη τον διακανονισμό των οφειλόμενων από την ως άνω εταιρεία ναύλων, ύψους 600.000 ευρώ και στις 4-12-2009 καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της πρώτης αναιρεσίβλητης πέντε συμβάσεις, ήτοι μια σύμβαση αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως οφειλής, δύο συμβάσεις παροχής εγγυήσεως και δύο συμβάσεις συστάσεως ενεχύρου, με την πρώτη εξ αυτών η πρώτη αναιρεσείουσα αναγνώρισε ότι οφείλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.053.266,32 ευρώ, το οποίο συμφώνησε να καταβληθεί τμηματικά, ήτοι 750.000 ευρώ στις 31-12-2010 και 1.303.266,32 ευρώ στις 31-12-2011, από το ως άνω δε συνολικά οφειλόμενο ποσό των ναύλων μόνο το ποσό των 883.591 ευρώ αφορούσαν την εταιρεία "...

Α.Ε", όμως η πρώτη αναιρεσείουσα μετά την υπογραφή των ως άνω συμβάσεων, κατά παράβαση του σχετικού όρου της συμβάσεως αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως οφειλής, δεν πλήρωσε τις επιταγές πελατείας της που είχε οπισθογραφήσει στην αναιρεσίβλητη, ποσού 107.797 ευρώ, οι οποίες σφραγίστηκαν. Κατά την κατάρτιση των ως άνω πέντε συμβάσεων η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εκμεταλλεύθηκε την δυσχερή οικονομική κατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας, ούτε πέτυχε δι' αυτών δυσανάλογα οφέλη, δεδομένου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα αναγνώρισε δική της αποκλειστικά οφειλή προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η εξόφληση της οποίας αποτελούσε συμβατική της υποχρέωση που απέρρεε από την προαναφερθείσα ασφαλιστική ρήτρα της από 15-5-2003 συμβάσεως, η οποία (ρήτρα) δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε είναι καταχρηστική, ενόψει και του ότι η εν λόγω ρήτρα περιεχόταν τόσο στην αρχική από 15-5-2003 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, όσο και στα από 2-2-2009 και 8-7-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνωρίσεως χρέους της πρώτης αναιρεσείουσας και διακανονισμού της πληρωμής του, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς το περιεχόμενο της ρήτρας από την πρώτη αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 178, 179, 180, 281, 919 ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός σύμβασης, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων.

Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της σύμβασης, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 335/2004).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει στη δικαιοπραξία με σωστή ερμηνεία η απόφαση και με λεπτομέρεια οι αιτιολογίες της, από τις οποίες προκύπτει το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1763/ 2011, ΑΠ 5/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την προσφυγή σ' αυτούς, παρά τη μη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην από 4-12-2009 σύμβαση σύστασης ενεχύρου για την διασφάλιση της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβητης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το τυχόν υπερβάλλον τίμημα που θα προκύψει μετά την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τα συσταθέντα ενέχυρα θα πρέπει να επιστραφεί στους ενεχυραστές, μολονότι η σύμβαση δεν έχρηζε ερμηνείας για να διαπιστωθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, αφού από το περιεχόμενό της, το οποίο ήταν σαφές και χωρίς κενά, δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως, ούτε αναγράφονται οι αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, παρότι δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν με επίκληση, από τα οποία αποδεικνυόταν το ύψος της πραγματικής οφειλής της εταιρίας "...

Α.Ε" (1.493.981,90 ευρώ), για την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα αναγγέλθηκε στη πτώχευση της εν λόγω εταιρίας και ειδικότερα: 1) την υπ' αρ. 24/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία επαληθεύτηκε η ανωτέρω απαίτησή της, 2) την ανακοπή στην πτωχευτική διαδικασία και 3) κατάλογο με επιταγές πελατείας της εταιρίας "...

Α.Ε", ενώ αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη τα ανωτέρω προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα δεν θα εφάρμοζε την ρήτρα πιστασφάλειας, καθόσον δεν είχε καταβληθεί στην πρώτη αναιρεσείουσα η εγγυητική επιπλέον προμήθεια που εφαρμόζεται στους ναυτικούς πράκτορες. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/ 2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον πρώτο λόγο της έφεσής τους αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας της ρήτρας πιστασφάλειας (ρήτρα del credere), η οποία προβλεπόταν στην από 15-5-2003 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως καταχρηστικής, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι η βασιμότητά του αποδεικνύει την ανυπαρξία της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος αυτής.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο πιο πάνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν αυτοί (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ