Legislator Case Law & Legislation
858/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding inheritance and bank account distribution.

Case Number 858/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by Alpha Bank and other defendants against the Third Instance Court of Larissa's final judgment. The appellants argued that the lower court erred in classifying certain sums as interest rather than purchase price and failed to consider specific documents. The court held that the lower court's factual assessment regarding the nature of the funds was not subject to appellate review and that the appellants' arguments did not constitute valid grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure: When a party dies after a final judgment, the appeal must be directed against the universal successors, and the appellate court's assessment of factual circumstances regarding the nature of funds is not subject to review.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment universal successors inheritance distribution factual assessment review bank account dispute interest versus purchase price legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Civil Code
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 192(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 858 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 858/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) Α. Θ. του Α., κατοίκου ..., 4) Θ. - Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βίτωρος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ων η κλήση: 1) Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Γ. Π. του Δ., 2) Δ. Π. του Γ., 3) Β. Π. του Γ., κατοίκων ..., 4) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Γ. Π. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα, που ανακάλεσε την από 6/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2017 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/7/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παράγραφος 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων ...6 επομ. του ίδιου Κώδικα, οι οποίες, κατ' άρθρο 573 παράγραφος 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος.

Σε περίπτωση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσής του, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 754/2021 ΑΠ 306/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν την κρινόμενη από 3-7-2021 αίτηση αναίρεσης στις 7-7-2021, με κατάθεση στη γραμματεία του εκδόσαντος της προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, Γ. Π., ως αντιδίκου (εφεσίβλητου) των εκκαλούντων στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 77/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα, με επίκληση από τους καθ' ων η κλήση, έγγραφα και συγκεκριμένα, (α) το από 11-5-2021 απόσπασμα της ...2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου ..., (β) το με αριθ.

πρωτ. .../...-2021 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Προϊσταμένης του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου ... και (γ) το με αριθ. πρωτ. .../...-2021 πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος (Γ. Π.) απεβίωσε στις 22-4-2021, δηλαδή πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Ε.

Π. (... καθ' ης η κλήση - ... αναιρεσίβλητη) και τα τέκνα του, Δ. Π., Β. Π. και Α. Π. (τρίτη και τέταρτη των καθ' ων η κλήση). Οι αναιρεσείοντες, που, όπως ισχυρίζονται, έλαβαν γνώση του θανάτου του ανωτέρω αναιρεσίβλητου στις 7-7-2021, οπότε κοινοποιήθηκε στην ... από αυτούς η από ...-2021 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από το αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της .../2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την από ...-2021 κλήση τους, την οποία απευθύνουν κατά των καθ' ων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου, επανέφεραν προς συζήτηση την αίτηση αναίρεσης, στην ίδια ως άνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση αυτής παραστάθηκαν οι καθ' ων, εκπροσωπούμενοι από νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, οι οποίοι με τις νομίμως κατατεθείσες είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. σχετική επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα) προτάσεις τους, πρόβαλαν ισχυρισμό απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ήδη αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, ισχυριζόμενοι ότι οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει γνώση του θανάτου αυτού από το χρόνο της κηδείας, δεδομένου ότι η είδηση μεταδόθηκε από τα τοπικά μέσα μαζικής επικοινωνίας του ..., όπου βρίσκεται το υποκατάστημα της τράπεζας, με το οποίο έγιναν οι επίδικες συναλλαγές, αλλά και κατοικεί η τέταρτη αναιρεσείουσα και σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση του θανάτου από τις τραπεζικές συναλλαγές, στις οποίες προέβη η ...

αναιρεσίβλητη μετά το θάνατο του συζύγου της, κατά τις οποίες προσκόμισε σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτού. Ωστόσο, οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκομίζουν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη της βασιμότητας του ως άνω ισχυρισμού τους περί του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν το γεγονός του θανάτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, γι' αυτό ο ανωτέρω περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Συνεπώς, η από ...-2021 κλήση των αναιρεσειόντων είναι παραδεκτή και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους καθ' ων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ανωτέρω αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου. Με την κρινόμενη από 3-7-2021 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. .../2021, Αριθ. Δικ .../2021), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 77/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-4-2019 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 8-6-2017 αγωγή των αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 300, 330 και 9... ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι κατ' αρχήν η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας όμως δεν απαιτείται πάντοτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα ...1 και ...8 ΑΚ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1185/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 9...

ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 354/2022, ΑΠ ...06/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 12.../2019). Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 12.../2019). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας και πελάτη.

Έτσι η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις αυτής, ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας, συνδεόμενης αιτιωδώς με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση πρόσφορο, να οδηγήσει στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Υπό την παραπάνω έννοια, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σ' αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη της επένδυσης, έτσι ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικά, να αξιολογήσει ακολούθως, ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενή του Τράπεζα (ΑΠ ...06/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: (1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, Τράπεζας, (2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9...

ΑΚ και (3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν σ' αυτόν ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και, γενικότερα, όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 9... ΑΚ (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 459/2021, 780/2019, ΑΠ 631/2015). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 459/2021).

Εξάλλου, με τις ..., τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12...3/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. ...96/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: ...

αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.".

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 9... ΑΚ. Επομένως, εφόσον η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 12.../2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016). Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "... bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Δηλαδή, ο κομιστής ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.

Αντιθέτως, ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (... bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των ... bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 536/2019).

Επί των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, καθώς και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επιπλέον και η ...01/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία έχει δημοσιευθεί στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α', 277) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 21.../2009). Βάσει δε της Πράξης αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσής τους (ΑΠ 459/2021).

Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2...1/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και Τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 10.../2015).

Ως εκ τούτου θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση τόσο λόγω αδικοπραξίας όσο και λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2...1/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή -, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Δηλαδή, να μην παραπλανάται αποφασίζοντας να ενεργήσει μια συναλλαγή, την οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του προμηθευτή προβλέπονται, ιδίως στα άρθρα 9γ - 9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών", προκύπτουν, όμως, εμμέσως και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία ναι μεν αναφέρονται ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", ωστόσο αφορούν, με τελολογική ερμηνεία τους, κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Επομένως, οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 354/2022) Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι, πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης, στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών (ΑΠ ...06/2021, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ... και η δεύτερη των εκκαλούντων συναποτελούν το τμήμα "Ιδιωτικής Τραπεζικής", που αποτελεί τον κύριο φορέα υπηρεσιών "Private Banking" της ...ς εξ αυτών, η δε δεύτερη είναι οιονεί καθολικός διάδοχος δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." και θυγατρική της ...ς των εκκαλούντων κατά 100%, ενώ οι τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων είναι υπάλληλοι αυτών.

Ο δεύτερος εφεσίβλητος, γεννηθείς το έτος 1931, είναι απόφοιτος από το έτος 1955 του Οικονομικού Πανεπιστημίου ... (πρώην Α.Σ.Ο.Ε.Ε.) και εργάστηκε στην καπνοβιομηχανία "..." και στη συνέχεια στην Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ) ως τραπεζικός υπάλληλος από το έτος 1972 έως και το έτος 1992 και μέχρι τη συνταξιοδότησή του ασχολείτο με χρηματοδοτήσεις - δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων, η δε ...

εφεσίβλητη, γεννηθείσα το έτος 1943, είναι σύζυγος του δεύτερου και απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου. Δυνάμει της με αριθ. 211/2017, ήδη αμετάκλητης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (εκουσία δικαιοδοσία) ο δεύτερος εφεσίβλητος τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και διορίστηκε, προσωρινή μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης και οριστική για τον μετέπειτα της τελεσιδικίας χρόνο, η σύζυγός του, ήδη ...

εφεσίβλητη, από την οποία εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη, τα συμπτώματα δε της νόσου άρχισαν περί το έτος 2006. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από το έτος 1990 ο δεύτερος εφεσίβλητος ήταν πελάτης της ...ς εκκαλούσας, διατηρώντας σε αυτήν τραπεζικούς προθεσμιακούς λογαριασμούς, με συνδικαιούχο τη σύζυγό του, ...

εφεσίβλητη και παράλληλα διατηρούσε διάφορους μετοχικούς τίτλους. Το έτος 2002, υπάλληλοι της ...ς εκκαλούσας, γνωρίζοντας ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος, διαθέτει αξιόλογο ποσό καταθέσεων, τον προέτρεψαν να έρθει σε επικοινωνία με τους υπαλλήλους του Τμήματος της Ιδιωτικής Τραπεζικής (Private Banking) της ανωτέρω Τράπεζας, προκειμένου να τον ενημερώσουν για τυχόν δυνατότητα επωφελέστερης τοποθέτησης των χρημάτων του.

Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο ίδιος ο δεύτερος εφεσίβλητος τους προσέγγισε αυτοβούλως και όχι οι υπάλληλοι της ...ς εκκαλούσας, είναι αβάσιμος, καθόσον ο δεύτερος εφεσίβλητος, ως ομολογείται και από τους εκκαλούντες, ήταν μέχρι τότε ένας συντηρητικός πελάτης της .... εκκαλούσας, τοποθετώντας τα χρήματά του σε εγγυημένες προθεσμιακές καταθέσεις.

Εξάλλου, το επίμαχο διάστημα, η προώθηση ομολογιακών προϊόντων από την ... εκκαλούσα τράπεζα διαμέσου της δεύτερης εκκαλούσας θυγατρικής της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήταν επιχειρηματική πολιτική της, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες Α. Μ. και Α. Μ., στελέχη της ...ς εκκαλούσας, στα πλαίσια παρόμοιας δίκης (βλ.

τις με αριθ. .../2016 και .../2017 ένορκες βεβαιώσεις), αλλά και όπως διαπίστωσε και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (βλ. τη με αριθ. .../...-2018 απόφασή της). Ο δεύτερος εφεσίβλητος, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων υπαλλήλων των εκκαλουσών εταιριών, ότι με την επένδυσή του στα επίδικα ομόλογα το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο και εγγυημένο (βλ.

τις με αριθ. .../2017 και .../2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π. Κ. και Ξ. Γ.), στο ..., στις ...-2002 υπέγραψε τη με αριθ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στην οποία συμβλήθηκαν η ... εφεσίβλητη σύζυγός του και τα τέκνα τους (Α. και Δ., μη διάδικοι στην παρούσα δίκη), ενώ αντισυμβαλλόμενές τους υπό τον κοινό τίτλο "ALPHA PRIVATE", ήταν η ...

εκκαλούσα και η εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που συγχωνεύθηκε διά απορροφήσεως με τη δεύτερη εκκαλούσα, όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα από την τέταρτη των εκκαλούντων, ο δε τρίτος των εκκαλούντων, υπάλληλος των εκκαλουσών εταιριών και αρμόδιος, μεταξύ άλλων, για την προώθηση προς πώληση επενδυτικών προϊόντων, πιστοποίησε το γνήσιο της υπογραφής των εφεσιβλήτων.

Ειδικότερα, καταρτίστηκε η με Κωδικό Χαρτοφυλακίου ... "Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" αορίστου χρόνου, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με τα παραρτήματά της, ήτοι το Παράρτημα Α με τίτλο, "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής", το Παράρτημα Β με τίτλο "Πρόσθετοι Παράγοντες Αξιολογήσεως επενδύσεων σε αγορές του Εξωτερικού", τα έγγραφα με τίτλο "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ" για τον δεύτερο εφεσίβλητο, ομοίως και για την ...

εφεσίβλητη και για κάθε συμβαλλόμενο τέκνο τους, αντίστοιχα, στα οποία περιλαμβάνονται τα προσωπικά στοιχεία των επενδυτών, δηλώθηκε η διεύθυνση αλληλογραφίας αυτών (... 13-15, ...ς), έγγραφο με τίτλο "Ανέκκλητη Εντολή - Εξουσιοδότηση" των ανωτέρω συμβαλλομένων επενδυτών, με την οποία οι τελευταίοι παρείχαν εξουσιοδότηση προς τις εκκαλούσες εταιρίες, μεταξύ άλλων και για χορήγηση εντολών για χρέωση και πίστωση του λογαριασμού που ανοίχτηκε επ' ονόματι των επενδυτών, καταθέτοντας και αναλαμβάνοντας τα αντίστοιχα ποσά, καθώς και για τη διενέργεια κάθε απαραίτητης ενέργειας για την παροχή προς τους επενδυτές υπηρεσιών σε εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ αυτών και των εκκαλουσών εταιριών και έγγραφο με τίτλο "Πληρεξουσιότητα προς Αντιπροσώπους", με το οποίο ο δεύτερος εφεσίβλητος παρείχε στις εκκαλούσες εταιρίες πληρεξουσιότητα να ενεργούν με μόνη την υπογραφή τους καθεμία ατομικά στο όνομά του και για λογαριασμό του και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών εκπροσώπων πράξεις διαχειρίσεως επί του λογαριασμού του ως επενδυτή που ενδεικτικά αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο.

Όλα δε τα ως άνω έγγραφα υπογράφηκαν στο σύνολό τους την ίδια ημέρα και στον όρο 17.4 της ανωτέρω σύμβασης αναφέρεται ότι κάθε συμβαλλόμενος έλαβε αντίγραφο της σύμβασης, για την εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκε ο με αριθ. ... λογαριασμός, που τηρήθηκε από την ... εκκαλούσα. Στην ανωτέρω σύμβαση και τα παραρτήματα αυτής, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, περιλαμβάνονται προδιατυπωμένοι όροι, μεταξύ των οποίων και ότι οι δύο πρώτες των εκκαλουσών αναλαμβάνουν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των επενδυτών, σύμφωνα με τις εντολές που λαμβάνουν από τους επενδυτές, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παρ. 1α (1) του άρθρου 2 του Ν. ...96/1996 (όρος 2.1), ρητά δε συμφωνήθηκε ότι, λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής των επενδυτών και δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία αυτών (όρος 8.1) και ότι οι εντολές που θα εκτελούνταν από τις εταιρίες για λογαριασμό των επενδυτών θα ήταν προϊόν αποκλειστικά ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εκκαλουσών εταιριών, ενώ οι τελευταίοι δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται στις αντισυμβαλλόμενες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών (όρος 8.2), ότι οι επενδυτές στις σχέσεις τους με τις αντισυμβαλλόμενες δεσμεύονται εις ολόκληρον, έστω και εάν είχε ενεργήσει μόνο ο ένας από αυτούς, περαιτέρω δε ότι οι πράξεις ή παραλείψεις του ενός θεωρούνται κοινές πράξεις ή παραλείψεις όλων των επενδυτών και δεσμευτικές για όλους (όρος 7), ότι η ευθύνη των εταιριών, των προστηθέντων υπαλλήλων ή των βοηθών εκπλήρωσης και των τρίτων, με τους οποίους αυτές συνεργάζονταν ως προς την παροχή των υπηρεσιών τους προς τους επενδυτές, περιορίζονταν στις περιπτώσεις δόλου και βαρείας αμέλειας, ότι αυτές δεν έφεραν ευθύνη για τυχόν ζημία των επενδυτών εκ τυχαίων γεγονότων ή γεγονότων ανωτέρας βίας (όροι 8.6 και 8.10).

Περαιτέρω, στο Παράρτημα Α της ανωτέρω σύμβασης αναφερόταν η βασική αρχή, την οποία όφειλαν να γνωρίζουν οι επενδυτές, ότι η αναμενόμενη απόδοση ήταν αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλάμβαναν, επιπλέον δε ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενείχαν, από τη φύση τους, κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενές τους εταιρίες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες, είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιό τους, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση/εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολό του υπόκειται στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους.

Επίσης, ως προεκτέθηκε, οι εφεσίβλητοι χορήγησαν στις άνω εταιρίες την από ...-2002 ανέκκλητη εντολή - εξουσιοδότηση προς εκτέλεση συναλλαγών. Έκτοτε δε, το Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής ("PRIVATE BANKING") της ...ς εκκαλούσας, το οποίο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση της δεύτερης εκκαλούσας, ανέλαβε αποκλειστικά τη συμβουλευτική διαχείριση του δημιουργηθέντος εκ των ανωτέρω ενεργειών χαρτοφυλακίου των εφεσιβλήτων, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σχέση απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών του δεύτερου εφεσίβλητου, καθόσον η υπεύθυνη πληροφόρηση είχε μεγάλη σημασία για τους εφεσίβλητους, στην οποία προσέβλεπαν, αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων τους και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των εφεσιβλήτων από το τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής καταρτίστηκε σιωπηρά, μεταξύ των τελευταίων και των εκκαλουσών εταιριών, σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας οι εκκαλούσες εταιρίες ανέλαβαν την υποχρέωση να δίνουν συμβουλές στους εφεσίβλητους για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Η επικαλούμενη, επίσης, από τους εκκαλούντες για την επίρρωση των ως άνω ισχυρισμών τους, περί ανυπαρξίας συμβουλευτικής σχέσης, λόγω έλλειψης αμοιβής για τις παρεχόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν αναιρεί τα παραπάνω, διότι, ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους ήδη υπάρχοντες αποτελούν ένα είδος οικονομικού οφέλους, επιπλέον δε αναφορικά με το δεύτερο κατωτέρω αναφερόμενο ομόλογο η ...

εκκαλούσα υπήρξε ανάδοχος αυτού και ως εκ τούτου είχε ίδιο συμφέρον προς διάθεση αυτού, οι δε προστηθέντες υπάλληλοι για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών ελάμβαναν και ανάλογη αμοιβή (bonus) (βλ. σχετικά έγγραφα μισθοδοσίας και ένορκη βεβαίωση του Α.. Μ., συνταξιούχου τραπεζικού υπαλλήλου, που συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και αναφέρει ότι είχαν οδηγίες από τη διοίκηση της Τράπεζας να συστήνουν σε πελάτες με υψηλή καταθετική ικανότητα το Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής).

Επίσης, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η μεταπήδηση του δεύτερου εφεσίβλητου από τον τομέα των καταθέσεων στον τομέα των επενδύσεων έγινε με δική του πρωτοβουλία γνωρίζοντας κυρίως ως εκ της ιδιότητάς του ως τραπεζικού υπαλλήλου της ΕΤΒΑ ότι ενέχει κινδύνους, τους οποίους επωμίζεται ο επενδυτής και αποσκοπώντας στο αυξημένο επιτόκιο και αφού ενημερώθηκε πλήρως από τους τρίτο και τέταρτη των εκκαλούντων για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη φύση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, ως ήδη προεκτέθηκε, αυτό έγινε κατόπιν προσέγγισής του από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εκκαλουσών εταιριών, οι οποίοι προσέγγιζαν καταθέτες με υψηλά χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς τους, προκειμένου να τους πείσουν να μεταφερθούν στο Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής με το κίνητρο των υψηλότερων αποδόσεων και της εγγύησης του κεφαλαίου τους (βλ.

σχετ. ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Μ. και Α. Μ., συνταξιούχων τραπεζικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν για παρόμοιες υποθέσεις). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του Α. Π., που προσκόμισαν οι εκκαλούντες, ο οποίος είναι υπάλληλος των εκκαλουσών εταιριών από το έτος 2004, πλην όμως, δεν έχει άμεση αντίληψη για τα γεγονότα, αλλά από πληροφορίες συναδέλφων του, όπως αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι έλαβαν οποιαδήποτε προσυμβατική ενημέρωση για την εν λόγω επένδυση στα επίδικα ομόλογα και ειδικότερα για τα χαρακτηριστικά, τη φύση και τους κινδύνους που ελλοχεύει η αγορά των επίδικων κατωτέρω αναφερόμενων επενδυτικών προϊόντων, ενόψει και του ότι επρόκειτο για έναν συντηρητικό καταθέτη, τη συναλλακτική συμπεριφορά του οποίου και της συζύγου του γνώριζαν οι εκκαλούντες από το έτος 1990.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος ήταν απόφοιτος οικονομικού Πανεπιστημίου με οικονομικές γνώσεις, που ανάγονται στο έτος σπουδών του (1955), που εξελίχθηκαν στο επίπεδο που ήταν απαραίτητο για τη διεκπεραίωση των εργασιακών του καθηκόντων ως υπαλλήλου στην ΕΤΒΑ, στο τμήμα δανειοδοτήσεων, μέχρι τη συνταξιοδότησή του και του ότι υπέγραψε σχετικό παράρτημα στην ανωτέρω σύμβαση, στο οποίο αναφέρονταν οι κίνδυνοι των επενδύσεων, δεν υποκαθιστούν την υποχρέωση των εκκαλούντων πλήρους και αναλυτικής ενημέρωσής του για τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα, που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, τις οποίες δεν διέθεταν οι εφεσίβλητοι.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, κατόπιν συμβουλών και παραινέσεων του τρίτου και της τέταρτης των εκκαλούντων, χωρίς να παρέχουν στους εφεσίβλητους οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική ενημέρωση σχετικά με τους κινδύνους των προτάσεών τους, αλλά διαβεβαίωναν αυτούς ότι τα προτεινόμενα από αυτούς προϊόντα είναι εγγυημένα από τον εκδότη τους, καθώς και από την ...

εκκαλούσα και ασφαλή ως προς το κεφάλαιο που επενδύεται, καθώς και ότι ήταν άμεσα ρευστοποιήσιμα, ο δεύτερος εφεσίβλητος, ο οποίος με βάση τη σύμβαση ενεργούσε και για λογαριασμό της ...ς εφεσίβλητης, πείστηκε να συναινέσει στην τοποθέτηση - επένδυση των κατωτέρω αναφερόμενων χρηματικών ποσών στα κάτωθι ομόλογα.

Ειδικότερα, ο δεύτερος εφεσίβλητος, στις 10-12-2004, προέβη στην αγορά του ομολόγου "..." με .... έκδοσης της Alpha Credit PLC, ονομαστικής αξίας 75.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 111,15 και ποσό διακανονισμού 83.402,68 ευρώ, με απόδοση 4,822% έως τις 5-3-2005 και στη συνέχεια τρίμηνο Euribor και 2,65%. Στις ...-12-2004, ο δεύτερος εφεσίβλητος αγόρασε και δεύτερο μερίδιο του ίδιου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 21.000 ευρώ.

Τα ανωτέρω ομόλογα εκδόθηκαν στις 5-12-2002 από την εταιρία ειδικού χρηματοδοτικού σκοπού με την επωνυμία "...", που είχε έδρα στο ... και για τα οποία είχε δοθεί εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης από την εταιρία με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", με ημερομηνία λήξης στο διηνεκές (άληκτο) και με ημερομηνία δικαιώματος ανάκλησης μετά το δέκατο έτος (ήτοι μετά την 5-12-2012), οι δε κάτοχοί τους δεν δικαιούνται να ζητήσουν την εξαγορά τους.

Το προϊόν αυτό δεν είχε ημερομηνία λήξεως, αποτελούσε, δηλαδή, ομόλογο "ατελεύτητης διάρκειας", "διηνεκές" ή "αιώνιο" ή "αόριστης διάρκειας" ("..."), υπό την έννοια ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο κομιστής αυτού δεν δικαιούνταν σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ο εκδότης, όμως, διατηρούσε το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως μετά την παρέλευση ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (εν προκειμένω μετά το δέκατο έτος), οπότε θα καταβαλλόταν το 100% της ονομαστικής του αξίας.

Στην περίπτωση αυτή και μόνο, αν δηλαδή ο εκδότης αποφάσιζε την πρόωρη ανάκληση του ομολόγου κατ' ελεύθερη αυτού βούληση (ανάκληση που θα μπορούσε να μη γίνει και ποτέ), οι εκκαλούσες εταιρίες παρείχαν εγγύηση επιστροφής του επενδεδυμένου κεφαλαίου στο σύνολό του. Η εγγύηση, δηλαδή, αυτή κάλυπτε μόνο την περίπτωση της πρόωρης ανάκλησης, όχι, όμως και την περίπτωση πτώχευσης του εκδότη ή εν γένει μείωσης της πιστοληπτικής του ικανότητας, ενώ δεν αποδείχθηκε διαπραγμάτευση του επίδικου ομολόγου στη δευτερογενή αγορά, καθ' οιοδήποτε χρονικό σημείο, σε επίπεδο έστω προσεγγίζοντα την ονομαστική του αξία.

Επομένως, οι συγκεκριμένοι τίτλοι είναι μειωμένης εξασφάλισης, ανήκουν στην κατηγορία "... bonds", δηλαδή των "ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας", δηλαδή ημερομηνίας λήξης στο διηνεκές, άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογα, τα οποία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεώγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μια ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων, ο δε κομιστής ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ενώ ο τελευταίος, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση, μετά το δέκατο έτος.

Όπως προεκτέθηκε, οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα από τα δύο. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων τόκων, όχι, όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους.

Ο κομιστής δηλαδή ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του.

Επομένως, ο ως άνω ομολογιακός τίτλος δεν αποτελεί βασικό και απλό προϊόν, αλλά σύνθετο στη σύλληψη και τη λειτουργία του προϊόν, ικανό να παραπλανήσει τον οιονδήποτε, ακόμη και τον πλέον βαθυγνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων και ως εκ τούτου οι τελευταίοι υπείχαν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των εφεσίβλητων επενδυτών ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είχε τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και κυρίως να τονίσουν ότι το προϊόν ήταν άληκτο και επομένως, δεν είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν το κεφάλαιό τους, αν το επιθυμούσαν, ούτε ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου τους, να επεξηγήσουν την έννοια της πρόωρης ανάκλησης του προϊόντος και τη σημασία της, ότι δηλαδή η δεκαετία δε σηματοδοτούσε τη λήξη του προϊόντος, αλλά την απλή δυνατότητα του εκδότη να προβεί, εφόσον το επιθυμούσε, σε μονομερή ανάκληση του προϊόντος, καθώς και την πιστοληπτική διαβάθμιση της εκδότριας της ομολογίας που ήταν ...

από τον οίκο Moody's και ... από τον οίκο S & P, δηλαδή αξιολόγηση που φανέρωνε ότι τα οικονομικά στοιχεία της εκδότριας εταιρίας δεν ήταν τέτοια, ώστε να διασφαλίζει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το κεφάλαιο των επενδυτών και τις αποδόσεις του. Επιπλέον, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η απόδοση της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν πολύ κατώτερη του επίδικου ομολόγου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε ότι οι εφεσίβλητοι, λαμβανομένου υπόψη και του συντηρητικού επενδυτικού τους προφίλ, απέβλεπαν σε μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζαν υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αντίθετα ενδιαφέρονταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε με αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο θα διασφάλιζε πρωτίστως την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και θα απέφερε μακροπρόθεσμα κέρδη από τους τόκους, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι οι εφεσίβλητοι εν γνώσει τους απέβλεπαν στη μεγάλη απόδοση του επίδικου ομολόγου σε σχέση με τις προθεσμιακές τους καταθέσεις.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος, ατομικά και για λογαριασμό της ...ς εφεσίβλητης, στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης και κατόπιν παροτρύνσεων του τρίτου και της τέταρτης των εκκαλούντων, προέβη στις 4-7-2005 στην αγορά ομολόγου, έκδοσης της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", με ..., λήξης την 10-2-2015, ονομαστικής αξίας 331.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 100,40 και ποσό διακανομισμού 334.081,29 ευρώ, ενώ στη θέση του εκδότη αναγραφόταν η ένδειξη "corporate" και όχι η επωνυμία του εκδότη και του εγγυητή του ομολόγου.

Ακολούθως, ο δεύτερος εφεσίβλητος, στις 20-7-2005 αγόρασε και δεύτερο μερίδιο του ίδιου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 54.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 100,40 και ποσό διακανονισμού 54.856,09 ευρώ, στις 29-8-2005 αγόρασε τρίτο μερίδιο αυτού, ονομαστικής αξίας 44.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 100,40 και ποσό διακανονισμού 44....6,88 ευρώ, στις 20-12-2005 αγόρασε τέταρτο μερίδιο του ως άνω ομολόγου, ονομαστικής αξίας 34.000 ευρώ και καθαρή αξία 101 και ποσό διακανονισμού 34.477,78, στις 11-1-2006 αγόρασε πέμπτο μερίδιο του ίδιου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 4.000 ευρώ και καθαρή αξία 101,03 και ποσό διακανονισμού 4.066,73 και στις 4-4-2007 αγόρασε και έκτο μερίδιο του ίδιου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ και καθαρή τιμή 101,20 και ποσό διακανονισμού 10.193 ευρώ (βλ.

ιδ. σχετ. αναλυτική κατάσταση κίνησης αξιογράφων και αναλυτική κατάσταση κίνησης χρηματικών υπολοίπων και αποτίμηση χαρτοφυλακίου). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω επίδικο ομόλογο, ονομαστικής αξίας 2.200.000 ευρώ και δεκαετούς διάρκειας, είχε εκδοθεί από την "...", στις 10-2-2005, στο πλαίσιο έκδοσης ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης, με την εγγύηση της μητρικής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS BANK AE" (μετέπειτα "Τ-ΒΑΝΚ ΑΤΕ") από τη θυγατρική αυτής ως άνω εταιρία "...", η οποία είχε συσταθεί μόνο προς το σκοπό έκδοσης του ομολογιακού δανείου για τη συγκέντρωση κεφαλαίου για την ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της άνω εγγυήτριας.

Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 50.000.000 ευρώ και τη διάθεσή τους στην πρωτογενή αγορά ανέλαβαν η Ολλανδική Τράπεζα ... και η ALPHA BANK, ενεργώντας ως ανάδοχοι, αφού τα σχετικά με την έκδοση διατυπωμένα στην αγγλική γλώσσα έντυπα αναφέρονται ως κύριοι κοινοί διαχειριστές. Το ομόλογο εισήχθη προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, ενώ το τοκομερίδιό του πληρωνόταν κάθε τρίμηνο, με βάση το τρίμηνο επιτόκιο Euribor συν περιθώριο 1,35% μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά 1,30%.

Το ομόλογο αυτό προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ήταν ομόλογο μειωμένης εξασφάλισης, δηλαδή οι δανειστές υπάγονταν εκούσια σε δυσμενέστερο καθεστώς ικανοποίησης σε σχέση με άλλους δανειστές, αφού σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, λύσης ή πτώχευσης του δανειολήπτη ικανοποιούνται μετά από όλες τις άλλες υποχρεώσεις, ακόμα και τις ανασφάλιστες και προηγούνται μόνο των απαιτήσεων των ίδιων των μετόχων για συμμετοχή στο προϊόν της εκκαθάρισης.

Η ομολογία αυτή αποτελεί σύνθετο χρηματοπιστωτικό μέσο σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ ...01/2002, αφού η απόδοσή της εξαρτάται από τη διακύμανση του δείκτη του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor. Στο φυλλάδιο προσφοράς - ενημερωτικό φυλλάδιο της ως άνω εκδότριας του ομολόγου εταιρίας αναφέρεται ότι η επένδυση στο ομόλογο αυτό ενέχει κινδύνους.

Η διαβάθμιση από το Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης FITCH Ratings Ltd ήταν α) μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση ΒΒ+, που υποδηλώνει (σύμφωνα με τους ορισμούς του άνω οίκου ως προς τα σύμβολα στο σύστημα διαβάθμισης) μέσο πιστωτικό κίνδυνο, β) βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση Β, που υποδηλώνει τράπεζα με σχετικά αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και σχετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρεών σε περίπτωση δυσμενών οικονομικών αλλαγών, γ) χρηματοοικονομική θέση C/D, που υποδηλώνει τράπεζα με μία ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης και ανησυχίες σε σχέση με την κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της και επομένως, σύμφωνα με τον ίδιο Οίκο Αξιολόγησης, καταδεικνύει μέτριες προοπτικές επιβίωσης.

Επίσης, ο παραπάνω οίκος είχε κατατάξει το παραπάνω ομόλογο, με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο που αυτό εμπεριέχει και που συναρτάται με την ικανότητα του εκδότη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, στη βαθμολογική κλίμακα ΒΒ, η οποία καταδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο και ιδιαίτερα σε περίπτωση δυσμενών μεταβολών στην αγορά ή στις οικονομικές συνθήκες με την πάροδο του χρόνου.

Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στους εφεσίβλητους πριν από την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονται στα προαναφερόμενα "αποδεικτικά εντολής συναλλαγής", τα οποία ήταν και τα μόνα έγγραφα, που τους παραδόθηκαν. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το ομόλογο είχε καθοδική πορεία και υπήρξε υποβάθμισή του από ΒΒ κατά την έκδοσή του, σε Β στις 3-11-2008, σε CCC+ στις 29-7-2009, σε CCC στις 3-11-2009 και σε C στις 22-12-2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις.

Επίσης, σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο 2006 της ASPIS BANK, εγγυήτριας του ομολόγου, η Τράπεζα, το Δεκέμβριο του έτους 2005, είχε λάβει από το διεθνή οίκο αξιολόγησης FITCH τις εξής διαβαθμίσεις: Μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -ΒΒ+, Βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -Β, χρηματοοικονομική θέση -C/D. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου οίκου, με ημερομηνία δημοσίευσης ορισμών τον 12/20..., η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της ASPIS BANK, ως BB, υποδεικνύει ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να διακόψει πληρωμές, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών αλλαγών ή μεταβολών της αγοράς.

Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση, ως Β, υποδεικνύει κερδοσκοπικού χαρακτήρα πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων και αυξημένη ευπάθεια σε περίπτωση δυσμενών αλλαγών στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.

Τέλος, η αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης της τράπεζας, ως C/D, υπεδείκνυε ότι επρόκειτο για μια τράπεζα με μια ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης. Η αξιολόγηση αυτή υπεδείκνυε, επιπλέον, ανησυχίες σε σχέση με την κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της.

Εξάλλου, στην αρχική σελίδα του ενημερωτικού σημειώματος για την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου, αναφέρεται ότι η έκδοση είναι με την "αμετάκλητη εγγύηση" της ASPIS BANK και διευκρινίζεται ότι η εγγύηση αυτή αναφέρεται στην μειωμένης διασφάλισης εγγύηση. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της ASPIS FINANCE θα ικανοποιηθούν, μόνον, εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της εγγυήτριας ASPIS BANK, δηλαδή μετά τους πιστωτές της εγγυήτριας με διασφάλιση και μετά τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν, όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες.

Σε περίπτωση, δηλ. πτώχευσης, εκκαθάρισης κλπ η Τράπεζα θα ικανοποιούσε πρώτα όλους τους λοιπούς πιστωτές της και έπειτα τους πιστωτές της ASPIS FINANCE. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας, επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο μειωμένης διασφάλισης που εκδόθηκε στις 10-2-2005, έληγε το 2015 με δικαίωμα ανάκλησης το 1010 και το επιτόκιο (Euribor συν περιθώριο 1,35% μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά 1,30%) πληρωνόταν ανά τρίμηνο.

Οι εν λόγω ομολογίες, λόγω ακριβώς της ρήτρας μειωμένης διασφάλισης, θεωρούνται σύνθετα επενδυτικά προϊόντα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αγορά Κινητών Αξιών και Αγορών. Κατά το χρόνο κυκλοφορίας του ενημερωτικού δελτίου, ήτοι την 8-2-2005, είχε γίνει αίτηση για την εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και αναμενόταν η βαθμολόγηση των τίτλων με ΒΒ στην κλίμακα διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας από το διεθνή οίκο που προαναφέρθηκε.

Η τελευταία αγοραπωλησία επί των εν λόγω ομολόγων στην οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου πραγματοποιήθηκε στις 8-2-2007, ενώ στις 15-2-2012 ανεστάλη οριστικά η διαπραγμάτευσή του. Το συγκεκριμένο προϊόν, κατά τη στιγμή της έκδοσής του είχε χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση ΒΒ και ως εκ τούτου ανήκε στην κατηγορία του κερδοσκοπικού.

Σύμφωνα με την κλίμακα που χρησιμοποιεί ο εν λόγω οίκος αξιολόγησης, η συγκεκριμένη αξιολόγηση υποδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε περίπτωση δυσμενών μεταβολών στην επιχείρηση ή στις οικονομικές συνθήκες με την πάροδο του χρόνου. Η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων με ΒΒ τους κατατάσσει στην κατηγορία των ομολογιών υψηλού κινδύνου (junk bonds).

Εν συνεχεία και συγκεκριμένα στις 3-11-2008, η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων ήταν Β-, στις 29-7-2009 CCO, στις 3-11-2009 CCC και στις ...-5-2011 C. Η ... και ALPHA BANK ανέλαβαν, βάσει της από 8-2-2005 σύμβασης με την εκδότρια, την κάλυψη του ομολογιακού δανείου, ανέλαβαν δηλ. να καλύψουν οι ίδιες ή να εξεύρουν επενδυτές για την κάλυψη του ομολογιακού δανείου και μάλιστα με προμήθεια (για τη διαχείριση, την αναδοχή και τη διάθεση), που ανερχόταν στο 0,3% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων.

Ρητά, όμως, αναφέρεται στο ενημερωτικό δελτίο της έκδοσης, ως προς τους όρους αναδοχής του ομολόγου, που αφορούσαν και την ALPHA BANK, ως κύρια ανάδοχο για την Ελλάδα, ότι ενόψει του υψηλότατου επενδυτικού κινδύνου, που ενέχει η αγορά των εν λόγω ομολόγων, απαγορεύεται η πραγματοποίηση οποιασδήποτε δημόσιας προσφοράς ή απόπειρα πώλησης των εν λόγω τίτλων στην Ελλάδα, χωρίς την έκδοση ενημερωτικού δελτίου εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδας με βάση την ελληνική νομοθεσία.

Ομοίως απαγορεύεται ρητώς η εμπλοκή σε οποιασδήποτε μορφής διαφήμιση, γνωστοποίηση, δήλωση ή πάσα έτερη ενέργεια προς το σκοπό προσέλκυσης ελληνικού επενδυτικού κοινού για την αγορά των εν λόγω ομολόγων. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στους εφεσίβλητους πριν την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονταν στο προαναφερόμενο "αποδεικτικό εντολής συναλλαγής".

Σημειώνεται δε ότι για τον ομολογιακό αυτό τίτλο δεν έχει εγκριθεί ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ούτε έχει διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους (βλ. το με αριθ. πρωτ. .../...-2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Δυνάμει της με αριθ. .../...-2011 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β .../...-2011) η "T- BANK" τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ με βάση τη με αριθ. .../...-2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχός της.

Στα μεταβιβαζόμενα στο "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης μετά από την ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Σύμφωνα με την από ....-2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.

Η ίδια η εκδότρια Τράπεζα, διά των εκκαθαριστών της, δηλώνει ότι λόγω της θέσης σε εκκαθάριση, τόσο αυτής, όσο και της εγγυήτριας του τίτλου, η ικανοποίηση των κατόχων των ομολόγων έχει καταστεί περιορισμένη, αν όχι αδύνατη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούσες εταιρίες απέστειλαν στον δεύτερο των εφεσιβλήτων, την από ...-12-2011 επιστολή, με την οποία τον πληροφορούσαν ότι η εγγυήτρια του επίμαχου ομολογιακού τίτλου είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και ότι τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεών τους από τα ομόλογα θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα και την πορεία της ειδικής εκκαθάρισης.

Επίσης, με την από ...-1-2012 επιστολή γνωστοποιήθηκε στο δεύτερο εφεσίβλητο ότι μπορούσε να αναγγείλει τις απαιτήσεις τους που απορρέουν από τα επίδικα ομόλογα μέσω της Τράπεζας, ενώ με την από …-11-2012 επιστολή τους, του γνωστοποίησαν ότι η εκδότρια των εν λόγω ομολόγων τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση και ότι μπορούσε να αναγγείλει τις απαιτήσεις του μέσω της Τράπεζας.

Ενόψει του γεγονότος ότι, βάσει της με αριθ. .../1/...-2011 απόφασης (άρθρο 2 στοιχ. Β'), στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της "ASPIS BANK" από το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, εκδόσεως της "...", για κεφάλαιο ύψους 50 εκατ.

Ευρώ, αλλά και του ότι, από την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από …...-2012 δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας αυτής εταιρίας, προκύπτει το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης εξασφάλισης πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης, πλήρως καταδεικνύεται ότι από τη θέση σε εκκαθάριση της εκδότριας και της εγγυήτριας του ένδικου ομολόγου εταιρίας, δεν υφίσταται, διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί από τους εφεσίβλητους στα ομόλογα με την επωνυμία "..." και της αξίας όσων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία τους, η οποία είναι μηδενική.

Λόγω δε της μηδενικής αυτής αποτιμήσεως του συγκεκριμένου τμήματος της περιουσίας των εφεσίβλητων, το οποίο διαμορφώθηκε μέσω της υποβολής των τελευταίων σε δαπάνη του ύψους που εκτέθηκε, οι εφεσίβλητοι έχουν υποστεί ισόποση ζημία, ίση με τα ως άνω χρηματικά ποσά που διέθεσαν για την αγορά τους, η οποία έχει συντελεστεί και άρα είναι παρούσα και, επομένως, δεν επίκειται η απόληψη των χρημάτων των εφεσίβλητων από τη διαδικασία της αναγγελίας αυτών στη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης της T-BANK.

Από τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφαλίσεως, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μια θυγατρική της εγγυήτριας εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστήθηκε με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων.

Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επένδυση στο ως άνω ομόλογο ενείχε σοβαρούς κινδύνους, αφού ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες και πολύ περισσότερο το κεφάλαιό του, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων. Επομένως, τα ως άνω επίδικα ομόλογα, δεν ήταν απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι εκκαλούντες να έχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των εφεσίβλητων επενδυτών, σύμφωνα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τις απορρέουσες από τα άρθρα ...1 και ...8 ΑΚ και τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και παρόλα αυτά, όμως, οι προστηθέντες από τις εκκαλούσες εταιρείες υπάλληλοι - τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων - λειτουργώντας κατά την προώθηση των ανωτέρω ομολόγων στους εφεσίβλητους, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως άτυποι επενδυτικοί σύμβουλοι των τελευταίων, δεν παρείχαν προσυμβατικά, όπως όφειλαν, ορθές και πλήρεις συμβουλές στους εφεσίβλητους, ούτε και επαρκείς πληροφορίες για το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος, στις 15-3-2007, προέβη στην αγορά του ομολόγου "CYPRUS POPULAR BANK" ...-5-2006-...-5-2016 FRN, με ISIN ..., εκδότη "CYPRUS POPULAR BANK", ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, με καθαρή τιμή 100,74 και αξία διακανονισμού 100.966,89 ευρώ και τρίμηνο εκτοκισμό και επιτόκιο 4,593%. Το πιο πάνω ομόλογο που εκδόθηκε στις ...-5-2006 από την τράπεζα "CYPRUS POPULAR BANK", ήδη τελούσα σε ειδική εκκαθάριση, ήταν δεκαετούς διάρκειας και προερχόταν από δευτερογενή αγορά, αγοράστηκε από τον δεύτερο εφεσίβλητο κατόπιν προτροπής του τρίτου και της τέταρτης των εκκαλούντων, προστηθέντων της ...ς και δεύτερης των εκκαλούντων εταιριών και ήταν μια ομολογία σε ευρώ, μειωμένης εξασφάλισης, δηλαδή έρχεται τελευταία σε προτεραιότητα ικανοποίησης σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας της εταιρίας, κατ' ουσίαν δηλαδή στερείται εγγυήσεως.

Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 450.000 ευρώ και διατέθηκε στους επενδυτές μέσω "Deutsche Bank" ως αναδόχου και άλλων υποαναδόχων, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η ... εκκαλούσα τραπεζική εταιρία, ενώ το τοκομερίδιό του υπολογιζόταν και πληρωνόταν ανά τρίμηνο επί τη βάσει του τρίμηνου επιτοκίου euribor πλέον 0,75% ετησίως έως την ημερομηνία ανάκλησης και πλέον 1,75% ετησίως μετά την ημερομηνία ανάκλησης.

Λόγω της ρήτρας μειωμένης εξασφάλισης και της σύνδεσής του με το δείκτη euribor, αλλά και με βάση την ΠΔ/ΤΕ ...../2002, καθώς και με βάση την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA), το επίδικο ομόλογο θεωρείται σύνθετο επενδυτικό προϊόν και κατά το χρόνο αγοράς του (15-3-2007) αξιολογούνταν από το διεθνή οίκο αξιολόγησης Moody's με ..., ήτοι ήταν μέσης ποιότητας, οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες και ενέχουν πολύ σημαντικό κίνδυνο.

Σύμφωνα με το από 5-5-2006 πληροφοριακό σημείωμα, με το οποίο η εκδότρια συνόδευσε το ως άνω ομολογιακό δάνειο, προβλέπεται ότι "εντός της Ελλάδος οι ομολογίες θα προσφέρονται μόνο σε έμπειρους επενδυτές και θεσμικούς επενδυτές, επιπλέον κανένας κάτοικος της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να αγοράζει ομολογίες, εκτός αν το τίμημα κτήσης τους υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ".

Σημειώνεται δε ότι για τον ομολογιακό αυτό τίτλο δεν έχει εγκριθεί ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ούτε έχει διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους (βλ. το με αρ. πρωτ. .../...-2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Σκοπός της έκδοσης του συγκεκριμένου ομολογιακού δανείου ήταν αποκλειστικά και μόνο η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και η διοχέτευσή τους στην εκδότρια εταιρία για την ενίσχυση του δείκτη της κεφαλαιακής της επάρκειας, απορριπτομένου, ενόψει των προεκτεθέντων, ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι επρόκειτο για απλή και όχι σύνθετη ομολογία, ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο αγοράς του κατατασσόταν στην χαμηλή κατηγορία επιπέδου κινδύνου.

Επομένως, από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι το ως άνω ομόλογο ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος και ενείχε σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο και δεν εντασσόταν στην κατηγορία χαμηλού επιπέδου επενδυτικού κινδύνου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-3-2010, ήτοι μετά την αγορά από τον δεύτερο εφεσίβλητο των επίδικων ομολόγων, οι εκκαλούσες εταιρίες, συμμορφούμενες με το Ν. 3606/2007, κατάρτισαν με τους εφεσίβλητους και τα τέκνα τους, την με αριθ. ..... a, b, c, d σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μαζί με τους συμπληρωματικούς όρους συνεργασίας - όροι λειτουργίας κοινής συμβάσεως επενδυτικών υπηρεσιών, που υπογράφεται από τον τρίτο και την τέταρτη των εκκαλούντων, τους εφεσίβλητους και τα τέκνα τους, ενώ συμπληρώθηκε το ερωτηματολόγιο με στόχο την αποτύπωση του επενδυτικού προφίλ των εφεσίβλητων.

Οι εκκαλούντες κατέταξαν την ... εφεσίβλητη, ως μη συμβατή με πολύπλοκα ομόλογα, ενώ τον δεύτερο εφεσίβλητο τον κατέταξαν ως συμβατό, πλην, όμως, στο ίδιο ερωτηματολόγιο αναγραφόταν ότι οι γνώσεις του σχετικά με τα προϊόντα αυτά ήταν μέτρια. Στις ...-4-2012 η ... εκκαλούσα απέστειλε στον δεύτερο εφεσίβλητο επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόταση που απεύθυνε η "CYPRUS POPULAR BANK" προς τους κατόχους του επίδικου ομολόγου επαναγοράς αυτού με την καταβολή σε μετρητά της τιμής επαναγοράς.

Η ... εφεσίβλητη ως συνδικαιούχος και δικαστική συμπαραστάτρια του δεύτερου εφεσίβλητου, αποφάσισε να αποδεχθεί τη σχετική πρόταση και να πωλήσει τα ομόλογα αυτά έναντι 49.500 ευρώ, αντί των ...9.985 ευρώ που δαπάνησαν για την αγορά τους στο 100,75 της ονομαστικής τους αξίας. Ομοίως, η ... εφεσίβλητη δέχθηκε πρόταση επαναγοράς των ομολόγων της ...

και πώλησε τα ομόλογα αυτά έναντι 22.790 ευρώ, αντί του ποσού των 106.000 ευρώ που δαπάνησαν για την αγορά τους στο 111,15 ευρώ της ονομαστικής τους αξίας. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, αναφορικά με την παραδοχή της εκκαλούμενης απόφασης ότι η ...

εφεσίβλητη κατά την εξαγορά των ομολόγων ενήργησε ως δικαστική συμπαραστάτρια του δεύτερου εφεσίβλητου, δεν ασκεί επιρροή, αφενός μεν διότι η ... εφεσίβλητη ήταν συμβαλλόμενη στην ανωτέρω σύμβαση και συνδικαιούχος των επίδικων ομολόγων, αφετέρου δε σύμφωνα και με τις παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης ο τρίτος και η τέταρτη των εκκαλούντων δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την κατάσταση της υγείας του δεύτερου εφεσίβλητου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ενδιαφέρονταν να επενδύσουν σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και σε καμία περίπτωση σε μια ριψοκίνδυνη, υψηλού ρίσκου και απόδοσης επένδυση, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στους εκκαλούντες για την ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους και την προστασία τους από ριψοκίνδυνες επενδύσεις.

Το γεγονός ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος έχει μορφωτικό επίπεδο ως πτυχιούχος οικονομικού Πανεπιστημίου (ΑΣΟΕΕ) και έχει εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος δεν αναιρεί το ότι δεν διέθετε εξειδίκευση στις τραπεζικές επενδύσεις και γνώσεις των συγκεκριμένων ομολόγων, καθόσον οι γνώσεις του περί των οικονομικών ανάγονταν στο έτος 1955 και επομένως ήταν παρωχημένες σε σχέση με τους χρηματοοικονομικούς όρους της επίμαχης περιόδου, πολύ περισσότερο με τα επίδικα ομόλογα, που είναι νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα, σύνθετα και απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, είναι σαφές δε ότι βασίστηκε στην υπεύθυνη πληροφόρηση των εκκαλούντων, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν πιο εξειδικευμένες γνώσεις, γι' αυτό και εμπιστεύτηκε τους τελευταίους και δη τη διεύθυνση Ιδιωτικής Τραπεζικής πιστοποιημένης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.

Επίσης, οι εκκαλούσες εταιρίες, δια των τρίτου και τέταρτης των εκκαλούντων, προστηθέντων υπαλλήλων τους, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως άτυποι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επενδυτικοί σύμβουλοι των εφεσίβλητων, δεν παρείχαν στους τελευταίους ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με τα προτεινόμενα επενδυτικά προϊόντα, ενόψει και της έλλειψης εμπειρίας τους ως προς αυτά, αλλά και του προχωρημένου της ηλικίας του πρώτου εξ αυτών, με αποτέλεσμα να μην κατανοήσουν τους κινδύνους τους.

Ειδικότερα, ο τρίτος και η τέταρτη των εκκαλούντων περιορίστηκαν στο να διαβεβαιώσουν τον δεύτερο εφεσίβλητο ότι τα επίδικα ομόλογα αποτελούσαν επένδυση που ανταποκρινόταν στο προφίλ του, το οποίο, έως την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά ήταν συντηρητικό, αφού μέχρι τότε επένδυε τα χρήματά του σε ασφαλή επενδυτικά προγράμματα, ήτοι καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς και μέρος αυτών σε μετοχές εταιριών που δεν ενείχαν υψηλό οικονομικό κίνδυνο, ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο και μάλιστα με υψηλή απόδοση, ενώ δεν τον ενημέρωσαν ότι πρόκειται για σύνθετα προϊόντα, μειωμένης εξασφάλισης και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους.

Εξάλλου, τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν ήταν συμβατά με το επενδυτικό προφίλ του δεύτερου εφεσίβλητου, το οποίο, ως προεκτέθηκε, ήταν συντηρητικό, γεγονός που γνώριζαν οι εκκαλούντες. Σε κάθε περίπτωση εάν οι εκκαλούσες εταιρίες δια των εκκαλούντων προστηθέντων υπαλλήλων τους, από τη σύμβαση εντολής και τον ΚΔΕΠΕΥ είχαν επιχειρήσει προφορικώς να τους αναπτύξουν τις δυσνόητες έννοιες και να τους εξηγήσουν το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης και να τους γνωστοποιήσουν ότι τα επίδικα ομόλογα απευθύνονται μόνο σε έμπειρους εξειδικευμένους και θεσμικούς επενδυτές, τους κινδύνους που προεκτέθηκαν για κάθε ομόλογο, αντίστοιχα, καθώς και ότι οι εκκαλούσες εταιρίες δεν αναλάμβαναν οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με το επενδυόμενο κεφάλαιο, είναι βέβαιο ότι οι εφεσίβλητοι θα είχαν αρνηθεί να επιχειρήσουν την προτεινόμενη αγορά των επίδικων ομολόγων.

Η πληροφόρηση του δεύτερου εφεσίβλητου ήταν ανεπαρκής και παραπλανητική, καθόσον παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που εάν ήταν γνωστές θα είχαν οδηγήσει τον τελευταίο σε διαφορετική απόφαση. Οι εκκαλούντες, δηλαδή, οδήγησαν τον δεύτερο εφεσίβλητο στη λήψη μιας απόφασης για την αγορά των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσε να κατανοήσει ο τελευταίος (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (φύση, χαρακτηριστικά, εκδότης τίτλων, εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα τον είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ οι εκκαλούντες δεν αποδεικνύουν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και αν δεν είχαν παραβεί την υποχρέωσή τους για παροχή των απαραίτητων συμβουλών.

Εξάλλου, ο δεύτερος εφεσίβλητος δεν μπορούσε να έχει πληροφορίες για τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα, αφού για τα επίδικα ομόλογα της ... και της CYPRUS POPULAR δεν έχει εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο, ούτε έχει διαβιβαστεί σε κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους, ως προεκτέθηκε.

Στους όρους δε αναδοχής του ομολόγου της ..., που αφορούσαν και στην ... εκκαλούσα ως κύρια ανάδοχο στην Ελλάδα, συμφωνήθηκε ότι δεν θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και δεν θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν τίτλο σε κατοίκους της Ελλάδας και δεν θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε διαφήμιση, ενημέρωση ή δήλωση στην Ελλάδα με σκοπό την προσέλκυση κοινού της Ελλάδας στην αγορά των συγκεκριμένων τίτλων.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι δεν επιτρέπεται καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως σύμφωνου με τις διατάξεις του Ν. 876/1979 και με το ΠΔ 52/1992. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος, του οποίου η μέχρι τότε επενδυτική εμπειρία περιοριζόταν στην τοποθέτηση χρημάτων του σε προθεσμιακούς και καταθετικούς λογαριασμούς και σε αγορά μετοχών, που δεν αποδείχθηκε ότι ενείχαν τα στοιχεία επικινδυνότητας και μειωμένης ασφάλειας, ως τα επίδικα, πράξεις που δεν περιέκλειαν κινδύνους για το κεφάλαιό του, εάν είχε λάβει από τους τρίτο και τέταρτη των εκκαλούντων, προστηθέντων των εκκαλουσών εταιριών, πλήρη και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων, τα οποία ήταν για αυτόν άγνωστο επενδυτικό προϊόν και ειδικότερα για το πώς θα συμπεριφερόταν η επένδυσή του αυτή σε σχέση με τη διακύμανση των τιμών των αγορών και ποια θα ήταν η εξάρτηση του κεφαλαίου του από την εξέλιξη των οικονομικών ζητημάτων της εκδότριας του ομολόγου και εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου, στοιχεία με τα οποία αυτός ουδόλως ήταν εξοικειωμένος, αν και είχε οικονομικές γνώσεις, καθόσον δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τέτοιου είδους επενδύσεις, που διαθέτουν μόνο οι γνώστες του αντικειμένου και δη εξειδικευμένοι οικονομολόγοι, τις οποίες αν γνώριζε με βεβαιότητα δεν θα είχε προβεί στην αγορά τους.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούσες εταιρίες δια των προστηθέντων τους στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από αυτήν ως άτυποι επενδυτικοί σύμβουλοι των εφεσίβλητων υποχρέωσή τους να προβούν σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτών για τη φύση και λειτουργία των υποδειχθέντων επενδυτικών προϊόντων, για την εγγυήτρια και τις εκδότριες αυτών, δεν ανέλυσαν ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα ενείχαν τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού κινδύνου, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στους εφεσίβλητους από τους εκκαλούντες υπαλλήλους των εκκαλουσών εταιριών εντελώς εσφαλμένη εικόνα για το τι αγόρασαν και να πιστέψουν ότι επρόκειτο για επωφελέστερη επένδυση και εκείνης της προθεσμιακής κατάθεσης, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων υπαλλήλων ότι το κεφάλαιό τους είναι διασφαλισμένο.

Η υποχρέωσή τους αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η σχετική σύμβαση περιέχει απαλλακτικές ρήτρες της ευθύνης τους, καθόσον οι τελευταίες στερούνται εγκυρότητας ως αντικείμενες στην από τα άρθρα 332, 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 Ν. 2...1/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα "κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη, προϋποθέτουν δε την πλήρη και ειλικρινή ενημέρωση του επενδυτή".

Με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι εκκαλούντες παρέβησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων ...1 και ...8 ΑΚ, ταυτόχρονα δε παρέβησαν υπαίτια εν γνώσει τους τις διατάξεις του Κανονισμού ΕΠΕΥ, που ίσχυε κατά το χρόνο επένδυσης στα ομόλογα αυτά από τους εφεσίβλητους, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και ειδικά, την υποχρέωσή τους να ενημερώνουν με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 2...1/1994, ενόψει της ιδιότητας των εφεσίβλητων ως καταναλωτών.

Οι εκκαλούσες εταιρίες υπάγονται στην έννοια του παρέχοντος υπηρεσίες κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2...1/1994 και οι εφεσίβλητοι υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών, η περιγραφείσα αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εκκαλούντων πληροί και τη νομοτυπική μορφή του άρθρου 8 του Ν. 2...1/1994 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ο Ν. 2...1/1994, αφού οι εφεσίβλητοι δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - επενδυτή, δεδομένου ότι ούτε το ποσό που επένδυσαν ήταν τόσο υψηλό, ενώ, όπως αποδείχθηκε, δεν είχαν προηγούμενη ενασχόληση με σύνθετα επενδυτικά προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε διέθεταν υπερβαίνουσα το μέσο όρο των καταναλωτών με τα δικά τους χαρακτηριστικά γνώση και εμπειρία από συναλλαγές τέτοιου είδους, δεδομένου ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος μέχρι να έρθει σε επαφή με τη διεύθυνση του Τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής διέθετε μόνο απλούς προθεσμιακούς λογαριασμούς και ορισμένες μετοχές, προς διασφάλιση των οικονομικών του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή.

Το ύψος της επένδυσης, η προηγούμενη επένδυση σε μετοχές και το μορφωτικό επίπεδο του δεύτερου εφεσίβλητου, δεν αναιρούν την υπαγωγή των εφεσίβλητων στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 2...1/1994, αφού υφίσταται πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ των εκκαλούντων και των εφεσίβλητων, συνιστάμενη στο γεγονός ότι το στελεχιακό δυναμικό των εκκαλουσών διαθέτει εμπειρία στις παραπάνω χρηματοοικονομικές συναλλαγές, που δεν κατείχαν οι εφεσίβλητοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχαν διαπραγματευτική υπεροχή έναντι των εφεσίβλητων, αφού οι τελευταίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν το περιεχόμενο των προδιατυπωμένων Γ.Ο.Σ.

που περιελήφθησαν στην ως άνω σύμβαση και στις μεταγενέστερες αυτής συμβάσεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι οι εφεσίβλητοι δεν εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή, που επαναφέρεται με το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης κατά το οικείο σκέλος του. Σε κάθε περίπτωση, εάν οι εφεσίβλητοι είχαν ενημερωθεί, είναι βέβαιο ότι αυτοί θα είχαν αρνηθεί να επιχειρήσουν την προτεινόμενη σε αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, προεχόντως, διότι δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν, ώστε να ελέγξουν, τη μορφή και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πολύπλοκης συναλλακτικής σχέσης και κατά μείζονα λόγο θα είχαν απορρίψει την επένδυση αυτή, σε περίπτωση που είχαν πληροφορηθεί τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης και τους προαναφερόμενους κινδύνους [ήτοι, ότι για το πρώτο (...) ότι ανήκε στα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας, χωρίς δικαίωμα να ζητήσουν από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας του, με διαβάθμιση Βαα2 και ΒΒΒ-, την έννοια και τις συνέπειες αυτής, για το δεύτερο (...) ότι ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφαλίσεως, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μία θυγατρική της εγγυήτριας εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστήθηκε με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων, ότι η διάθεση αυτού απαγορευόταν στην Ελλάδα, ήταν μειωμένης εξασφάλισης με διαβάθμιση ΒΒ, την έννοια και τις συνέπειες αυτής και ότι οι εκκαλούντες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ιδίων σε σχέση με το επενδυόμενο κεφάλαιο, διότι στη συγκεκριμένη συμβατική σχέση η αντισυμβαλλόμενη εκδότρια ήταν μια εταιρία στο Λονδίνο και για το τρίτο ομόλογο (CYPRUS POPULAR) ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης με διαβάθμιση κατά το χρόνο αγοράς ..., την έννοια και τις συνέπειες αυτής, απευθυνόμενο και κατάλληλο μόνο σε έμπειρους και θεσμικούς επενδυτές και ότι απαγορεύεται σε κατοίκους της Ελλάδας, εκτός αν το τίμημα κτήσης τους υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ], την οποία (επένδυση) τους υπέδειξαν να επιχειρήσουν, με συνέπεια οι συγκεκριμένοι διάδικοι να μην έχουν κατανοήσει, τουλάχιστον, τους κινδύνους να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, βασίμως συνδέονταν με μιας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους τους.

Ως εκ τούτου οποιαδήποτε επένδυση στα ως άνω ομόλογα ενείχε σοβαρούς κινδύνους, αφού ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες και πολύ περισσότερο το κεφάλαιό του. Οι ανώνυμες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στις επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές, να ενημερώνουν του πελάτες τους για τους κινδύνους, τους οποίους ενέχει η επένδυση των καταθέσεών τους σε συγκεκριμένα ομόλογα, δεδομένου ότι οι ίδιες έχουν και την δυνατότητα και την ενημέρωση για την πραγματική λειτουργία αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι εκκαλούντες, παρότι είχαν ενημέρωση σχετικά με τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα και γνώριζαν την πιθανότητα απώλειας των κεφαλαίων των επενδυτών, εντούτοις δεν ενημέρωσαν τους εφεσίβλητους, προφορικώς και εγγράφως, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία των συγκεκριμένων τίτλων, παραβιάζοντας την απορρέουσα από τη σιωπηρά καταρτισθείσα με τους εφεσίβλητους σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωσή τους να προβούν σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτών για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους των υποδειχθέντων επενδυτικών προϊόντων και τις συναλλακτικές τους υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων ...1 και ...8 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ.

Επομένως, η παραπάνω συμπεριφορά των εκκαλούντων συνιστά και παράβαση του ανωτέρω νόμου περί απαγόρευσης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και συγκεκριμένα της υποχρέωσης παροχής της αναγκαίας και κατάλληλης πληροφόρησης, ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει τεκμηριωμένα την απόφασή του για την πραγματοποίηση ή όχι κάποιας συναλλαγής.

Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο δεύτερος των εφεσιβλήτων είχε επενδύσει και σε άλλα ομόλογα και σε μετοχικούς τίτλους που ενείχαν κίνδυνο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η σύγχρονη και μεταγενέστερη, αλλά εγγύτατη του επίδικου χρονικού διαστήματος αγορά ομολογιών, δεν συνιστά προηγούμενη μακροχρόνια ενασχόλησή του, ούτε στοιχειοθετεί γνώσεις περί τις επενδύσεις πέραν του μέσου επενδυτή.

Εξάλλου, από την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, που αποστελλόταν στον δεύτερο εφεσίβλητο, η αξία των ομολόγων αναγραφόταν ως κατηγορία επένδυσης "σταθερό εισόδημα", ενισχύοντας την πεποίθησή του ότι τα αυτά (ομόλογα), μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, ήταν πράγματι εξασφαλισμένα ως προς το κεφάλαιό τους.

Ο δεύτερος εφεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 μέχρι το έτος 2013 πραγματοποίησε μεγάλο αριθμό αγορών και αντίστοιχων πωλήσεων ομολόγων και μετοχών. Ειδικότερα, 1) στις ...-6-2003 αγόρασε αμοιβαία κεφάλαια της ALPHA CALL ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ποσού 8.965,30 ευρώ, 2) στις 9-7-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της ALPHA ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ποσού 2.000 ευρώ, 3) στις 10-9-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ALPHA CALL ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ποσού 2.000 ευρώ, 4) στις 17-9-2003 αγόρασε το ομόλογο της ΕΙΒ 15-10-2003 3.6...

EUR της εκδότριας ΕΙΒ, ονομαστικής αξίας 31.000 ευρώ, 5) στις 17-9-2003 αγόρασε το ομόλογο της ΕΙΒ, ονομαστικής αξίας 31.000 ευρώ, 6) στις 20-11-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της ALPHA ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ποσού 20.000 ευρώ, 7) στις 21-11-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της ALPHA ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ποσού 16.959 ευρώ, 8) στις 12-12-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της ALPHA ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ποσού 4.305,165 ευρώ, 9) στις 12-12-2003 προέβη σε εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της (ΜΤΧ-ΕΣ) 002-ALPHA BLUE CHIPS ΜΕΤΟΧ.

ΕΣ πρώην ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ, ποσού 7.500 ευρώ, 10) στις 11-11-2004 αγόρασε το ομόλογο της EMPORIKI GROUP FINANCE FRN EUR 5/8//20... ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, 11) τη 1-12-2004 πώλησε το ομόλογο της EMPORIKI GROUP FINANCE FRN EUR 5/8//20... ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, 12) την 1-12-2004 αγόρασε ομόλογο της ROYAL BK OF SCOTLAND PLC 5.5 EU 29/11/2049, ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, 13) στις 6-12-2003, στις 4-3-2005 και στις 30-8-2005 εξαγόρασε κεφάλαια της (ΜΤΧ-ΕΣ)002 ALPHA BLUE CHIPS ΜΕΤΟΧ.

ΕΣ. πρώην ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ, ...) στις 8-2-2006 αγόρασε ομόλογα της EMPORIKI GROUP FINANCE FRN EUR 5/8//20... ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ, 15) στις 8-2-2006 αγόρασε ομόλογα της FAGE DAIRY INDUSTRIES SA 15/1/2015 7.5 EUR, ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ, 16) στις ...-12-2006 πώλησε ομόλογα της EMPORIKI GROUP FINANCE FRN EUR 5/8//20... ονομαστικής αξίας 40.000 ευρώ, 17) στις 8-2-2007 και στις 16-2-2007 αγόρασε ομόλογα της ALPHA CREDIT GROUP PLC ονομαστικής αξίας 195.000 ευρώ, 18) στις 4-4-2007 πώλησε ομόλογα της EMPORIKI GROUP FINANCE FRN EUR ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, 19) στις 4-4-2007 πώλησε ομόλογα της ALPHA CREDIT GROUP PLC ονομαστικής αξίας 43.000 ευρώ, 20) στις 18-7-2007 πώλησε ομόλογα της ALPHA CREDIT GROUP PLC ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, 21) στις 20-7-2007 αγόρασε ομόλογα της ALPHA CREDIT GROUP PLC ονομαστικής αξίας 53.000 ευρώ και 22) στις 3...-2007 πώλησε ομόλογα της FAGE DAIRY INDUSTRIES SA 15/1/2015 7.5 EUR, ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ.

Οι ανωτέρω επενδυτικές κινήσεις του δευτέρου εφεσίβλητου στα πλαίσια της σύμβασης που είχε καταρτιστεί με τη διεύθυνση Ιδιωτικής Τραπεζικής των εκκαλούντων, δεν στοιχειοθετούν επενδυτική εμπειρία των εφεσιβλήτων, ούτε αναιρούν το γεγονός ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος δεν διέθετε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, αφού παρά το μορφωτικό του επίπεδο και την επαγγελματική του εμπειρία ως τραπεζικού υπαλλήλου, δεν ήταν γνώστης των συγκεκριμένων σύνθετων χρηματοοικονομικών επενδύσεων, ούτε προσδίδουν σε αυτόν τέτοιες ιδιαίτερες γνώσεις και εξειδίκευση, σχετικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές, η δε ...

εφεσίβλητη ως απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου ήταν άπειρη και χωρίς κάποια γνώση περί των συναλλαγών σε ομόλογα και μετοχές και το περιεχόμενο της επενδυτικής τους απόφασης διαμορφώθηκε από τις υποδείξεις και συμβουλές της τρίτης και του τέταρτου των εκκαλούντων, προστηθέντων των εκκαλουσών εταιριών.

Άλλωστε οι μετοχές στις οποίες είχαν επενδύσει οι εφεσίβλητοι πριν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, δεν φέρονται να είχαν τα στοιχεία επικινδυνότητας και μειωμένης ασφάλειας, όπως τα επίδικα, ενώ αυτή και μόνο η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους δεν καθιστά αυτούς έμπειρους, εξειδικευμένους και ριψοκίνδυνους επενδυτές.

Επίσης, και από το περιεχόμενο και τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, ως προεκτέθηκαν, καταδεικνύεται ακριβώς η μη "επαγγελματική" ενασχόληση των εφεσίβλητων με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και η εμπιστοσύνη που είχαν στους εκκαλούντες, αφού πίστευαν πεπλανημένα, λόγω και της διαρκούς σχέσης εμπιστοσύνης ως πελατών, ότι τους προστάτευαν.

Επομένως, οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων περί εμπειρίας και γνώσης αυτών, ως επενδυτών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι παρείχαν στους εφεσίβλητους την προσήκουσα πληροφόρηση με την αποστολή σε αυτούς των σχετικών παραστατικών αποτίμησης του χαρτοφυλακίου τους και κίνησης του λογαριασμού τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ενημέρωση αυτή αφορά αποκλειστικά την πορεία των ομολόγων και όχι την αναγκαία ενημέρωσή τους για τη σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, ούτε για τη βαθμίδα και την ιδιότητα του επενδυτικού κινδύνου των επίδικων ομολόγων και οι όροι που υπήρχαν στην επίδικη σύμβαση δεν υποκαθιστούν την υποχρέωση των εκκαλούντων, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πλήρους προφορικής και έγγραφης ενημέρωσης των εφεσίβλητων για τα συγκεκριμένα ομόλογα.

Επομένως, η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εκκαλούντων αποτελεί συγχρόνως και αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων ...1 και ...8 ΑΚ, των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 2...1/1994, αλλά και του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), δεδομένου ότι η παραβίαση όσων προβλέπονται στον τελευταίο συνιστούν την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 9...

ΑΚ, παρανομία, όπως έγινε δεκτό και στην ανωτέρω νομική σκέψη, συνιστάμενη στο ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος απευθύνθηκε στον τρίτο και την τέταρτη των εκκαλούντων, υπαλλήλων της ...ς και της δεύτερης των εκκαλούντων, που συνδέονταν μαζί τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πρότειναν σ' αυτόν την αγορά των επίδικων ομολόγων και διενήργησαν για λογαριασμό του τις επίδικες αγοραπωλησίες, όμως οι ανωτέρω υπάλληλοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ακολουθώντας τις οδηγίες του εκάστοτε προϊσταμένου - διευθυντή τους, ενήργησαν με αμέλεια, ήτοι χωρίς να καταβάλουν την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές εκ μέρους του μέσου συνετού υπαλλήλου τραπεζικού ιδρύματος, επιφορτισμένου μεταξύ άλλων και με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και συμβουλών, δεδομένου ότι αν και τους είχε επισημανθεί από τον δεύτερο εφεσίβλητο ότι είχε την πρόθεση να επενδύσει το κεφάλαιό του με ασφάλεια, διατηρώντας παράλληλα και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησής του, πρότειναν σε αυτόν την αγορά των επίδικων ομολόγων, που ήταν σύνθετα επενδυτικά προϊόντα μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού επενδυτικού κινδύνου και απευθύνονταν σε έμπειρους επενδυτές, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματική βούληση αυτού, γεγονότα που όφειλαν και μπορούσαν να γνωρίζουν αν είχαν προμηθευτεί και διαβάσει, ως ήταν υποχρεωμένοι, το ενημερωτικό σημείωμα του εκδότη και να το είχαν εξηγήσει στον δεύτερο εφεσίβλητο.

Ως εκ τούτου οι εκκαλούντες υπάλληλοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά με το να μην εκτιμήσουν ορθά τα συμφέροντα του δεύτερου εφεσίβλητου πελάτη των εκκαλουσών εταιριών, καθώς και της δεύτερης εφεσίβλητης - συνδικαιούχου - συζύγου του, να μην τους παράσχουν διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβαναν, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ως εκτέθηκαν παραπάνω σε κάθε επενδυτικό προϊόν, αντίστοιχα, ώστε αυτοί να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαμορφώσουν συνειδητά την απόφασή τους για τις συγκεκριμένες επενδύσεις, να μπορούν να έχουν αντικειμενική εικόνα για τα επενδυτικά προϊόντα, τους κινδύνους που αναλάμβαναν και τις προοπτικές τους.

Αν δε οι εφεσίβλητοι είχαν πλήρη γνώση των ιδιοτήτων των επίδικων ομολόγων δεν θα είχαν ανεχθεί την τοποθέτηση των χρημάτων τους σε αυτά. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, οι προστήσασες εκκαλούσες εταιρίες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων σε αυτές υπαλλήλων (άρθρο 922 ΑΚ) προς αποζημίωση των εφεσίβλητων που ζημιώθηκαν από την αδικοπραξία τελεσθείσα από τον τρίτο και την τέταρτη των εκκαλούντων, προστηθέντων τους, δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από τις εκκαλούσες εταιρίες, η οποία τελεί σε αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υπόθεσης των εφεσίβλητων.

Επιπλέον, η συγκεκριμένη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εκκαλούντων προστηθέντων υπαλλήλων των εκκαλουσών εταιριών, συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία της περιουσίας των εφεσίβλητων, αφού κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, αυτή προκλήθηκε διότι οι επενδύσεις επιχειρήθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τους τελευταίους της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτών και να αποφασίσουν οι ίδιοι, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των στόχων τους, αν θα επιλέξουν την προτεινόμενη προς αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία, καθώς τους διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιο που επένδυσαν ήταν εγγυημένο, ενώ υπαιτίως παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που ενέχει η επένδυση στα επίδικα ομόλογα, όπως αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω, με συνέπεια οι εφεσίβλητοι να μην έχουν κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, βασίμως συνδέονταν με τις ως άνω επενδυτικές επιλογές, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας, που επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο έφεσης, καθώς και του ισχυρισμού ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος λόγω του μορφωτικού του επιπέδου γνώριζε τους προαναφερόμενους κινδύνους.

Ο δε αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε ούτε από τις οικονομικές εξελίξεις και την παγκόσμια οικονομική κρίση, ούτε από την αποδοχή από τους εφεσίβλητους της πρότασης επαναγοράς των ομολόγων (για το πρώτο και το τρίτο εξ αυτών), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, δεδομένου ότι αυτή είναι απότοκος της παραπλάνησής τους από τους εκκαλούντες ως προς την ενημέρωσή τους για τους κινδύνους απώλειας του κεφαλαίου τους, έγινε δε προς το σκοπό διάσωσης μέρους του κεφαλαίου τους, κατά προτροπή των προστηθέντων υπαλλήλων, διαφορετικά θα είχαν απωλέσει το σύνολο του κεφαλαίου τους.

Άλλωστε αναφορικά με το πρώτο από τα επίδικα ομόλογα της ..., δεν ήταν δυνατή η πώλησή του, αφού επρόκειτο για ομόλογο ατελεύτητης διάρκειας και η ανάκλησή του ήταν δυνατή μόνο από την εκδότρια, ενώ αναφορικά με το δεύτερο από τα επίδικα ομόλογα της ... η ρευστοποίηση αυτού ήταν αδύνατη μετά το έτος 2007, οπότε και το ομόλογο έπαψε να διαπραγματεύεται στη Χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου, δηλαδή είχε συντελεστεί προτού εκδηλωθεί η οικονομική κρίση, επιπλέον δε, η απώλεια του κεφαλαίου των εφεσίβλητων, λόγω της μηδενικής αξίας του ενδίκου ομολόγου, στο οποίο επένδυσαν το κεφάλαιό τους αυτό, δεν είναι απότοκος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που έπληξε το τραπεζικό σύστημα, αλλά συνδέεται αιτιωδώς με την σχετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, την προβληματική χρηματοοικονομική κατάσταση και την κακή πορεία της εγγυήτριας αυτού τραπεζικής εταιρίας, θυγατρική της οποίας ήταν και η εκδότρια αυτού, ως φαίνεται από την προαναφερομένη αξιολόγηση αυτής, η οποία ήταν γνωστή στους εκκαλούντες, ως ασχολούμενους με τον τομέα των χρηματοοικονομικών από το έτος 2005 και είχε την τάση να οδηγήσει και οδήγησε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην πρόκληση της ως άνω ζημίας στους εφεσίβλητους και αναφορικά με το τρίτο ομόλογο της Cyprus Popular Bank, οι εκκαλούντες έπρεπε να γνωστοποιήσουν τα ως άνω χαρακτηριστικά του και ιδιαίτερα ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης και του σημαντικού πιστωτικού κινδύνου και των λοιπών προαναφερθέντων κινδύνων, ιδίως δε τον κίνδυνο ότι η εκδότρια και εγγυήτρια τράπεζα δεν έχει τις απαραίτητες εγγυήσεις για την εξασφάλιση των ομολόγων, ακόμη και του κεφαλαίου τους, τον οποίο οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν κατά το χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου, ενώ ήταν γνωστή στους εκκαλούντες, ως ασχολούμενους με τον τομέα των χρηματοοικονομικών, η δε ζημία των εφεσίβλητων επήλθε από την κακή πορεία της εκδότριας του ομολόγου Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου και όχι από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, η οποία (ανάκληση) δεν ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη αλλά σταδιακή, ούτε ο Ν. 17(1)/2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν απρόβλεπτος εξωτερικός παράγων που προκάλεσε την πτώχευση της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου, αφού ο εν λόγω νόμος εκδόθηκε επειδή ακριβώς η εκδότρια είχε ήδη καταρρεύσει και προκειμένου να περιοριστούν οι συνέπειες στην κυπριακή οικονομία από το γεγονός αυτό.

Επομένως, αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο η επικαλούμενη οικονομική κρίση και η εν συνεχεία έκδοση των οικείων διαταγμάτων στην Κύπρο δεν διέκοψαν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης και ζημίας των εφεσίβλητων, καθώς τα οικεία διατάγματα αφορούσαν στη διάσωση μόνο των άνω Τραπεζών που αντιμετώπιζαν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας και όχι και τις λοιπές κυπριακές τράπεζες.

Σε κάθε περίπτωση για τα επίδικα, δεύτερο και τρίτο των ομολόγων, ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής τους και των αποδόσεών τους, οι εφεσίβλητοι δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, οι δε εκκαλούντες δεν προέβησαν, ως όφειλαν, σε σχετική ενημέρωσή τους.

Επιπλέον, οι εκκαλούντες, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν ότι οι εφεσίβλητοι θα αγόραζαν τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, έστω δηλαδή και αν είχαν δοθεί σε αυτούς όλες οι επιβαλλόμενες συμβουλές και πληροφορίες και ειδικότερα αν είχαν ενημερωθεί με ακρίβεια και σαφήνεια για τα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων (ιδίως ατελεύτητα για το πρώτο, σύνθετα δομημένα, μειωμένης εξασφάλισης σύμφωνα με την αξιολόγησή τους από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης), όπως αυτά αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω για καθένα ειδικότερα, που τα καθιστούσαν ιδιαίτερα επισφαλείς επενδύσεις.

Περαιτέρω, η θετική ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι ... ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 707.955 ευρώ... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη ..., για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση .. κρίνεται ότι πρέπει να τους επιδικαστεί το ποσό των 4.000 ευρώ για τον καθένα εφεσίβλητο ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-4-2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 3/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων και αφενός μεν υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν σε καθένα αναιρεσίβλητο, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 35.000 ευρώ, αφετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 322.977,50 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων ...1, ...8, 297, 298, 361, 9... ΑΚ και εκείνες του άρθρου 6 του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και των άρθρων 8 του Ν. 2...1/1994 και την ΠΔΤΕ ...01/2002, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναπτυσσόμενα στη μείζονα σκέψη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών Τραπεζών, ήτοι του τρίτου και της τέταρτης των αναιρεσίβλητων, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στους αναιρεσίβλητους ζημία, καθώς ήταν ικανή, σύμφωνα με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι, με την εν λόγω συμπεριφορά τους (των προστηθέντων υπαλλήλων), στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειουσών Τραπεζών, που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Τούτο δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, (α) μεταξύ των αναιρεσειουσών Τραπεζών και των αναιρεσίβλητων καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλών, (β) οι αναιρεσίβλητοι, μη υπερβαίνοντας το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ενδιαφέρονταν να επενδύσουν σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και όχι σε ριψοκίνδυνες, υψηλού ρίσκου επενδύσεις, δεν διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις, ώστε να μπορούν να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων τους και να κατανοήσουν και αξιολογήσουν το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών που αφορούν εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, όπως τα επίδικα και, συνεπώς, οι αναιρεσείουσες, δια των προστηθέντων τους, σύμφωνα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις, απορρέουσες από τα άρθρα ...1 και ...8 ΑΚ και τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, είχαν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων αναφορικά με τη φύση και λειτουργία των υποδειχθέντων σ' αυτούς επενδυτικών προϊόντων και τη συνεπαγόμενη από την αγορά τους κινδύνους, έτσι, ώστε, (οι αναιρεσίβλητοι) να μπορέσουν να διαμορφώσουν συνειδητά την απόφασή τους και να προβούν στις συγκεκριμένες επενδύσεις, (γ) οι αναιρεσείοντες - προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειουσών Τραπεζών, λειτουργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και υπό τις εντολές και οδηγίες αυτών (Τραπεζών), ως άτυποι επενδυτικοί σύμβουλοι των αναιρεσίβλητων, ενεργώντας από αμέλεια, δηλαδή χωρίς να καταβάλουν την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές εκ μέρους του μέσου συνετού υπαλλήλου τραπεζικού ιδρύματος, επιφορτισμένου και με την παροχή επενδυτικών συμβουλών, παρέβησαν την υποχρέωση διαφώτισης των αναιρεσίβλητων, δεν εκτίμησαν σωστά τα συμφέροντα των τελευταίων και ενεργώντας αντίθετα προς όσα αυτοί ανέμεναν, από τη σχέση εμπιστοσύνης, που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, τους υπέδειξαν να προβούν στην αγορά των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, τα οποία ήταν εντελώς άγνωστα σ' αυτούς και δεν ανταποκρίνονταν στο επενδυτικό τους προφίλ, στους στόχους και στις προσδοκίες τους, χωρίς να τους προσφέρουν ακριβή, πλήρη και ειδική συμβουλευτική πληροφόρηση για τη φύση και λειτουργία των υποδειχθέντων επίδικων επενδυτικών προϊόντων, τα οποία ήταν σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, για τους κινδύνους που αποτελούσαν τα εν λόγω προϊόντα για το κεφάλαιό τους, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκαν και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που μπορούσαν να έχουν οι εν λόγω κίνδυνοι, τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν.

Συγκεκριμένα, ότι το ομόλογο "..." ήταν ατελεύτητης διάρκειας "..." και ότι οι ίδιοι δεν είχαν δικαίωμα επιστροφής του στον εκδότη προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας οποτεδήποτε, αλλά μόνο δικαίωμα είσπραξης των συμφωνημένων τόκων, ενώ αντιθέτως ο εκδότης του είχε το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησής του μετά το δέκατο έτος, κατ' ελεύθερη βούλησή του και μόνο σ' αυτή την περίπτωση οι αναιρεσείουσες Τράπεζες εγγυώνταν την επιστροφή του επενδεδυμένου κεφαλαίου των αναιρεσιβλήτων στο σύνολό του και ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της εκδότριας το ομολόγου από τον οίκο αξιολόγησης Moody's ήταν ..., αξιολόγηση που φανέρωνε ότι τα οικονομικά στοιχεία της εκδότριας δεν ήταν τέτοια, που να διασφαλίζουν το κεφάλαιο των αναιρεσιβλήτων και τις αποδόσεις του.

Ότι τα ομόλογα "ASPIS FINANCE" και "CYPRUS POPULAR BANK" ήταν ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης, υπό την έννοια ότι αυτοί υπάγονταν σε δυσμενέστερο καθεστώς ικανοποίησης σε σχέση με άλλους δανειστές, ικανοποιούμενοι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, πτώχευσης ή λύσης της δανειολήπτριας, μετά από όλες τις άλλες υποχρεώσεις, ότι το ομόλογο "ASPIS FINANCE" είχε καταταχθεί από τον οίκο αξιολόγησης FITCH στη βαθμολογική κλίμακα BB, η οποία καταδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο, ιδίως σε περιπτώσεις δυσμενών μεταβολών στην αγορά ή στις οικονομικές συνθήκες και ότι το ομόλογο "CYPRUS POPULAR BANK", κατά το χρόνο της αγοράς (15-3-2007) είχε αξιολογηθεί από τον οίκο αξιολόγησης Moody's με ..., ήτοι μέσης ποιότητας, με πληρωμές τόκων και κεφαλαίου που ενείχαν πολύ σημαντικό κίνδυνο, (δ) οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην αγορά των επίδικων ομολόγων χωρίς να έχουν λάβει την αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο των επενδύσεων αυτών και να αποφασίσουν οι ίδιοι, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των προσδοκιών και στόχων τους, εάν θα επιλέξουν τις προτεινόμενες προς αυτούς για την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους επενδύσεις, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονταν με αυτή, ε) οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημία, ίση με το χρηματικό ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου "ASPIS FINANCE", και ίση με τη διαφορά μεταξύ του ποσού που διέθεσαν για των αγορά των άλλων δύο ομολόγων και του ποσού που εισέπραξαν κατόπιν της εξαγοράς τους, ενώ αν αυτοί είχαν λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους των αναιρεσειουσών Τραπεζών την οφειλόμενη πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων, δεν θα είχαν προβεί στην προαναφερόμενη ζημιογόνα επιλογή τους και (στ) οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στη σύναψη των επίδικων επενδυτικών συμβάσεων ενεργούντες ως καταναλωτές, προς τους οποίους απευθύνονταν, ως τελικών αποδεκτών, οι επενδυτικές υπηρεσίες, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - επενδυτή, διότι ούτε το ποσό που επένδυσαν ήταν τόσο υψηλό, ούτε διέθεταν υπερβαίνουσα το μέσο όρο των καταναλωτών γνώση και εμπειρία από συναλλαγές του είδους αυτού, ενώ υπάρχει πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ αυτών και της αναιρεσειόντων, αφού το στελεχικό δυναμικών των τελευταίων διαθέτει εμπειρία σχετικά με τις επίδικες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, τις οποίες δεν κατείχαν οι αναιρεσίβλητοι, καθώς και διαπραγματευτική υπεροχή των αναιρεσειουσών Τραπεζών έναντι των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενο των προδιατυπωμένων όρων της σύμβασης.

Εξάλλου, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της ζημίας των αναιρεσίβλητων διακόπηκε λόγω των οικονομικών εξελίξεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση και από την αποδοχή, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, της πρότασης επαναγοράς των ομολόγων "..." και "CYPRUS POPULAR BANK", καθόσον, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο για το ζημιογόνο γεγονός, η ζημία των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν απότοκος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που έπληξε το τραπεζικό σύστημα, αλλά αποτέλεσμα της παραπλάνησής τους από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι παρέλειψαν να τους ενημερώσουν, όσον αφορά το ομόλογο "ASPIS FINANCE" για την χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, την προβληματική χρηματοοικονομική κατάσταση και την κακή πορεία της εγγυήτριας τραπεζικής εταιρείας, που ήταν γνωστή στους αναιρεσείοντες κατά το χρόνο αγοράς του ομολόγου (2005), η οποία ήταν ικανή να οδηγήσει και οδήγησε στην απώλεια του κεφαλαίου των αναιρεσίβλητων, όσον αφορά το ομόλογο "CYPRUS POPULAR BANK", ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης και ότι η εκδότρια και εγγυήτρια Τράπεζα δεν είχε τις απαραίτητες εγγυήσεις για την εξασφάλιση των ομολόγων, κατάσταση που, επίσης, ήταν γνωστή στους αναιρεσείοντες, ενώ η επαναγορά των άνω δύο ομολόγων έγινε προς τον σκοπό διάσωσης μέρους του κεφαλαίου των αναιρεσιβλήτων, κατά προτροπή των προστηθέντων των αναιρεσειουσών Τραπεζών, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν απωλέσει το σύνολο του επενδυμένου στα άνω ομόλογα κεφαλαίου τους, όπως συνέβη με το ομόλογο "ASPIS FINANCE", η ρευστοποίηση του οποίου ήταν αδύνατη μετά το έτος 2007, οπότε έπαψε να διαπραγματεύεται στη Χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου.

Ως εκ τούτου η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των γενόμενων δεκτών ως παράνομων πράξεων των αναιρεσειόντων και της ζημίας των αναιρεσίβλητων είναι πρόδηλη, αφού χωρίς τις συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις αυτοί δεν θα είχαν προβεί στις άνω επενδύσεις και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους. Επίσης, εφόσον, όπως δέχθηκε το Εφετείο, τα επίδικα ομόλογα "..." και "CYPRUS POPULAR BANK" είναι σύνθετα επενδυτικά προϊόντα λόγω της ρήτρας μειωμένης εξασφάλισης σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, έχει επ' αυτών εφαρμογή η ΠΔΤΕ ...01/2002, η οποία έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 21.../2009), βάσει της οποίας η ενημέρωση των συναλλασσόμενων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές για τα σύνθετα ομόλογα πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών, ειδικά ισχυόντων γι' αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσή στους (ΑΠ 459/2021).

Επομένως, οι πρώτος (υπό στοιχεία γα και γβ στο αναιρετήριο), τρίτος (υπό στοιχεία α - δ στο αναιρετήριο), τέταρτος και πέμπτος (κατά το κύριο σκέλος του) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, ...8, 361, 297, 9...

ΑΚ, ΠΔΤΕ ...01/2002 και Ν. 2...1/1994, με τις αιτιάσεις ότι τήρησαν την υποχρέωση προς ενημέρωση των αναιρεσίβλητων, όπως αυτή διαγράφεται στους συμβατικούς όρους, ότι η συμπεριφορά των προστηθέντων τους δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία των αναιρεσίβλητων, ότι η ΠΔΤΕ ...01/2002 δεν έχει εφαρμογή, καθόσον εφαρμόζεται μόνο επί καταθετικών τραπεζικών προϊόντων και όχι επί αμιγώς επενδυτικών, όπως τα επίδικα και περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμπίπουν στην έννοια του καταναλωτή, είναι αβάσιμοι.

Όσον αφορά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, ...8, 361, 297, 9... ΑΚ, που διατυπώνονται, (α) με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο α στο αναιρετήριο), με την παραδοχή ότι η μεταξύ τους σύμβαση ήταν σιωπηρώς συναφθείσα σύμβαση συμβουλευτικής διαχείρισης και όχι σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συνιστάμενη σε απλή διαβίβαση εντολών των αναιρεσίβλητων και (β) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ε στο αναιρετήριο) με την παραδοχή ότι δεν αρκούσε η έγγραφη έστω και σε προδιατυπωμένη μορφή ενημέρωση που παρείχαν στους αναιρεσίβλητους κατά την υπογραφή της σύμβασης, προφορικά πριν από την αγορά των επίδικων ομολόγων και με την αποστολή μηνιαίας ενημέρωσης για την πορεία του χαρτοφυλακείου τους, αυτές είναι απαράδεκτες, διότι υπό το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το χαρακτήρα της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ως προς την παροχή εκ μέρους των αναιρεσειόντων της κατάλληλης ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων.

Περαιτέρω, το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της σύναψης σιωπηρώς σύμβασης επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων, της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών από τη μη ενημέρωση των αναιρεσίβλητων αναφορικά με την εξασφάλιση ή μη του επενδυθέντος στα επίδικα ομόλογα κεφαλαίου τους, τη συμβατότητα του δεύτερου αναιρεσίβλητου με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα και την επενδυτική εμπειρία του πριν από την αγορά των επίδικων ομολόγων, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων ...8, 297 - 298, 9...

ΑΚ και 6 Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και συγκεκριμένα αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη και (αναλυτικά πιο πάνω αναφερόμενη) υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσειόντων Τραπεζών κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (υπαίτια συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και την έλλειψη γνώσης και τη μη συμβατότητα του δεύτερου αναιρεσίβλητου με τα επίδικα ομόλογα.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα) η παράθεση και άλλων, πλέον των όσων διέλαβε αιτιολογιών. Εξάλλου, δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες: (α) η παραδοχή ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος υπέγραψε την επίδικη σύμβαση πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών Τραπεζών ότι με την επένδυση στα επίδικα ομόλογα το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο, και η παράθεση των συνομολογηθέντων συμβατικών όρων περί ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων για το ενδεχόμενο απώλειας του κεφαλαίου τους, καθόσον η εν λόγω ενημέρωση αποτελεί γενική αναφορά για τους κινδύνους που ενέχουν από τη φύση τους οι επενδυτικές επιλογές και όχι την απαιτούμενη ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωση που είχαν οι αναιρεσείοντες αναφορικά με τα επίδικα ομόλογα και (β) η παραδοχή ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε μορφωτικό επίπεδο απόφοιτου Οικονομικού Πανεπιστημίου και είχε εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος χωρίς γνώσεις των συγκεκριμένων ομολόγων, καθόσον οι οικονομικές του γνώσεις ανάγονταν στο έτος 1955 και ήταν παρωχημένες σε σχέση με τα επίδικα ομόλογα, που είναι νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα, μη συμβατά με το επενδυτικό προφίλ αυτού και απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και η παραδοχή ότι με την .../31-3-2010 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατατάχθηκε ως συμβατός με γνώσεις μέτριες ως προς τα επίδικα ομόλογα, καθόσον η δεύτερη παραδοχή δεν συνιστά αιτιολογία, αλλά αναφορά της αξιολόγησης του δεύτερου αναιρεσίβλητου εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας.

Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι δεύτερος (υπό στοιχεία α, γ, δ και ε στο αναιρετήριο) και τρίτος (υπό στοιχεία στ και ζ στο αναιρετήριο) αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά το εδ. β του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, δηλαδή γενικών αρχών, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές αρχές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 8/2005).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019) ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ` αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 74/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο β στο αναιρετήριο) και με το επικουρικό σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (α) με το να δεχθεί ότι η επίδικη σύμβαση ήταν σιωπηρώς συναφθείσα σύμβαση συμβουλευτικής διαχείρισης και όχι σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, διότι οι Τράπεζες συναλλάσσονται με τους πελάτες τους εγγράφως και όχι με προφορικές συμβάσεις (δεύτερος λόγος) και (β) με την υπαγωγή των αναιρεσίβλητων στην έννοια των καταναλωτών (πέμπτος λόγος).

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι το αναφερόμενο ως δίδαγμα της κοινής πείρας, ήτοι ότι οι Τράπεζες συναλλάσσονται εγγράφως με τους πελάτες τους, δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιου διδάγματος, καθόσον δεν αναφέρεται σε ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά διότι με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αναφορικά με την αξιολόγηση από αυτό (Εφετείο) της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσειουσών Τραπεζών και των αναιρεσίβλητων.

Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε το Εφετείο, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, το Εφετείο χρησιμοποίησε πρόσφορα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία του όρου του μέσου καταναλωτή και την υπαγωγή σ' αυτόν των αναιρεσίβλητων και ειδικότερα, ότι το ποσό που επένδυσαν δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ότι δεν διέθεταν γνώση και εμπειρία από συναλλαγές τέτοιου είδους υπερβαίνουσα το μέσο όρο των καταναλωτών, ότι ήταν οι τελικοί αποδέκτες των επίδικων ομολόγων και ότι οι αναιρεσείουσες Τράπεζες είχαν διαπραγματευτική υπεροχή έναντι των αναιρεσίβλητων, αφού οι τελευταίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν το περιεχόμενο των προδιατυπωμένων συμβατικών όρων.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ .../2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ .../2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 4/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 379/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχεία α, β και γα στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες, πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και στο Εφετείο με λόγους έφεσης, ισχυρισμούς τους ότι με τις ένδικες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τα παραρτήματά τους γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους όλους τους κινδύνους, στους οποίους ήταν ενδεχόμενο να εκτεθούν οι επιλεγείσες επενδύσεις και τα χαρακτηριστικά των επενδύσεων αυτών.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς κατά της βάσης της ένδικης αγωγής που θεμελιώνεται στην, λόγω παράβασης των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και όχι "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και, συνεπώς, δεν ιδρύουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες δεν τήρησαν την ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων περί του χαρακτήρα των επίδικων ομολόγων και περί του υψηλού κινδύνου απώλειας του κεφαλαίου τους που ενείχε η αγορά τους.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (σκέλος υπό στοιχείο ζ στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομιζόμενα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία, που αποδείκνυαν την επενδυτική εμπειρία των αναιρεσίβλητων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι τα προς απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2021, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 954/2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 306/2018, ΑΠ ...7/2018).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ .../2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον επικουρικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο γγ στο αναιρετήριο) και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ζ στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση στις προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων και δη: (α) τις επίδικες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τα Παραρτήματά τους (επικουρικό σκέλος πρώτου λόγου) και (β) αντίγραφα τριών αποδεικτικών εντολής συναλλαγής με τον τίτλο "ALPHA CREDIT GROUP pic ..." (τρίτος λόγος).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στην αρχή της ελάσσονος πρότασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα, με επίκληση, από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ανωτέρω έγγραφα, ενώ, παρότι το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, στη δεύτερη σελίδα του 10ου φύλλου, στο φύλλο 11 και στο φύλλο 18 της προσβαλλομένης, γίνεται εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων και στο παράρτημα Α της ...

σύμβασης.

Συνεπώς, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1...2/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1...1/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1305/2019).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1...2/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το επικουρικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο γδ στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι, το Εφετείο, (α) σε περίπτωση που έλαβε υπόψη του την επίδικη σύμβαση και το Παράρτημα Α αυτής, παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, ιδίως των όρων 8 και 16.1 της σύμβασης και τους όρους του Παραρτήματος Α, καθόσον σ' αυτούς γίνεται ρητά λόγος για την ύπαρξη κινδύνου απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου των αναιρεσίβλητων και την έλλειψη εγγύησης εκ μέρους των Τραπεζών για την επιτυχή πορεία των επίδικων επενδύσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν διότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, καθόσον, αφού ανέγνωσε το περιεχόμενό τους, όπως πραγματικά έχει, προέβη σε αποδεικτική αξιολόγηση αυτών και οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.

Επίσης, με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο η στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 20, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι οι επενδυτικές συναλλαγές, αγορές και πωλήσεις ομολόγων και μετοχών, στις οποίες προέβη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος από το έτος 2003 μέχρι το έτος 2013, τις οποίες (η προσβαλλομένη) απαριθμεί διεξοδικά, δεν στοιχειοθετούν επενδυτική εμπειρία αυτών, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν θέματι εγγράφων, καθόσον τα πραγματικά γεγονότα που προκύπτουν από τα έγγραφα αυτά (το Εφετείο) τα ερμήνευσε κατά το δοκούν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, ούτε το ακριβές περιεχόμενο αυτών. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο στ στο αναιρετήριο) οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες επενδυτικές κινήσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου δεν στοιχειοθετούν επενδυτική εμπειρία, παρά τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν το αντίθετο, αποδεχόμενο ως αληθινή τη δήλωση των αναιρεσίβλητων περί απειρίας τους ως προς τις επενδυτικές συναλλαγές.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα για την έλλειψη επενδυτικής εμπειρίας των αναιρεσίβλητων, ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 9... και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.

Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη, πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.

Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).

Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο α στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη δίδουν την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298 εδαφ. α, 9... και 930 παρ. 3 ΑΚ, απέρριψε ως αβάσιμη την ένστασή τους περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, που πρότειναν για ...

φορά με τον πρώτο λόγο έφεσης ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα σε αυτούς θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισαν εξαιτίας της επαναγοράς των ομολόγων. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε την ως άνω ένσταση αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την εξής αιτιολογία: "...

Περαιτέρω, η θετική ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που κατέβαλαν για την αγορά των πιο πάνω επενδυτικών προϊόντων και συγκεκριμένα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 707.955 ευρώ, ήτοι α) στο ποσό των ...2.941 ευρώ, που συνιστά τη δαπάνη κτήσης του ομολόγου της ... ονομαστικής αξίας 457.000 ευρώ στο 101,3 της ονομαστικής του αξίας, β) στο ποσό των 95.029 ευρώ, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης κτήσης των ομολόγων με την ονομασία ...

ποσού 117.819 ευρώ, ονομαστικής αξίας 106.000 ευρώ στο 111,15 της ονομαστικής αξίας τους και του ποσού των 22.790 ευρώ που εισέπραξαν κατόπιν εξαγοράς των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων και γ) στο ποσό των ...9.985 ευρώ, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης κτήσης των ομολόγων με την ονομασία CYPRUS ποσού 199.485 ευρώ, ονομαστικής αξίας 198.000 ευρώ στο 100,75 της ονομαστικής αξίας τους και του ποσού των 49.500 ευρώ, που εισέπραξαν κατόπιν εξαγοράς των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι η ζημία των εφεσίβλητων ανέρχεται σε μικρότερο ποσό, επικαλούμενοι ότι για την επαναγορά του ομολόγου της ...

καταβλήθηκε στους εφεσίβλητους το ποσό των 42.400 ευρώ και όχι το ποσό των 22.790 ευρώ που δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά την επαναγορά του ομολόγου της CYPRUS καταβλήθηκε στους εφεσίβλητους το ποσό των 109.079,96 ευρώ και όχι το ποσό των 49.500 ευρώ και κατά την πρόωρη ρευστοποίηση μέρους του ομολόγου της ... ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ τους καταβλήθηκε το ποσό των 10.120 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από τη ζημία τους, καθόσον τα ποσά των τοκομεριδίων που έλαβαν οι εφεσίβλητοι δεν αφαιρούνται από τη θετική ζημία τους, αφού είναι απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτών και των εκκαλούντων σύμβασης με συγκεκριμένες απολήψεις.

Με τον τρόπο αυτό υπέπεσε σε νομικά σφάλματα. Και ναι με οι τόκοι που έλαβαν οι εφεσίβλητοι ως απόδοση των ομολόγων τους είναι κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στις εκκαλούσες εταιρείες, οι οποίες το εκμεταλλεύτηκαν με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσαν, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς τους στους εφεσίβλητους.

Άλλωστε, η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού στη ζημία των εφεσίβλητων, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστης, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με το συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν η επιδικασθησόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους ή του μεγαλύτερου μέρους τους, αν είχαν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν τα ομόλογα στην ονομαστική τους αξία, ενώ δεν αποδεικνύονται βάσιμοι οι λοιποί ισχυρισμοί των εκκαλούντων, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο έφεσης (υπό στοιχεία 3.1.9) για την αφαίρεση από τη θετική ζημία των εφεσίβλητων και του ποσού που προκύπτει από την ονομαστική αξία των ομολόγων κατά το χρόνο επαναγοράς τους από τους εφεσίβλητους, καθόσον η θετική ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που κατέβαλαν για την αγορά των πιο πάνω επενδυτικών προϊόντων, ούτε αποδείχθηκε αγορά του επικαλούμενου μέρους του ομολόγου της Aspis σε ποσοστό μικρότερο της ονομαστικής τους αξίας.

Επίσης, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, που προβάλλεται με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου περί αοριστίας του κονδυλίου αποζημίωσης για τη θετική ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι ... και ειδικότερα, ότι έπρεπε στην αγωγή να αναφέρεται η πραγματική ζημία των εφεσίβλητων, αφού αφαιρεθεί η ωφέλεια που αποκόμισαν με την είσπραξη των τόκων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν, από τα άρθρα ...8, ...7 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι, εάν από το ζημιογόνο γεγονός προκύψει και ωφέλεια στο ζημιωθέντα, που βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το γεγονός αυτό, πραγματική ζημία είναι μόνο το μέρος που μένει μετά την αφαίρεση της ωφέλειας, πλην, όμως, τούτο αποτελεί περιεχόμενο προτεινόμενης από την πλευρά του εναγομένου ένστασης και δεν αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής..., η οποία (αγωγή) έχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της και συγκεκριμένα είναι πλήρως ορισμένη ...

Επιπλέον, ως προεκτέθηκε, το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου των εφεσίβλητων λόγω της άδικης πράξης των εκκαλούντων, αλλά συνιστά καρπό των επίδικων επενδύσεων από την παραχώρηση του κεφαλαίου και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων...".

Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης, το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι τα ποσά που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες ως κέρδη από την επαναγορά των ομολόγων στην πραγματικότητα ήταν τοκομερίδια, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι εισέπραξαν λόγω της παραχώρησης των κεφαλαίων τους, ως αντιπαροχή για τη χρήση και εκμετάλλευση αυτών (κεφαλαίων) από τις εκδότριες Τράπεζες και τα οποία (ποσά) αποτελούν κέρδος, μη συνδεόμενο, όμως, αιτιωδώς προς τη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την απώλεια του κεφαλαίου τους.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδαφ. α, 9... και 930 αριθ. 3 ΑΚ, καθόσον υπό τα ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού το κέρδος των αναιρεσίβλητων από την είσπραξη των συγκεκριμένων ποσών δεν συνδέεται αιτιωδώς µε την παράνομη και υπαίτια ζηµιογόνα συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, εξαιτίας της οποίας απώλεσαν τα κεφάλαιά τους.

Άλλωστε, όπως, επίσης, δέχεται η προσβαλλομένη, ο προτεινόμενος (από τους αναιρεσείοντες) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος, (απο το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι τα προτεινόμενα από τους αναιρεσείοντες για συνυπολογισμό ποσά αποτελούσαν τοκομερίδια που εισέπραξαν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της παραχώρησης των κεφαλαίων τους και τα οποία, ναι μεν, αποτελούν κέρδος, αλλά το κέρδος αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας των κεφαλαίων τους, αλλά με την παραχώρηση αυτών (κεφαλαίων) στις αναιρεσείουσες τράπεζες, οι οποίες τα εκμεταλλεύτηκαν, αποδίδοντας στους αναιρεσίβλητους τους συμφωνημένους τόκους.

Οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, το οποίο, συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298 εδ. α, 9... και 930 αριθ. 3 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτών. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το (επικουρικό) σκέλος του (υπό στοιχείο ββ στο αναιρετήριο), με τον οποίοι οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι επιπλέον αιτιολογίες που έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος.

Όσον αφορά την αποδιδόμενη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της φύσης του οφέλους που πρότειναν σε συνυπολογισμό, διότι, ενώ αυτοί ισχυρίστηκαν ότι εν λόγω ποσά προέκυψαν από την πρόωρη ρευστοποίηση μέρους τους κεφαλαίου κατά την επαναγορά των ομολόγων, η απόφαση δέχθηκε ότι τα ποσά αυτά αποτελούν τόκους που έλαβαν οι αναιρεσίβλητοι ως απόδοση του κεφαλαίου τους, αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον δεν πρόκειται περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, αλλά για αιτιολογία αυτής που είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.

Επίσης οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο, με το επικουρικό σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο βγ στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι αναιρεσίβλητοι αποκόμισαν κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός αγοράς των επίδικων ομολόγων, συνιστάμενο στο όφελος που αποκόμισαν από την πώληση των προϊόντων, ως προς τα ομόλογα της ...

και της ... λόγω της επαναγοράς τους από τις εκδότριες και ως προς το ομόλογο της Aspis Bank λόγω της πρόωρης ρευστοποίησης μέρους της ονομαστικής του αξίας, ήτοι: (α) την αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιογράφων της επίδικης σύμβασης (σχετ. 4), (β) την αναλυτική κατάσταση κινήσεων χρηματικών υπολοίπων της επίδικης σύμβασης (σχετ. 3) και (γ) την από 4-4-2007 γραπτή εντολή του δεύτερου αναιρεσίβλητου (σχετ. 7).

Ο λόγος αυτός από τον αρ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από την αναφορά, στην αρχή της ελάσσονος πρόταση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη η προσβαλλομένη, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία αναφέρονται τα καταβληθέντα δια των άνω εγγράφων ποσά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι τα άνω ποσά αποτελούσαν τοκομερίδια αφού έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Ακόμη, με το (επικουρικό) σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο βδ στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι σε περίπτωση που έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον ανωτέρω, υπό στοιχείο βγ λόγο αναίρεσης, έγγραφα παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι τα άνω χρηματικά ποσά, που πρότειναν προς αφαίρεση από τη ζημία των αναιρεσίβλητων, αποτελούν τόκους και όχι τίμημα πωλήσεως, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα θεμελίωσης της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, με το σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο βε στο αναιρετήριο), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι με το να διαλάβει το Εφετείο τα άνω ποσά που πρότειναν σε συνυπολογισμό με τη ζημία των αναιρεσίβλητων ως τοκομερίδια, έλαβε υπόψη πράγματα υπό την έννοια των πραγματικών ισχυρισμών που καταλύουν την άνω ένστασή τους, που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το γεγονός ότι τα εισπραχθέντα ως άνω ποσά αποτελούν τοκομερίδια εντάσσεται στην άρνηση της ιστορικής βάσης της παραπάνω ένστασής τους περί συνυπολογισμού κέρδους - ζημίας και, συνεπώς, δεν συνιστά "πράγμα" και δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παρα... στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (στη δικονομική θέση του δευτέρου από τους οποίους υπεισήλθαν η ...

αναιρεσίβλητοι και οι καθ' ων η κλήση, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του), κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-7-2021 αίτηση (Αριθ. Καταθ. .../2021, Αριθ. Δικ. .../2021) για αναίρεση της με αριθμό 77/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παρα... στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (στη δικονομική θέση του δευτέρου από τους οποίους υπεισήλθαν η ... αναιρεσίβλητοι και οι καθ' ων η κλήση, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ