Legislator Case Law & Legislation
858/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on pension benefit equality claim, ruling no violation of constitutional equality principle.

Case Number 858/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for equal pension benefits. Former employees argued that a new welfare fund's rules created an unjustified disparity between those retiring before and after its establishment. The court held that the right to a pension is distinct from the expectation of future increases, and the differential treatment was not arbitrary.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 § 1 of the Constitution; Art. 1 of Protocol 1 of the ECHR: The principle of equality does not require identical treatment in all cases, and the right to a pension is not the right to future increases.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle pension benefit disparity welfare fund regulations retirement age discrimination Article 4 Section 1 Constitution Protocol 1 Article 1 ECHR unjustified exceptions

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 § 1 of the Constitution
Art. 1 of Protocol 1 of the ECHR
Art. 57 § 3 of Law 2084/1992
Art. 39 of the Welfare Fund Statute
Art. 30 of the Welfare Fund Statute
Art. 1 of the First Additional Protocol to the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 858 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 858/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Β., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και 6) Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στρίμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ...., ως καθολικού διαδόχου του κλάδου Πρόνοιας του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ "..." (ΤΑΠΕ)" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Αρετής Βλαστού και Ιωάννη Παπαδημητρόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-3-2006 και 9-11-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικά αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν η 756/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7601/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αρχικού αναιρεσείοντες με την από 18-11-2009 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου εκδίκαση, οι ανωτέρω καλούντες- αναιρεσείοντες με την από 11-4-2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 20-9-2011 έκθεση της ηδη αποχωρήσας από την υπηρεσία, αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 11-4-2018 κλήση των εκ των αναιρεσειόντων Ε. Δ. (1ης), Α. Λ. (6ης), Ι. Λ.(7ης), Σ. Μ. (9ης), Α. Π.(12ης) και Σ. Σ. (15ης) φέρεται νομίμως ως προς αυτές η συζήτηση της από 18-11-2009 αίτησης αναιρέσεως της 7601/2009 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για την 5-12-2017. 2.

Η διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις καταστάσεις αυτές ανόμοια, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ ΑΠ 11/2008 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική (ευνοϊκή) ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλομένης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία των προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Δεν νοείται, όμως, δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της αρχής αυτής, όταν η διάκριση αφορά έννομες συνέπειες ή σχέσεις προγενέστερες της ισχύος της ρύθμισης, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εντελώς διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις (ΑΠ 1577/2010).

3. Σύμφωνα με το άρθ. 6§20 ν. 3029/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 22§7 ν. 3232/2004 (α) υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης που λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου (β) κατά την μετατροπή αυτή η ακίνητη περιουσία των υφισταμένων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ, χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης ή τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλου προσώπου (γ) με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ (δ) τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των ΔΣ αυτών, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, υποβαλλομένη προς έγκριση στους ως άνω Υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχομένων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου (ε) το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπομένων φορέων περιέρχεται στα νέα ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι, τυχόν δε εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπομένους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων ταμείων χωρίς διακοπή (στ) το εφάπαξ βοήθημα των ταμείων αυτών καθώς και οι όροι χρηματοδότησης μπορούν να ανακαθορίζονται με απόφαση των ως άνω Υπουργών μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων ταμείων κλπ.

Με βάση τις παραπάνω διατάξεις ο Κλάδος Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας " ..." (εφεξής ΤΑΠΕ) με την Φ. 30300/9401/400/2004 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 713) μετατράπηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..., του οποίου το καταστατικό εγκρίθηκε με την ίδια ως άνω ΚΥΑ, με τον τρόπο δε αυτόν το σύνολο της περιουσίας του ΤΑΠΕ περιήλθε στο αναιρεσίβλητο ..., το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του ΤΑΠΕ .

4. Η λειτουργία του ΤΑΠΕ (δηλ. του μετατραπέντος στο αναιρεσίβλητο ν.π., στο οποίο η ασφαλιστική εταιρεία ... ασφάλιζε το προσωπικό της) διεπόταν από καταστατικό, το οποίο ανασυντάχθηκε με την 19875/Ε/452/1952 AYE (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 59 του α.ν. της 11-11-1935, όπως τούτο ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθ. 1 α.ν. 694/1937 και το ν.δ.

από 30-4-1946) και το οποίο όριζε (1) στο άρθ. 23 ότι (α) πόροι του ΤΑΠΕ ως προς τον κλάδο Πρόνοιας είναι εισφορά των ασφαλισμένων του ταμείου ίση προς 3% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους και ισόποση εισφορά της εταιρείας (β) τμήμα αποδοχών που είναι ανώτερο από 150% του βασικού μισθού του 26ου κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου προσαυξημένο με το ανώτατο ποσοστό πολυετούς υπηρεσίας, με το ποσοστό οικογενειακού επιδόματος και με το αντίστοιχο ποσοστό ΑΤΑ δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη (γ) το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών, πάνω στο οποίο καταβάλλονται οι εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη κλπ δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το κάθε φορά προβλεπόμενο βασικό μισθό του 1ου κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου με το αντίστοιχο ποσοστό ΑΤΑ που χορηγείται κάθε φορά (2) στο άρθ. 59§7 (όπως τροποποιήθηκε με την §1 της Β2/28/1626/1983 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων) ότι ως συντάξιμες αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ.

αυτού λογίζονται εφεξής ο τακτικός μηνιαίος μισθός, τα επιδόματα ευδόκιμης και πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα βαθμού και το επιστημονικό επίδομα και η χορηγούμενη ΑΤΑ που αναλογεί στο άθροισμα των προηγουμένων ποσών, δεν λογίζονται δε ως συντάξιμες αποδοχές τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τα ειδικά επιδόματα (υπεύθυνης θέσης, τεχνικό, εισπρακτικό κλπ.), αμοιβές για υπερωρίες, τα έξοδα κίνησης, οι τυχόν έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις, το επίδομα αδείας και τα ποσοστά του προσωπικού επί των διανεμομένων κερδών της εταιρείας (3) στο άρθ. 71 ότι εφάπαξ βοηθήματος του κλάδου Πρόνοιας δικαιούνται όλοι οι καθοιονδήποτε τρόπο εξερχόμενοι από την υπηρεσία της Εταιρείας ασφαλισμένοι του Ταμείου, μετά την συμπλήρωση 5ετούς υπαγωγής αυτών σε ασφάλιση κλπ (4) 72§1 ότι (α) το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που απονέμεται στους δικαιούμενους, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, ασφαλισμένους ισούται προς το γινόμενο του μέσου όρου των κατά το άρθ. 59§7 συντάξιμων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά το τελευταίο 12μηνο πριν από την έξοδο του από την υπηρεσία επί τον αριθμό των ετών συντάξιμης υπηρεσίας του, ανώτατο δε όριο βοηθήματος ορίζεται το 35πλάσιο των ως άνω μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών (β) το τμήμα των συντάξιμων αποδοχών που υπερβαίνει το 150% του βασικού μισθού του 26ου κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου προσαυξημένου με το ανώτατο ποσοστό του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας και προσαυξημένου του αθροίσματος αυτών με την εκάστοτε χορηγούμενη ΑΤΑ δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο προσαυξάνεται κατά το ποσοστό των επιδομάτων συζύγων, τέκνων και παιδικής μέριμνας, τα οποία καταβλήθηκαν και υποβλήθηκαν σε κρατήσεις υπέρ του ταμείου και για όσο χρόνο έγιναν οι κρατήσεις αυτές, το ποσό δε τούτου ισούται προς το γινόμενο του μέσου όρου των προαναφερομένων επιδομάτων, που λήφθηκαν ή θα λαμβάνονται από τον ασφαλισμένο κατά το τελευταίο πριν από την έξοδο του από την υπηρεσία 12μηνο επί τον αριθμό των ετών που χορηγήθηκε κάθε ένα απ' αυτά και με την προϋπόθεση ότι καταβλήθηκαν και υποβλήθηκαν σε κρατήσεις υπέρ του Κλάδου Προνοίας.

5. Με το άρθ. 57 ν. 2084/1992 ορίσθηκαν τα εξής, που είχαν επίδραση στο ύψος του χορηγουμένου ως άνω εφάπαξ βοηθήματος από το ΤΑΠΕ, και ειδικότερα ότι (α) η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφάλισης πρόνοιας των υπαλλήλων των τραπεζών .... κλπ. και του κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της ασφαλιστικής εταιρείας ..., που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος, η δε κατά τα ως άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας κλπ. (§1) (β) το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ., ενώ επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά, για χρόνο δε ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται ανάλογα με τα έτη ασφάλισης (§3) (Γ) Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθ. 39 του ως άνω καταστατικού του αναιρεσιβλήτου ...

ορίσθηκε ότι (1) στους πρώην ασφαλισμένους στον Κλάδο Πρόνοιας του ΤΑΠΕ που έλαβαν από το ΤΑΠΕ εφάπαξ βοήθημα υπολογισμένο με βάση το ως άνω άρθ. 57§3 ν. 2084/1992 το Ταμείο καταβάλλει την διαφορά μεταξύ του εφάπαξ που τους χορηγήθηκε από το ΤΑΠΕ και αυτού που θα προέκυπτε με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Κλάδου πρόνοιας του ΤΑΠΕ, η διαφορά δε αυτή καταβάλλεται έντοκα με ετήσιο επιτόκιο ίσο με τι επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου 1 θετούς διάρκειας από την καταβολή του εφάπαξ μέχρι την υποβολή αίτησης των ενδιαφερομένων, η οποία πρέπει να κατατεθεί στο ταμείο εντός προθεσμίας 1 έτους από της ισχύος του παρόντος (2) δεν καταβάλλονται διαφορές εφάπαξ παροχής στους πρώην ασφαλισμένους (ήδη συνταξιούχους) του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ, εφόσον έχει ήδη καταβληθεί με βάση δικαστική απόφαση, ενώ σε περίπτωση εκκρεμοδικίας θα καταβάλλονται οι διαφορές αυτές, αφού προηγουμένως παραιτηθούν του δικογράφου της αγωγής και του δικαιώματος, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του ΤΑΠΕ, για την καταβολή δε της εφάπαξ παροχής οι παραπάνω δικαιούχοι παραιτούνται από κάθε απαίτηση ή αξίωση που έχουν κατά του ΤΑΠΕ σε σχέση με την καταβολή διαφορών του εφάπαξ (3) στους πρώην ασφαλισμένους στον Κλάδο πρόνοιας του ΤΑΠΕ εφόσον έχουν αποχωρήσει από την ΑΕΕΓΑ ...

μετά την 15-4-2004 και δεν τους έχει καταβληθεί το εφάπαξ βοήθημα από το ΤΑΠΕ μέχρι την ημερομηνία σύστασης του Αλληλοβηθητικού Ταμείου Πρόνοιας ΑΕΕΓΑ ... (..., αναιρεσίβλητο) θα καταβάλλεται η παροχή από τοΤαμείο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό, απαλλασσομένου του ΤΑΠΕ από κάθε υποχρέωση καταβολής εφάπαξ βοηθήματος, οι ανωτέρω δε θα πρέπει να παραιτηθούν από το δικαίωμα και το δικόγραφο αγωγής αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του ΤΑΠΕ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές του άρθ. 39 του Καταστατικού του ..., στους πρώην ασφαλισμένους στον Κλάδο Πρόνοιας του ΤΑΠΕ, που συνταξιοδοτήθηκαν μετά την ισχύ του ν. 2084/1992 και έλαβαν απ' αυτό εφάπαξ βοήθημα μειωμένο, υπολογισθέν δηλ. με βάση το άρθ. 57§3 του ως άνω νόμου, κατά τα προεκτεθέντα, το αναιρεσίβλητο ...

ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει την διαφορά μεταξύ του χορηγηθέντος σ' αυτούς εφάπαξ με βάση το άρθ. 57§3 ν. 2084/1992 και εκείνου που προβλεπόταν από το άρθ. 72 του καταστατικού του ΤΑΠΕ .

6. Περαιτέρω, το Καταστατικό του αναιρεσιβλήτου ... ορίζει (1) στο άρθ. 3 ότι μέλη αυτού γίνονται αυτοδίκαια τα πρόσωπα που κατά την μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ ήσαν ασφαλισμένα στον Κλάδο Πρόνοιας του ΤΑΠΕ για όσο χρόνο απασχολούνται στην ΑΕΕΓΑ ... και ασφαλίζονται στον Κλάδο συντάξεων του ΤΑΠΕ κλπ (2) στο άρθ. 30 ότι (α) το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που απονέμεται στους δικαιούχους ασφαλισμένους κλπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 27 του παρόντος, ισούται για τα έτη που έχουν διανυθεί στην ασφάλιση του ΤΑΠΕ από την ημερομηνία πρόσληψης μέχρι την 31-12-1992 οι συντάξιμες αποδοχές επί τα χρόνια ασφάλισης πλέον 20%, για τα έτη από 1-1-1993 μέχρι και 31-12-2007 οι μικτές τακτικές μηνιαίες αποδοχές επί υτα χρόνια ασφάλισης πλέον 20% και για τα έτη από 1-1-2008 και μετά το 70% των μικτών τακτικών μηνιαίων αποδοχών (β) τα ποσά που προκύπτουν αθροίζονται και δίνουν πλέον το συνολικό ποσό της εφάπαξ παροχής (γ) ως συντάξιμες αποδοχές λογίζονται ο βασικός μηνιαίος μισθός, τα επιδόματα ευδόκιμης υπηρεσίας, τα επιδόματα πολυετίας και πρόσθετης πολυετίας, το επίδομα βαθμού και το επιστημονικό επίδομα (δ) ως μικτές τακτικές αποδοχές λογίζονται το σύνολο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών σε χρήμα που λαμβάνει ο υπάλληλος από την ...

για τις παρεχόμενες σ' αυτήν υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως τακτικών επιδομάτων και εξαιρουμένων των τυχόν προσαυξήσεων για υπερωριακή απασχόληση, προμήθειες, μερίσματα, bonus κλπ., ενώ δεν λαμβάνονται επίσης υπόψη τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και οποιαδήποτε άλλη μη μηνιαία τακτική παροχή.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το άρθ. 30 του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου ... καθιερώνει διαφορετικό και δη ευνοϊκότερο τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους συνταξιοδοτούμενους υπαλλήλους της ΑΕΕΓΑ ... από εκείνον που προέβλεπε το καταστατικό του ΤΑΠΕ με τα άρθ. 59 και 72 αυτού.

Η νεότερη αυτή ρύθμιση αφορά μόνο τους υπαλλήλους τους εξερχόμενους της υπηρεσίας και συνταξιοδοτούμενους από την έναρξη της ισχύος και εφεξής του Καταστατικού του αναιρεσιβλήτου με την έγκριση του με την ΚΥΑ Φ30300/9401/400/2004 (ΦΕΚ Β' 713) και όχι και τους πριν από το χρονικό αυτό σημείο συνταξιοδοτηθέντες, καθόσον η διάταξη του άρθ. 30 Καταστατικού του ...

δεν έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την μεταβατική διάταξη του άρθ. 39 του ως άνω Καταστατικού προβλέφθηκε και ρυθμίσθηκε μόνο η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου υποχρέωση καταβολής στους πρώην ασφαλισμένους του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ, που έλαβαν απ' αυτό μειωμένο εφάπαξ βοήθημα με βάση το άρθ. 57§3 ν. 2084/1992, της διαφοράς μεταξύ του μειωμένου αυτού εφάπαξ και αυτού που θα προέκυπτε με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ.

Η διαφορετική αυτή μεταχείριση ερείδεται στο επαρκώς αντικειμενικό κριτήριο του χρόνου αποχώρησης από την υπηρεσία, σε σχέση με την έγκριση και έναρξη ισχύος του Καταστατικού του ..., κατά τον οποίο άλλωστε κρίνεται το δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος και συνακόλουθα και ο τρόπος καθορισμού του. Κατά συνέπεια η μεταβολή για το μέλλον του τρόπου υπολογισμού του βοηθήματος αυτού δεν συνεπάγεται παραβίαση της κατ' άρθ. 4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ως προς τους συνταξιοδοτηθέντες και λαβόντες το βοήθημα αυτό, πριν από την έναρξη ισχύος του Καταστατικού του ..., με βάση τις καταστατικές διατάξεις του ΤΑΠΕ, αφού η διάκριση αυτή αφορά συνέπειες και σχέσεις πριν από την μεταβολή της ρύθμισης.

Εξάλλου, πέραν του ότι δεν αποκλείεται από συνταγματικές διατάξεις (άρθ. 22) η μεταβολή του συστήματος καθορισμού και αναπροσαρμογής και ήδη απονεμηθεισών παροχών, ως το εφάπαξ βοήθημα, που δεν απαιτείται να βρίσκονται σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες εισφορές, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται ούτε στην διάταξη του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε μαζί μ' αυτήν με το ν.δ. 53/1974), διότι ως προστατευόμενη περιουσία κατά την έννοια αυτού θεωρείται το δικαίωμα που αποκτά ο εργαζόμενος για την καταρχήν χορήγηση συνταξιοδοτικής παροχής και όχι και η προσδοκία για την χορήγηση αυξήσεων στην παροχή αυτή.

7. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν, ότι είναι πρώην υπάλληλοι της εταιρείας "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών ..." (ΑΕΕΓΑ ...), στην οποία εργάσθηκαν μέχρι την συνταξιοδότηση τους το έτος 2000, ότι κατά την συνταξιοδότηση τους έλαβαν, πέρα της κύριας σύνταξης, εφάπαξ βοήθημα προνοίας από τον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της ως άνω εταιρείας (ΤΑΠΕ), μειωμένο σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 57§3 ν. 2084/1992, ότι με την Φ30300/9401/400/2004 ΚΥΑ ιδρύθηκε το εναγόμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "..., ως καθολικός διάδοχος του ΤΑΠΕ, και εγκρίθηκε με αυτήν το καταστατικό του, ότι το εναγόμενο ...

κατέβαλε σ' αυτές, με βάση την μεταβατική διάταξη του άρθ. 39 του καταστατικού του, την διαφορά του εφάπαξ βοηθήματος, που τους χορηγήθηκε από το ΤΑΠΕ μειωμένο ως ανωτέρω, και αυτού που θα προέκυπτε με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ χωρίς τους περιορισμούς του άρθ. 57§3 ν. 2084/1992.

¨Οτι με το άρθ. 30 του καταστατικού του εναγομένου ... καθορίσθηκε κατά διαφορετικό τρόπο ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος, με αποτέλεσμα οι μετά την έναρξη της εφαρμογής του συνταξιοδοτούμενοι να δικαιούνται μεγαλύτερο ποσό έναντι εκείνων, οι οποίοι, όπως οι ενάγουσες, είχαν συνταξιοδοτηθεί πριν από την έγκριση του καταστατικού αυτού, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως διαφορά μεταξύ του καταβλητέου κατ'άρθρο 30 του καταστατικού του εναγομένου και του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας και το άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ύστερα από έφεση των εναγουσών και εδώ αναιρεσειουσών, με την προσβαλλομένη 7601/2009 απόφαση του έκρινε, με τις αυτές κατά βάση ως άνω σκέψεις, την αγωγή ως μη νόμιμη και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης αίτησης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-11-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 7601/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ