Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of specific argument regarding derivative ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property boundaries and ownership. The appellants argued for derivative ownership of the disputed land, but the court found their claim inadmissible because it was not specifically and substantively argued in the lower court proceedings. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 para. 2, 559 para. 19 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding derivative ownership is inadmissible if not specifically and substantively raised in the lower court proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 858 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 858 /2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια οι 1ος και 2ος και μετά η 3η της πληρεξούσιας δικηγόρου Κωνσταντίνας Χόρτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Χ. του Σ., 2.Β. Χ. του Σ., 3.Ι. Χ. του Σ., κατοίκων .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Μαραγκάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι 2η και 3ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, τις από 3-1-2007 και από 4-1-2007 κύριες παρεμβάσεις, προσώπων που δεν μετέχουν στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:106/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 134/2009 μη οριστική και 119/2014 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση των αποφάσεων 119/2014 οριστική και 134/2009 μη οριστική του Εφετείου Καλαμάτας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε μεν αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της από 27-4-2015 αίτησης αναίρεσης κατά των υπ’ αριθ. 119/2014 και 134/2009 (μη οριστικής) αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας αρχικώς επέσπευσαν οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον, όπως προκύπτει, από την υπ’ αριθ. .../22-7-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Καλαμάτας Β.
Μ., αντίγραφο τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της πράξης ορισμού δικασίμου με κλήση προς εμφάνιση στη δικάσιμο της 21-10-2015 επιδόθηκε νομότυπα στον παραστάντα στο Εφετείο και υπογράψαντα την αίτηση πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων Χ. Π.. Στη συνέχεια και μετά από τρεις αναβολές, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-4-2017).
Όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../3-2-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Π., ακριβές αντίγραφο της υπ’ αριθ. ...2-2017 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέως του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται η αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης για την ανωτέρω δικάσιμο (5-4-2017) και κλήση για να παραστούν κατ’ αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως στη δεύτερη και στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, οι τελευταίοι (αναιρεσίβλητοι) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθέντες, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως ακόμη και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Δηλαδή η μη οριστική απόφαση δεν υπόκειται σε αυτοτελή αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, αρκεί να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ’ αυτής (ΑΠ 109/2016, 1720/2013).
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την υπ’ αριθ. 119/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και η με αριθμό 134/2009 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρεται στην κριθείσα με την τελευταία (μη οριστική απόφαση) αοριστία της σχετικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 26-9-2000 ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αντιδίκων τους ήδη αναιρεσειόντων, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, οι ενάγοντες περιέγραψαν το επίδικο ακίνητο ως "....το βορειοδυτικό τμήμα, εκτάσεως 577 τ.μ.
περίπου, ενός αγροκτήματος, συνολικής εκτάσεως 7.253 τ.μ., που ευρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... του τέως δήμου ... Μεσσηνίας, αποτελείται από σταφιδάμπελο και χέρσο αγρό, αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο στην .../13-2-2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β., από 20-10-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Λ., όπου εμφαίνεται με το στοιχείο τεμάχιο τέσσερα (4) και περιμετρικά με τους αριθμούς ..., συνορεύον κατά το ίδιο σχεδιάγραμμα βορειοανατολικά με πλευρά 7-8 με ιδιοκτησία Γ. Π. Χ., βόρεια με πλευρά 7-8 με ιδιοκτησία Γ. Π. Χ. και με πλευρά 37-7 με ιδιοκτησία Δ. Σ., δυτικά με πλευρά 9-9’ με δρομίσκο και πέραν αυτού με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Π.
Ι. Χ., με πλευρά 25’ -25-24 με οικίσκο (ήδη κατεδαφισμένο), με πλευρά 28-29 με ιδιοκτησία Β. Γ. Χ., με πλευρά 33-34 με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Ι. Χ., ανατολικά με πλευρά 31-32 με ιδιοκτησία Π. Ι. Χ., με πλευρά 35-36-37 με ιδιοκτησία Δ. Τ., νότια με πλευρά 32-33 με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Ι. Χ., με πλευρά 9-25’ με δρομίσκο, με πλευρά 24-28 με ιδιοκτησία Β.
Γ. Χ., με πλευρά 29-31 με αιγιαλό και με πλευρά 34-35 με αιγιαλό και το οποίο (επίδικο) συνορεύει βόρεια, επί πλευράς μήκους 31,5 μέτρων με ιδιοκτησία, κατά το σχεδιάγραμμα, Β. συζ. Γ. Χ., δυτικά, επί πλευράς μήκους 18 μέτρων με δρομίσκο και πέραν τούτου με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Ι. Χ., και επί πλευράς μήκους 6 μέτρων με οικίσκο (κληρονόμων Π.
και Σ. Χ.) ήδη κατεδαφισμένο, νότια, επί πλευράς μήκους 7 μέτρων με δρομίσκο, άνω συνιδιόκτητο οικίσκο και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Β. συζ. Γ. Χ. (και κατά την άσκηση της αγωγής των διαδόχων της τριών πρώτων εναγομένων) και με πλευρά μέτρων μήκους 16 περίπου με ιδιοκτησία Β. συζ. Γ. Χ. και ανατολικά με πλευρά, κατά μήκος της οποίας υφίσταται περίφραξη κατασκευασθείσα από τους τρεις πρώτους εναγομένους".
Από την, ως άνω, επαρκή περιγραφή του επίδικου ακινήτου (των 577 τ.μ.) δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, και, συνεπώς, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο αυτό. Το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο και εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο (και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει), δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αφού με τον προσδιορισμό της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο των 7.253 τ.μ.
και των ορίων του, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Ως εκ τούτου, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά τους αναιρεσείοντες, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης των τελευταίων, τον οποίο και απέρριψε με την, συμπροσβαλλόμενη με την οριστική 119/2014 απόφασή του, υπ’ αριθ. 134/2009 απόφαση αυτού.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τ` αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
‘ Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να δημιουργεί αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κοινώς και εξ αδιαιρέτου και σε ποσοστό 2/4 ο πρώτος και 1/4 ο καθένας των λοιπών ενός αγροκτήματος, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... του τέως Δήμου ... του Νομού Μεσσηνίας...αποτελείται από τρία συνεχόμενα κατά το βόρειο όριό τους, αλλά διακριτά μεταξύ τους τμήματα...έχει συνολική έκταση 7.253 τ.μ.
και συνορεύει... Το μείζον αυτό ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στον παππού των εναγόντων Ι. Χ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος την 18.8.1961 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Σ. Χ., (πατέρα των εφεσιβλήτων) και Π. Χ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../6.3.1962 πράξεως αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου ...
Δ. Τ., νομίμως μεταγραφείσης.... Ειδικότερα, στους δύο αδελφούς Σ. και Π. Χ. περιήλθε με την ως άνω κληρονομία ένα ενιαίο ακίνητο, αποτελούμενο από σταφιδάμπελο και χέρσα έκταση, εμβαδού κατά την πράξη αποδοχής εννέα (9) περίπου στρεμμάτων, οριοθετούμενο γύρωθεν, κατά την περιγραφή που γίνεται στην πράξη αποδοχής, με ιδιοκτησίες....και με ακτή θαλάσσης.....
Την ίδια ημέρα που συνέταξαν την πράξη αποδοχής κληρονομίας οι δύο αδελφοί με το υπ’ αριθ. .../6.3.1962 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου ... Δ. Τ., το οποίο μετεγράφη νομίμως, μεταβίβασαν κατά το ιδανικό του μερίδιο ο καθένας ένα τμήμα που βρίσκεται στο νότιο μέρος του ακινήτου αυτού στη Β. σύζυγο Γ. Χ..
Το πωλούμενο τμήμα, σύμφωνα με την κατά λέξη διατύπωση του συμβολαίου, περιγράφεται ως εξής: "εκ του ανωτέρω περιγραφέντος κτήματός των και εκ του μέσου αυτού, πωλούν από σήμερον εν τμήμα αποτελούμενον από σταφιδάμπελον, εκτάσεως δύο (2) ωρισμένως στρεμμάτων ή μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων (2.000) και από συνεχόμενον τμήμα χέρσου αγρού, εκτάσεως διακοσίων πεντήκοντα (250) περίπου τετραγωνικών μέτρων και οριοθετούμενον γύρωθεν το πωλούμενον τμήμα, νοτίως με ακτήν θαλάσσης, δυτικώς δε, αρκτικώς και ανατολικώς με υπόλοιπον κτήμα των πωλητών".
Ακολούθως, με το υπ’ αριθ. .../9.5.1969 συμβόλαιο διανομής ακινήτων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα... και την υπ’ αριθ. .../30.5.1969 πράξη διευκρινίσεως όρων συμβολαίου του ιδίου Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί στα ίδια βιβλία μεταγραφών, οι Σ. και Π. Χ. διένειμαν το κοινό ακίνητο διαχωρίζοντας αυτό σε πέντε (5) τμήματα, τα οποία αποτυπώνονται στο από το Μάιο του 1969 πρόχειρο τοπογραφικό διάγραμμα ως εξής:
Το με αριθμό 1 τμήμα του καταλάμβανε έκταση δυτικότερα του πωληθέντος στη Β. Χ. τμήματος, εκτεινόμενη από το απώτερο βόρειο όριό του μέχρι το νότιο όριο της ακτογραμμής. Τα με αριθμούς 2, 3 και 4 τμήματά του, που καταλάμβαναν διαδοχικά έκταση ανατολικά της πωληθείσης στη Β. Χ. ιδιοκτησίας και εκτείνονταν από το φυσικό πρανές που υπήρχε στο βόρειο μέρος του ακινήτου μέχρι τη θάλασσα.
Τέλος, το με αριθμό 5 ακίνητο καταλάμβανε την πέραν του πρανούς έκταση του βορείου τμήματος του ακινήτου, η οποία νοτίως οριοθετούνταν από την πωληθείσα ως άνω έκταση και τα με αριθμούς 2, 3 και 4 τμήματα του ακινήτου και βορείως με τις ιδιοκτησίες των κληρονόμων Π. και της Χ. χήρας Π. Φ.. Το τμήμα δηλαδή αυτό παρεμβάλλονταν και διαχώριζε την πωληθείσα από τους ίδιους με το υπ’ αριθ. .../6.3.1962 συμβόλαιο στη Β.
Χ. ιδιοκτησία από την ευρισκομένη βορείως ιδιοκτησία των κληρονόμων Π.. Εκ των ως άνω διαιρεθέντων τμημάτων τα με αριθμούς 2, 4 και 5 περιήλθαν στο Σ. Χ., πλην ενός οικίσκου, επιφάνειας 60 τ.μ. περίπου, ευρισκομένου στο νοτιοδυτικό όριο του υπ’ αριθ. 5 ακινήτου, σε επαφή με το υπ’ αριθ. 1 ακίνητο, ο οποίος παρέμεινε στην κοινή χρήση.
Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του ο Σ. Χ. νεμόταν και κατείχε τα διαιρετά αυτά τμήματα του όλου ακινήτου αποκλειστικά για λογαριασμό του. Καλλιεργούσε δε τα νότια τμήματά του με σταφιδάμπελο, ενώ στο βόρειο τμήμα του και δη στο δυτικό άκρο του με αριθμό 5 τμήματος είχε κατασκευάσει αλώνια για την αποξήρανση της σταφίδας.
Στις 12.11.1998 απεβίωσε ο Σ. Χ. και στην κληρονομία υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι η σύζυγός του Μ. συζ. Σ. Χ. το γένος Π. Λ. και τα τρία τέκνα του, δηλαδή οι εφεσίβλητοι σε ποσοστό 1/4 ο καθένας, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία δυνάμει της υπ’ αριθ. .../13.12.2000 πράξεως αποδοχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Β., που έχει μεταγραφεί νομίμως..... Ακολούθως, η εκ των κληρονόμων Μ. συζ. Σ. Χ. με το υπ’ αριθ. .../15.6.2000 συμβόλαιο της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νομίμως, μεταβίβασε το εξ 1/4 μερίδιό της επί του παραπάνω ακινήτου στον πρώτο των εναγόντων Γ. Σ. Χ. και επομένως οι εφεσίβλητοι κατέστησαν με τον παραπάνω τρόπο συγκύριοι του ακινήτου αυτού σε ποσοστό 2/4 ο πρώτος και 1/4 καθένας εκ των λοιπών.
Οι εκκαλούντες από το έτος 1998 διεκδικούν μέρος του ακινήτου αυτού, το οποίο υποστηρίζουν ότι διαλαμβάνεται στους τίτλους της ιδιοκτησίας τους και συγκεκριμένα διεκδικούν έκταση 577 τ.μ. που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του ακινήτου των εφεσιβλήτων και σύμφωνα με το από το Μάϊο του 1969 πρόχειρο διάγραμμα που επισυνάφθηκε στο υπ’ αριθ. .../9.5.1969 συμβόλαιο της διανομής που προαναφέρθηκε, αποτελεί το δυτικό μέρος του με αριθμό 5 επί μέρους τμήματος του μείζονος ακινήτου.
Το διεκδικούμενο ακίνητο, σύμφωνα με το από 20.10.1979 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Λ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στην υπ’ αριθ. .../13.2.2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας, συνορεύει.... Οι εκκαλούντες, είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δύο ομόρων του επιδίκου ακινήτων και δη: α) ενός ακινήτου και δη του τμήματος εκτάσεως 2.250 τ.μ.
του μείζονος ακινήτου που μεταβιβάσθηκε πριν από την ως άνω διανομή στη Β. συζ. Γ. Χ. το γένος Μ. από το δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Σ. Χ. και τον αδελφό του Π. Χ. με το υπ’ αριθ. .../6.3.1962 συμβόλαιο, που κείται νοτίως του επιδίκου, το οποίο περιήλθε σ’ αυτούς με γονική παροχή από την ως άνω μητέρα τους δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1990 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Μ.
Π., νομίμως μεταγραφέντος και β) ενός ακινήτου, εκτάσεως κατά τον τίτλο τους 3.500 τ.μ. που βρίσκεται βορείως του επιδίκου, (πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Π.), το οποίο περιήλθε σ’ αυτούς δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης υπ’ αριθ. .../1982 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου ... Π. Τ.. Το έτος 1999 οι εκκαλούντες με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παμίσου διεκδικώντας τη νομή του επιδίκου, πέτυχαν την έκδοση της υπ’ .../1999 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς του συνόλου του πρώτου εκ των παραπάνω ακινήτων, εκτάσεως 2.250 τ.μ., στα όρια του οποίου κατά την απόφαση αυτή συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, το οποίο περιγράφονταν στην αίτηση με έκταση 250 τ.μ.
Με βάση την απόφαση αυτή οι εκκαλούντες προχώρησαν στη συνέχεια στην περίφραξη μέρους του επιδίκου τμήματος με συρματόπλεγμα και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό αποβάλλοντας από τη νομή του τους εφεσιβλήτους. Στην παραπάνω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με την έφεση και τους προσθέτους λόγους της, υποστηρίζουν, κατ’ εκτίμηση των δικογράφων τους, ότι το επίδικο έχει έκταση μόλις 250 τ.μ.
και περιλαμβάνεται τόσο στον τίτλο της δικαιοπαρόχου μητέρας τους (υπ’ αριθ. .../1962 πωλητήριο συμβόλαιο), όσο και στο μεταγενέστερο δικό τους τίτλο (υπ’ αριθ. .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής). Για την αληθοφάνεια δε του ισχυρισμού τους, ταυτίζουν το επίδικο με το τμήμα που μεταβιβάσθηκε στη μητέρα τους και περιγράφεται στο υπ’ αριθ. .../1962 συμβόλαιο ως "συνεχόμενο (εννοείται της σταφιδαμπέλου) τμήμα χέρσου αγρού, εκτάσεως διακοσίων πεντήκοντα (250) περίπου τετραγωνικών μέτρων Με τον τρόπο αυτό εμφανίζουν τις δύο ως άνω ιδιοκτησίες τους, δηλαδή το ακίνητο που περιήλθε στη μητέρα τους με το .../6.3.1962 συμβόλαιο και το έτερο ακίνητο (πρώην ιδιοκτησία Π.) που περιήλθε σ’ αυτούς με την υπ’ αριθ. .../1982 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, ως συνεχόμενες, καθώς το επίδικο παρεμβάλλεται και τις διαχωρίζει μεταξύ τους.
Από το περιεχόμενο όμως του ανωτέρω υπ’ αριθ. .../6.3.1962 πωλητηρίου συμβολαίου, όπως αυτό προεκτέθηκε, προκύπτει σαφώς και πέραν κάθε αμφιβολίας, ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που πράγματι μεταβιβάσθηκε από τους αδελφούς Σ. και Π. Χ. στη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, δεδομένου ότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα έπρεπε το πωλούμενο ακίνητο να οριοθετείται στο ως άνω συμβόλαιο προς βορράν με την ιδιοκτησία των κληρονόμων Π.
και μετέπειτα των γονέων των εκκαλούντων (Γ. και Β. Χ.), στους οποίους περιήλθε η ιδιοκτησία αυτή και όχι με τη λοιπή ιδιοκτησία των πωλητών, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό. Εξ άλλου, στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο προσδιορίζεται επιπλέον, ότι η πωλούμενη έκταση βρίσκεται στο μέσον της μείζονος ιδιοκτησίας των πωλητών, όπως άλλωστε αποτυπώνεται και στο από το Μάϊο του 1969 πρόχειρο διάγραμμα, γεγονός που αποκλείει κάθε πιθανότητα για επέκταση των ορίων του βορειότερα, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες.
Τα ίδια μάλιστα όρια του ως άνω ακινήτου προκύπτουν και από το υπ’ αριθ. .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής που επακολούθησε, στο οποίο το ακίνητο των εκκαλούντων οριοθετείται από τους ίδιους δυτικά, αρκτικά και ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. και Π. Χ.. Περαιτέρω, προκύπτει από το ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο (.../6.3.1962), ότι το πωληθέν στη μητέρα των εκκαλούντων ακίνητο, αποτελούνταν από σταφιδάμπελο με έκταση επακριβώς καθορισμένη σε 2.000 τ.μ., καθώς, αντίθετα προς τη συνήθη στις συναλλαγές τακτική, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως χρησιμοποιείται στο συμβόλαιο η λέξη "ωρισμένως" και από συνεχόμενο χέρσο αγρό εκτάσεως 250 τ.μ.
περίπου. Η περιγραφή αυτή του συμβολαίου δεν αφήνει περιθώρια αποκλίσεως όσον αφορά το εμβαδόν της πωληθείσης τότε εκτάσεως, εμβαδόν το οποίο εξακολουθεί να έχει μέχρι και σήμερα, όπως διαπιστώθηκε και από τον τεχνικό σύμβουλο των ίδιων των εκκαλούντων Π. Χ., Μηχανικό Δομικών Έργων, ο οποίος εμβαδομέτρησε το ακίνητο και συνέταξε κατ’ εντολήν τους το από 3.3.2007 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο υπολογίζει την έκτασή του σε 2.253,69 τ.μ., χωρίς να συνεπιμετρά σ’ αυτή και την έκταση του επιδίκου.
Η μέτρηση αυτή είναι σύμφωνη με την αναφερόμενη στους τίτλους των εκκαλούντων έκτασή του των 2.250 τ.μ. Ο εν λόγω μάλιστα τεχνικός σύμβουλος οριοθετεί το ακίνητο αυτό νοτιότερα του επιδίκου και κάτω από τον κοινόκτητο οικίσκο και το πρανές και συμφωνεί κατά τούτο με το τοπογραφικό του από 20.10.1979 του Δ. Λ..
Εξ άλλου, από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1975 και 2000 που προσκομίζονται, προκύπτει εμφανώς ότι το πωληθέν στη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων ακίνητο, ήταν μεν καλλιεργημένο με σταφιδάμπελο κατά το μεγαλύτερο μέρος του, όχι όμως και μέχρι το απώτατο βόρειο όριό του, καθώς μικρή εδαφική έκταση στο βόρειο τμήμα του, κάτω από το φυσικό πρανές, ήταν ακαλλιέργητη.
Από το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την περιγραφή που γίνεται στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο, συνάγεται αναμφιβόλως, ότι το τμήμα που περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό ως συνεχόμενος χέρσος αγρός 250 τ.μ. αντιστοιχεί στο ακαλλιέργητο μέρος του ακινήτου των εκκαλούντων που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά αυτού και κάτω από το φυσικό πρανές (νοτίως δηλαδή του πρανούς) και όχι στην πλέον βορειότερα και πάνω από το πρανές έκταση, όπου εντοπίζεται το επίδικο.
Αποδεικνύεται, επομένως, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα με την έκταση και τα όρια που στην αγωγή αναφέρονται, δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο των εκκαλούντων (υπ’ αριθ. .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής) και σ’ αυτόν της δικαιοπαρόχου τους (υπ’ αριθ. .../6.3.1962 πωλητήριο συμβόλαιο), όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι τελευταίοι, αλλά στους τίτλους του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων, των οποίων το ακίνητο υπολείπεται σήμερα της συνολικής εκτάσεώς του όχι μόνο κατά την έκταση του επιδίκου, αλλά πολύ περισσότερο, αφού η αρχική έκτασή του σύμφωνα με το από 20.10.1979 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ.
Λ., που όπως προεκτέθηκε προσυπογράφεται και από τη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, ανερχόταν σε 7.253 τ.μ., σύμφωνα με την έκθεση της πραγματογνώμονα Ε. Κ., ανέρχεται σήμερα σε 6.552,68 τ.μ. ή σε 5.621,07 τ.μ. κατά τον πραγματογνώμονα Ν. Π. και σε 5.543,01 κατά τον τεχνικό σύμβουλο Π. Χ.. Περαιτέρω, και αναφορικά ειδικότερα με τις αιτιάσεις των εκκαλούντων σχετικά με την έκταση του επιδίκου, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα:
Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η έκταση του επιδίκου ανέρχεται σε 577 τ.μ. και όχι σε 247,62 τ.μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες ή σε 310,96 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο από 26.7.2012 τοπογραφικό διάγραμμα και υποστηρίζεται από τον πραγματογνώμονα Ν. Π. που συνέταξε την επαναληπτική πραγματογνωμοσύνη, ο οποίος υιοθετεί, όχι όμως και πειστικά, τις απόψεις των εκκαλούντων σχετικά με το θέμα αυτό.
Τούτο δε διότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας, μολονότι είχε διαταχθεί με την υπ’ αριθ. 134/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου να προβεί στην καταμέτρηση του επιδίκου σύμφωνα με την περιγραφή της αγωγής, που αναφέρεται σε συγκεκριμένες πλευρικές διαστάσεις και παραπέμπει στο από το Μάϊο του 1979 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Δ.
Λ., στο από 26.7.2012 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε, όπως και στην έκθεσή του, υπολογίζει το εμβαδόν του, αφαιρώντας αυθαίρετα τα παρακάτω τμήματα, τα οποία κατά την περιγραφή της αγωγής και το σχεδιάγραμμα που αυτή παραπέμπει συμπεριλαμβάνονται στο επίδικο: α) 20,28 τ.μ., για τα οποία σημειώνει ότι υφίσταται δουλεία διόδου, πλην όμως η δουλεία δεν καταργεί το επικρατέστερο δικαίωμα της κυριότητας, β) εδαφική έκταση νότια αυτής αγνώστου εμβαδού, την οποία δεν συνεπιμετρά στο επίδικο, αλλά τη συμπεριλαμβάνει, όπως και τη δίοδο, στην ιδιοκτησία των εκκαλούντων, που, όπως προεκτέθηκε δεν εκτείνεται πάνω από το πρανές, γ) εδαφική έκταση αγνώστου εμβαδού αρχόμενη από τον κοινόκτητο οικίσκο και προς τα ανατολικά, την οποία χαρακτηρίζει ως κοινόχρηστο χώρο πέριξ του οικίσκου, εν αντιθέσει με την άποψη των ίδιων των συγκοινωνών που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του 1979 που προαναφέρθηκε, στο οποίο δεν σημειώνεται κοινόχρηστος χώρος στα ανατολικά του, αλλά ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων Σ.
Χ., η οποία ήδη αποτελεί μέρος του διεκδικούμενου με την αγωγή τμήματος και δ) υπολογίζει αυθαίρετα, αν και δεν αμφισβητείται, το βόρειο όριο του επιδίκου, στο σημείο του υπάρχοντος και στο σημείο αυτό πρανούς, που κατά τη γνώμη του μπορεί ή ίσως να βρίσκεται το κοινό όριο με την υπερκείμενη δεύτερη ιδιοκτησία των εκκαλούντων, (πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Π.), χωρίς να λαμβάνει υπόψη του και να προσδιορίζει το αντίστοιχο όριο που προκύπτει από την περιγραφή της αγωγής και το σχεδιάγραμμα που αυτή παραπέμπει και να αποτυπώνει το όριο αυτό.
Δηλαδή αντί να αποτυπώσει το επίδικο με τα όρια και το εμβαδόν της αγωγής και, ακολούθως, να σημειώσει τυχόν τμήματα αυτού που εμπίπτουν σύμφωνα με τις επιμετρήσεις του σε όμορες ιδιοκτησίες, προβαίνει στην αποτύπωση αυτού που ο ίδιος θεωρεί ότι έπρεπε να είναι επίδικο. Αντιθέτως, η διορισθείσα αρχικά πραγματογνώμων Ε.
Κ., αν και δεν σημειώνει το ολικό εμβαδόν του επιδίκου στο συνταχθέν από 31.5.2006 τοπογραφικό διάγραμμα της, εντούτοις απεικονίζει σ’ αυτό το διαφιλονικούμενο τμήμα σύμφωνα με την περιγραφή της αγωγής και με το σχεδιάγραμμα του Δ. Λ. που αυτή παραπέμπει, όπως υποστηρίζουν και οι εκκαλούντες με τους προσθέτους λόγους τους, αλλά και αποδεικνύεται από τη σύγκριση του διαγράμματός της με το από 20.10.1979 σχεδιάγραμμα του ως άνω μηχανικού (Δ.
Λ.). Με την έκθεσή της δε η πραγματογνώμων δεν σημειώνει επιφυλάξεις για την έκτασή του, ούτε υποστηρίζει ότι τμήμα αυτού εμπίπτει στα όρια άλλης ιδιοκτησίας και δη αυτής των εκκαλούντων. Στο ίδιο αποτέλεσμα όμως καταλήγει και ο τεχνικός σύμβουλος των εκκαλούντων Π. Χ., ο οποίος στο από 3.3.2007 τοπογραφικό του, αν και περιορίζει την έκταση του επιδίκου σε 247,42 τ.μ. + 145 τ.μ. = 392,42 τ.μ., ιδίως ως προς το βόρειο όριό του και καθόλου ως προς το νότιο, εντούτοις οριοθετεί το επίμαχο ακίνητο των εκκαλούντων νοτιότερα του επιδίκου και κάτω από τον κοινόχρηστο οικίσκο και το πρανές.
Εξ άλλου, η ως άνω πραγματογνώμων στο τοπογραφικό της διάγραμμα οριοθετεί το επίδικο με τα περιμετρικά στοιχεία 502, 528, 532, 112, 518, 535, 78, 22, 21 και με πλευρικές διαστάσεις ως εξής: 502-528 = 19,49 μ, 528-532 = 10,21 μ., 532-112 = 10,40 μ., 112-518 = 19,02 μ., 518-535 = 2,26 μ., 535-78 = 13,78 μ., 78-22 = 15,65 μ., 22 και ανατολικότερα της θέσης αυτής, αλλά πριν από το σημείο 21, όπου η πλευρά 22-21 = 12,68 μ.
Με βάση τα στοιχεία αυτά είναι εφικτός ο προσδιορισμός του εμβαδού του επιδίκου με βάση το σχεδιάγραμμα αυτό και, ιδίως, από τους τεχνικούς συμβούλους των διαδίκων, οι οποίοι μάλιστα δεν υποστηρίζουν ότι προκύπτει από τις διαστάσεις αυτές διάφορο αποτέλεσμα για την έκταση του επιδίκου από αυτό των 577 τ.μ.
που αναφέρεται στην αγωγή. Ούτε κάποιος από αυτούς ή οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το επίδικο έτσι όπως το αποτυπώνει η πραγματογνώμονας διαφέρει κατά θέση και όρια από αυτό της αγωγής ή ότι δεν ταυτίζεται με την απεικόνισή του στο τοπογραφικό του έτους 1979 του Δ. Λ., με βάση το οποίο γίνεται και η περιγραφή της αγωγής.
Προκύπτει, επομένως, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, έτσι όπως περιγράφεται στην αγωγή, είναι αυτό που αποτυπώνεται στο από 31.5.2006 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε. Κ. και ορίζεται από τα παραπάνω περιμετρικά στοιχεία, (502, 528, 532, 112, 518, 535, 78, 22, 21 και με πλευρικές διαστάσεις ως εξής: 502-528 = 19,49 μ, 528- 532 = 10,21 μ., 532-112 = 10,40 μ., 112-518 = 19,02 μ., 518-535 = 2,26 μ., 535-78 = 13,78 μ., 78-22 = 15,65 μ., 22 και ανατολικότερα της θέσης αυτής, αλλά πριν από το σημείο 21, όπου η πλευρά 22-21 = 12,68 μ.), εξεικνούμενο από το βορειοδυτικό όριο της ιδιοκτησίας με αριθμό 2 του άνω σχεδιαγράμματος και δη από τα σημεία 535, 518 και 112 του σχεδιαγράμματος και εκτεινόμενη ανατολικότερα, όπως σ’ αυτό αποτυπώνεται.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε με παρόμοια αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ότι το επίδικο ακίνητο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους των εφεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους σε ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου τον πρώτο και 1/4 καθένα εκ των λοιπών και, ακολούθως, διέταξε την απόδοσή του σ’ αυτούς, περιγράφοντας το επίδικο εδαφικό τμήμα σύμφωνα με το παραπάνω σχεδιάγραμμα της πραγματογνόμωνα Ε.
Κ., δεν έσφαλε κατά τούτο περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως και του προσθέτους λόγους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους....". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την ανωτέρω 119/2014 απόφασή του, δεν στέρησε την τελευταία από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι επαρκή και δεν δημιουργούν αμφιβολίες για το αν οι αναιρεσείοντες-εκκαλούντες-εναγόμενοι με την, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή της, σε εκτέλεση της υπ’ .../1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου Παμίσου, με την οποία αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς του συνόλου του πρώτου εκ των παραπάνω ακινήτων, στα όρια του οποίου κατά την απόφαση αυτή συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, την περίφραξη μέρους τούτου, την εγκατάσταση αυτών (εναγομένων) σ’ εκείνο (επίδικο) και την αποβολή των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων από τη νομή του, είχαν κατά την άσκηση της από 26-9-2000 ένδικης αγωγής την επί του επιδίκου, δικαστικώς άλλωστε αναγνωρισθείσα, προσωρινή συννομή.
Ενόψει τούτων καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ, ο δε συναφής από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τ’ αντίθετα υποστηρίζων, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την απόδοση του επιδίκου ακινήτου είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που, κατ’ ορθήν εκτίμησή του, προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον φερόμενο ως προβληθέντα και στον δεύτερο βαθμό από πλευράς αναιρεσειόντων-εκκαλούντων ισχυρισμό ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου, κτηθείσας με παράγωγο τρόπο, είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον από την επισκόπηση των δικογράφων της από 15-10-2007 έφεσης και των από 24-7-2008 προσθέτων λόγων της, που εστιάζουν στην αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το εμβαδόν του επιδίκου και στο απαράδεκτο του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης και του συνοδεύοντος αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος, δεν προκύπτει η εκ μέρους των τελευταίων προβολή τέτοιου ισχυρισμού.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση των Π. Χ. του Γ., Δ. Χ. του Γ. και Α. Χ. του Γ. για αναίρεση των υπ’ αριθ. 119/2014 και 134/2009 (μη οριστικής) αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ