Legislator Case Law & Legislation
858/2015 AI generated

Supreme Court dismisses union appeal on strike legality, ruling strike was not abusive due to prior negotiations.

Case Number 858/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the union's appeal against the labor court's decision to declare the strike abusive. The union argued that a written agreement regarding the transport department's restructuring existed, making the subsequent strike unjustified. The court rejected this claim, finding the document was merely a proposal for review rather than a binding agreement to continue operations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 23 § 2 of the Constitution; Art. 19 § 1 of Law 1264/1982: A strike is not considered abusive if the employer failed to engage in genuine negotiations or if a prior agreement regarding the continuation of operations was not binding or properly considered by the labor court.

Keywords

AI generated
abusive strike labor dispute union appeal negotiation failure strike legality collective bargaining labor law

Cited Legislation

AI generated
Art. 23 § 2 of the Constitution
Art. 19 § 1 of Law 1264/1982

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 858 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 858/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ COCA COLA 3Ε ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Π. του Γ., Προέδρου του ως άνω Σωματείου, και 3. Γ. Ε. του Ν., Γραμματέα του ως άνω Σωματείου, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μπιτσάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "COCA COLA 3Ε ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "COCA COLA (3 Ε)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικολάου Πάνου και Ευφημία Μητσοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 26672/25-10-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24980/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2675/2013 του Μον/λούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.(Α) Κατά το άρθρο 23§2 του Συντάγματος, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για την διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων, κατά δε το άρθρο 19§1 του ν. 1264/1982 η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (α) ως μέσο για την διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους αυτούς σκοπούς και (β) ως εκδήλωση αλληλεγγύης εργαζομένων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων που εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρείες προς εργαζομένους σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή στην έδρα της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας, και εφόσον η έκβαση της απεργίας των τελευταίων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα οικονομικά ή εργασιακά συμφέροντα των πρώτων.

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η απεργία, δηλαδή η συμφωνημένη συλλογική διακοπή της εργασίας των μισθωτών, είτε ορισμένου επαγγελματικού κλάδου, είτε ορισμένης επιχείρησης ή τμήματος αυτής, αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για την διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων.

Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος αυτού δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 25§3 του Συντάγματος, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 27/2004), Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου, αφού η άσκησή του εντάσσεται στα πλαίσια εννόμων σχέσεων-συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου, παρέχεται και η δικαστική προστασία από το άρθ.281 ΑΚ, προκειμένου να οριοθετηθεί η άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 543/2013).

Έτσι, το δικαστήριο, εκτός από την συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να τηρηθούν για τη νομότυπη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ελέγχει και αν το ως άνω δικαίωμα έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η προφανής δε υπέρβαση και ενός από τα όρια-φραγμούς που έχουν τεθεί στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων καθιστά την απεργία καταχρηστική και επομένως παράνομη (ΑΠ 543/2013).

Κρίσιμα στοιχεία για την διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων αυτών, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, το μέγεθος των ζημιογόνων συνεπειών, τις οποίες προκαλεί στον εργοδότη και το κοινωνικό σύνολο σε συνδυασμό με τη μορφή και την διάρκειά της, η έκταση της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών (ΑΠ 543/2013, 468/2012).

Ειδικότερα, σε σχέση με την φύση και τον χαρακτηρισμό της απεργίας, τα αιτήματα της οποίας αφορούν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, πρέπει να επισημανθούν τα εξής : Το διευθυντικό δικαίωμα του επιχειρηματία-εργοδότη εντάσσεται στα πλαίσια (α) της συνταγματικά κατοχυρωμένης οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθ.5§1 του Συντάγματος) και (β) της προστατευομένης από το Σύνταγμα (άρθ. 17) και το άρθ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974) ιδιοκτησίας.

Το δικαίωμα αυτό παρέχει στον εργοδότη την εξουσία να διευθύνει και οργανώνει την επιχείρησή του, να αποφασίζει για την οργανωτική δομή και διάρθρωσή της, να συνιστά και να καταργεί τμήματα και εκμεταλλεύσεις, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα της σε άλλο τόπο, να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού, δηλ.

να αποφασίζει για τη νομική μορφή της επιχείρησης, για την συνένωση, διάσπαση, μεταβίβαση ή συγχώνευση της επιχείρησης με άλλη, για την μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της, για τον εξοπλισμό, τις επενδύσεις, την εξεύρεση κεφαλαίων, να αποφασίζει για το είδος, τις μεθόδους παραγωγής, καθώς και την ποσότητα των παραγομένων αγαθών ή υπηρεσιών, να επιλέγει, προσλαμβάνει και τοποθετεί το προσωπικό και να καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και γενικά τους όρους παροχής της εργασίας.

Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη πρέπει, όμως, να ασκείται σύμφωνα με το νόμο και να μην ασκείται καταχρηστικά, ενώ η αμφισβήτηση της νομιμότητας συγκεκριμένης πράξης, με την οποία ο εργοδότης ασκεί το διευθυντικό του δικαίωμα προς ορισμένη κατεύθυνση δεν συνιστά, καταρχήν, συλλογική αλλά νομική διαφορά, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο αίτημα απεργίας, καθόσον αντικείμενο της απεργίας είναι η επίλυση συλλογικών και όχι νομικών διαφορών, δηλ.

διαφορών σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή ισχυόντων κανόνων δικαίου. Και τούτο διότι η επίλυση των νομικών διαφορών ανήκει στην δικαιοδοσία των δικαστηρίων (άρθ. 94 του Συντάγματος) και δεν είναι δυνατόν με την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας να επιδιώκεται αυτοδύναμη ικανοποίηση των αξιώσεων των εργαζομένων, δεν επιτρέπεται, άρα, προσφυγή στη απεργία, όταν είναι δυνατή η επίλυση μιας διαφοράς κατά την δικαστική οδό.

Έτσι, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απεργίας (αλλά νομική διαφορά) ο περιορισμός των ως άνω εξουσιών του εργοδότη που προκύπτουν από το διευθυντικό του δικαίωμα, εφόσον αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά. Εάν, όμως, η νομική διαφορά έχει συλλογική έκταση, δηλ. αφορά και πλήττει περισσοτέρους ή και όλους τους εργαζομένους της επιχείρησης, και παράλληλα η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη που δημιουργεί την διαφορά αυτήν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθ. 281 ΑΚ, ώστε αυτό να ασκείται καταχρηστικά, καθίσταται νόμιμη η άσκηση της απεργίας με τέτοιο αίτημα, διότι στην περίπτωση αυτή υπερισχύει η συλλογικότητα της διαφοράς έναντι της νομικής φύσης αυτής (πρβλ.

ΑΠ 468/2012). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.70, 946, 947 ΚΠολΔ και 24 ν.1264/1982 προκύπτει ότι ο εργοδότης, κατά του οποίου στέφεται η απεργία, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι η απεργία είναι παράνομη και καταχρηστική, εάν δε η παράνομη κλπ. απεργία έχει ήδη κηρυχθεί ή πραγματοποιείται, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα, και πάντως το έννομο συμφέρον, αυτού για την ομαλή και αδιάκοπη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης, δικαιούται να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την μη έναρξη ή την διακοπή της απεργίας (άρση της προσβολής), ενώ μπορεί επίσης να ζητήσει, με απειλή των μέσων έμμεσης εκτέλεσης, και την απαγόρευση (παράλειψη) στο μέλλον τέτοιας απεργίας με τα ίδια ή παρόμοια αιτήματα (ΑΠ 543/2013).

Τούτο συνάγεται ειδικότερα από τα εξής : (α) Από σειρά επιμέρους ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του άρθ.281 ΑΚ που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και στο μέλλον, προκύπτει ότι υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο μια γενική αξίωση για διακοπή κάθε παράνομης πράξης και για παράλειψή της στο μέλλον (β) Από την διάταξη του άρθ.22§3 ν.1264/1982, που απαγορεύει την δικαστική διακοπή απεργίας με ασφαλιστικά μέρα, εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι είναι δυνατή η απαγόρευση απεργίας με οριστική απόφαση, καθόσον η απαγόρευση του μείζονος (δηλ.

απαγόρευση απεργίας με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων με απλή μόνο πιθανολόγηση) δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται το έλασσον (απαγόρευση απεργίας με οριστική δικαστική διάγνωση και σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης) (γ) Το άρθ. 23§3 του Συντάγματος δεν προστατεύει την παράνομη άσκηση του δικαιώματος.

Σημειώνεται ότι το δικαστήριο με την απόφασή του, όταν δέχεται την αγωγή και απαγορεύει την έναρξη της απεργίας ή διατάσσει την διακοπή της ως παράνομης ή καταχρηστικής, απειλεί κατά του επαγγελματικού σωματείου που κήρυξε ή πρόκειται να κηρύξει παράνομη ή καταχρηστική απεργία χρηματική ποινή, όχι για να εξαναγκασθούν οι απεργοί να προσφέρουν παρά την θέλησή τους εργασία, αφού κατ' άρθ.22§4 εδ.

α' του Συντάγματος απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας, αλλά για να εξαναγκασθεί η διοίκηση του επαγγελματικού σωματείου να συμμορφωθεί προς την δικαστική απόφαση και λάβει την σχετική απόφαση για την μη έναρξη της απεργίας στο μέλλον (ΑΠ 543/2013) (Β) Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1 ν. 1387/1983, που φέρει τον τίτλο "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και εκδόθηκε για την προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την 75/129 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", τέτοιες απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τους 5 εργαζόμενους, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα και ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους.

Κατά το άρθρο 2§2γ' του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του εδ. γ' από το άρθ.16 ν.2736/1999, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης μετά από πρωτόδικη δικαστική απόφαση. Με τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προσέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να διερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.

Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει την διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων, ειδικότερα δε ότι "1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3. 2. Εάν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας κατά περίπτωση. 3.

Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, μπορεί είτε να παρατείνει για είκοσι ακόμη ημέρες τις διαβουλεύσεις ύστερα από αίτηση ενός των ενδιαφερομένων μερών, είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζόμενων απολύσεων.

Πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής Υπουργείου Εργασίας, που εδρεύει σε κάθε νομό, ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, αντίστοιχα. Τα γνωμοδοτικά αυτά όργανα, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να καλούν και να ακούουν τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη, όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επί μέρους τεχνικά θέματα.4.Ο εργοδότης μπορεί να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις στην έκταση που καθορίζει η απόφαση του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας.

Εάν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται στην έκταση που δέχτηκε ο εργοδότης κατά τις διαβουλεύσεις.5. Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1,2,3 και 4 του παρόντος".

Στο άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 15§1 του ανωτέρω ν.2736/1999 παρ. 5 που είχε ως εξής: "Η διαδικασία ομαδικών απολύσεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης", ενώ με το άρθρο 16§6 του τελευταίου αυτού νόμου καταργήθηκε η παρ. 2γ' του άρθρου 2 ν. 1387/1983.

Στη συνέχεια η πιο πάνω §5, που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 ν.2736/1999, τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 ν. 2874/2000 ως εξής: "Σε ομαδικές απολύσεις, που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου". Με τον πιο πάνω ν.1387/1983 έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 75/129/ΕΟΚ, η οποία τροποποιήθηκε με τη νεότερη Οδηγία 92/56/ΕΟΚ και στη συνέχεια η Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20.7.1998 κωδικοποίησε σε ένα ενιαίο κείμενο το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων Οδηγιών, οι δε τροποποιήσεις που επέφερε η τελευταία μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τους νόμους 2736/1999 και 2874/2000.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η κοινοτική Οδηγία βασίζει την προστατευτική της παρέμβαση στο πεδίο των ομαδικών απολύσεων στη θέσπιση τριών βασικών εργοδοτικών υποχρεώσεων, δηλ.: α) την υποχρέωση διαβούλευσης με τους εκπροσώπους του προσωπικού β) την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης αυτών και γ) την παράλληλη υποχρέωση ενημέρωσης της δημόσιας αρχής σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις σε συνδυασμό με την υποχρέωση αναμονής του εργοδότη για κάποιο ολιγόχρονο χρονικό διάστημα (30 ημερών) πριν από την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων.

Επιπλέον, από τις ως άνω διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου προβλέπεται και η παρέμβαση της δημόσιας αρχής μετά από την περάτωση της διαδικασίας των διαβουλεύσεων, με την πρόβλεψη της δυνατότητας του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνουν τις σχεδιαζόμενες απολύσεις. Όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, μεταξύ των διατυπώσεων, που πρέπει να τηρηθούν, για το νομότυπο ομαδικών απολύσεων, είναι και 1) η υποβολή του σχετικού πρακτικού διαβούλευσης, που έγινε μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, στον αρμόδιο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας και 2) η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη των συμβάσεων να γίνει μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, μέσα στην οποία, τα ως άνω δημόσια όργανα, έχουν το δικαίωμα να εκδώσουν απόφαση, με την οποία, είτε θα παρατείνουν την εικοσαήμερη προθεσμία διαβουλεύσεων είτε θα εγκρίνουν ή δεν θα εγκρίνουν τις προτεινόμενες από τον εργοδότη ομαδικές απολύσεις.

Αυτό ισχύει και για την περίπτωση, κατά την οποία οι προτεινόμενες ομαδικές απολύσεις προκαλούνται από την διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, καθόσον ο νόμος δεν διακρίνει. Μόνο σε μια περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διαδικασία ομαδικών απολύσεων: Όταν οι απολύσεις αυτές γίνονται "λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης".

Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, λ.χ., στην περίπτωση πτώχευσης ή λύσης της επιχείρησης, με δικαστική απόφαση. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως δε όταν η οριστική διακοπή των δραστηριοτήτων της επιχείρησης αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσης ή άλλες, οι πιο πάνω υποχρεώσεις του εργοδότη παραμένουν στο ακέραιο.

Επομένως, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι από τις διατάξεις του ισχύοντος (εθνικού) δικαίου δεν προβλέπεται η προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης στην περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, που αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη. Πρέπει να τονισθεί ότι η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 1§2 στοιχ.

δ της ως άνω Οδηγίας δεν δικαιολογεί την μη εφαρμογή αυτής στην πιο πάνω περίπτωση. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 6§1 ν. 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1541/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας, ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "COCA-COLA 3Ε ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (COCA-COLA 3E) κατά των τώρα αναιρεσειόντων με αντικείμενο την αναγνώριση ως παρανόμων και καταχρηστικών κλπ.

των εκεί αναφερομένων απεργιακών κινητοποιήσεων που είχε κηρύξει το 1ο αναιρεσείον σωματείο (πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση), νόμιμοι εκπρόσωποι του οποίου είναι οι 2ος και 3ος αυτών, Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, αντίστοιχα, με την προσβαλλομένη 2675/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία "COCA-COLA ΤΡΙΑ ΕΨΙΛΟΝ (3-Ε) EΛΛAΔOΣ BIOMHXANIKH KAI ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (COCA-COLA 3-E) με έδρα το Μαρούσι Αττικής αποτελεί μέλος του πολυεθνικού ομίλου COCA COLA HBC και δραστηριοποιείται από πολλών ετών στην Ελλάδα στον τομέα παραγωγής, διανομής και εμπορίας μη αλκοολούχων ποτών (Coca Cola, Sprite, Fanta, Nestea κλπ.), καθώς και των χυμών φρούτων Amita και Frulite και του εμφιαλωμένου νερού "ΑΥΡΑ", βάση δε αυτής για την Βόρεια Ελλάδα αποτελεί το υποκατάστημά της στην ..., όπου απασχολούνται περίπου 200 εργαζόμενοι, ότι στο υποκατάστημα αυτό λειτουργούσε μέχρι 30-9-2013 και Τμήμα Διακίνησης των προϊόντων της στις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπου απασχολούνταν περίπου 55 εργαζόμενοι, οδηγοί και βοηθοί οδηγών των ιδιόκτητων φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης της ενάγουσας, με τα οποία πραγματοποιούνταν οι μεταφορές των προϊόντων της, ότι το 1ο εναγόμενο σωματείο είναι νόμιμα συνεστημένη πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων COCA COLA 3-E ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", νόμιμοι εκπρόσωποι του οποίου είναι οι 2ος και 3ος εναγόμενοι, Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του, αντίστοιχα, ότι επειδή η διατήρηση και λειτουργία του προαναφερομένου Τμήματος Διακίνησης της ενάγουσας στην ...

ήταν ασύμφορη οικονομικά γι' αυτήν, δεδομένου ότι υπήρχε προφανής δυσαναλογία μεταξύ της διακίνησης των προϊόντων της με τα ιδιόκτητα φορτηγά της, ιδιωτικής χρήσης, και αυτής με φορτηγά δημόσιας χρήσης μέσω εξωτερικών συνεργατών που δεν συνδέονταν με την ενάγουσα σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, η τελευταία αποφάσισε την οριστική κατάργηση του παραπάνω τμήματος, ότι η απόφαση αυτή της ενάγουσας ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, καθόσον το κόστος μεταφοράς ενός κιβωτίου στην αγορά από ανεξάρτητες μεταφορικές επιχειρήσεις με φορτηγά δημόσιας χρήσης ήταν κατά τις αρχές του έτους 2011 τριάντα (30) λεπτά, ενώ στην ενάγουσα η μεταφορά με τα δικά της φορτηγά κόστιζε 1€, σημειουμένου ότι κατά νόμον (άρθ. 1 ν.1959/1991 και 2 ν. 3887/2010) η ενάγουσα μπορούσε να μεταφέρει με τα ιδιόκτητα φορτηγά της ιδιωτικής χρήσης μόνο τα ως άνω δικά της προϊόντα, ότι πριν η ενάγουσα καταλήξει στην πιο πάνω απόφασή της και στην προσπάθειά της να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή λύση επεδίωξε να έλθει σε σχετικές συζητήσεις και διάλογο με τους εκπροσώπους του πρώτου εναγομένου, καθώς και με αυτούς της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Εμφιαλωμένων Ποτών (Π.Ο.Ε.Ε.Π), πραγματικά δε σε συνάντηση των ανωτέρω (εκπροσώπων της ενάγουσας, του πρώτου εναγομένου σωματείου και του ΠΟΕΕΠ), που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2011 στο ξενοδοχείο HYATT της Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα πρότεινε, ενόψει της ειλημμένης απόφασής της για την οριστική κατάργηση του προαναφερομένου Τμήματος Διακίνησης, να παραχωρήσει δωρεάν στους απασχολούμενους τότε οδηγούς και βοηθούς οδηγών την κυριότητα των φορτηγών αυτοκινήτων της και αυτοί να αναλάβουν, ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες, την διανομή των προϊόντων της, είτε ιδρύοντας ατομική επιχείρηση είτε μέσω εταιρείας που θα ίδρυαν όλοι μαζί, ότι η ενάγουσα αναλάμβανε τα έξοδα σύστασης της νέας εταιρείας και το κόστος έκδοσης αδειών δημόσιας χρήσης, ενώ εξασφάλιζε, καταρχήν, τριετές συμβόλαιο μεταξύ αυτής και της υπό σύσταση εταιρείας, ακόμη δε, για όσους εργαζομένους δεν αποδέχονταν την ως άνω πρόταση, προσέφερε το διπλάσιο ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν, ενώ γι' αυτούς που θα συμμετείχαν στη νέα εταιρεία η ενάγουσα υποσχέθηκε να καταβάλει και τη νόμιμη, λόγω καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσης, αποζημίωση, ότι οι εκπρόσωποι του πρώτου εναγομένου σωματείου δεν απάντησαν στην πρόταση αυτήν μέσα στην ταχθείσα προθεσμία μέχρι την 15-12-2011 και για τον λόγο αυτόν η ενάγουσα απεδίωξε και επέτυχε και άλλη συνάντηση στον ίδιο χώρο, οι τελευταίοι, όμως, λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ιδίου έτους απέρριψαν τις πιο πάνω προτάσεις, ότι οι προσπάθειες της ενάγουσας συνεχίσθηκαν και κατά το επόμενο έτος (2012), αλλά οι σχετικές συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κάποιο αποτέλεσμα και μόνον τρεις από τους εργαζομένους (Κ.

Μ., Δ. Ν. και Χ. Π.) αποδέχθηκαν τις προτάσεις της ενάγουσας για την διάθεση σ' αυτούς φορτηγού αυτοκινήτου και την συνεργασίας τους ως ανεξάρτητοι επιτηδευματίες, ενώ ο τότε πρόεδρος του σωματείου Δ. Κ. αποχώρησε από την εταιρεία τον Δεκέμβριο του έτους 2012, λαμβάνοντας διπλάσια αποζημίωση, ύψους 230.000€, ότι τον Μάρτιο του 2013 η ενάγουσα επανήλθε με νέα, βελτιωμένη, πρόταση, σύμφωνα με την οποία όσοι οδηγοί επιθυμούσαν την συνεργασία με αυτήν, ως ανεξάρτητοι, πάντα, επιτηδευματίες για την διανομή των προϊόντων της, θα ελάμβαναν πέραν των ανωτέρω προσφορών (δωρεάν παραχώρηση των φορτηγών αυτοκινήτων της και την προαναφερομένη συνεργασία) ποσό 30.000€ έκαστος για το κόστος έκδοσης άδειας δημόσιας χρήσης, η δε ενάγουσα αναλάμβανε και τα έξοδα για τις αναγκαίες επισκευές και τεχνικές αναβαθμίσεις των φορτηγών αυτοκινήτων, ότι οι εκπρόσωποι του πρώτου εναγομένου σωματείου απέρριψαν και την τελευταία αυτή πρόταση και έτσι η ενάγουσα την 30-9-2013 προχώρησε τελικά στην οριστική κατάργηση του άνω Τμήματος Διακίνησης από την 1-10-2013 και την καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των απασχολουμένων σ' αυτό και ειδικότερα την 30-9-2013 δώδεκα (12) εργαζομένων και την 1-10-2013 άλλων ένδεκα (11), συνολικά δηλ.

μέχρι την ημερομηνία αυτή 33 εργαζομένων, ότι το πρώτο εναγόμενο σωματείο, μετά από έκτακτες γενικές συνελεύσεις αποφάσισε, με μυστική ψηφοφορία, και κήρυξε τις εξής απεργίες (1) με την με αριθ. 490/7-10-2013 απόφαση δύο 48ωρες απεργίες από 18.01' της 8.10.2013 έως 18.00' της 12.10.2013 (2) με την με αριθ. 508/10.10.2013 δύο 48ωρες, από 18.01' της 12.10.2013 έως 18.00'της 16.10.2013 (3) με την με αριθ. 310/15.10.2013 τέσσερις 48ωρες, από18.01' της 16.10.2013 έως 18.00' της 24.10.2013 και (4) με την με αριθ. 320/23.10.2013 απόφαση, τέσσερις 48ωρες απεργίες από 18.01' της 24.10.2013 έως 18.00' της 1.11.2013, ότι αίτημα όλων των παραπάνω απεργιών ήταν "η άμεση επαναπρόσληψη των 33 άδικα απολυθέντων και η επαναλειτουργία του εργοστασίου", αίτημα δηλ.

των ανωτέρω απεργιακών κινητοποιήσεων ήταν η επανέναρξη της λειτουργίας του καταργηθέντος ως άνω Τμήματος Διακίνησης της ενάγουσας στην ..., αφού, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άλλως δυνατή η επαναπρόσληψη των πιο πάνω 33 μελών του σωματείου, των οποίων καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους, ότι η αμετακίνητη αυτή θέση στο αίτημα του πρώτου εναγομένου σωματείου, που αποτελεί και την αποκλειστική αιτία της κήρυξης των επιδίκων απεργιών, δηλ.

η επαναλειτουργία του Τμήματος Διακίνησης, εκφράσθηκε ρητά και κατηγορηματικά ενώπιον του Υφυπουργού Εργασίας την 24-10-2013, ειδικότερα δε στο συνταχθέν "Πρακτικό Συμφιλίωσης" αναφέρεται "... Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έθεσαν το αίτημά τους να παραμείνει ανοικτό το εργοστάσιο και να αρχίσουν εκ νέου οι διανομές ...", η απόφαση, όμως, της ενάγουσας της 30-9-2013 για οριστική κατάργηση του Τμήματος Διανομής, που είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των 33 απασχολουμένων σ' αυτό, που λήφθηκε στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος για την οργανωτική δομή και την διάρθρωση της επιχείρησής της, δικαιολογείται απόλυτα από τους προαναφερόμενους οικονομοτεχνικούς λόγους, και ότι κατά συνέπεια οι επίδικες απεργιακές κινητοποιήσεις, που προσβάλλουν τον πυρήνα του ως άνω διευθυντικού δικαιώματος της ενάγουσας και τείνουν στον περιορισμό της επιχειρηματικής και οικονομικής της ελευθερίας, είναι καταχρηστικές, ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι πρόκειται περί ομαδικών απολύσεων που είναι άκυρες, διότι η ενάγουσα δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της από τα άρθ.3 και 4 ν. 1387/1983 για διαβούλευση με τους εκπροσώπους του πρώτου εναγομένου σωματείου και έγγραφης ενημέρωσης, τόσον αυτών όσο και της αρμόδιας δημόσιας αρχής, είναι απορριπτέος, καθόσον στην κρινόμενη υπόθεση πρόκειται για την κήρυξη των επίδικων απεργιακών κινητοποιήσεων ως καταχρηστικών, ενώ η διάγνωση του εάν είναι ομαδικές ή όχι οι ως άνω απολύσεις των 33 εργαζομένων και σε καταφατική περίπτωση η αναγνώριση της ακυρότητας αυτών (λόγω μη τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων) αποτελεί αντικείμενο σχετικής αγωγής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού έκρινε νόμιμο, κατ' αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και στην συνέχεια και ως ουσιαστικά βάσιμο, το αίτημα της ένδικης αγωγής για την απαγόρευση μελλοντικών απεργιακών κινητοποιήσεων με την ίδια αιτία και τους ίδιους λόγους για την ικανοποίηση των αυτών αιτημάτων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά την απορριπτική του ως άνω αιτήματος διάταξή της και δέχθηκε την αγωγή και κατά το παραπάνω αίτημα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης (Α) από τον αριθ.19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρώτος και πέμπτος που αφορούν ειδικότερα την κρίση του Εφετείου για την καταχρηστικότητα των απεργιακών κινητοποιήσεων και (Β) από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου τρίτος (ως προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι "ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι πρόκειται περί ομαδικών απολύσεων εκ μέρους της ενάγουσας, οι οποίες είναι άκυρες, διότι η τελευταία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της περί διαβούλευσης με τους εκπροσώπους του πρώτου εναγομένου σωματείου και έγγραφης ενημέρωσης τόσον αυτών όσο και της αρμόδιας δημόσιας αρχής, που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του ν. 1387/1983 είναι απορριπτέος, καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται περί αιτήματος κηρύξεως των επίδικων απεργιακών κινητοποιήσεων ως καταχρηστικών, η δε διάγνωση του εάν είναι ή όχι ομαδικές οι των άνω τριάντα τριών (33) εργαζομένων και σε καταφατική περίπτωση η αναγνώριση της ακυρότητας αυτών (λόγω μη τηρήσεως των πιο πάνω προϋποθέσεων), αποτελεί αντικείμενο σχετικής αγωγής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου", αφού στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές ότι στις επίμαχες απεργιακές κινητοποιήσεις υπήρχε σχετική αιτίαση και αίτημα) και τέταρτος, που αφορά την παραδοχή του νομίμου, όπως προαναφέρθηκε, αιτήματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για απαγόρευση της πραγματοποίησης στο μέλλον απεργίας με τα ίδια αιτήματα και την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του αναιρεσείοντος σωματείου.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 946/2014, 137/2014).

Αυτό ισχύει ειδικότερα και ως προς τις προβλεπόμενες στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (άρθ. 671§1 εδ. δ' ΚΠολΔ), αρκεί δηλ. αλλά και απαιτείται η γενική αναφορά τους κατ' είδος ως αποδεικτικού μέσου, αφού αυτές δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ρητά αναφερόμενες στο άρθ. 339 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως ισχύει πλέον μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 36 ν. 3994/2011, ορίζει ότι "Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις" και γι' αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές.

Οι ένορκες, όμως, βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής και στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών (ή άλλων) διαδίκων και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση άλλης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως εκ τούτου δε στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται ρητή μνεία τους στην απόφαση και η παράλειψη αυτής δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 76/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αληθώς και κατ' εκτίμηση αυτού μόνο από την παραπάνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό και ειδικότερα: (α) Τις με αριθ. 3027, 3028 και 3029/2013 νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες προσκομίσθηκαν με επίκληση ενώπιον του Εφετείου, αναφερόμενες στις προτάσεις των αναιρεσειόντων με αριθ. 33 και 34.

Κατά το σκέλος του αυτό ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον, ναι μεν αυτές δεν μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, ρητά, όμως, εκτίθεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων (με τις οποίες έγινε η επίκληση και προσκομιδή τους, με τους αριθ. 33 και 34 των προσκομιζομένων σχετικών, άρθ.561§2 ΚΠολΔ ) ότι λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, ως εκ τούτου δε αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλ' απλά έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητη ειδική μνεία τους στην προσβαλλομένη απόφαση (β) (Δεν έλαβε υπόψη) Το επίσης νόμιμα προσκομισθέν με επίκληση σ' αυτό από 15-3-2012 έγγραφο με τον τίτλο "Πρακτικά συνάντησης" (το οποίο, σημειώνεται, ως ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει μεγαλύτερη κατά νόμον αποδεικτική δύναμη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και δη έγγραφα, στην διαδικασία αυτή, άρθ.340, 671 ΚΠολΔ, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν, εσφαλμένα, οι αναιρεσείοντες με την έκφραση ότι αυτό "έχει ισχυρή αποδεικτική δύναμη" και με ασαφή αναφορά στην διάταξη του αριθ.12 του άρθ.559 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι σε κάθε περίπτωση ο από την τελευταία αυτή διάταξη αναιρετικός λόγος αντιφάσκει προς την ερευνωμένη εδώ αιτίαση περί μη λήψης υπόψη του εγγράφου αυτού), κατά το οποίο, όπως το περιεχόμενο αυτού παρατίθεται στο αναιρετήριο (προσκομίζεται, άλλωστε, εκατέρωθεν), μεταξύ εκπροσώπων του πρώτου αναιρεσείοντος σωματείου, της ΠΟΕΕΠ (της Ομοσπονδίας, στην οποία αυτό ανήκει) και της αναιρεσίβλητης εταιρείας συμφωνήθηκε "1) Η εταιρεία όπως έχει ήδη ανακοινώσει θα συνεχίσει να λειτουργεί τις εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης ως κέντρα διανομής, γραφεία για τις πωλήσεις και άλλα υποστηρικτικά τμήματα.

Εννοείται ότι οι εργαζόμενοι που ανήκουν σήμερα στο εργοστάσιο θα επανέλθουν κανονικά στην εργασία τους 2) Αμέσως μόλις αποκατασταθεί η παραγωγική διαδικασία στα εργοστάσια, θα σταματήσει αυτόματα η εισαγωγή ξένων εμπορευμάτων.3) Η εταιρεία εντός 3-6 μηνών θα εξετάσει την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων του εργοστασίου Θεσσαλονίκης με οποιαδήποτε επιπλέον δραστηριότητα στη βάση της ανάπτυξης των πωλήσεων και γενικά των πλάνων της εταιρείας (επί πλέον προϊόντα προς διανομή, post mix κλπ) 4)Αμέσως μετά τη λήξη της απεργίας θα προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τα σωματεία για την υπογραφή της ετήσιας επιχειρησιακής σύμβασης 5) Η εταιρία θα εξετάσει άμεσα από κοινού με το συνδικάτο πρόταση για το τμήμα οδηγών που θα εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφόρα λειτουργία του στο μέλλον.

Στη πρόταση αυτή θα ληφθούν υπόψη : α) Επιδιόρθωση παλαιών φορτηγών και αγορά νέων όπου χρειάζεται β) Κατανομή διακινουμένων προϊόντων ώστε να μειώνεται δραστικά το κόστος λειτουργίας του τμήματος", αφού το δικαστήριο δέχθηκε, επάγονται στην συνέχεια οι αναιρεσείοντες, ότι ως προς το ζήτημα της κατάργησης του Τμήματος Διακίνησης αποδείχθηκε, από τα μνημονεύομενα στην απόφασή του ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι "...

σε συνάντηση ... εκπροσώπων της ενάγουσας, του πρώτου εναγομένου σωματίου και της "ΠΟΕΕΠ", που πραγματοποιήθηκε τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 στο Ξενοδοχείο HYATT Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα πρότεινε, ενόψει της ειλημμένης απόφασής της για οριστική κατάργηση του ... Τμήματος Διακίνησης, να παραχωρήσει δωρεάν στους ...

οδηγούς και βοηθούς οδηγού την κυριότητα των φορτηγών αυτοκινήτων της ... Οι εκπρόσωποι του πρώτου εναγομένου σωματείου δεν απάντησαν στην ανωτέρω πρόταση μέχρι την ταχθείσα σ' αυτούς προθεσμία, ήτοι μέχρι τις 15-12-2011 και για το λόγο αυτό η ενάγουσα επεδίωξε και πέτυχε και άλλη συνάντηση στον ίδιο χώρο, οπότε και οι τελευταίοι, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους (2011) απέρριψαν τις πιο πάνω προτάσεις.

Οι προσπάθειες της ενάγουσας συνεχίστηκαν και κατά το επόμενο έτος (2012), οι σχετικές όμως συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κάποιο αποτέλεσμα", ενώ, κατά την προβαλλομένη αιτίαση, από το ως άνω έγγραφο αποδεικνύεται ότι μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος σωματείου και της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία περί μη κατάργησης, αλλά συνέχισης της λειτουργίας του τμήματος διακίνησης (αναφερομένου εκεί ως "τμήματος οδηγών"), εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης αυτού, ως εκ τούτου δε, εκθέτουν περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, εφόσον έγινε η συμφωνία αυτή, "δεν υφίστατο περαιτέρω λόγος και ανάγκη συνέχισης των συζητήσεων για δήθεν κατάργηση του τμήματος", το Εφετείο, όμως, καταλήγουν, με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο, από το οποίο αποδεικνύεται η περιεχομένη σ' αυτό "σοβαρή αυτή έγγραφη συμφωνία", την οποία "αγνοεί", δηλ.

πραγματικό γεγονός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (με την πρόδηλη έννοια ότι ενόψει της κατάρτισης της ως άνω συμφωνίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στον λόγο αυτόν αναίρεσης, περί συνέχισης της λειτουργίας του τμήματος διακίνησης/οδηγών, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων σ' αυτό ήταν αδικαιολόγητη και επομένως οι επίδικες συναφείς απεργιακές κινητοποιήσεις δεν ήταν καταχρηστικές).

Το έγγραφο αυτό, αναφερόμενο κατά το προδιαληφθέν περιεχόμενό του και δη τον με αριθ.5 όρο του, όχι σε δεσμευτική συμφωνία συνέχισης (μη διακοπής) της λειτουργίας του τμήματος διακίνησης (οδηγών) της αναιρεσίβλητης, αλλά σε συμφωνία εξέτασης απ' αυτήν, από κοινού με το 1ο αναιρεσείον, πρότασης για την ανταγωνιστικότητα κλπ.

του τμήματος αυτού, λήφθηκε υπόψη, με το ως άνω περιεχόμενό του, από το Εφετείο, ανεξάρτητα από την μη ρητή μνεία του στην αναιρεσιβαλλομένη, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω ανέλεγκτες παραδοχές του, η αναιρεσίβλητη, ενόψει της απόφασής της για οριστική κατάργηση του τμήματος αυτού και στην προσπάθειά της προς ανεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης, επεδίωξε και ήλθε σε συζητήσεις και διάλογο με τους εκπροσώπους του 1ου αναιρεσείοντος εναγομένου σωματείου, υποβάλλοντας διάφορες προτάσεις αρχικά το Νοέμβριο του 2011, οι προσπάθειες δε αυτές της αναιρεσίβλητης ενάγουσας "συνεχίστηκαν και κατά το επόμενο έτος (2012) (σημ.:

έτος κατάρτισης της ως άνω συμφωνίας),οι σχετικές όμως συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κάποιο αποτέλεσμα", καθώς και τον Μάρτιο του 2013, όταν η αναιρεσίβλητη "επανήλθε με νέα βελτιωμένη πρόταση", απορριφθείσα από τους εκπροσώπους του 1ου αναιρεσείοντος σωματείου και έτσι αυτή προχώρησε τελικά στην οριστική κατάργηση του Τμήματος Διακίνησης από 1-10-2013 και τη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων σ' αυτό.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί και ο λόγος αυτός ως αβάσιμος και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2014 αίτηση των πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ COCA COLA 3E ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" κλπ. για αναίρεση της 2675/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ