Supreme Court dismisses appeal against investment management contract ruling due to lack of proven service contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's judgment regarding an investment management contract dispute. The appellants argued that no investment service contract existed and that funds were merely placed in REPOS without generating specific titles. The court rejected these claims because the lower court found no evidence of a formal service agreement and determined that the appellants' assets remained in cash form without acquiring investment titles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove the existence of a contractual obligation for investment services as required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 858 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 858/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. Α. Ε., κατοίκου ..., έως και 28. M. T. (Μ. Τ.) του Z., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μουσά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Α. Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη και
Β. Των καθων η κλήση αναιρεσειόντων 1. Δ. Ρ., κατοίκου ..., 2. Μ. Β., κατοίκου ..., και 3. Π. - Χ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2335/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8393/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15.07.2008 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1088/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 18 Ιουλίου 2011 κλήση του πληρεξουσίου δικηγόρου των παραστάντων αναιρεσειόντων Μιχαήλ Τσιμπρή κατά την οποία εκδόθηκε η 1272/2012 απόφαση η οποία κηρύσσει απαράδεκτη εκ νέου τη συζήτηση η οποία επαναεπανέρχεται με την 10 Δεκεμβρίου 2012 νέα κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της (Ολ.Α.Π 13/2008) Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ.2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας 7ου φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 1852/2007). Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση από 15 Ιουλίου 2008 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 8393/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που ασκήθηκαν από τους Δ.
Ρ. (4η) και Β. Μ. (10ο) και Π. - Χ. Α. (20η ) αφού δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα αυτών που κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου, δεν εμφανίσθηκαν, αν και νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες αυτή (συζήτηση) λοιπούς αναιρεσείοντες κλήθηκαν (βλ.
αριθ. 11125ΣΤ/16-1-2013, 8796δ/21-1-2013 ΚΑΙ 8811δ' /21-1-2013 εκθέσεις επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών ... η πρώτη και ... οι λοιπές) προς τον υπογράψαντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Βασίλειο Μουσά. Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C.74, 129/1995). Περαιτέρω προφανές είναι οτι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1998).
Έτσι τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματα τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθ. 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί τo επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92). Επομένως, το Εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: Ια) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτηση της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "Ια) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (π) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2§6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών". Ειδικότερα, με το άρθ. 61 ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά την λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθ. 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφισταμένες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (ί) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή: (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθ. 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β ( (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθ. 1§§2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτεια του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθ. 2§1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθ. 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθ. 2§2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθ. 2§4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθ. 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθ. 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθ. 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2§6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2§1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης, β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθ. 1§4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης, θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης (ϋ) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθ. 63 του ως άνω νόμου σκοπός του αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθ. 65§1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθ. 13§1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθ. 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1§12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)ί, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθ. 2§1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθ. 2§1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεση τους", ενώ κατά το άρθ. 2§6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθ. 1§12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθ. 2§1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12§1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. (Ολ.ΑΠ 11/2013).
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π 1047/2009, 868/2008).
Εξάλλου λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (Α.Π. 1104/ 2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με τη προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Κατά τα έτη 2000 και 2001 μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία λειτουργούσε νόμιμα, ως Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και ήταν μέλος του εναγομένου, και καθενός των εναγόντων, καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις παροχής υπηρεσιών:
Α) Μία σύμβαση "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου" και μία σύμβαση "Παροχής Υπηρεσιών Διαμεσολάβησης". Με την πρώτη σύμβαση η ως άνω εταιρεία (Ε.Π.Ε.Υ.) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στους ενάγοντες υπηρεσίες, για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου τους, οι οποίες συνίσταντο ιδίως, στις εξής συναλλαγές: 1.
πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του Ν. 2396/1996 και ιδίως, κάθε είδους κινητών αξιών, εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών, εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά, εντός ή εκτός Ελλάδος, 2.
επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου, σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιοαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιοαγορές, 3. τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, 4. διάθεση δικαιωμάτων, απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών, 5.
ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και 6. φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με τον όρο 2 της σύμβασης αυτής ορίστηκε ότι, ως χαρτοφυλάκιο, την διαχείριση του οποίου ανέλαβε η εταιρία, νοείται κάθε ποσό, το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, για το σκοπό της διαχείρισης αυτού, από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο αποδίδει ο πελάτης στην εταιρεία, για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς, όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του, με την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών του.
Η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ορίστηκε σε ποσοστό 1,5%, επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ συμφωνήθηκε ότι, οι ενάγοντες κατέβαλαν ποσοστό, πρόσθετης προμήθειας, ανερχόμενο σε 25% επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου τους. Ορίστηκε δε ότι, υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν, 1) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου του πελάτη, υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών τον Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισαβόνας, Μαδρίτης και Μιλάνου, κατά 3% τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου του πελάτη υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των χρηματιστηρίων, κατά 1%, τουλάχιστον.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι, η εν λόγω σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου και ότι, η ισχύς της αρχίζει με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των περιλαμβανομένων στο χαρτοφυλάκιο του πελάτη τίτλων, λήγει δε, την ημέρα που θα γνωστοποιηθεί εγγράφως η καταγγελία της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με τη σύμβαση αυτή δεν δόθηκαν από τους ενάγοντες συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες, ως προς την επένδυση των χρημάτων τους. Β) Με τη δεύτερη σύμβαση "πλαίσιο" η ως άνω εταιρεία (Ε.Π.Ε.Υ.) ανελάμβανε "την υποχρέωση να παρέχει στους ενάγοντες την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών, για τη διενέργεια συναλλαγών επί των αναφερομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α (ι) του Ν. 2396/1996 χρηματοπιστωτικών μέσων. Ποτέ όμως όπως και κατωτέρω αναφέρεται - δεν ενεργοποιήθηκε η Β αυτή σύμβαση "πλαίσιο" αφού όπως πλήρως αποδεικνύεται και ως προς το ζήτημα αυτό ουδέποτε έδωσαν οι εναγόντες οποιαδήποτε εντολή και επομένως ούτε διαβιβάστηκε τοιαύτη ουδέ και εξετελέσθη από την άνω ΕΠΕΥ, για τη διενέργεια οποιασδήποτε συναλλαγής, για τα προαναφερόμενα στο άνω άρθρο χρηματοπιστωτικά μέσα.
Σε εκτέλεση αντιθέτως της πρώτης σύμβασης, - με το διακριτικό της στοιχείο Α ως ανωτέρω οι ενάγοντες κατέθεσαν σε λογαριασμούς της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., που αυτή διατηρούσε σε διάφορες τράπεζες, τα αναφερόμενα στην αγωγή, για τον καθένα, χρηματικά ποσά και την ίδια ημέρα της κατάθεσης μεταξύ καθενός των εναγόντων και της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., καταρτίστηκε προσάρτημα της πρώτης αυτής σύμβασης "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου".
Στο Προσάρτημα αυτό γινόταν μνεία του κατατεθέντος από καθένα των εναγόντων χρηματικού ποσού ως κεφαλαίου, προς διαχείριση, β) της διάρκειας της διαχείρισης, που ήταν συνήθως τριών (3) μηνών και γ) της αμοιβής - προμήθειας της ΕΠΕΥ, ανερχομένης σε ποσοστό 1,5% επί του κατατεθέντος αρχικού κεφαλαίου και σε ποσοστό 25%, επί της υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου.
Κατά τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας διαχείρισης, που ήταν συνήθως τρεις (3) μήνες, η ως άνω Ε.Π.Ε.Υ.προέβαινε σε έγγραφη ενημέρωση της αποτίμησης του χαρτοφυλακίου των εναγόντων. Στην αποτίμηση αυτή γινόταν μνεία, α) της διάρκειας διαχειρίσεως (συνήθως τρίμηνης), β) του κατατεθέντος χρηματικού ποσού, ως κεφαλαίου, γ) της μεικτής αξίας του χαρτοφυλακίου, κατά τη λήξη της διαχείρισης, που αποτελείτο πάντοτε και αυτή από μετρητά χρήματα και όχι πάντως από τίτλους, δ) της μεταβολής της αξίας του χαρτοφυλακίου, που ήταν πάντοτε Θετική, έναντι της μεταβολής τον γενικού δείκτη του Χ.Α.Α., ε) του ποσοστού υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου, που πάντοτε υπερέβαινε το συμφωνηθέν ποσοστό, στ) των ποσών της προμήθειας διαχείρισης και υπεραπόδοσης και ζ) του πληρωτέου από την ΕΠΕΥ συνολικού ποσού (αρχικού δηλαδή κεφαλαίου και απόδοσης), η δε απόδοση, μετά την αφαίρεση των προμηθειών και Φ.Π.Α., κυμαινόταν σε ποσοστό 5% έως 10%, επί του αρχικού κεφαλαίου, για κάθε τρίμηνο, μολονότι κατά τη διάρκεια των ετών 2000 και 2001 υπήρχε έντονη πτωτική τάση, τόσο του Χ.Α.Α., όσο και των αλλοδαπών Χρηματιστηρίων, που μνημονεύονταν στη σύμβαση "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου".
Ακολούθως, μετά τη λήξη της τρίμηνης συνήθως διάρκειας της διαχείρισης, οι ενάγοντες, με εξαίρεση τον εικοστό έκτο από αυτούς, με την κατάρτιση άλλου προσαρτήματος ανανέωσαν με τους ίδιους όρους, τα κατατεθέντα από αυτούς χρηματικά τους ποσά, ως κεφάλαια προς διαχείριση, είτε αυξάνοντας αυτά, με την κατάθεση νέων κεφαλαίων, ή προβαίνοντας σε κεφαλαιοποίηση των ήδη επιτυγχανομένων αποδόσεων, που είχαν κατά τη διάρκεια του τριμήνου της διαχείρισης, είτε μειώνοντας αυτά, με εκταμιεύσεις.
Κατά τη λήξη δε, των νέων διαχειριστικών περιόδων, συνήθως τρίμηνης διάρκειας, η ως άνω ΕΠΕΥ προέβαινε σε νέα αποτίμηση τον χαρτοφυλακίου των εναγόντων, στην οποία γινόταν μνεία όλων των παραπάνω στοιχείων, η δε απόδοση που είχαν οι ενάγοντες, μετά την αφαίρεση των προμηθειών και Φ.Π.Α., συνέχισε να κυμαίνεται σε ποσοστό 5% έως 10%, επί του ανανεωθέντος κεφαλαίου, για κάθε νέο τρίμηνο, παρά τη συνεχιζόμενη πτωτική τάση σε διεθνές επίπεδο όλων των χρηματιστηρίων.
Από τις εν λόγω αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου προκύπτει ότι, τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων κατά τη λήξη των διαχειριστικών, τρίμηνης διάρκειας, διαστημάτων περιείχαν μόνο μετρητά χρήματα και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και δη από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, τα αναφερόμενα για τον καθένα στην αγωγή ποσά που κατατέθηκαν στην ως άνω ΕΠΕΥ, κατατέθηκαν προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.α (i) του Ν. 2396/1996, στα πλαίσια μάλιστα σχετικής εντολής τους, που περιέχεται στις ως άνω μεταξύ αυτών και της Ε.Π.Ε.Υ.
καταρτισθείσες συμβάσεις. Τέτοια είδους επένδυση δεν αποδείχθηκε, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε ότι, οι ενάγοντες έδωσαν οποτεδήποτε και oπoιαδήποτε εvτoλή στην ως άνω Ε.Π.Ε.Υ.για τη διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α (1) του Ν. 2396/1996. Την έλλειψη, άλλωστε, οποιαδήποτε τέτοιας εντολής, ρητώς συνομολογούν οι ενάγοντες στη κρινόμενη έφεση τους.
Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο (ή στοιχείο) δεν αποδείχθηκε ότι, η ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες και ότι καλυπτόμενες από το εναγόμενο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών και μάλιστα αυτές, της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων των εναγόντων, με την επένδυση των κατατεθέντων από τους ενάγοντες ποσών στα ως άνω ειδικώς αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, ούτε ότι, κατά τη διάρκεια της διαχείρισης των κεφαλαίων των εναγόντων αποκτήθηκαν τίτλοι.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, οι ενάγοντες, με την κατάθεση των κεφαλαίων τους στην ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., απέβλεψαν στην απόκτηση (και την αποκομιδή) εισοδήματος, κατά τρόπο, που δεν θα περιείχε κανένα κίνδυνο για το κεφάλαιο τους, και το οποίο δεν εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του γενικού δείκτη του Χ.Α.Α., δεδομένου μάλιστα ότι γνώριζαν ότι, οι πηγές απόδοσης της διαχείρισης των χρημάτων τους ήταν τοποθετήσεις σε REPOS.
Τούτο σαφώς προκύπτει και από το επίσης αποδεικνυόμενο γεγονός ότι, οι σε αντίθεση, με την ισχύουσα στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πρακτική, της μακροχρόνιας διαχείρισης συχνά ανανεούμενες και συνάμα και βραχυχρόνιες συμφωνίες, περί διαχείρισης των κεφαλαίων τους, απέφεραν στους ενάγοντες αποδόσεις και συνακόλουθα και εισόδημα, το οποίο ήταν δυσανάλογα μεγάλο, σε σχέση με τις αποδόσεις, που προέκυπταν από χρηματιστηριακές συναλλαγές ή καταθέσεις σε τράπεζες.
Η εκ μέρους των εναγόντων γνώση της τοποθέτησης των χρημάτων τους σε REPOS και όχι σε χρηματοπιστωτικά μέσα, τον άρθρον 2 παρ. 1 εδ. α (ι) του Ν. 2396/996 αποδεικνύεται [αφενός μεν από το ότι στη σύμβαση "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου" αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ως επένδυση η τοποθέτηση από την ως άνω Ε.Π.Ε.Υ.
των μετρητών του Χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, η οποία δεν αποτελεί καλυπτόμενη από το εναγόμενο (Συνεγγυητικό) επένδυση αφετέρου δε, από το ότι, ουδεμία μνεία γίνεται στα Προσαρτήματα και στις Αποτιμήσεις Χαρτοφυλακίων των εναγόντων, για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Η κρίση αυτή τον Δικαστηρίου, ως προς την εκ μέρους των εναγόντων γνώση της τοποθέτησης των χρημάτων τους σε REPOS και όχι σε χρηματοπιστωτικά μέσα, του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.
α (ι) του Ν. 2396/1996, δηλαδή σε μη καλυπτόμενη από το εναγόμενο (Συνεγγυητικό) επενδυτική υπηρεσία, ενισχύεται και από το επίσης αποδεικνυόμενο γεγονός, ότι, αυτοί καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2000 και 2001 γνώριζαν ότι είχαν πράγματι θετικές αποδόσεις των κεφαλαίων, που είχαν καταθέσει στην ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες ανέρχονταν σε ποσοστό, 5% έως 10% επί του κεφαλαίου τους, ανά τρίμηνο, μολονότι κατά τα έτη αυτά υπήρχε έντονη πτωτική τάση, τόσο του Χ.Α.Α.
όσο και των άλλων ξένων Χρηματιστηρίων, που, αναφέρονταν στη σύμβαση "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου". Επομένως και για τον αμέσως προαναφερόμενο λόγο (και αιτία), άτοπος και ανεδαφικός και μη Ανταποκρινόμενος καθόλου και στην πραγματικότητα, οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός ή αιτίαση των εναγόντων που να δικαιολογούσε μάλιστα τις αποδόσεις αυτές ως προερχόμενες από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Ας σημειωθεί ότι, επενδύσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα των χρημάτων των εναγόντων, από την ως άνω ΕΠΕΥ δεν αποδείχθηκαν αφού άλλωστε ούτε και οι ίδιοι, οι ενάγοντες προσδιορίζουν εάν και σε ποια από τα προϊόντα αυτά τυχόν επενδύθηκαν τα κεφάλαια τους σε κάθε περίπτωση - όπως ήδη προεκτέθηκε - και οι ίδιοι οι ενάγοντες συνομολογούν στην έφεσή τους, ότι για τα απ' αυτούς κατατεθέντα ποσά, δεν συμφωνήθηκε η τοποθέτηση τους (συναλλαγή) σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.
α (ι) του άνω νόμου. Άλλωστε ούτε προέκυψε και αν οι ενάγοντες είχαν συνάψει συμβάσεις με τέτοιο αντικείμενο. Περαιτέρω από το σύνολο των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων (και στοιχείων) αποδείχθηκε ότι, στις 3-12-2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, διέταξε την αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ενώ, στις 27-12-2001, με την 4/234/27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988, διορίστηκε δε για την διενέργεια της, Επόπτης της εκκαθάρισης.
Oι ενάγοντες με σχετικές αναγγελίες τους ανήγγειλαν στον Επόπτη της εκκαθάρισης τις απαιτήσεις τους, που προέρχονταν από τις μεταξύ αυτών και της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ. καταρτισθείσες συμβάσεις "Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου" Ο Επόπτης της εκκαθάρισης, αφού τις επαλήθευσε, λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., ικανοποίησε τις απαιτήσεις των εναγόντων μερικώς, σε ποσοστό 10% επί του επαληθευθέντος για τον καθένα από αυτούς ποσού.
Κατόπιν αυτών, το εναγόμενο αρνήθηκε να αποζημιώσει τους ενάγοντες, με εξαίρεση τον εικοστό έκτο των εναγόντων, τον οποίο αποζημίωσε ολοσχερώς, και τον δεύτερο, δεκάτη εβδόμη, εικοστό έβδομο και τριακοστό των εναγόντων, τους οποίους αποζημίωσε μερικώς, με τα συνομολογούμενα από τους διαδίκους χρηματικά ποσά, για το λόγο ότι, οι ως άνω απαιτήσεις τους, δεν προέρχονταν από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2533/1997, επενδυτικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω τα κατατεθέντα και αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά από τούς ενάγοντες στην ως άνω Ε.Π.Ε.Υ., δεν δόθηκαν προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α (ι) του Ν. 2396/1996, ούτε και επενδύθηκαν σε ένα ή περισσότερα από τα μέσα αυτά, ούτε και προέκυψαν από την ρευστοποίηση τέτοιων μεσών και επομένως οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων δεν απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της Ε.Π.Ε.Υ.
καλυπτόμενων από το εναγόμενο (Συνεγγυητικό) επενδυτικών υπηρεσιών, με συνέπεια - ενόψει των όσων ειδικώς πιο πάνω γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο τούτο - να μη γεννάται υποχρέωση του τελευταίου για αποζημίωση τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες με την ένδικη αγωγή αποζημιώσεις, και το εναγόμενο αρνούμενο να ικανοποιήσει τις αξιώσεις τους αυτές, δεν ενήργησε ούτε παράνομα ούτε υπαίτια.
Αποζημίωση δεν δικαιούται, ούτε και η τέταρτη των εναγόντων Ρ. Δ., στην οποία με την εκκαλούμενη απόφαση επιδικάσθηκε το ποσό των 7.473,73 ευρώ, ως αποζημίωση για ζημία που δήθεν αυτή υπέστη από την απώλεια 150 μετοχών της Ε.Τ.Ε. και 150 μετοχών της ΑLΡΗΑ BANK. Τέτοια όμως αποζημίωση, ούτε επικαλέσθηκε, ούτε ζήτησε με την ένδικη αγωγή η τέταρτη ενάγουσα, η οποία ουδέποτε απώλεσε άλλωστε τις παραπάνω μετοχές που εξακολουθούν ακόμη μάλιστα να βρίσκονται στη Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών που τηρείται στο όνομά της, στο Σύστημα Αυλών Τίτλων (Σ.Α.Τ) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών, δεδομένου ότι αυτές αγοράσθηκαν για λογαριασμό της, από την εταιρεία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ", με τη διαμεσολάβηση της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο, α) απέρριψε τις εφέσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή αυτών (πλην της τέταρτης Δ. Ρ.) και β) δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς την αμέσως προαναφερθείσα ενάγουσα, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ενάγουσα αυτή δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή και ως προς την εν λόγω ενάγουσα κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους. Τούτο δε ειδικότερα διότι με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε, 1) η κατά οποιονδήποτε τρόπο ενεργοποίηση ποτέ της πρώτης ως άνω σύμβασης, 2) ότι τα αναγραφόμενα στην αγωγή για τον καθένα ενάγοντα χρηματικά ποσά κατατέθηκαν προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.α (i) του ν. 2396/1996, αλλά για τη διαχείρισή τους από την ΕΠΕΥ για μικρή χρονική διάρκεια κατά τους ανωτέρω ειδικότερους όρους χωρίς μάλιστα να γίνεται και καμία μνεία στα καταρτισθέντα προσαρτήματα αλλά ούτε και στις αποτιμήσεις των χαρτοφυλακίων των εναγόντων για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα 3)ότι έδωσαν οι ενάγοντες οποτεδήποτε οποιαδήποτε σχετική εντολή στην ΕΠΕΥ για διενέργεια συναλλαγών χρηματοπιστωτικών μέσων της προαναφερθείσης διατάξεως και ότι διενεργήθηκε ποτέ τέτοιου είδους επένδυση έτσι ώστε να μην έχουν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της διαχείρισης των κεφαλαίων των εναγόντων σχετικοί τίτλοι και να μην υπάρχει στα διαχειριζόμενα χαρτοφυλάκια τους ούτε ένας τέτοιος τίτλος παρά μόνο χρηματικά ποσά που προερχόταν από τα διαχειριζόμενα κεφάλαια, τις αποτιμήσεις και εκκαθαρίσεις των χαρτοφυλακίων καθώς και τις γενόμενες ανανεώσεις, δεν γεννάται υποχρέωση του εναγομένου για αποζημίωση των εναγόντων αφού δεν αποδείχθηκε η παροχή επενδυτικής υπηρεσίας από την ΕΠΕΥ που να καλύπτεται από το νόμο και να γεννά υποχρέωση για αποζημίωση.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η επένδυση έγινε για λογαριασμό των εναγόντων σε REPOS ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την απόφαση στην οποία απλώς αναφέρεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν απλώς ότι οι πηγές απόδοσης της διαχείρισης των χρημάτων τους ήταν τοποθετήσεις από την ΕΠΕΥ σε REPOS.
Επίσης και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη αντίφαση αιτιολογιών στηρίζεται στην αμέσως προαναφερθείσα εσφαλμένη προϋπόθεση. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίαν κατή δικαστική ομολογία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του ΚΠολΔ.
Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν στην απόφαση του Εφετείου γίνεται επικουρικώς μνεία και ομολογίας, ενώ το δικαστήριο στηρίζει την κρίση του σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1620/2005). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να οδηγηθεί στο πόρισμα του ότι μεταξύ αυτών και της ΕΠΕΥ ΑΣΤΡΑΙΑ δεν συνομολογήθηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη ομολογία αυτών που φέρεται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσής τους είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής καθόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν η δε αναφορά στην ομολογία των εναγόντων είναι επικουρική.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2007 αίτηση των Ε. Α. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 8393/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ