Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal due to lack of prosecution and procedural overreach.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance dismissal of the appeal, finding the lower court exceeded its authority. The appellant was convicted for issuing blank checks, but the prosecution had not formally continued the case under the relevant law. The court ruled that the lower court failed to verify the existence of a valid prosecution or declaration of continuity before dismissing the appeal. Consequently, the case was remitted for a new hearing to examine these procedural prerequisites.
Legislator headnote
AI generatedArticles 501(3) and 510(1)(H) of the Code of Criminal Procedure; The court must examine the existence of a prosecution or declaration of continuity ex officio when an appeal is dismissed for lack of support, and a dismissal without such examination constitutes an excess of power.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 858 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 858/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Μαγγίβα, περί αναιρέσεως της 82977/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 30/1/2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2005.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μολονότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της νόμιμης, εκ του άρθρου 473 του Κ.Π.Δ. προθεσμίας, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, γιατί στο αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό χρονολογία 8ης Μαρτίου 2003 του αρχιφύλακα Μιχαήλ Κολοβού, δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμα του μάρτυρα που παρέστη κατά τη θυροκόλληση και επομένως το αποδεικτικό αυτό και η επίδοση, είναι άκυρη.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 (πρώην 4) του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 370 εδ. β΄ και γ΄, δηλαδή μεταξύ άλλων και έλλειψη της απαιτούμενης κατά νόμο εγκλήσεως, η οποία (έγκληση) συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της έγκυρης γένεσης της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο, προχωρεί στην έκδοση σχετικής απόφασης, με την οποία στην περίπτωση αυτή (της ελλείψεως εγκλήσεως), κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, παρά την απουσία του εκκαλούντος.
Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η΄ (πρώην Θ΄) του Κ.Π.Δ., για υπέρβαση εξουσίας. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 εδ. 2 του Κ.Π.Δ., η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, επομένως και για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 και 2 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'', όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ. 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή, τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών και αν ο υπαίτιος μετέρχεται την πράξη κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι επικίνδυνος, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον ενός έτους.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 2408/1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 (του ν. 5960/1933), όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής), ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και στο εδ. γ΄ ορίσθηκε ότι για τις πράξεις (έκδοσης ακάλυπτης επιταγής) για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996) έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση, δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της.
Kαι με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2721/1999, το τελευταίο αυτό εδάφιο γ΄ αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε, ότι η διαδικασία για τις πράξεις αυτές συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση, δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου και με την παρ. 2 προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, αν η πιο πάνω δήλωση δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από την δημοσίευση του νόμου (3-6-1999), δηλαδή μέχρι της 3-12-1999, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά.
Η τελευταία αυτή ρύθμιση, είναι αυτονόητο, ότι αφορά μόνο τις πράξεις έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για τις οποίες είχε ασκηθεί, κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996), ποινική δίωξη αυτεπαγγέλτως, όχι δε και εκείνες για τις οποίες είχε υποβληθεί έγκληση, για τις οποίες η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και μετά τη δημοσίευση του νόμου, εκτός αν η έγκληση αυτή ανακληθεί, οπότε και μόνο, παύει οριστικά η ποινική δίωξη.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 82977/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, η έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορού-μενου, κατά της υπ' αριθμό 5239/1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) δρχ., χωρίς προηγουμένως το δικαστήριο να ερευνήσει όπως όφειλε και παρά την απουσία του εκκαλούντος, αφού ίσχυε ο νόμος 2721/1999, το παραδεκτό της έφεσης και την ύπαρξη νομοτύπως υποβληθείσης εγκλήσεως ή δηλώσεως συνέχισης της δίκης, υπερβαίνοντας έτσι την εξουσία του.
Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλεται με το μοναδικό, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η΄ (πρώην Θ΄) του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως, αλλά και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, για υπέρβαση της εξουσίας του δικαστηρίου, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
IV. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγου-μένως, προκειμένου αυτό να ασκήσει την αναφερόμενη εξουσία του, να ερευνήσει δηλαδή το παραδεκτό της έφεσης και την ύπαρξη εγκλήσεως ή δηλώσεως συνέχισης της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 82977/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ