Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects preliminary reference request due to lack of EU law interpretation issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding insurance compensation. The court held that the appeal was procedurally inadmissible because the contested decision remained subject to the ordinary appeal remedy, which had not been exhausted. Furthermore, the request to refer questions to the European Court of Justice was rejected as it did not raise a genuine issue of EU law interpretation requiring a preliminary ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 267 of the Treaty on the Functioning of the European Union: An appeal lies against a final first-instance judgment only after the ordinary appeal period expires or is waived, and a preliminary reference request is inadmissible if it does not concern the interpretation of Treaties or the validity/interpretation of Union acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 857 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 857/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζική εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαβριηλίδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 154/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2021 αίτησή του και τους από 20-2-2023 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 537/2023, ΑΠ 1951/2022).
Η κατ'αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) ή, σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) , είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 1951/2022, ΑΠ 318/2017).
Ακόμη, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, είναι δύο (2) έτη (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015) και αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 760/2022, ΑΠ 460/2022), δηλαδή συνολικά τέσσερα (4) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δύο (2) έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο (2) έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 200/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 27 Δεκεμβρίου 2021 με αριθμ. καταθ. 105707/196/28-12-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 20 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 44/21-2-2023 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. 159029160000, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω διάσπασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ) 223701000, καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" προσβάλλεται η με αριθμό 154/22-1-2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 26-4-2012 με αριθμό κατάθεσης 82935/1883/30-4-2012 αγωγή του ενάγοντος κατά της αρχικής εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ".
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε από τη δημοσίευσή της (22-1-2018) μέχρι και την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (28-12-2021), αλλά ούτε και ότι ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση. Επομένως η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την παρέλευση της διετίας για την άσκηση της έφεσης ήτοι στις 21-1-2020 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 28-12-2021, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την ως άνω ημερομηνία (21-1-2020) που η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 /του ΚΠολΔ), Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 21-2-2023 και επίδοση αυτού στις 21-2-2023 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.5967Ε/21-2-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Σ.
Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 28ης-3-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190)). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α` του Ν.3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ` αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Η σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 30/1009,ΑΠ 419/2021, ΑΠ 375/2014, ΑΠ 681/2011). Περαιτέρω, στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ίσχυε ο Οργανισμός Προσωπικού της, που είχε καταρτισθεί με την από 11/11/1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 46806/-10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β'446), γι' αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (ΟλΑΠ 2/1999)..
Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της ως άνω Τράπεζας, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22/6/1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του νόμου 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύεται: α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερομένων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, στην ίδια δε περίπτωση εμπίπτει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την ως άνω Τράπεζα, λόγω παραιτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτηση του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών, λόγω παραιτήσεως πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεση της στην αποχώρηση των εργαζομένων της (ΑΠ 419/2021, ΑΠ 70/2016, ΑΠ 907/2012).' Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το β` εδ.
του άρθρου 8 ν.3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 ν.δ. 3789/1957, "μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να αποµακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι το 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς το 50% της υπό του ν.2112/1920 οριζοµένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποιήτου καταγγελίας", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατοµικές συµβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν.3239/1955, 7 παρ. 2 ν.1876/1990, 8 παρ. 1 ν.2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α` του άρθρου 8 του ν.3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν.435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων' Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας, είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992) και συνεπώς αν με όρο Σ.Σ.Ε.
ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ` αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β` του Ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 30/2009, ΑΠ 375/2014). Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν.3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.
Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν.3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (ΑΠ 419/2021, ΑΠ 375/2014, ΑΠ 681/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 26-4-2012 με αριθμ.
κατάθεσης 82935/1883/30-4-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενη κατά της αρχικής εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας από 28-6-2013, κατέστη λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και κατόπιν διάσπασης οιονεί καθολική διάδοχος αυτής κατέστη ή ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι στις 21-12-1987 προσελήφθη, ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από την αρχική εναγομένη και στις 30-11-2011 αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της αρχικής εναγομένης.
Ότι, μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την αποχώρησή του, επήλθε, κατά το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και η σύμβαση αυτή, λόγω της με τον ως άνω τρόπο πρόωρης λύσης της, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με συνέπεια ο ίδιος, ως επικουρικά ασφαλισμένος, να δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.
Ότι, με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην αρχική εναγομένη, το ύψος της μειωμένης αυτής αποζημίωσης ανέρχεται στο ποσό των 42.989,05 ευρώ, άλλως, λαμβανομένης υπόψη και της προϋπηρεσίας του σε τρίτους εργοδότες, στο ποσό των 51.586,86 ευρώ. Ζητούσε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό κυρίως με βάση τις διατάξεις για τη σύμβαση εργασίας και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις των αδικοπραξιών, άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει, ως οφειλόμενη σε αυτόν κατά τα ανωτέρω αποζημίωση, το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 31-12-2011 (31η ημέρα μετά την αποχώρησή του), άλλως από την 1-12-2011 (επομένη της αποχώρησής του), άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη να του καταβάλει, για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 22.989,05 ευρώ, άλλως το ποσό των 31.586,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως ανωτέρω, γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς του από την παράλειψη της εναγομένης να του καταβάλει την ως άνω αποζημίωση, και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τους τόκους των τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 296 ΑΚ.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 154/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες οι επικουρικές βάσεις της αγωγής και το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση και κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Απορρίφθηκαν ακόμη ως απαράδεκτες και τρεις παρεμπίπτουσες αγωγές που ο ενάγων κατέθεσε με τις προτάσεις.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη, στις 21-12-1987, από την αρχική εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", υπαχθείς στον Οργανισμό Προσωπικού αυτής.
Στις 16-11-2011, έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία και το 54°έτος της ηλικίας του, υπέβαλε προς την αρχική εναγομένη έγγραφη αίτηση-δήλωση παραίτησης, με την οποία δήλωνε ότι παραιτείται από την τράπεζα την 30-11-2011, με την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα καταβάλει σε αυτόν το μικτό ποσό των 80.000 ευρώ.
Η αρχική εναγομένη τράπεζα αποδέχθηκε το ως άνω αίτημα του ενάγοντος και στις 30-11-2011 κατέβαλε σε αυτόν το καθαρό ποσό των 78.000 ευρώ, με συνέπεια να επέλθει έκτοτε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας. Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι ο ενάγων, δεν αποχώρησε από την υπηρεσία της αρχικής εναγομένης, λόγω μονομερούς παραίτησής του, όπως ο ίδιος υποστηρίζει στην αγωγή του, αλλά σε εκτέλεση συναφθείσας, κατά την ΑΚ 361, ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εργοδότριάς του, για τη συμβατική λύση της ένδικης εργασιακής σχέσης, έναντι της καταβολής σε αυτόν του ανωτέρω χρηματικού ποσού, ως κινήτρου για την πρόωρη αποχώρησή του.
Όμως, σύμφωνα και με όσα ήδη αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, στον Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εναγομένης δεν είχε προβλεφθεί περίπτωση πρόωρης λύσης των συμβάσεων των εργαζομένων της με συμφωνία των μερών, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος να μην μεταπέσει σε αορίστου χρόνου και να μην δικαιούται την από το άρθρο 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955 μειωμένη αποζημίωση. Εξάλλου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η αποχώρηση του ενάγοντος εμπίπτει στην ανωτέρω διάταξη, το ποσό της αιτούμενης με την αγωγή αποζημίωσης υπολείπεται εκείνου που έλαβε ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή του, με συνέπεια αυτός να μην δικαιούται να λάβει αθροιστικώς τα ποσά αυτά [.....].
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1620/2022, 1471/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 109/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2018, ΟΆΠ 15/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 550/2017).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016), ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016).
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 576/2018). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 14/2022), Για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ποιά ήταν τα πράγματα που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 793/2015).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 19/2020).
Για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 94/2020).
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 1632/2017). Για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 687/2017) αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1298/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 873/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2022, 1186/2021, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 879/2020 ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 711,/2022).ΑΠ 988/2021).
Εξάλλου, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ο οποίος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1022/2022,ΑΠ 816/2019, ΑΠ 402/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 570/2016).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 625/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1132/2022, 753/2020, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 383/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο αναιρετικούς λόγους και τρίτο και δέκατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση των δικογράφων, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί ότι: "...Εξάλλου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η αποχώρηση του ενάγοντος εμπίπτει στην ανωτέρω διάταξη (εννοεί την προαναφερόμενη του άρθρου 8 εδ.α' ν.3198/1955), το ποσό της αιτούμενης με την αγωγή αποζημίωσης υπολείπεται εκείνου που έλαβε ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή του, με συνέπεια αυτός να μην δικαιούται να λάβει αθροιστικώς τα ποσά αυτά", και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή και να μην του επιδικάσει την αιτούμενη εκ του άρθρου 8 εδ.α' προβλεπόμενη αποζημίωση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ.α' ν 3198/1955, 31 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, 22 του Συντάγματος, 648 ΑΚ.
Οι ως άνω λόγοι κατά το σκέλος τους αυτό είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον σύμφωνα και με τις σχετικές προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 εδ.α' του ν.3198/1955, που δεν ήταν εφαρμστέα εν προκειμένω, διότι ο αναιρεσείων, αφού έλαβε, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές από την αναιρεσίβλητη κατόπιν συμφωνίας, το ποσό των 80.000 ευρώ ως κίνητρο αποχώρησης, πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότησή του, το οποίο ποσό, είναι ευνοϊκότερο από την αιτούμενη με την αγωγή αποζημίωση που θα ελάμβανε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, δεν δικαιούτο να λάβει αθροιστικά και το ποσό της αποζημίωσης αυτής, το οποίο κατά τις παραδοχές υπολείπετο του καταβληθέντος κινήτρου αποχώρησης.
Η ρύθμιση δε αυτή, ως προεκτέθηκε, δεν προσκρούει στο άρθρο 22 του Συντάγματος (προστασία του δικαιώματος εργασίας), αφού είναι ευνοϊκότερος όρος για τον αναιρεσείοντα εργαζόμενο το κίνητρο αποχώρησης που συμφωνήθηκε. Περαιτέρω, κατά το σκέλος που με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έλλειψη νόμιμης βάσης ήτοι η εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η πλημμέλεια αυτή, αν δηλαδή οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές και ποια είναι η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αυτών.
Ακόμη αλυσιτελώς προβάλλονται και είναι απορριπτέες οι αποδιδόμενες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας ήτοι οι ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 25 του Συντάγματος διότι οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε δίκες με αντικείμενο την καταβολή της εκ του άρθρου 8 εδ..α ν.3198/1955 μειωμένης αποζημίωσης, η οποία υπολογίζεται με τα κριτήρια της εν λόγω διάταξης.
Όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, το απορριπτικό διατακτικό της στηρίχθηκε σε επάλληλες αυτοτελείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη προσβληθείσα με τους προηγηθέντες αναιρετικούς λόγους, ότι δεν δικαιούται ο αναιρεσείων αθροιστικώς να λάβει το ποσό του κινήτρου αποχώρησης και της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ.α' του ν. 3198/1955 και στην αιτιολογία ότι λόγω της συμβιβαστικής αποχώρησής του με την καταβολή του ως άνω κινήτρου αποχώρησης από την εναγόμενη Τράπεζα, η σύμβαση εργασίας του παρέμεινε ορισμένου χρόνου και δεν μετετράπη σε αορίστου χρόνου, ώστε να δικαιούται την εκ του άρθρου 8 εδ α' του ν. 3198/1955 αποζημίωση.
Με την απόρριψη των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται ανεπιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για τη μη αθροιστική απόληψη των ως άνω αποζημιώσεων, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη οι αναφερόμενες στους πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης αιτιάσεις εκ των αρ, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση των δικογράφων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δεν του επιδικάστηκε η αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.
α του ν. 3198/1955, που δικαιούνται μόνο οι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι εσφαλμένα το Δικαστήριο χωρίς αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του δεν κατέστη αορίστου χρόνου, αλλά παρέμεινε ορισμένου χρόνου, γιατί δήθεν λύθηκε με συμφωνία, ενώ αυτή κατέστη αορίστου χρόνου, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ.α' ν.3198/1955 και 31 του Οργανισμού της αρχικής εναγομένης, είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, διότι αφορούν την επάλληλη αιτιολογία αυτής και δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την μη πληττόμενη επιτυχώς προαναφερόμενη αιτιολογία.
Ως εκ τούτου απορριπτέοι τυγχάνουν ως απαράδεκτοι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι κατά το σκέλος τους αυτό. Προσέτι ο αναιρεσείων, με τους προαναφερόμενους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο αναιρετικούς λόγους και με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και δέκατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραλείπαντας να υπαγάγει στους ορθούς κανόνες και ειδικότερα στα αναφερόμενα άρθρα 3, 174, 288, 281, 664, 680, 679, 904, 914, 932, ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1936, 2 παρ. 1, 2, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ. 1. 26 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και άλλες αναφερόμενες στους ως άνω λόγους νομοθετικής, συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, υπέπεσε στη ψευδή εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων των προαναφερομένων άρθρων, .και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του κατά το άρθρο 559 αρ. 1, αλλά και του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, ήτοι ως στερούμενης νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως λόγω των ως άνω ανεπαρκών αιτιολογιών, που αναφέρονται στις παρατεθείσες σε κάθε αναιρετικό λόγο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ρηθέντες αναιρετικοί λόγοι κατά το σκέλος τους αυτό, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ούτε ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να προκύπτει η νομική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο.
Επί πλέον οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι κατά το σκέλος τους αυτό τυγχάνουν αλυσιτελείς, καθόσον οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες σ' αυτούς διατάξεις δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε δίκες με αντικείμενο την καταβολή της εκ του άρθρου 8 εδ.α ν.3198/1955 μειωμένης αποζημίωσης. Ακόμη αλυσιτελώς ο αναιρεσείων επιχειρεί να υπαγάγει τις αυτές ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου στις επικαλούμενες με τους πέμπτο αναιρετικό λόγο και τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες, εκ των αριθμών 8,9, 11 γ και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού οι πλημμέλειες που ιδρύουν τους αναιρετικούς αυτούς λόγους αφορούν παραβάσεις κανόνων του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου.
Οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος αυτών με το οποίο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, την κατ' άρθρο 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία της εναγόμενης που περιέχεται στις προτάσεις της, ότι κατέβαλε στον ενάγοντα οικειοθελώς το ποσό των 80.000 ευρώ ως κίνητρο αποχώρησης.
Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους και συνεπώς αυτοί είναι απορριπτέοι κατά το σκέλος αυτό, διότι η δικαστική ομολογία δεν είναι "πράγμα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε στη σχετική νομική σκέψη, αλλά είναι αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, στους ίδιους ως άνω λόγους, δεν προσδιορίζονται ποια πράγματα προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα, που θα μπορούσαν να είναι μόνο αυτοτελείς ισχυρισμοί (αντενστάσεις) προς αντίκρουση ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και δεν λήφθηκαν υπόψη.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν παραιτήθηκε από την οφειλόμενη αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 είναι άρνηση του ισχυρισμού της εναγομένης ότι με την οικειοθελή αποχώρησή του παραιτήθηκε κάθε αξίωσης αποζημίωσης και δεν ιδρύει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Ακόμη οι αιτιάσεις ότι η αναιρεσίβλητη πρόβαλε ένσταση συμψηφισμού της αποζημίωσης με το κίνητρο αποχώρησης και εξόφλησης αυτής, ενώ η αποζημίωση ούτε εξοφλείται, ούτε συμψηφίζεται που αναφέρονται σε όλους τους αναιρετικούς λόγους είναι αλυσιτελείς, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως από τις προεκτιθέμενες παραδοχές προκύπτει δεν ερεύνησε τις ενστάσεις αυτές, ενόψει του ότι δέχτηκε ότι η επίδικη αποζημίωση δεν λαμβάνεται αθροιστικά με το κίνητρο αποχώρησης και οι εν λόγω ενστάσεις δεν ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα.
Προσέτι και αν η μη λήψη υπόψη κατά τον αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης δικαστικής ομολογίας εκληφθεί αληθώς ως πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές το Δικαστήριο δέχεται ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ως κίνητρο αποχώρησης το καθαρό ποσό των 78.000 ευρώ, συνεπώς από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη.
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια του αρ.8, του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αλυσιτελώς προβάλλονται όλα τα νομικά επιχειρήματα, που παραθέτει ο αναιρεσείων σε όλους τους αναιρετικούς λόγους για την υποστήριξη των απόψεών του, σε σχέση με τα αναφερόμενα νομικά ζητήματα και οι ισχυρισμοί του, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτόν, ερμηνεία των διαλαμβανομένων διατάξεων του νόμου.
Οι τέταρτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αλλά και με τον έκτο πρόσθετο λόγο κατά την αληθή νοηματική του απόδοση αποδίδεται η ίδια ως άνω πλημμέλεια και όχι αυτή του αρ,12 του ως άνω άρθρου, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Μονομελές Πρωτοδικείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα έγγραφα εθελουσίας εξόδου που αυτός προσκόμισε, τα οποία αφορούν τις προϋποθέσεις εθελουσίας εξόδου της Εμπορικής Τράπεζας, χωρίς όμως να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η ουσιώδης επιρροή αυτών των αποδεικτικών στοιχείων στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση το Δικαστήριο όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Ως εκ τούτου οι ως άνω λόγοι κατά το σκέλος τους αυτό είναι απορριπτέοι. Οι έκτος και ένατος πρόσθετοι λόγοι κατά το σκέλος τους με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν προσέδωσε το Δικαστήριο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία της εναγόμενης για την καταβολή του κινήτρου αποχώρησης των 80.000 ευρώ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη της ανωτέρω δικαστικής ομολογίας β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, προσέτι οι λόγοι είναι απορριπέοι και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι εάν εκληφθεί ότι η ανωτέρω ομολογία συνδέεται με τις ενστάσεις εξόφλησης και συμψηφισμού της εναγόμενης, διότι δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, αφού οι ενστάσεις αυτές δεν εξετάστηκαν από το Δικαστήριο.
Με τον έκτο και έβδομο πρόσθετους λόγους κατά την αληθή νοηματική τους απόδοση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. ότι άφησε αδίκαστο το αναγνωριστικό αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις του να αναγνωρισθεί η καταβολή του ποσού των 294.954 ευρώ, που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές που θα κατέβαλε η εναγόμενη στα Ταμεία αν έμενε αυτός στην υπηρεσία του μέχρι το έτος 2019.
Το αίτημα αυτό ως περιεχόμενο σε παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως απαράδεκτο επειδή υποβλήθηκε με τις προτάσεις . και συνεπώς αυτό (Δικαστήριο) απάντησε στο αίτημα αυτό και δεν υπέπεσε στην εν λόγω πλημμέλεια και οι ως άνω λόγοι κατά το σκέλος αυτό είναι αποριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω με τους ίδιους λόγους δεν προσδιορίζεται άλλη αδίκαστη αίτηση.
Με τον ένατο πρόσθετο λόγο εκ του αρ. 12, αληθώς όμως εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο για την ίδια πλημμέλεια αιτιάται ότι το Δικαστήριο παραβίαση την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 905 ΑΚ, ότι αυτός είχε υποβάλει ένσταση γνώσης εκ μέρους της εναγομένης της αχρεώστητης παροχής για το ποσό των 80.000 ευρώ και εφόσον αυτή συνομολογεί ότι κατέβαλε το ποσό των 80.000 ευρώ ως κίνητρο αποχώρησης, ομολογεί και την εφαρμογή της ως άνω διάταξης και ότι ως εκ τούτου μη νόμιμα ζητεί να συμψηφισθεί στην αγωγική αξίωσή του το ως άνω ποσό που του κατέβαλε.
Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον το Δικαστήριο δεν εξέτασε ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης αφού έκρινε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει αθροιστικά τα προαναφερόμενα ποσά των αποζημιώσεων και όχι λογω συμψηφισμού. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και περαιτέρω ότι Δικαστήριο κράτους - μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων μετά το δέκατο πρόσθετο λόγο και στις σελίδες 203 επ., υποβάλει αίτημα υποβολής των αναφερομένων σ'αυτές προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που συνοψίζονται στο εάν η μη επιδίκαση της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ.α'του ν.3198/1955 παραβιάζει τις αναφερόμενες διατάξεις νομοθετικής και υπερνομοθετικής ισχύος και του ενωσιακού δικαίου, εάν υφίσταται αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.1β του ν. 3198/1955, εάν η μη επιδίκαση της ως άνω αποζημίωσης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 1 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του ΧΘΔΕΕ), την αρχή της ισότητας (άρθρο 20 του ΧΘΔΕΕ), την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων (άρθρο 21 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα για δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας (άρθρο 31 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα προστασίας της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής (άρθρο 33 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα της χρηστής διοίκησης (άρθρο 41 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής (άρθρο 47 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), αν η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για την αναζήτηση ασφαλιστικών εισφορών από τον ΕΦΚΑ.
Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι από τα ερωτήματά του δεν προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των συνθηκών ή του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και περαιτέρω δεν είναι αναγκαία κατά την κρίση του Δικαστηρίου η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) κατόπιν σχετικού αιτήματός της.
όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 105707/196/28-12-2021 αίτηση και τους από 20 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 44/21-2-2023 πρόσθετους λόγους για αναίρεση, της, με αριθμό 154/22-1-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ