Legislator Case Law & Legislation
857/2020 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision for procedural error regarding service of summons and allows remand.

Case Number 857/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision due to a procedural error in serving the summons for the appeal hearing. The appellant was absent, and the court found the service did not comply with legal requirements for proper notice. Consequently, the case was remanded to the original court for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify the legality and timeliness of summons service when a party is absent; if service was defective, the hearing is inadmissible and the case is remanded.

Keywords

AI generated
service of summons inadmissible hearing remand for retrial procedural defect absence of party Code of Civil Procedure new panel of judges

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 961/2017 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 857 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 857/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Α. - Λ. Π.", νομίμως εκπροσωπουμένης κατά το καταστατικό αυτής, κατοικοεδρεύουσας στην … και 2) Λ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την προφορικά ασκηθείσα ανταγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 961/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση για τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ.21/2007 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 28-11-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2012, οπότε και ματαιώθηκε. Στη συνέχεια με την από 7-2-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως η 29-9-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-12-2014, οπότε και πάλι ματαιώθηκε.

Ήδη με την από 14-3-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων ορίστηκε η συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (25-11-2019). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου η κρινόμενη αίτηση, κατά την οποία (συζήτηση) παρέστησαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ενώ δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα.

Από την υπ' αριθμ. .../29-7-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων Χ. Φ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης κλήσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (28-11-2011) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητοι, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Βασιλείου Καραβίδα στους τελευταίους.

Επομένως, πρέπει, η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε: Ότι συμφώνησε με τον δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, διαχειριστή της πρώτης εναγομένης ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, τον Ιανουάριο του έτους 2001, να αγοράσει από την τελευταία το υπό ανέγερση λεπτομερώς περιγραφόμενο διαμέρισμα αντί τιμήματος 50.000.000 δραχμών.

Ότι τους μήνες Μάϊο και Δεκέμβριο του ιδίου έτους κατέβαλε στο δεύτερο εναγόμενο με επιταγές τα ποσά των 4.402 και 733,06 ευρώ για αγορά τούβλων και εργασίες κατασκευής τζακιού. Ότι παράλληλα ζήτησε από τους εναγομένους την εκτέλεση προσθέτων εργασιών και αναλυτική κατάσταση της δαπάνης των αναφερομένων υλικών, ώστε να συνυπολογισθούν και αφαιρεθούν από το συνολικό κόστος, αφού είχε πρόθεση να τοποθετήσει καλύτερα δικής της επιλογής.

Ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν και ματαίωσαν τη συμφωνία υποσχέθηκαν δε να της επιστρέψουν τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά, πλην όμως, στη συνέχεια, αρνήθηκαν να πράξουν τούτο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 5.135,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με ανταγωγή ασκηθείσα δια των προτάσεων ισχυρίστηκαν: Ότι η αντεναγομένη κατά τις διαπραγματεύσεις αξίωσε την εκτέλεση των αναφερομένων πρόσθετων εργασιών, για να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος-μεζονέτας, συνολικού ύψους 9.410 ευρώ, η οποία, στη συνέχεια, με υπαιτιότητά της ματαιώθηκε.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να τους καταβάλει το άνω ποσό, ως αποζημίωση άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Με την 168/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, μετά συνεκδίκαση, η ανταγωγή απερρίφθη και η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσίβλητους) η από 31-1-2006 έφεση και εκδόθηκε επ' αυτής η ήδη προσβαλλομένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκαν η αγωγή και η συνεκδικαζόμενη ανταγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558,564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ' όσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.

Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.

Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον.

Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής (ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (23-6-2008), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Η απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως, στην διάταξη αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωσή της, και δη από την λέξη, "μόνο", είναι περιοριστική και συνεπώς κατά των αποφάσεων που μνημονεύονται σ' αυτή δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1282/2014, ΑΠ 611/2012). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ταυτιζόμενος με τον αντίστοιχο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που εκδηλώνεται με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και να εξειδικεύεται επί πλέον και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 1282/2014, ΑΠ 956/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος τα ακόλουθα: "Τον Μάϊο του 2000 έτους η ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) προσήλθε σε διαπραγματεύσεις μετά του 2ου εναγομένου-διαχειριστή της 1ης εναγόμενης εργολήπτριας κατασκευαστικής εταιρίας, προκειμένου να αγοράσει από την τελευταία ένα διαμέρισμα τύπου " ΜΕΖΟΝΕΤΑΣ" στην περιοχή "..., εμβαδού 114 τ.μ.

και υπογείου 50 τ.μ.Πέραν του τιμήματος συμφωνήθηκε όπως στο ακίνητο επέλθουν βελτιώσεις για τις οποίες η ενάγουσα θα αναλάμβανε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην γενική συγγραφή υποχρεώσεων της οικοδομής, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της εναγομένης και οικοπεδούχων (Α.

Λ. κλπ) και τις οποίες θα εκτελούσε η εναγομένη δια των κατά περίπτωση οριζομένων υπεργολάβων της. Για το σκοπό αυτό η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη 1.500.000 δρχ (4.402,05 ευρώ) με την αριθμ. ... επιταγή της Α.Τ.Ε. Α.Ε. εις διαταγήν της υπεργολάβου εταιρίας "Ο.Ε. Λ. και Σια" για αγορά τούβλων και ποσό 733,68 ευρώ µε την αριθµ. ...

επιταγή της Τραπέζης Πειραιώς Α.Ε. εις διαταγήν Χ. Δ. (υπεργολάβου) για το στήσιµο τζακιού του ισογείου. Συνολικά δε η ενάγουσα κατέβαλε 5.135,73 ευρώ. Στη συνέχεια η εναγόμενη εργολάβος δαπάνησε κατ' εντολή της ενάγουσας τα ακόλουθα ποσά όπως συνάγονται ιδιαίτερα από την έκθεση πραγµατογνωµοσύνης, ήτοι Α.ΥΠΟΓΕΙΟ:1.τοιχοποιία μονή (8,5 Χ 2 Χ 13 ευρώ/Μ2) 312 ευρώ, 2.εσωτερική μόνωση τοιχείων (24,8 Μ2 Χ 2,82 Χ 10 ευρώIΜ2) 699 ευρώ, 3.επιχρίσµατα τοιχείων και οροφής (190 Μ2 Χ 10 ευρώIΜ2) 1900 ευρώ, 4.ηλεκτρικά πλήρη 1200 ευρώ, 5.ύδρευση-αποχέτευση 1000 ευρώ, 5.

εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης 800 ευρώ, 6.ντουλάπα κουζίνας 5 Μ.Μ. Χ 200 1000 ευρώ, Β. ΙΣΟΓΕΙΟ.1. Τζάκι (στήσιµο) 800 ευρώ, 2.µετατόπιση κουζίνας και επαύξηση μήκους της 11 Μ.Μ. αντί 6 Μ.Μ. συνήθους (Γ.Σ.Υ) 900 ευρώ, 3.διαφοροποίηση ηλεκτρικών - υδραυλικών λόγω µετατόπισης της κουζίνας 600 ευρώ, 4.επαύξηση γραμμών ηλεκτρικών για τον -κλιµατισµό-στέρεο 500ευρώ.

Συνολικά δε δαπάνησε 12+699+1900+ 1200+ 1000+800+ 1000+800+900+600 + 500) =9.711 ευρώ κατ' εντολή της ενάγουσας και επί ζημία αυτής κατά το άνω ποσό πέραν του προϋπολογισµού της κατασκευής που προέβλεπε η γενική συγγραφή υποχρεώσεων. Περαιτέρω τα διάδικα μέρη επειδή μετέβαλαν άποψη και δεν επιθυμούσαν να προβούν πλέον σε κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως-αγοράς συνεφώνησαν την άνοιξη του 2002 έτους όπως τις αμοιβαίες απαιτήσεις τους συμψηφίσουν και αποσβέσουν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σχετική υπεροχή της πρόσθετης δαπάνης που πραγματοποίησε η εναγόμενη- αντενάγουσα τελικώς απέβαινε επ' ωφελεία της, ως δαπάνη αύξησης της υπεραξίας της κατασκευής, η οποία θα επωλείτο στο μέλλον, όπως και συνέβη...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την από 31-1-2006 έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απέρριψε τόσο την αγωγή όσο και την ανταγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεχόμενο συμβατικό συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 440 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε απόσβεση της ενδίκου αγωγικής αξιώσεως της αναιρεσείουσας με συμβατικό συμψηφισμό αυτής με ανταπαίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου εργολάβου, καίτοι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υπήρξε ανταπαίτηση της ως άνω εργολάβου έναντι της υποψήφιας αγοράστριας του διαμερίσματος-μεζονέτας από εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες σ' αυτό, ενόψει του ότι, μετά τη ματαίωση της άτυπης συμφωνίας περί αγοράς του από την τελευταία, οι εκτελεσθείσες εργασίες παρέμειναν προς όφελος της εργολάβου, η οποία, στη συνέχεια, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το διαμέρισμα -μεζονέτα σε τρίτο.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα ως προς την αναιρεσείουσα, διότι λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 21/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ανωτέρω Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ