Legislator Case Law & Legislation
857/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments were the defendant's own defenses, not new facts.

Case Number 857/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a property dispute. The appellant argued the lower court considered undisclosed facts, but the court found these claims were merely the defendant's own defenses rather than new matters. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) KPolD; The appeal ground under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure is inadmissible when the alleged facts constitute the opposing party's own arguments or defenses rather than new matters not previously considered.

Keywords

AI generated
Article 559(8) KPolD inadmissible appeal new matters defenses vs facts property dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(1)-(2) KPolD
Art. 242(2) KPolD
Art. 559(8) KPolD
Art. 495(3) KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2004
OLAP 469/1984
OLAP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 857 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 857/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ι. Γ. Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου.

Της αναιρεσίβλητης Ε. συζ. Χ. Λ., το γένος Κ. Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 77/2016 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 2/3/2017 αίτηση για αναίρεση της 77/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10.1.2018) η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την 2208/8.6.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Ν. Ι. που επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα πρόταση, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της τελευταίας.

Κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Στην περίπτωση της σύμβασης, για να υπάρξει εικονικότητα, απαιτείται γνώση αυτής απ' όλους τους συμβαλλομένους και συμφωνία τους ότι είναι εικονική, η δε εικονική σύμβαση είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν μην έγινε, εκτός εάν κάποια άλλη δικαιοπραξία καλύπτεται κάτω από την εικονική, η οποία είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της.

Από το άρθρο 513 ΑΚ συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για μετάθεση της κυριότητας του πωλούμενου πράγματος και πληρωμή του τιμήματος. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των άρθρων 138, 180, 513 και 1033 ΑΚ, στην περίπτωση καταχωρισμένων σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεων πώλησης και (εξαιτίας της πώλησης) μεταβίβασης της κυριότητας ενός ακινήτου από τον κύριο του σε άλλον (αγοραστή), αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και του αγοραστή είναι εικονικές, διότι οι βουλήσεις τους ήταν είτε να μην υφίστανται υποχρεώσεις του πωλητή να μεταβιβάσει το ακίνητο και να παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα είτε να μην υπάρχει μια από τις άνω εκατέρωθεν υποχρεώσεις του πωλητή ή του αγοραστή, τότε η σύμβαση της πώλησης είναι άκυρη λόγω εικονικότητας, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.

Περαιτέρω, η εικονικότητα και η πώληση είναι γνωστές νομικές έννοιες, στη δε έννοια της εικονικότητας περιλαμβάνεται το κατά τα άρθρα 138 και 139 ΑΚ απαιτούμενο στοιχείο της από όλους τους συμβαλλομένους γνώσης της εικονικότητας της δικαιοπραξίας, ενώ στην έννοια της πώλησης περιλαμβάνεται η συμφωνία των συμβαλλομένων για την μετάθεση της κυριότητας του πωλούμενου πράγματος και την πληρωμή του τιμήματος και, συνεπώς, δεν χρειάζεται περαιτέρω καθορισμός με αναφορά και άλλων περιστατικών(ΑΠ 899/2015).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της (Ολ ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 1996 η (διάδικος) Ε. Λ. γνωρίστηκε και συνήψε ερωτικό δεσμό με τον (νυν αντίδικο της) Ι. Φ. Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο της γνωριμίας τους η Ε. Λ. ήταν ήδη έγγαμη με τον Χ.

Λ., με τον οποίο, όπως η ίδια εκθέτει στην αγωγή της και επιβεβαιώνει με την κατάθεσή της, είχαν τελέσει "λευκό" γάμο, προκειμένου δηλαδή αυτή, αφενός μεν να τον φροντίζει και περιθάλπει, διότι αυτός πάσχει από ψυχωτική συνδρομή, αφετέρου δε να συντηρείται από τα εισοδήματά του (ο σύζυγος της τυγχάνει τραπεζικός υπάλληλος - κλητήρας), καθόσον αυτή ήταν άνεργη.

Οι ανωτέρω σύζυγοι κατοικούσαν στο πωληθέν ακίνητο (το οποίο η πωλήτρια είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα από τη μητέρα της, κατά το έτος 1988, με συμβ/κή αγορά, στην πραγματικότητα, όμως, λόγω δωρεάς), στο οποίο, μετά τη σύναψη του ερωτικού δεσμού μεταξύ των διαδίκων, άρχισε πλέον να διαμένει μόνιμα σ' αυτό και ο σύντροφος της και αγοραστής του ακινήτου, ο οποίος ευρίσκετο σε διάσταση του έγγαμου βίου του και είχε αποχωρήσει από την συζυγική στέγη.

Μάλιστα, από το έτος 2003 και μετέπειτα στην εν λόγω οικία διέμεναν και τα δύο ανήλικα τέκνα του Ι. Φ., στον οποίο είχε αναταθεί η επιμέλειά τους. Ο τελευταίος εργάζεται στο …… σε μόνιμη θέση του κλάδου Δ.Ε., ως προσωπικό ασφαλείας (φύλακας), με καθαρές μηνιαίες αποδοχές, κατά το μήνα Φεβρουάριο του 2008, 770 ευρώ περίπου (στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνεται και η μηνιαία παρακράτηση, ποσού 428,58 ευρώ, για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου που έλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών Δανείων).

Ακολούθως, στις 26. 2. 2004 η Ε. Λ. φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πώλησης με το επίδικο συμβόλαιο στον αντίδικο της, κατά πλήρη κυριότητα, το μοναδικό ακίνητο που αυτή διέθετε στην …., στον τόπο δηλαδή (και την οικία) που ανέκαθεν αυτή κατοικούσε, που είναι, επίσης, ο τόπος εργασίας του συζύγου της και ίδιας, καθόσον αυτή από το έτος 2001 εργάζεται ως καθαρίστρια στον …...

Η τελευταία δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ούτε άμεση οικονομική ανάγκη, προκειμένου να προβεί σε πώληση και ρευστοποίηση του ακινήτου αυτού, σε αντίθεση με τον αντίδικο της, ο οποίος ρητά καταθέτει και ο μάρτυρας αδελφός του Δ. Φ. είχε λάβει δάνεια από τρίτα πρόσωπα (μόνο από τον ίδιο το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο, κατά δήλωση του, εξοφλήθηκε), καταναλωτικά δάνεια από Τράπεζες, είχε δε εμπλακεί και σε μακροχρόνιες δικαστικές διενέξεις με την τότε εν διαστάσει σύζυγο του (τουλάχιστον από το έτος 1998), για τη διεξαγωγή των οποίων ήταν αναγκασμένος να δαπανά αρκετά χρήματα, κατέβαλε δε και διατροφή σ' αυτήν για λογαριασμό των τέκνων τους, η οποία παρακρατείτο από το μισθό του, εκ ποσού 308 ευρώ, μηνιαίως (με κατάσχεση μισθού, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν υψηλός), με αποτέλεσμα αυτός να αντιμετωπίζει, πράγματι, άμεσα και πιεστικά οικονομικά προβλήματα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αντίδικος του.

Εξάλλου μόλις, περί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 ανατέθηκε οριστικά σ' αυτόν η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων του, και έπαυσε να καταβάλει για λογαριασμό τους διατροφή στη μητέρα τους, συνεισέφερε, όμως, στις δαπάνες διαβίωσης και εκπαίδευσής τους, που ήταν πλέον αυξημένες, καθόσον αμφότερα τα τέκνα ήταν μαθητές Λυκείου, (ο πρώτος εξ αυτών μαθητής της Γ' Λυκείου) και παρακολουθούσαν εξωσχολικά φροντιστηριακά μαθήματα.

Σημειωτέον, ότι η Λ… είχε ήδη, πριν την επίδικη μεταβίβαση της οικίας της εξοικονομήσει το ποσό που απαιτείτο για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας, εμβαδού 58,40 τετρ.μέτρων (πρόκειται για ισόγειο κτίσμα με κεραμοσκεπή) σε αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της, στην ….., ύστερα από πώληση της οικίας του συζύγου της, Χ.

Λ., στην …, δυνάμει του υπ' αριθμ……/4.10.2002 συμβολαίου του συμβ/φου …. Δ. Σ., λαμβάνοντας ως τίμημα αγοράς το ποσό των 50.000 ευρώ, περίπου, όπως η ίδια καταθέτει, ανεξαρτήτως του ότι στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα το ποσό των 19.720,18 ευρώ, που συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του πωλούμενου ακινήτου, που είναι προφανώς κατώτερη της πραγματικής του αξίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Ι.

Φ. για ομοειδές σχεδόν ακίνητο χρηματοδοτήθηκε (για την επίδικη αγορά του) δύο χρόνια αργότερα με το ποσό των 76.000 ευρώ, περίπου, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ακολούθως, το προϊόν του δανείου, που χορηγήθηκε στις 14. 10. 2004 από το προαναφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα, κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων, και όχι σε ατομικό λογαριασμό της φερόμενης πωλήτριας (όπως, κατά κανόνα, συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις) και σχεδόν ολόκληρο αναλώθηκε σε οφειλές και άλλες προσωπικές ανάγκες του Ι.

Φ., ακόμα και σε αγορά καταναλωτικών αγαθών,- όπως του υπ' αριθμ. ….1 επιβατικού αυτοκινήτου, μάρκας ….., που αγοράσθηκε καινούριο, λίγες μέρες μετά την εκταμίευση του δανείου, στις 23. 11. 2004, έναντι τιμήματος 13.000 ευρώ,-ανεξαρτήτως του ότι αυτός δημιούργησε και νέες υποχρεώσεις με δάνεια που έλαβε κατά τα επόμενα έτη, μερικά από τα οποία εξακολουθεί να οφείλει, και για τη ρύθμισή τους έχει υποβάλει σχετική αίτηση του άρθρου 4 του Ν. 3869/2011 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας.

Ειδικότερα από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό (με αριθμ ..-….250-7/00) του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ο Ι. Φ. με αναλήψεις που ο ίδιος ενήργησε στις 15.10.2004, 25.10.2004, 19.11.2004, 23.11.2004 και 24.11.2004, έλαβε συνολικά το ποσό των 50.000 ευρώ, η δε … το ποσό των 7.500 ευρώ, με αναλήψεις που διενήργησε στις 9.11.2004 και 13.12.2004. Αντιθέτως, η διάδικος ….

είχε προβεί σε έκδοση της οικοδομικής αδείας για την ανέγερση της κατοικίας στην ... πριν την εκταμίευση του δανείου, ακόμα και τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, συγκεκριμένα η αίτησή της κατατέθηκε στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο στις 21. 11. 2003 και η σχετική άδεια εκδόθηκε στις 18. 12. 2003. Επίσης, η κατοικία αυτή ολοκληρώθηκε και ήταν πρόσφορη για κατοικία στις 7. 4. 2005, οπότε και ηλεκτροδοτήθηκε, απορριπτομένου, συνεπώς ως ουσία αβάσιμου και αναπόδεικτου του ισχυρισμού (του νυν εφεσιβλήτου) ότι η οικία αυτή αναγέρθηκε από το προϊόν του δανείου, δηλαδή εντός χρονικού διαστήματος μόλις πέντε μηνών από την εκταμίευση του.

Εξάλλου, η Λαθούρη και ο σύζυγος της παρέμειναν εντός της (δήθεν) πωλούμενης οικίας και μετά τη μεταβίβασή της στον Ιωάννη Φαβατά, για διάστημα τριάμισι και πλέον ετών, μέχρι δηλαδή και τον Ιούνιο του έτους 2007, οπότε ο τελευταίος, μετά τη διακοπή του ερωτικού τους δεσμού, ζήτησε την απόδοση του ακινήτου, αν και είχε ολοκληρωθεί προ μεγάλου χρονικού διαστήματος (δύο και πλέον ετών) η ανέγερση της κατοικίας στην ..., αποριπτομένου, συνακόλουθα ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού του ότι δήθεν της είχε παραχωρηθεί η χρήση του μέχρι να αποπερατωθεί η οικία στην ..., όπου αυτή σκόπευε να μετοικήσει μόνιμα με τον σύζυγο της.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι κάποιοι ειδικότεροι όροι που διαλαμβάνονται στο επίδικο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, όπως περί τοκοδοσίας από την καθυστέρηση εκταμίευσης του δανείου και περί ανέκκλητης εντολής υπογραφής με αυτοσύμβαση της συμβ/κής πράξης εξόφλησης του τιμήματος, είναι προφανές ότι τέθηκαν προκειμένου να εξασφαλισθεί η έγκριση και χορήγηση του δανείου από το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, υπό το πρίσμα της (δήθεν) σοβαρότητας των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, καθόσον το τίμημα πώλησης του ακινήτου δεν καταβλήθηκε άμεσα αλλά πιστώθηκε υπό τον όρο χορήγησης του δανείου.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο επίμαχο συμβόλαιο δεν ήταν σοβαρές αλλά φαινομενικές, καθόσον στην πραγματικότητα δεν κατέτειναν στην πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου της εκκαλούσας προς τον αντίδικο της, ήδη εφεσίβλητο, αλλά συμφώνησαν να του το μεταβιβάσει εικονικά, προκειμένου να τον βοηθήσει, ώστε αυτός να λάβει δάνειο με ευνοϊκούς όρους από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και να δυνηθεί από το προϊόν του δανείου να εξοφλήσει τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του, στις οποίες αδυνατούσε να ανταπεξέλθει.

Η συμφωνία αυτή των διαδίκων έγινε, βέβαια, στα πλαίσια της μακρόχρονης (δεκάχρονης) ερωτικής σχέση τους, που είχε ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την κοινή τους διαβίωση, όλο αυτό το διάστημα, κάτω από την ίδια στέγη, ακόμα και με τα ανήλικα τέκνα του ενός εξ αυτών, ως να ήταν σύζυγοι, με την προοπτική της δια βίου συμβίωσης, γεγονός που ενέπνεε στην ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα αισθήματα δικαιολογημένης βεβαιότητας και εμπιστοσύνης, ότι ο σύντροφος της δεν θα επικαλεστεί και προβάλλει δικαιώματα κυριότητας από την επίδικη, κατά τα φαινόμενα μόνο γενόμενη, μεταξύ τους σύμβαση.

Εκ του λόγου αυτού άλλωστε, η τελευταία, μόλις ο αντίδικος της επέδωσε σ' αυτήν στις 27. 6. 2007 την από 26. 6. 2007 εξώδικη όχληση, με την οποία ζητούσε την απόδοση του ακινήτου, άμεσα επικαλέστηκε με την από 20. 7. 2007 έγγραφη απάντησή της, την εικονικότητα της επίδικης σύμβασης, και όχι, για πρώτη φορά, με την άσκηση της αγωγής της, δεκτής γενομένης της υπό κρίση έφεσής της".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και ως βάσιμη κατ' ουσία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την από διεκδικητική 30/8/2007 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε απορρίψει την από 10/5/2010 αντίθετη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε, κρίνοντας αντίθετα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο:

α) δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, του υπ' αριθμ. …/2004 συμβολαίου της συμ/φου … Ε. Π. και διατάσσοντας την προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας να σημειώσει στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο την ακυρότητα του πιο πάνω συμβολαίου και β) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχτηκε, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 513 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας της προαναφερόμενης σύμβασης και, επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την κάλυψη των προσωπικών αναγκών του αναιρεσείοντος από δάνεια, την οικονομική δυνατότητα της αναιρεσίβλητης για την ανέγερση της οικίας της στην ...,τις στεγαστικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, τον τρόπο καταβολής του τιμήματος και την εικονικότητα της επίμαχης σύμβασης αγοραπωλησίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις περί εικονικότητας της ανωτέρω σύμβασης διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559αριθμ. Ιβ'ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι "...οι δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο επίμαχο συμβόλαιο δεν ήταν σοβαρές αλλά φαινομενικές, καθόσον στην πραγματικότητα δεν κατέτειναν στην πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου της εκκοΐούσας προς τον αντίδικο της, ήδη εφεσίβλητου, αλλά συμφώνησαν να του το μεταβιβάσει εικονικά, προκειμένου να τον βοηθήσει, ώστε αυτός να λάβει δάνειο με ευνοϊκούς όρους από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και να δυνηθεί από το προϊόν του δανείου να εξοφλήσει τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του στις οποίες δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία: (αα) κάθε μέσος κοινωνικά και λογικός άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει έναν φίλο, σύντροφο ή άλλο τρίτο πρόσωπο να λάβει δάνειο, δεν προβαίνει στην μεταβίβαση ολόκληρου ακινήτου (πόσω δε μάλλον όταν αυτό αποτελεί τόσο την κατοικία του, αλλά και την πατρική περιουσία του, όπως της αντιδίκου), αλλά είτε συμβάλλεται ως εγγυητής ή και παρέχει δικαίωμα στην δανείστρια τράπεζα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης, ώστε να εξασφαλισθεί η δανειακή απαίτηση ή να μειωθεί το επιτόκιο κλπ., και φυσικά δεν επαφίεται σε αισθήματα δικαιολογημένης βεβαιότητας και εμπιστοσύνης που τρέφει για τον ερωτικό σύντροφο του, όταν είναι ήδη συζευγμένος με τρίτο πρόσωπο, (ββ) όταν ένας γονέας αναλαμβάνει, μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, την επιμέλεια των δύο (2) ανήλικων τέκνων του, έχει αυξημένες στεγαστικές ανάγκες, ώστε να εξεύρει μια κατοικία για τα τέκνα του, και προφανώς για τον λόγο αυτό αναζητά την αγορά ακινήτου, και μάλιστα σε μέρος τουλάχιστον πλησίον του μέρους όπου μέχρι την στιγμή αυτή ζούσαν τα τέκνα του, και (γγ) δεν είναι δυνατόν να αναλαμβάνει κάποιος το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (€ 50.000,00) και μέσα σε τέσσερις (4) μήνες να το έχει αναλώσει, χωρίς σημαντικές δαπάνες ή χωρίς εξόφληση άλλων υποχρεώσεων, αν δε, εφάρμοζε ορθά τα παραπάνω διδάγματα θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις βουλήσεως (των διαδίκων που περιέχονται στην επίμαχη σύμβαση είναι σοβαρές, αληθινές και έγκυρες".

Η αιτίαση, όμως, αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά ή να γίνεται μνεία στην απόφασή του, αναφορικά με το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά, ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση (ΑΠ 1182/2012, ΑΠ773/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.

γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αναιρετήριο) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων με επίκληση προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι η επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας ήταν πραγματική και όχι εικονική και "ειδικότερα: (α) αντίγραφο του υπ' αριθ.

……-02-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου …., Ε. Π. (ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ των συμβαλλομένων), (β) το υπ' αριθ. πρωτ. …13-01-2009 πιστοποιητικό μεταγραφής του, δυνάμει του οποίου απέκτησα το αναλυτικά στην αγωγή περιγραφόμενο ακίνητο μου, (γ) αντίγραφο του υπ' αριθ. πρωτ. …4192/03-09-2003 εγγράφου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, περί εγκρίσεως του δανείου για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, (δ) το υπ' αριθ.

πρωτ. …171/26-09-2008 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με το συνημμένο σε αυτό υπ' αριθ. …9/14-10-2004 ένταλμα πληρωμής του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και την υπ' αριθ. πρωτ. …21/12-10- 2004 εντολή πληρωμής του ανωτέρω Ταμείου, (ε) την από 26-06- 2007 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή μου προς την εναγομένη, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτή στις 27-06-2007, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2.870/27-06-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, Β.

Δ., (στ) την από 20-07-2007 εξώδικη απάντηση της εναγομένης επί της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησής μου, (ζ) αντίγραφο της δήλωσης του εν λόγω ακινήτου (Ε9) του έτους 2005, (η) το υπ' αριθ. πρωτ. …9/07-02-2008 πιστοποιητικό …. για τις μηνιαίες αποδοχές μου του μηνός Φεβρουαρίου 2008, με τις κρατήσεις από δάνειο υπέρ του ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, (θ) τις αναλύσεις αποδοχών και κρατήσεων των μηνών Δεκεμβρίου 2008 και Ιανουαρίου 2009, (ι) την απόδειξη ενοικίου για το σπίτι που μίσθωσα το έτος 2007, (ια) αντίγραφο της υπ' αριθ.

…4/2003 άδειας οικοδομής της εναγομένης, δυνάμει της οποίας η εναγομένη έχει ανεγείρει υπερυψωμένη ισόγεια οικοδομή στο Δ/Δ ...ς του … …., (ιβ) αντίγραφο της από 08-09-2011 κλήσης για λήψη ένορκης κατάθεσης, με το συνοδεύον αυτή αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, Β. Δ., (ιγ) αντίγραφο της υπ' αριθ.

…/14-09-2011 ένορκης κατάθεσης μάρτυρος μου ενώπιον της Συμβολαιογράφου …., Ε. Π., (ιδ) αντίγραφο της από 28-02-2011 βεβαίωσης του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος, (ιε) αντίγραφο της από 20-06-2010 αίτησης μου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, για τη ρύθμιση των δανείων μου, με βάση το ν. 3869/2010, με τα συνοδεύοντα αυτή αποδεικτικά έγγραφα, (ιστ) αποδείξεις καταβολής δόσεων δανείων στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή του συμβολαίου και την εκταμίευση του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, (ιζ) αποδείξεις καταβολής δόσεων δανείων στις Τράπεζες EUROBANK - ERGASIAS και ALPHA BANK, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή του συμβολαίου και την εκταμίευση του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, (ιη) αντίγραφο της υπ' αριθ.

πρωτ. …5/01-03-2011 βεβαίωσης της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Μεσσηνίας, για τα κατά διαστήματα αυτοκίνητα ιδιοκτησίας της κας Θ., κλπ", τα οποία, εάν το δικαστήριο λάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα περί εικονικότητας των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων που διαλαμβάνονται στο σχετικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης - ανταπόδειξης του ενάγοντος Ι. Φ. και την χωρίς όρκο κατάθεση της ενάγουσας - εναγομένης Ε. Λ., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την επαναπροσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον διάδικο Ι.

Φ. υπ' αριθμ. …./14.9.2011 ένορκη βεβαίωση του Π. Φ., ληφθείσα ενώπιον της συμβ/φου … Ε. Π., κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. την υπ' αριθμ. 580Β79.9.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Β. Δ.), καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτού θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β)ποιος είναι ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) ποια είναι η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011), καθώς και ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1419/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ (όχι δε και από τους αριθμούς 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στο αναιρετήριο), διότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, μολονότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις ενώπιον του κατατεθείσες από 19/11/2015 προτάσεις της, στις οποίες δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ούτε προσκομίστηκε επικυρωμένο αντίγραφο τους, με αποτέλεσμα το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ήταν εικονικές οι δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιλαμβάνονται στο επίμαχο (…1/26.2.2004) πωλητήριο συμβόλαιο και να απορρίψει την από 30/8/2007 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς όλες τις αιτιάσεις και, ειδικότερα: α) κατά το μέρος που αναφέρεται σε μη επίκληση αποδεικτικών μέσων, διότι δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποια ήταν τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα και β) κατά το μέρος που αναφέρεται σε μη προσκομιδή αποδεικτικών μέσων, διότι ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη βεβαίωση του Εφετείου περί προσκομιδής των επικαλούμενων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, η οποία προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, ενώ, τέλος, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επίκλησής τους προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, καθόσον, εν προκειμένω, δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, η προβολή της μη επίκλησής τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα, χωρίς να προταθούν νόμιμα από την αναιρεσίβλητη και, συγκεκριμένα: " (α) ότι είχε δήθεν (ο αναιρεσείων) πιεστικές και ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και η διατροφή των ανηλίκων τέκνων μου, (β) ότι τα χρήματα που έλαβε από το δάνειο αναλώθηκαν δήθεν για την εξυπηρέτηση δικών ίου οικονομικών αναγκών και όχι για την ανέγερση της κατοικία της αντιδίκου στην ..., (γ) ότι δήθεν η εκταμίευση του δανείου δεν συνέπεσε με την έναρξη των οικοδομικών εργασιών στην ..., (δ) ότι δήθεν η αντίδικος δεν είχε οικονομική αδυναμία και δεν είχε κάποιο λόγο να ρευστοποιήσει την ακίνητη περιουσία της, (ε) ότι η αντίδικος είχε ήδη εξοικονομήσει τα χρήματα για τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο της ...ς και δεν ανεγέρθηκε το ακίνητο από το προϊόν του δανείου, (στ) ότι έπεισε την αντίδικο, εκμεταλλευόμενος την ερωτική τους σχέση να του μεταβιβάσει το ακίνητο, κ.λπ.".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια του πράγματος, αλλά συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης υπέρ των απόψεων της. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία εξαιτίας της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2/3/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 77/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ