Appeal against a council ruling dismissed as inadmissible due to lack of statutory right to appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Council ruling, declaring it inadmissible. The appellant challenged a ruling that rejected his protest against a referral order, but the Court found he lacked the legal right to appeal such a specific council decision. Consequently, the appeal was rejected without substantive review, and the appellant was ordered to pay the court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476, 485, 463 of the Code of Criminal Procedure; The right to appeal a council ruling is strictly limited by law, and an appeal against a ruling rejecting a protest is inadmissible when the appellant lacks explicit statutory authorization to appeal that specific decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 857 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 857/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2016 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 49/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Ευβοίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2015.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου με αριθμό πρωτ. 9/26.1.2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476, 485 παρ.1 εδάφιο α και 513 του Κ.Π.Δ την υπ’ αριθμ. 1/5.10.2015 αίτηση αναιρέσεως του Σ.
Β. του Α., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ’ αριθμ. 49/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας και εκθέτω, τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Περαιτέρω με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου - όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003, ορίζεται ότι "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, γίνεται με βούλευμα (Α.Π. 860/2013, Α.Π. 53/2011).
Τέλος με την διάταξη του άρθρου 34 περίπτωση γ του Ν 3904/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ 218/23.12.2010), καταργήθηκε το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ, το οποίο χορηγούσε στον κατηγορούμενο δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων που τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα.
Συνεπώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Ν 3904/2010 (23.12.2010), δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο, ακόμη και εναντίον παραπεμπτικών βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ’ αριθμ. 49/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ’ αριθμ. 3/26.2.2015 έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος Σ.
Β. του Α., κάτοικος Αθηνών, οδός ..., κατά του υπ’ αριθμ. 19/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Ευβοίας, προκειμένου να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρα 26 παρ.1α, 2αρ.1, 27 παρ.1 και 375 παρ.2 εδ.α’ και β’ -1 Π.Κ.).
Κατά του βουλεύματος αυτού, επιδοθέντος στον ίδιο την 18.9.2015, άσκησε αυτός την κρινόμενη υπ’ αριθμ. 1/5.10.2012 αίτηση αναίρεσης, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν, κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο αναίρεση (άρθρο 476 παρ.2 Κ.Π.Δ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μετά από κλήτευση και ακρόαση του αναιρεσείοντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ’ αριθμ. 1/2015 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ’ αριθμ. 49/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 Κ.Ποιν.Δ., το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ’ του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23.12.2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ.
α’ Κ.Ποιν.Δ. ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23.12.2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος.
Περαιτέρω, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στρέφεται κατά του με αριθμό 49/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση αυτού κατά του με αριθμό 19/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας (για κακουργήματα) για να δικαστεί για τη σε αυτό αξιόποινη κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Το παραπάνω προσβαλλόμενο με την αναίρεση βούλευμα εκδόθηκε, όπως από αυτό προκύπτει, στις 7.9.2015 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 18.9.2015.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποίας, όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκαν οι νόμιμα διορισμένοι αντίκλητοι του αναιρεσείοντος, κατ’ άρθρον 476 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., για να προσέλθουν στο Συμβούλιο τούτο και εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. 01/5.10.2015 αίτηση του Σ. Β. του Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση του με αριθμό 49/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ