Supreme Court dismisses appeal as lower court properly considered all evidence and arguments presented by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property dispute involving a donation and its revocation. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and arguments, including claims about coercion and the donor's intent, but the court found these points were either unsupported or properly addressed with sufficient reasoning. Consequently, the court ruled that the lower court had validly evaluated all submitted evidence, rendering the appeal inadmissible under the relevant civil procedure code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(g) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision demonstrates that all submitted evidence was duly examined and evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 857 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 857/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Κ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και 2.Μ. Ι. συζ. Γ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κολλόκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Κ. χας Ι. Σ., το γένος Φ. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4498/2009 απόφασή του με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, και 19/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 775/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αρχικώς ενάγουσα Κ.
Σ. ανακάλεσε λόγω αχαριστίας του αναιρεσείοντος ανηψιού της την δωρεά προς αυτόν δυνάμει του αναφερόμενου δωρητηρίου συμβολαίου με το οποίο του μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου διαμερίσματος της ιδιοκτησίας της, παρακρατώντας η ίδια εφόρου ζωής την επικαρπία, καθώς και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η δωρεά αυτή έγινε προς αυτόν από την δωρήτρια θεία του από ιδιαίτερο ηθικόν καθήκον.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα ακόλουθα έγγραφα: 1) Την ιδιόγραφη επιστολή της ενάγουσας δωρήτριας, με ημερομηνία 23-04-2003, η οποία φέρει την υπογραφή της και με την οποία αναφέρεται στην από 15-04-2003 εξώδικη ανάκληση της δωρεάς, στην οποία δηλώνει ότι έλαβε γνώση της εξωδίκου εντολής για την οποία δηλώνει ότι ουδέποτε έδωσε εντολή για κάτι τέτοιο και τίποτα από όσα αναφέρονται μέσα σ' αυτήν δεν είναι αληθή και ότι η επιθυμία της, καθώς και του συζύγου της ήταν να παραμείνει το επίδικο δωρηθέν διαμέρισμα στον ανηψιό της Ν.
Φ. (εναγόμενο-αναιρεσείων), 2) το με ημερομηνία 22-09-2003 έγγραφο, που ο ίδιος (αναιρεσείων) συνέταξε και υπογράφεται από την δωρήτρια, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο, στο οποίο αναφέρει ότι δεν υπέγραψε και δεν έχει καμία ιδέα για την παρούσα κλήση, η δε υπογραφή που φέρει είναι πλαστή, καθώς επίσης ότι δεν έχει κανένα παράπονο από τον ανηψιό της Ν.
Φ. και του δώρησε το σπίτι με την καρδιά της και για τους λόγους που αναφέρονται στο συμβόλαιο και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τη δωρεά που του έκανε, αφού αυτή ποτέ δεν έδωσε εντολή για ανάκλησή της, 3) την από 12-03-2004 ιδιόγραφη επιστολή της ενάγουσας δωρήτριας προς αναίρεση της από 10-10-2003 εξώδικης δήλωσής της πρόσκλησης προς τον αναιρεσείοντα, στην οποία αναγράφει: "...Έμαθα πως ο Γ.
Φ. έφυγε στο εξωτερικό να τελειώσει τις σπουδές του διά 5 χρόνια τότε θα το πάρει ο Ν. Φ. το σπίτι μου και μετά θα το δώσει του Γ. Φ. ο πατέρας του ανακαλώ το δικαστήριο δεν θέλω να σβήσουν όλα τα παλαιά όχι παρακαλώ εκεί θα πάει το σπίτι μου..." και 4) την από 12-03-2004 άλλη ιδιόγραφη επιστολή της ενάγουσας δωρήτριας στην οποία αναφέρει ότι, "γνώμη δεν αλλάζει και το σπίτι το δίνει στο Ν.
Φ. και μετά θα το πάρει το παιδί του Γ. Φ....". Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, στο οποίο γίνεται σαφή μνεία ως προς το από 22-09-2003 έγγραφο, καθώς και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτού, ως προς το ειδικότερο ζήτημα της ανάκλησης της δωρεάς και της αγωγής που άσκησε η δωρήτρια προς τούτο, και την απόσπαση του εγγράφου αυτού από τον αναιρεσείοντα και τη σύζυγό του χωρίς την θέλησή της και χωρίς να της διαβάσουν το περιεχόμενό του, υποχρεώνοντάς την να το υπογράψει εξ αιτίας του φόβου που της δημιούργησαν, αλλά και των περαιτέρω αναφορών που γίνονται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι ο αναιρεσείων προσπαθούσε να την πλησιάσει προκειμένου να την πείσει να μην ανακαλέσει την δωρεά και ότι τέλος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτει τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα της ανάκλησης της δωρεάς λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου, έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επίδικα έγγραφα για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ` αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες. (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 848/77).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ` επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα την αποδεικτική δύναμη των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη υπ' αριθ. 1 και 2 εγγράφων, τα οποία φέρουν την υπογραφή της εναγομένης δωρήτριας, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής της στο δεύτερο εξ αυτών, σύμφωνα με τα οποία αναίρεσε την προγενέστερη δήλωση ανάκλησης προς αυτόν της άνω δωρεάς, ως μη εκφράζουσα την αληθή θέλησή της καθόσον ήταν προϊόν επηρεασμού τρίτων, καθώς και των υπ' αριθ. 3 και 4 εγγράφων, τα οποία είναι ιδιόγραφα, αλλά δεν φέρουν την υπογραφή της, στα οποία εξακολουθεί να εμμένει στην ίδια αναίρεση της αρχικής δήλωσής της περί ανάκλησης της δωρεάς, τα οποία ως έγγραφα διαθέσεως που δεν αμφισβητήθηκαν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατ' άρθρο 455 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β'ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του, τον οποίο επανέφερε ενώπιόν του με σχετικό λόγο της έφεσής του, σύμφωνα με τον οποίο, με την περιεχόμενη στα προαναφερόμενα έγγραφα δήλωση βούλησης της εναγομένης δωρήτριας αναιρέθηκε η προγενέστερη δήλωση αυτής για την ανάκληση της προς αυτόν δωρεάς λόγω αχαριστίας, ως μη εκφράζουσα την αληθή θέλησή της αλλά συνιστώσα προϊόν επηρεασμού τρίτων, ώστε να ανατρέπονται τα θεμελιούντα την αγωγή της για αναγνώριση ανάκλησης της δωρεάς περιστατικά.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διάταξης του αριθ. 8 του αρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ο οποίος τείνει σε αντίκρουση της ανάκλησης της δωρεάς από βαρύ παράπτωμα του αναιρεσείοντος δωρεοδόχου προς αυτήν που συνιστά αχαριστία, στοιχείο που αποτελεί την βάσης της αγωγής της για την αναγνώριση της ανάκλησης δωρεάς για τον παραπάνω λόγο, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, επί αγωγής με αίτημα την αναγνώριση ανάκληση της δωρεάς γιατί ο δωρεοδόχος από βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ο ισχυρισμός του δωρεοδόχου ότι με μεταγενέστερο έγγραφο του δωρητή αναιρέθηκε η προγενέστερη δήλωση αυτού για την ανάκληση της προς αυτόν δωρεάς λόγω αχαριστίας, συνιστά άρνηση της αλήθειας του πραγματικού ισχυρισμού επί του οποίου θεμελιώνεται το αίτημα της αγωγής (βλ.
σχετ. ΑΠ 652/1990, ΑΠ 281/1992). `Ομως τέτοιος ισχυρισμός του εναγομένου δεν είναι ουσιώδης και η απόρριψη αυτού από το δικαστήριο της ουσίας δίχως αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απόρριψε τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως συνιστώντα ένσταση και εντεύθεν είναι ουσιώδης, είναι αβάσιμος.
Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχεται το Εφετείο, ότι η δωρήτρια ποτέ δεν ανήρεσε την ανάκληση της δωρεάς που είχε κάνει στον εναγόμενο ανηψιό της, προς τούτο δε αναφέρεται στην από 10-10-2003 έγγραφη δήλωσή της που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 13-10-2003, σύμφωνα με την οποία, απευθυνόμενη στον εναγόμενο αναφέρει "....
σας ξαναλέω διά μέσου της συμβολαιογράφου Ευσταθίας Κυριακού διά του εξωδίκου να προσέλθετε στο συμβολαιογραφείο της στις 29-9-2002 να μου επιστρέψετε το εμπράγματο δικαίωμα του ως άνω ακινήτου (δωρηθέντος κατά ψιλή κυριότητα). Και πάλι δεν προσήλθατε και ακολουθήσατε τη γνωστή μέθοδο να με πλησιάσετε προκειμένου να μην εμμείνω εις την ανάκληση της δωρεάς μου.
Στις 22-9-2003 ήλθατε στο σπίτι μου μετά της συζύγου σας το βράδυ την ώρα που ήμουν έτοιμη να κοιμηθώ και μέσα στη νύχτα, ενώ ήμουν μόνη μου, μου απαιτήσατε να υπογράψω ένα χαρτί με τρόπο πιεστικό δημιουργώντας μου φόβο, χωρίς να μου διαβάσετε το περιεχόμενο αυτό του χαρτιού....", περιστατικά τα οποία επαρκώς αιτιολογούν την εμμονή της δωρήτριας (αρχικώς ενάγουσας) στην ανάκληση της δωρεάς και όχι την αναίρεσή της, την οποία (αναίρεση), κατά τα τις παραδοχές του Εφετείου και τα αναγραφόμενα στην άνω επιστολή, τεχνηέντως "και με τρόπο πιεστικό", προσπάθησαν να της αποσπάσουν ο εναγόμενος και η σύζυγός του.
Επομένως, και για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμος ο παραπάνω "ισχυρισμός".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 24-09-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 775/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-09-2013 αίτηση του Ν. Φ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 775/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ