Legislator Case Law & Legislation
857/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forgery conviction citing lack of evidence and inadmissible defense arguments.

Case Number 857/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for forgery, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and lack of cross-examination. The court found the defense's claim of a clean past life inadmissible due to lack of specific factual support and determined the trial court had not considered the valid evidence of the current permit type. Consequently, the conviction was upheld as the procedural grounds for appeal were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 217(1) of the Penal Code; Article 510(1)(a) and (d) of the Code of Criminal Procedure: The court is not obliged to answer inadmissible or negative-of-charge claims, and a conviction based on evidence not read in court constitutes a valid judgment if the record shows the court formed its opinion from other proven means.

Keywords

AI generated
forgery conviction inadmissible defense lack of cross-examination unproven evidence appeal dismissal clean past life procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 217(1) of the Penal Code
Article 170(2) of the Penal Code
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 857 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 857/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια-Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3063/2004 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. K. G. του J. και 2 Q. B. B. του J. J.

Το Tριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 20 Φεβρουαρίου 2006 προσθέτους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/2004.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του Π.Κ., ‘ ‘ όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου, καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή’ ‘ .

Πρόκειται για έγκλημα που τελείται με θετική ενέργεια του υπαίτιου και σωρευτικά μικτό, όπως και η απλή πλαστογραφία εγγράφου, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, i) η κατάρτιση πλαστού πιστοποιητικού και ii) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως, σε περίπτωση δε συνδρομής και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά.

Στην έννοια του πιστοποιητικού ή άλλου εγγράφου (κατά το άρθρο 13 γ' του Π.Κ.), περιλαμβάνεται και το παλαιό και μη ισχύον έντυπο πιστοποιητικού, αφού και αυτό είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός με έννομη σημασία, ανεξάρτητα από την ισχύ του (πρβλ. Ολ. Α.Π. 2/2000). Από υποκειμενική δε άποψη, είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, που τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου του υπαίτιου ή άλλου, ο οποίος δεν είναι αναγκαίο και να επιτευχθεί.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/ 1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Δ' του Κ.Π.Δ., όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή.

Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της πλαστογραφίας πιστοποιητικών, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Και στα μικτά εγκλήματα, όπως και η πλαστογραφία πιστοποιητικών, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ.

Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 3063/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μαζί με άλλον, σε δεύτερο βαθμό και με την παρουσία του, για την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικών κατ’ εξακολούθηση (κατ’ επιτρεπτή μετατροπή της κατηγορίας της απλής πλαστογραφίας), σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

Στην αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και τις απολογίες των κατηγορούμενων και όλη τη διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

Ο κατηγορούμενος, που είναι δημοτικός υπάλληλος, την 12-12-2002 στον ..., με σκοπό να διευκολύνει την άμεση κίνηση και την κυκλοφορία στη χώρα των αναφερόμενων οκτώ αλλοδαπών γυναικών, κατάρτισε πλαστά έγγραφα (πιστοποιητικά), που συνήθως χρησιμεύουν για τέτοιο σκοπό και ειδικότερα κατάρτισε οκτώ πλαστές άδειες παραμονής στη χώρα αλλοδαπών, συμπληρώνοντας στα σχετικά έντυπα που χρησιμοποιούνταν από την αρμόδια κρατική υπηρεσία (και είχε αυτός στη διάθεσή του) και στις κενές θέσεις, την ένδειξη ‘ ‘ Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Διεύθυνση - Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν.

Πιερίας’ ’, τα στοιχεία ταυτότητας των αλλοδαπών γυναικών (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ιθαγένεια και διεύθυνση διαμονής) και τη διάρκεια ισχύος της άδειας, καθώς και το όνομα του αρμόδιου κρατικού υπαλλήλου και θέτοντας τη σφραγίδα της αρμόδιας υπηρεσίας. Εκ του γεγονότος δε ότι χρησιμοποιούταν η παλαιά και εν μέρει διαφορετική κατά το περιεχόμενό της, υπηρεσιακή σφραγίδα, δεν αναιρείται, δέχθηκε το δικαστήριο, η πλαστογραφία, γιατί οι πλαστογραφημένες άδειες παραμονής, κατά τη γενική εικόνα τους, είχαν εξωτερική ομοιότητα με τις γνήσιες και μπορούσε με αυτές να παραπλανηθεί, οιοσδήποτε αρμόδιος κρατικός υπάλληλος, σε σχέση με το γεγονός ότι ο κάτοχός τους είχε δικαίωμα παραμονής στη χώρα.

Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση, για την αναφερόμενη πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικών κατ’ εξακολούθηση και του επέβαλε την επίσης αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. III. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του Π.Κ.

την οποία εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, συνιστάμενος στην εξ αρχής κατάρτιση πλαστών πιστοποιητικών, καθώς και ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην διευκόλυνση της άμεσης κίνησης και της κυκλοφορίας στη χώρα των αναφερόμενων αλλοδαπών γυναικών.

Αναφέρονται επίσης και τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Εκ της μη αναφοράς δε των αποδεικτικών μέσων, εκ των οποίων προέκυψε η ειδικότερη παραδοχή του δικαστηρίου ότι, ‘ ‘ δεν αποκλείεται η πλαστογραφία, εκ του γεγονότος ότι η χρησιμοποιηθείσα παλαιά σφραγίδα, ήταν εν μέρει διαφορετική κατά το περιεχόμενό της, σε σχέση με τη χρησιμοποιούμενη νέα υπηρεσιακή σφραγίδα, γιατί οι πλαστογραφημένες άδειες παραμονής, κατά τη γενική εικόνα τους, είχαν εξωτερική ομοιότητα με τις γνήσιες και μπορούσε με αυτές να παραπλανηθεί, οιοσδήποτε αρμόδιος κρατικός υπάλληλος, σε σχέση με το γεγονός ότι ο κάτοχός τους είχε δικαίωμα παραμονής στη χώρα’ ‘ , δεν καθίσταται η αναφερόμενη αιτιολογία ανεπαρκής, αφού το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να μνημονεύσει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπτε κάθε ειδικότερη παραδοχή του.

Ούτε εκ της χρησιμοποιήσεως από τον κατηγορούμενο, της παλαιάς και μη ισχύουσας σφραγίδας (και εντύπου), αποκλείεται η πλαστογραφία (πιστοποιητικών), εκ του αποκλεισμού της έννοιας του εγγράφου, αφού και αυτά ήταν πρόσφορα προς απόδειξη του έχοντος επί του προκειμένου έννομη σημασία γεγονότος, του δικαιώματος δηλαδή του κατόχου τους, παραμονής στη χώρα.

Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως και επίσης πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την ενοχή και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, εκ της παραδοχής του δικαστηρίου ότι χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο, μη ισχύουσες σφραγίδες (και έντυπα), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Η απαιτούμενη κατά τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι επιβεβλημένη, όχι μόνον σε σχέση με την κρίση για την ενοχή, αλλά και σε σχέση με την κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.

και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται εκ τούτου, ο ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ακρόασης. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου όταν του δόθηκε ο λόγος ζήτησε, ‘ ‘ ... να κριθεί ο πελάτης του με επιείκεια και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου ...’ ’ . Έτσι όμως όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς την αναφορά οιουδήποτε περιστατικού, εκ του οποίου να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορούμενου, ήταν αόριστος και απαράδεκτος και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Επομένως ο συναφής δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, η αναιτιολόγητη απόρριψη του φερόμενου ως αυτοτελούς του κατηγορούμενου ισχυρισμού, για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VI. Από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι η παλαιά σφραγίδα (και το έντυπο) που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο, ήταν εν μέρει διαφορετική κατά το περιεχόμενό της, σε σχέση με τη χρησιμοποιούμενη νέα υπηρεσιακή σφραγίδα, δεν προκύπτει όμως ότι έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσης του αυτής, ούτε έγγραφο με την ισχύουσα σφραγίδα, ούτε έγγραφο φερόμενο ως ‘ ‘ ο ισχύων κατά την τέλεση των πράξεων τύπος της άδειας παραμονής’ ‘ και προδήλως σχημάτισε την αναφερόμενη κρίση του, από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι έπ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19ης Νοεμβρίου 2004 αίτηση του Κ. Χ. του Ι. και τους έπ’ αυτής από 20ης Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 3063/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ