Supreme Court dismisses appeal and permanently stops prosecution due to statute of limitations expiration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Panel of Athens Court of Assizes' decision to convict the defendant for perjury. The court found that the alleged criminal act occurred in 2010, and the prosecution was not initiated until 2024, exceeding the eight-year limitation period. Consequently, the court permanently terminated the criminal proceedings against the defendant based on the expiration of the statute of limitations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 466, 473, 474, 504, 505, 509, 515, 171, 510 of the Code of Civil Procedure; The prosecution is permanently extinguished when the limitation period for filing charges expires, rendering the criminal action inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 856/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. - Τ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μήτσαινα, για αναίρεση της αποφάσεως 15α, 753, 1227α, 1671/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Β. Σ. του Ι., κάτοικο ... Αττικής, που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-4-2024 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 24-1-2025 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 767/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 10-4-2024, δήλωση της Α. Μ.-Τ., κατοίκου ... Αττικής, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-4-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 15α, 753, 1227α, 1671/2023 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με το παραδεκτώς ασκηθέν από 22-1-2025 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε την 24-1-2025 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ). H συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία, Β. Σ. του Ι., κάτοικος ... Αττικής, αφού αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. 767/2024 κλήση του, προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-11-2024, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 20-9-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου, πλην όμως δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 515 παρ.1, 2 ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 67 του ΚΠΔ, ο οποίος φτάνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου.
Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της υποστήριξης της κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 963/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 616/2022).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 63 εδ. β' και γ' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ: "Ως τέλος πολιτικής αγωγής, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των δέκα (10) ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου, είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.
Το ύψος του ανωτέρω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Ήδη, σύμφωνα με την παρ. 3 της ΥΑ 123827/23-12-2010 (ΦΕΚ Β' 1991/23-12-2010), η οποία άρχισε να ισχύει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της, το τέλος πολιτικής αγωγής αναπροσαρμόστηκε από δέκα (10) σε πενήντα (50) ευρώ.
Περαιτέρω με το άρθρο 40 παρ. 5 του ν. 4446/2016, το ανωτέρω τέλος αναπροσαρμόστηκε εκ νέου από πενήντα (50) σε σαράντα (40) ευρώ και παρέμεινε ως τέλος παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ίδιο ύψος των 40 ευρώ στο ταυτάριθμο άρθρο 63 εδάφ. β' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ (ν. 4620/2019). Πρέπει δε να καταβάλλεται μέχρι τον ύστατο χρόνο για τη νομότυπη παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, ήτοι μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 542/2023).
Περαιτέρω, η κατά τα κατωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά, αν ο ισχυρισμός δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή του. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1008/2023), ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 978/2023, ΑΠ 882/2023, ΑΠ 821/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, επί του αιτήματος της κατηγορουμένης για την αποβολή του υποστηρίζοντος την κατηγορία Β. Σ., λόγω μη νόμιμης παράστασής του, καθόσον αυτός δεν είχε καταβάλει εμπροθέσμως το προσήκον τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Για το παραδεκτό, δε, της παραστάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κύρια διαδικασία έχει καταβάλει το απαιτούμενο τέλος (άρθρο 63 ΚΠΔ), με το υπ' αρ. 2830038 παράβολο υπέρ του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την σχετική καταγραφή της εκκαλούμενης απόφασης.
Συνεπώς, επιτρεπτή είναι για τους ανωτέρω λόγους, για τους οποίους άλλωστε δεν παραπονέθηκε ειδικώς στην έφεση η εκκαλούσα κατηγορουμένη". Η αιτιολογία αυτή, κατά την οποία το απαιτούμενο τέλος καταβλήθηκε νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι επαρκής και προσήκουσα, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον πότε ακριβώς προσκομίσθηκε το σχετικό παράβολο, ούτε και το ποσό αυτού, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται. Πάντως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης, το παράβολο προσκομίσθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εγκαλούντος, όταν ο τελευταίος δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η προσβολή δε από την αναιρεσείουσα της πρόσθετης αιτιολογίας της απόφασης, ότι η κατηγορουμένη δεν είχε παραπονεθεί για το ζήτημα αυτό με ειδικό λόγο της έφεσής της, γίνεται αλυσιτελώς, αφού η απόρριψη του ως άνω αιτήματος επαρκώς στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' (κατ'εκτίμηση) και Θ' του ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η έγκληση, που είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης, εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως (Ολ. ΑΠ 2/2007, ΑΠ 1099/2022), είναι η δήλωση βούλησης του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί τη δίωξη της τελεσθείσας σε βάρος του αξιόποινης πράξης.
Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά, σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα.
Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία, προδήλως, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο, περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη.
Γι' αυτό, πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα, καθώς επίσης και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης.
Αρκεί, βέβαια, η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 307/2018). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν, δηλαδή, στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα σχετικά με τον χρόνο γνώσης πραγματικά περιστατικά, δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 288/2022, ΑΠ 531/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατηγορουμένη πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης. Το Εφετείο απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο (άρθρου 5 παρ. 3 ν. 3839/2010) του Υπουργείου Εσωτερικών, με την επίδικη συνέντευξη, συνεδρίασε την 1η Σεπτεμβρίου 2010.
Με την υπ' αρ. πρωτ. 45/15-11-2010 αίτησή του, ο εγκαλών Β. Σ. αιτήθηκε τη χορήγηση ακριβούς αντιγράφου του πρακτικού με αριθμό 13/1-9-2010, καθώς και απόσπασμα του πρακτικού 17/22-9-2010 (αφορούσε τη συνέντευξη του ιδίου του εγκαλούντος). Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 283/19-11-2010 έγγραφο της ανωτέρω επιτροπής και με εντολή του Προέδρου της έγινε δεκτό το αίτημα για τη χορήγηση των αντιγράφων, τα οποία και παρελήφθησαν από τον εγκαλούντα την ίδια ημέρα (19-11-2010), όπως προκύπτει από τη χειρόγραφη επισημείωση επί του άνω εγγράφου της Γραμματέα της Επιτροπής Π..
Κ.. Η από 28-1-2011 έγκληση του Β. Σ. κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 11-2-2011, έλαβε αριθμό Α2011/792, επομένως ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός τριμήνου από τότε που ο εγκαλών έλαβε γνώση για την πράξη (άρθρο 117 π. ΠΚ ήδη 114 ν. ΠΚ) και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η κατηγορουμένη περί εκπροθέσμου ασκήσεώς της είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Η ανωτέρω αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, καθώς προκύπτει με σαφήνεια από αυτήν ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση του υπ' αριθμ. 13/1-9-2010 πρακτικού, στο οποίο περιλαμβάνονταν οι επίμαχοι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, στις 19-11-2010, οπότε παρέλαβε το ανωτέρω πρακτικό και, συνεπώς η ασκηθείσα, στις 11-2-2021, έγκληση ήταν εμπρόθεσμη.
Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' ΚΠΔ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 59 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη (παρ. 1). 2.
Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 225 παράγραφοι 1 περίπτωση α` και 2 εδάφιο α`, 229, 362, 363 και 364 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή η χωρίς όρκο κατάθεση ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδάφιο β`), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών (παρ. 2)".
Στον νέο δε ΚΠΔ, που ισχύει από 1-7-2019, τα ανωτέρω ζητήματα ρυθμίζονται με παρόμοιο τρόπο στο ταυτάριθμο άρθρο 59, στο οποίο η παρ. 1 είναι ίδια με την προϊσχύσασα, ενώ η διατύπωση της παρ. 2, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 72 του ν. 5090/2024, έχει ως ακολούθως: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδ.
β'), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών". Επίσης, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών.
Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα, μεταξύ άλλων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 του ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω αναβολή της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα.
Τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς τη προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Η έναρξη δε αναστολής της παραγραφής των προδιαληφθεισών πράξεων του άρθρου 59 ΠΚ, που δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό των οκτώ (8) ετών επί πλημμελημάτων (ΑΠ 623/2021, ΑΠ 1986/2018), συμπίπτει με τον χρόνο έκδοσης της απόφασης από το αρμόδιο Δικαστήριο για την αναβολή της δίκης ή τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί αναβολής από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι τον χρόνο που ο Εισαγγελέας Εφετών διατυπώνει την σύμφωνη γνώμη ή τη σχετική έγκρισή του (ΑΠ 523/2020, ΑΠ 650/2019, ΑΠ 1444/2017) και εκτείνεται μέχρι το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης επί του προδικαστικού ζητήματος (ΑΠ 1986/2018).
Στην προκείμενη υπόθεση, η κατηγορουμένη είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η αναστολή της δίκης, που είχε διαταχθεί με την υπ' αριθμ. 4276/2-2-2017 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε εν τέλει το υπ' αριθμ. 1028/2022 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εσφαλμένα διατάχθηκε βάσει του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ, ότι δεν είχε υπάρξει διακοπή της παραγραφής και, εφόσον η κρινόμενη πράξη φέρεται ότι τελέσθηκε την 1-9-2010, αυτή είχε παραγραφεί.
Επί του ισχυρισμού αυτού το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ποινική δικογραφία επί της οποίας εκδόθηκε το ανωτέρω βούλευμα σχηματίσθηκε με αφορμή ανώνυμες καταγγελίες αναφορικά με τη διενέργεια διαχειριστικών (σε Δήμους - ΟΤΑ) και φορολογικών (σε ΑΕ - επιτηδευματίες) επανελέγχων από οικονομικούς επιθεωρητές της οικονομικής Επιθεώρησης του Υπ.Οικ, με τους οποίους - σύμφωνα με τις καταγγελίες - τεχνηέντως δρομολογούνταν η μη είσπραξη ή η διαγραφή καταλογισμών και προστίμων που είχαν καταλογισθεί ή επιβληθεί κατά τους αρχικούς ελέγχους σχηματίσθηκε αρχικά η με ΑΒΜ Ω10/20 δικογραφία, στη οποία συσχετίσθηκαν οι με ΑΒΜ ΔΙΟ/2471, ΑΟΙΕ 10/454, ΕΔ 16/20, Δ14/1494 δικογραφίες.
Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων (48 προσώπων μεταξύ αυτών 36 επιθεωρητών του Υπ.Οικ) ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατά μόνας στρεφόμενη κατά του Δημοσίου και άλλων νομικών προσώπων από εκείνα που αναφέρονταν στο άρθρο 263 Α ΠΚ (ΟΤΑ), με όφελος και ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα πιο πάνω ν.π.
άνω των 150.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και μη και σε βάρος του εδώ εγκαλούντος ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη. Κατόπιν, δε, της από 28-8-2015 αναφοράς της εδώ κατηγορουμένης Α. Μ. - Τ. σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ Α 2015/2533 δικογραφία, με το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εδώ εγκαλούντος Β.
Σ. και έτερου προσώπου ποινική δίωξη, για απιστία στην υπηρεσία από κοινού και κατ' εξακολούθηση, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 ευρώ, δικογραφία που συνενώθηκε με τις λοιπές και μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης εκδόθηκε το προαναφερθέν απαλλακτικό για τον εδώ εγκαλούντα, όπως και για άλλους 47 από τους συνολικά 49 κατηγορουμένους.
Η ανωτέρω δικογραφία, επί της οποίας εκδόθηκε το προαναφερθέν βούλευμα, είναι αυτή που αναφέρεται στα κρινόμενα περιστατικά ως ψευδή ή μη, κατά το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο αποδίδεται η κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της κατηγορουμένης, κατά τα άρθρα 362-363 ΠΚ και πιο συγκεκριμένα περί των επανελέγχων, που διέτασσε ο εδώ εγκαλών και της ζημίας ταυ Δημοσίου.
Επομένως, συνέτρεχε λόγος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ, άλλωστε κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η κατηγορουμένη δεν προέβαλε ισχυρισμούς ακυρότητας σχετικά με την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, ούτε αντέλεξε, όπως προκύπτει από τα αποσπάσματα των αποφάσεων, ούτε άλλωστε προέβαλε ακυρότητα με την κρινομένη έφεσή της και όλα τα υποστηριζόμενα από αυτήν, το πρώτον σήμερα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατόπιν, δε, των ανωτέρω, αφού επήλθε με νόμιμο λόγο η διακοπή της παραγραφής από 2-2-2017, με την έκδοση της υπ' αρ. 4276/2017 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις επόμενες προαναφερθείσες κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ και 113 ΠΚ, μέχρι να καταστεί αμετάκλητο το 1028/2022 βούλευμα, που εκδόθηκε στις 22-3-2022, η κρινομένη υπόθεση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και όλα τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την κατηγορουμένη είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε η αναβολή-αναστολή της δίκης κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, ενώ θα έπρεπε να είχε διαταχθεί βάσει του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ, με συνέπεια, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να μην έχει διακοπεί η παραγραφή και η πράξη να έχει παραγραφεί, καθώς παρήλθε οκταετία από την τέλεσή της.
Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, προεχόντως διότι η αναστολή της παραγραφής, μέχρι το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης επί του προδικαστικού ζητήματος, επέρχεται, κατ' άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ, εφόσον η αναστολή της δίκης επί του προδικαστικού ζητήματος διατάσσεται με βάση οποιαδήποτε από τις παραγράφους του άρθρου 59 ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, (που εφαρμόσθηκε στην ένδικη υπόθεση, διότι περιέχει ευμενέστερες διατάξεις ως προς τις απειλούμενες ποινές, σε σχέση με αυτές του αντίστοιχου άρθρου του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου ΠΚ), αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, μαζί δε με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Γνώση δε της αναλήθειας του γεγονότος δεν υφίσταται και συνεπώς τέλεση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως αποκλείεται όταν ο δράστης πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές (ΑΠ 1159/1991). Ισχυρισμός είναι εκδήλωση και ειδικότερα ανακοίνωση, που εμφανίζεται ως γνώση ή πεποίθηση για την αλήθεια ενός γεγονότος.
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο, ως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψή του.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. (ΑΠ 675/2022, ΑΠ 1311/2022, ΑΠ 18/2018).
Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται η ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης γεγονότος ενώπιον τρίτων, σε βάρος ορισμένου προσώπου, το οποίο (γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και, επιπλέον, γνώση του δράστη (άμεσος δόλος) ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.
ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, σε τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Δεν είναι αναγκαία, όμως, η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (ΑΠ 351/2024, ΑΠ 215/2024). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.
ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 10/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του του υπ' αρ. 113/7-6-2006 Πρακτικού του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, του άρθρου 9 ν. 3260/2004, επελέγη ως Γενικός Διευθυντής Οικονομικής Επιθεώρησης Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ο εγκαλών Β.
Σ., η ανωτέρω πράξη επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 1064952/1260/ΔΠΕ-Α/17-7-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας & Οικονομικών και από αυτήν την ημερομηνία μέχρι και 19-9-2008 ο εγκαλών κατείχε την ανωτέρω θέση. Με την υπ' αρ. 2417/2007 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κατηγορουμένη Α. Μ. Τ. αιτήθηκε την ακύρωση της άνω απόφασης, η οποία και ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1794/27-10-2010 απόφαση του ΣτΕ, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου κατά τη διαδικασία του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, καθόσον δεν αποδείχθηκε διαδικασία προφορικής συνέντευξης των υποψηφίων, μεταξύ των οποίων και η κατηγορουμένη.
Κατόπιν αυτών, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο (άρθρο 5 παρ.3 Ν. 3839/2010), προκειμένου να προβεί σε επιλογή Γενικού Διευθυντή Οικονομικής Επιθεώρησης Υπουργείου Οικονομίας, προσκάλεσε τους ανωτέρω για προσωπική συνέντευξη, την 1-9-2010 και 22-9-2010, μετά τη διενέργεια των οποίων επέλεξε για τη θέση της Γενικής Διεύθυνσης την κατηγορουμένη, με τα υπ' αρ. 13/1-9-2010 και 17/22-9-2010 πρακτικά, που έχει προσβάλει ενώπιον του ΣτΕ ο εγκαλών, αιτούμενος την ακύρωση, η οποία (ακύρωση) απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 3237/2015 απόφαση του ΣτΕ.
Κατά την από 1-9-2010 συνέντευξή της, η κατηγορουμένη αναφερόμενη στον εγκαλούντα ανέφερε ότι αυτός προκάλεσε επανελέγχους, χωρίς να έχει αρμοδιότητα, ότι ως Γενικός Διευθυντής διέταξε επανέλεγχο των καταλογισθέντων αναρμοδίως (περίπτωση Καλύμνου), δηλαδή αντί να σταλούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εστέλοντο στον Επίτροπο, ότι δεν θα διέταζε η ίδια επανελέγχους, παρά μόνο στις περιπτώσεις που έκρινε άδικες, ότι πολλές ενέργειές του ήταν μη σύννομες, ότι έχει ζημιωθεί το δημόσιο συμφέρον, ότι τα έσοδα μειώθηκαν κάθετα και οι πλημμελείς επανέλεγχοι τους οποίους διέτασσε, απέβησαν σε βάρος του Δημοσίου, ότι ήταν θύμα και θύτης.
Κατόπιν καταγγελιών, αλλά και της από 28-8-2015 αναφοράς της κατηγορουμένης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος και 48 άλλων προσώπων (μεταξύ αυτών 36 επιθεωρητών του ιδίου Υπουργείου), ειδικότερα, σε βάρος του εδώ εγκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις : της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση στρεφόμενης κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων που αναφέρονταν στο άρθρο 263 Α ΠΚ (ΟΤΑ), με όφελος και ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα πιο πάνω ν.π.
άνω των 150.000 ευρώ, ενεργώντας αφενός με πρόθεση από κοινού - κατά συναυτουργία και κατά μόνας κατά περίπτωση, με τους συγκατηγορουμένους του, που είχαν την ιδιότητα του υπαλλήλου (Τμηματάρχη, Προϊσταμένου, Γενικού Γραμματέα της Γενικής Διεύθυνσης της Οικονομικής Επιθεώρησης ΥπΟικ, Οικονομικού Επιθεωρητή) και πραγμάτωσαν την αξιόποινη πράξη, αφετέρου με πρόθεση προκάλεσε με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του υφισταμένους του Οικονομικούς Επιθεωρητές να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, που αναγόταν η έκδοση, η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να τελέσουν το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση και μη ψευδούς βεβαίωσης, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου και των νπ που αναφέρονταν στο άρθρο 263Α ΠΚ και να βεβαιώσουν με πρόθεση ψευδώς σε τέτοια έγγραφα, περιστατικά που μπορεί να έχουν τέτοιες συνέπειες, με σκοπό να βλάψει παράνομα αυτά και το Δημόσιο και να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους αθέμιτο όφελος, το δε όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα πιο πάνω νπ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσά των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα, στην Αθήνα και εντός του χρονικού διαστήματος από 17-7-2006 έως 18-9-2008 κατά το οποίο διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, κατόπιν πειθούς, φορτικότητας, παραινέσεων, συμβουλών και ανταλλαγμάτων οικονομικών και μη που δέχθηκε από τα αναφερόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είχαν ήδη ελεγχθεί φορολογικά και διαχειριστικά ή είχαν καταλογισθεί σε βάρος τους φορολογικά πρόστιμα, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και κατά μόνας με τους συγκατηγορουμένους του υπαλλήλους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, διέταξε αναρμοδίως μη προβλεπόμενους από το νόμο επανελέγχους (ενώ κατά των καταλογιστικών πράξεων των οικονομικών επιθεωρητών προβλέπεται το ένδικο βοήθημα της εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ επανέλεγχος διατάσσεται εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία και αποκλειστικά για την προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου, ήτοι να στοχεύει στον εντοπισμό της φορολογικής ύλης που διέφυγε του αρχικού ελέγχου).
Ταυτόχρονα, δε, με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις, συμβουλές και ανταλλάγματα χρηματικά και υπηρεσιακά προς τους Οικονομικούς Επιθεωρητές, στα καθήκοντα των οποίων αναγόταν η διενέργεια ελέγχων στα νπ και στη συνέχεια η έκδοση πορισματικών εκθέσεων και καταλογιστικών αποφάσεων σε βάρος των υπολόγων ή νομίμων εκπροσώπων τους, οι οποίες αποτελούν δημόσια έγγραφα, στους οποίους (οικονομικούς επιθεωρητές) κατ' επιλογή του ανέθεσε τη διενέργεια των επανελέγχων, προκάλεσε σε αυτούς την απόφαση να βεβαιώσουν ψευδώς στα πορίσματά τους περιστατικά που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση και απώλεια των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος των ελεγχομένων προσώπων, με πρόθεση να ανατρέψουν τεχνηέντως το αποτέλεσμα του πρώτου ελέγχου που είχε διενεργηθεί νομίμως από τους ελεγκτές του αρχικού ελέγχου.
Επιπλέον, με την ανωτέρω ιδιότητα του υπαλλήλου, διέπραξε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία και απιστία στην υπηρεσία, σε βάρος του Δημοσίου (με τα άνω περιστατικά), με όφελος και ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα άνω νπ άνω των 150.000 ευρώ. Το υπ' αρ. 1028/22-3-2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος τόσο του εγκαλούντος, όσο και των λοιπών υπαλλήλων (πλην ενός, ο οποίος άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος αυτού και δεν συνδέεται με κατηγορία με τον εγκαλούντα), για νομικούς και αντικειμενικούς ουσιαστικούς λόγους, κρίση που έχει πλέον αμετάκλητο χαρακτήρα ως προς το απαλλακτικό σκέλος (βλ.
την από 30-5-2022 βεβαίωση της Γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Κρίθηκαν, δε, αμετάκλητα τα ακόλουθα : 1). Κατόπιν της υπ' αρ. 1036874/1268/470-Α/5-2-2000 εντολής διενεργήθηκε από επιθεωρητές οικονομικός έλεγχος στην πρώην κοινότητα Στεφανοβικείου (νυν Δήμος Κάρλας) για τα έτη 1997-1998 και πιο συγκεκριμένα για "εικονικές" επιχορηγήσεις στους αθλητικούς συλλόγους ΔΙΑΓΟΡΑΣ και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, προκειμένου να πληρώνονται υπάλληλοι της κοινότητας που πράγματι απασχολούνταν και να αποφεύγει η κοινότητα την πληρωμή ΦΠΑ, οι οποίοι με την υπ' αρ. 76/2000 πορισματική τους έκθεση πρότειναν να παραπεμφθεί η υπόθεση στην τριμελή επιτροπή άρθρου 183 του πδ 410/2005 για τον καταλογισμό ή μη του Προέδρου της Κοινότητας και των μελών του κοινοτικού Συμβουλίου, έκθεση, την οποία η κατηγορουμένη επέστρεψε θεωρώντας ότι το ποσό των 19.064.594 δρχ (ήτοι 55.948,9 ευρώ), που δόθηκε ως επιχορήγηση, αποτελεί έλλειμμα και όχι θετική ζημία, έπρεπε επομένως να καταλογισθεί στους υπεύθυνους από τους ίδιους τους οικονομικούς επιθεωρητές, την οποία και αυτοί καταλόγισαν με την υπ' αρ. 141/18-10-2006 πράξη καταλογισμού στους υπόλογους της κοινότητας.
Υπόλογος αιτήθηκε με το από 9-11-2006 υπόμνημά του να υπαχθεί στο άρθρο 26 του ν. 3274/2006 και ο εγκαλών Β. Σ. εξέδωσε την με αριθμό πρωτοκόλλου 111.0171/12-12-2006 εντολή επανελέγχου, που ανατέθηκε σε έτερη οικονομική επιθεωρήτρια, επανέλεγχο για τον οποίο διαφώνησε η κατηγορουμένη για το λόγο ότι δεν εισφέρθηκαν νέα στοιχεία και ότι η κρίση γιο υπαγωγή στο άρθρο 26 ν. 3274/2006 ανήκει στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Εν τέλει η ορισθείσα από τον εγκαλούντα επιθεωρήτρια εξέδωσε την υπ' αρ. 7/7-3-2007 πορισματική της έκθεση, σύμφωνα με την οποία η εκταμίευση των ποσών ήταν θετική ζημία, αφού διατέθηκαν έστω και μη νομότυπα για τις ανάγκες της Κοινότητας, των Αθλητικών Συλλόγων και της Κοινοτικής Επιχείρησης και πρέπει να καταλογισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 183 πδ 410/1995, τελικά η υπόθεση παραπέμφθηκε στην τριμελή επιτροπή καταλογισμού ζημιών σε βάρος αιρετών οργάνων των ΟΤΑ (άρθρο 141 Ν. 3453/2006, η οποία απεφάνθη κατά πλειοψηφία ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση καταλογισμού στους αιρετούς, εκρίθη, δε, αμετάκλητα ότι η επιθεωρήτρια ήταν αρμόδια να εκπονήσει έκθεση, κατόπιν επανελέγχου, ο οποίος ήταν νόμιμος (λαμβάνοντας υπόψη και το με αριθμό 2750/20-1-2005 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με θέμα περί συμπληρωματικών διευκρινίσεων επί θεμάτων νομιμοποίησης δαπανών ΟΤΑ, ως προς την τηρητέα διαδικασία ανάκλησης καταλογισμού ποσών, με την κίνηση της διαδικασίας από τα ίδια τα αιρετά και πρώην αιρετά όργανα αλλά και οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, με αίτημά τους προς το όργανο που έχει εκδώσει την πράξη καταλογισμού). 2).
Με τις υπ' αρ. 1001672/21/4-Α/10-1- 2003 και 1003201/91/35-Α/13-1-2003 εντολές ελέγχου της ΓΔΟΕ, ΔΕ, ΝΟ & ΔΕΚΟ ανατέθηκε σε επιθεωρητές ο διαχειριστικός έλεγχος του δήμου Θήρας για το χρονικό διάστημα 1998-2002, ο οποίος και διενεργήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 1596/20-3-2003 και 2912/Ί5-5-2003 πορισματικές εκθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες προέκυψαν ανωμαλίες, με τις οποίες κατέστη η διαχείριση ελλειμματική, οφειλόμενη σε διπλοπληρωμές, πληρωμές με εσφαλμένο υπολογισμό ισοτιμίας ευρώ - δραχμής, εικονικές πληρωμές σε μη εργασθέντες, για τα ποσά των 540.312,79 ευρώ και 638.926,96 ευρώ (α και β εκθέσεις αντίστοιχα), κρίθηκε ότι τα ποσά αποτελούν ζημία - έλλειμμα που καταλογίσθηκε πλέον προσαυξήσεων στους πρώην δήμαρχο και διατάκτη και στην προϊσταμένη των οικονομικών υπηρεσιών που συνυπέγραψε τα χρηματικά εντάλματα.
Κατά της υπ' αρ. 2912/2003 έκθεσης διαχειριστικού ελέγχου ασκήθηκε η από 4-12-2003 έφεση από τον πρώην δήμαρχο ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο με την υπ' αρ. 815/2006 απόφασή του (4° Τμήμα) την απέρριψε ως εκπρόθεσμη και κατόπιν αναίρεσης η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την υπ' αρ. 3090/2010 απόφαση έκρινε αυτή εμπρόθεσμη, εν τω μεταξύ όμως οι αρχικοί επιθεωρητές μετά από τα με αριθμούς 7558/3-11-2003 & 4068/2004 έγγραφά τους που ζητούσαν πρόσθετα έγγραφα στοιχεία, συνέταξαν τις υπ' αρ. 7372/5-11-2004 και 3289/27-5-2005 πορισματικές εκθέσεις θεωρώντας με βάση τα νέα έγγραφα, παρά τις παρατυπίες λόγω μη πληρότητας δικαιολογητικών στοιχείων, τις δαπάνες πραγματικές, προτείνοντας προς το ΕλΣυν, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, οι δαπάνες να θεωρηθούν πραγματικές κατά την εκδίκαση των εφέσεων κατά των καταλογιστικών πράξεων.
Ακολούθησε η από 5-7-2007 αίτηση επανελέγχου του πρώην Δημάρχου ενώπιον της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης που αιτήθηκε τη διενέργεια επανελέγχου δυνάμει νέων δεδομένων, βάσει της οποίας ο εγκαλών με την υπ' αρ. 1010894/31-1-2007 εντολή ανέθεσε σε επιθεωρήτρια τη διενέργεια διαχειριστικού επανελέγχου στο Δήμο Θήρας, επανέλεγχο, με τον οποίο διαφώνησε η κατηγορουμένη, με το από 23-1-2007 ενημερωτικό της σημείωμα, για το λόγο ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ' αρ. 1367/2006 απόφασή του είχε κρίνει ότι στην περίπτωση αυτή δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 3274/2006.
Ο επανέλεγχος διενεργήθηκε κατόπιν και των επί πλέον στοιχείων που προσκόμισε ο αιτών και εκδόθηκε η υπ' αρ 675/26-10-2007 πορισματική έκθεση, σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες 2001-2002 έπρεπε να θεωρηθούν πραγματικές ως προς τους δικαιούχους ανεξάρτητα από την πλημμέλεια των δικαιολογητικών, ενώ για τις συγκεντρωθείσες υπεύθυνες δηλώσεις θεώρησε αρμόδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις καταλογιστικές πράξεις, ακολούθησε η υπ' αρ. 12237/20-11-2012 καταλογιστική απόφαση Οικονομικού Επιθεωρητή, με την οποία καταλογίσθηκε στους πρώην Δήμαρχο και Προϊσταμένη των Οικονομικών Υπηρεσιών, ακολούθησε έφεση κατά της καταλογιστικής απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 586/2014 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που την ακύρωσε κατά κεφάλαιο.
Κατόπιν αυτών και λαμβάνοντας υπόψη και το υπ' αρ. 2750/20-1-2005 έγγραφο του Γ.Γ. Δημόσιας Διοίκησης εκρίθη ότι διενεργήθηκε νόμιμος επανέλεγχος. 3). Με την υπ' αρ. 1005178/144/82-Α/2004 εντολή ελέγχου της Διεύθυνσης Δημοσίων Διαχειρίσεων, ΝΠ & ΔΕΚΟ του ΥπΟικ παραγγέλθηκε στους οικονομικούς επιθεωρητές ΟικΕπιθ Θεσσαλονίκης η διενέργεια οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου στο δήμο Χαλκηδώνας Θεσσαλονίκης για τις χρήσεις 2001, 2002, 2003, εκδόθηκε, η υπ' αρ. 58/8-9-2006 πορισματική έκθεση σύμφωνα με την οποία εξωσυμβατικά απασχοληθέν προσωπικό επιβάρυνε το Δήμο κατά το ποσό των 64.488,73 ευρώ, το οποίο αποτελεί έλλειμμα που πρέπει να καταλογισθεί σε βάρος του υπεύθυνου προσλήψεων Δημάρχου, το οποίο και καταλογίσθηκε με την υπ' αρ. 756/7-9-2006 πράξη.
Ακολούθως, ο υπόλογος υπέβαλε την από 2-1-2007 αίτηση επανελέγχου ενώπιον της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης και την υπαγωγή του άρθρου 26 του Ν. 3274/2004. Ο εγκαλών με την υπ' αρ. 014-1010890/57-Α/31-1-2007 εντολή του ανέθεσε τη διενέργεια διαχειριστικού επανελέγχου, η ορισθείσα επιθεωρήτρια εξέδωσε την υπ' αρ. 740/28-2-2007 πορισματική έκθεση, με την οποία έκρινε ότι τα χρήματα διατέθηκαν για πληρωμή μη νόμιμα προσληφθέντων, αλλά απασχοληθέντων στο Δήμο, έτσι επρόκειτο για θετική ζημία και όχι έλλειμμα και πρότεινε την παραπομπή στην επιτροπή του άρθρου 183 παρ.2 του ΠΔ 410/1985.
Ακολούθησε η από 7-3-2007 έφεση του δημάρχου ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της αρχικής καταλογιστικής πράξης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 951/2010 απόφαση του του 7ου Τμήματος ΕλΣυν που ακύρωσε την καταλογιστική απόφαση, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Κατόπιν τούτου η Διεύθυνση Επιθεώρησης ΔΔ, ΝΠ και ΔΕΚΟ ζήτησε την επανάληψη διαδικασίας καταλογισμού, η Οικονομική Επιθεώρηση Θεσσαλονίκης αρχικά θεώρησε άτι εκφεύγει από την αρμοδιότητά της η επανάληψη της διαδικασίας καταλογισμού, μετά δε από την έκδοση της κατά πλειοψηφία υπ' αρ. 1 /2-5-2011 απόφασης Τριμελούς Ελεγκτικής Επιτροπής άρθρου 141 Ν. 3463/2006 περί μη καταλογισμού και τη νέα εντολή από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης, η Οικονομική Επιθεώρηση Θεσσαλονίκης εξέδωσε την υπ' αρ. 1126/30-10-2013 απόφαση καταλογισμού σε βάρος του δημάρχου ως υπεύθυνου για τη δημιουργία ελλείμματος, επίσης κρίθηκε ότι διενεργήθηκε νόμιμος επανέλεγχος. 4).
Κατόπιν αναφοράς εκδόθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης η υπ' αρ. 10215000/494/186-Α/7-3- 2002 εντολή για διαχειριστικό έλεγχο στο Δήμο Ύδρας από τους οικονομικούς επιθεωρητές, οι οποίοι με την υπ' αρ. 2151/5-7-2002 πορισματική τους έκθεση διαπίστωσαν παρατυπίες κατά την περίοδο 1995-1996, λειτουργία εξωταμειακής διαχείρισης μη σύννομες πληρωμές, μη κατάθεση εισπράξεων στην ΔΟΥ και ζημία - έλλειμμα 360.860,09 ευρώ, το οποίο καταλογίσθηκε με τις υπ' αρ. 4092/14-6-2002 και 7290/1-11-2002 αποφάσεις στους διαχειριστές και σε όσους ψήφισαν θετικά για τη λειτουργία εξωταμειακής διαχείρισης, ο έλεγχος επεκτάθηκε για τα έτη 1990-1994, διαπιστώθηκαν επίσης παρατυπίες όπως πάρα πάνω, προέκυψε έλλειμμα 351.156,28 ευρώ και εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 6195 & 6198/1-10-2002 καταλογιστικές αποφάσεις, οι οποίες, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από τους υπόλογους, ακυρώθηκαν με τις υπ' αρ. 1253, 1258, 1401, 1402 / 2005 αποφάσεις του 4ου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ακολούθησε νέα διαδικασία και εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 5266/9-9-2005, 1958/30-3-2007, 1959/30-3-2007, 2056/3-4-2007 αποφάσεις καταλογισμού.
Ακολούθως, υπόλογοι κατέθεσαν την από 7-5-2007 αίτηση επανελέγχου, προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 3274/2004 και ο εγκαλών ανέθεσε σε οικονομική επιθεωρήτρια τον επανέλεγχο των ετών 1995-1996 και η οικονομική επιθεωρήτρια με την υπ' αρ. 2556/7-9-2007 πορισματική έκθεσή της κατέληξε σε πρόταση παραπομπής της υπόθεσης στην επιτροπή άρθρου 183 παρ. 2 ΠΔ 410/1995, έτεροι υπόλογοι αιτήθηκαν επανέλεγχο, τον οποίο ο εγκαλών ανέθεσε στην ίδια επιθεωρήτρια με το υπ' αρ. 1106474/5243-Α/21-11-2007 έγγραφο του, εκδόθηκε η υπ' αρ. 6856/11-12-2008 πορισματική έκθεση.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από υπόλογο, το Ελεγκτικό Συνέδριο (7° Τμήμα), με την υπ' αρ. 233/2009 απόφασή του ακύρωσε την υπ' αρ. 5266/9-9-2005 καταλογιστική απόφαση, καθώς δέχθηκε ότι οι δαπάνες έως 28-2-1993 νομιμοποιήθηκαν με τη διάταξη άρθρου 33 Ν.2130/1993, ενώ με την υπ' αρ. 1/23-7-2008 απόφαση επιτροπής άρθρου 141 Ν. 3463/2006 οι υπόλογοι απηλλάγησαν της αστικής ευθύνης, εκρίθησαν, δε, οι επανέλεγχοι κατόπιν αιτήσεων των υπόλογων, ως νόμιμοι. 5).
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος στο Δήμο Άμφισσας και όταν οι ελεγχόμενοι αιτήθηκαν την εξαίρεση των επιθεωρητών, ο εγκαλών, με το υπ' αρ. 1112125/5383/21-11-2007 έγγραφό του ανακάλεσε τους αρχικά ορισθέντες επιθεωρητές και όρισε νέα επιθεωρήτρια νομίμως, 6). Κατόπιν των υπ' αρ. 1093501/3626/11-10-2005 και 1118270/4603/3-1-2006 εντολών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, ανατέθηκε η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου για τις επιχορηγήσεις από το Δήμο Καλύμνου στα εκκλησιαστικά συμβούλια της περιοχής για τα έτη 1997 - 2002 και στα εκκλησιαστικό συμβούλια ιερών ναών Ζωοδόχου Πηγής και Αγίου Θεολόγου, επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αρ. 4222/13-9-2006 πορισματική έκθεση, η οποία διαπίστωσε άτακτη διαχείριση και έλλειμμα, που καταλόγισε στο Δήμαρχο, Αντιδήμαρχο και Ταμία, ακολούθως με την υπ' αρ. 1111036/43-Α/2-2-2007 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης αποφασίσθηκε ο έλεγχος για όλες τις επιχορηγήσεις του Δήμου προς τα εκκλησιαστικά συμβούλια των ετών 1997-1995, κατόπιν αίτησης εξαίρεσης ανατέθηκε ο έλεγχος σε έτερη οικονομική επιθεωρήτρια, η οποία με την υπ' αρ. 6096/9-8-2007 πορισματική έκθεση της έκρινε ότι δεν προέκυψε έλλειμμα και ότι η διαδικασία πληρωμής των δαπανών του Δήμου μέσω των εκκλησιαστικών συμβουλίων είναι τυπική παράβαση και μπορούσε να χαρακτηρισθεί διαδικαστική πλημμέλεια και πρότεινε την παραπομπή της υπόθεσης στον αρμόδιο γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ώστε να εξετασθεί από την επιτροπή άρθρου 183 του ΠΔ 410/1995.
Με το υπ' αρ. 1079084/4002/21-8-2007 έγγραφο με θέμα "επαναφορά πορισματικής έκθεσης προς διόρθωση" η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης, ήτοι η εδώ κατηγορουμένη Α. Μ., εντοπίζοντας πλημμέλειες της πορισματικής έκθεσης, αιτήθηκε τη διόρθωση - συμπλήρωση του πορίσματός της από τη συντάξασα την υπ' αρ. 6096/2007 έκθεση Οικονομική Επιθεωρήτρια.
Η τελευταία με το υπ' αρ. 6393/31-8-2007 έγγραφό της απάντησε ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια της Διεύθυνσης να κάνει δεκτές ή όχι τις προτάσεις της, όχι όμως και να παρεμβαίνει υποδεικνύοντας συγκεκριμένες προτάσεις, το ζήτημα έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ζήτησε από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης να του γνωρίσει τις απόψεις της υπηρεσίας και τις περαιτέρω ενέργειές της, το γραφείο Πρωθυπουργού αιτήθηκε την εξέταση του θέματος από τον Υπουργό Οικονομίας & Οικονομικών, ως αρμόδιο.
Σε απάντηση του με αριθμό 1451/3-12-2007 εγγράφου του Γραφείου Γεν. Γραμματέα και του με αριθμό ΓΕΔΔ Φ. 716/07/7779/1-10-2007 εγγράφου, ο εγκαλών και Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης απέστειλε το υπ' αρ. 1095130/ 4813/-Α/10-12-2007 έγγραφο, ότι στον επανέλεγχο εισφέρθηκαν συμπληρωματικά στοιχεία που δεν είχαν τεθεί υπόψη του πρώτου, ότι δεν υφίσταται ζήτημα ενοποίησης των πορισμάτων, ότι έλεγχος είχε διαταχθεί κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, στον οποίο διαβιβάσθηκαν τα πορίσματα.
Επιληφθείς του θέματος και ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έδωσε εντολή για διενέργεια έκτακτου Κατασταλτικού Διαχειριστικού Ελέγχου του Δήμου Καλυμνίων για τα έτη 1997 - 2002, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκεί αναφερόμενες δαπάνες δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν καθότι παραβιάσθηκε ουσιώδης διαδικαστικός τύπος και δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 24 ν. 3274/2004, επιπλέον ο Επίτροπος με το υπ' αρ. 52037/18-9-2009 Φύλλο Μεταβολών & Ελλείψεων προς το Δήμο Καλυμνίων ανέφερε ότι πρέπει να φροντίσουν για την είσπραξη των ποσών, ώστε να μην γίνει καταλογισμός του υπόλογου Δημάρχου, ο οποίος είχε ήδη υποβάλλει αίτηση επανελέγχου, επανέλεγχος που εκρίθη νόμιμος, ενόψει και των ανωτέρω διαδικασιών που τηρήθηκαν. 7).
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διενεργήθηκε από το πρώην ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας φορολογικός έλεγχος στις επιχειρήσεις ..., εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 457 και 460/2005 εκθέσεις ελέγχου, που διαπίστωσαν εικονικές συναλλαγές, για τις παραβάσεις εκδόθηκαν οι με αριθμούς 333 & 334/2005 ΑΕΠ του Προϊστάμενου της ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και 334/2005 και 511/2006 του Προϊσταμένου Β' ΔΟΥ Θεσ/κης, που αντικαταστάθηκαν μετά από ακύρωση με τις υπ' αρ. 264, 265, 334/2011 ΑΕΠ.
Οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις κατέθεσαν προσφυγές ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων κατά των ΑΕΠ και αιτήσεις επανελέγχου, ο εδώ εγκαλών ανέθεσε με τις υπ' αρ. 1072884/3767/ΔΕΥ - Α 3667/Φ.6177/4-8-2006 & 1072887/3767/ ΔΕΥ-Α/3668/Φ6178/4-8-2006 εντολές του και με τις υπ' αρ. 1628 και 1629/17-8-2006 εντολές και μεταγενέστερα υπ' αρ. 1835/9-7-2007 της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσ/κης επανέλεγχο, εκπονήθηκαν οι υπ' αρ. 2442/21-3-2007 και 2549/3-4-2007 και μεταγενέστερα η υπ' αρ. 7882/4-10-2007 εκθέσεις, με συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να διενεργηθεί νέος έλεγχος, κατόπιν νέου αιτήματος και αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, οι ελεγχόμενοι κατέθεσαν νέα αίτηση επανελέγχου, οπότε ο εγκαλών εξέδωσε την υπ' αρ. 1101603/5858/ΔΕΥ-Β/24-10-2007 εντολή και ανέθεσε στον Προϊστάμενο της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης την επέκταση, συμπλήρωση και ολοκλήρωση του ελέγχου και συμπλήρωση των πορισματικών εκθέσεων, εφόσον αυτό ήταν απαραίτητο, επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 4322/2-6-2008 πορισματική αναφορά, εκτιμώντας ότι εν τέλει επρόκειτο για πραγματικές συναλλαγές, εκρίθη, δε, ότι ο επανέλεγχος ήταν νόμιμος, καθώς μάλιστα δεν είχε αποτέλεσμα διαγραφή προστίμου, αλλά ήταν το πόρισμα στοιχείο προς συνεκτίμηση στην αρμόδια επιτροπή που επιλαμβανόταν σε περίπτωση ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής από τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις, η οποία πράγματι επελήφθη και ακύρωσε τα πρόστιμα με τις υπ' αρ. 786 & 787/2013 αποφάσεις. 8).
Κατόπιν της υπ' αρ. 266/20-6-2006 εντολής ελέγχου στην επιχείρηση ... η Ελεγκτής ΔΟΥ Πύργου με την από 4-10-2006 έκθεσή της διαπίστωσε ότι καταχώρησε στα βιβλία της για το ημερολογιακό έτος 2006 εικονικά τιμολόγια, με αποτέλεσμα με τις υπ' αρ. 10786/21-11-2006 και 399/2006 αποφάσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πύργου να ακυρωθούν τα δελτία απαλλαγής ΦΠΑ που δικαιούτο ως εξαγωγική εταιρία και να επιβληθεί πρόστιμο.
Η ελεγχόμενη επιχείρηση άσκησε προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Πύργου, το οποίο με τις υπ' αρ. 132/2014 και 305/2015 αποφάσεις του ακύρωσε τις ανωτέρω αποφάσεις Προϊσταμένου ΔΟΥ, ενώ οι ασκηθείσες εφέσεις εκ μέρους του Δημοσίου απορρίφθησαν με τις υπ' αρ. Α394/2017 απόφαση Διοικητικού Εφετείου Πατρών και 90/2016 Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, η αίτηση αναθεώρησης της τελευταίας εκ μέρους της ΔΟΥ Πύργου, επίσης απορρίφθηκε.
Κατόπιν των ανωτέρω, η ελεγχόμενη εταιρία υπέβαλε ενώπιον του εδώ εγκαλούντος, την από 28-8-2007 έγγραφη αίτηση επανελέγχου, ο τελευταίος με την υπ' αρ. 1088603/5116/ΔΕΥ-Α4750/Φ.6934/19-9-2007 εντολή ανέθεσε επανέλεγχο στον Οικονομικό Επιθεωρητή της Δ/νσης Πειραιά, ο οποίος μαζί με τους Ελεγκτές της Ε' ΔΟΥ Πειραιά εξέδωσαν την από 14-12-2007 έκθεση επανελέγχου και την υπ' αρ. 9132/27-12-2007 πορισματική έκθεση κατέληξαν στο συμπέρασμα της μη εικονικότητας των στοιχείων, αφού ελήφθη υπόψη η πραγματική κατάσταση της αρχικής ελαιοπαραγωγού από την οποία η ελεγχόμενη επιχείρηση παρέλαβε το ελαιόλαδο. 9).
Κατόπιν της με αριθμό 19439/10-12-2002 εντολής ελέγχου πραγματοποιήθηκε φορολογικός έλεγχος στην εταιρία ..., κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι στην από 16-6-2000 σύμβαση με την Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων 2004 ΑΕ για υλοποίηση προγράμματος σύζευξης καταγράφηκε συμφωνία των μερών για περικοπή της σύμβασης λόγω αδυναμίας εύρεσης πηγών χρηματοδότησης της ελεγχόμενης με έκδοση πιστωτικού σημειώματος, το οποίο κρίθηκε εικονικό, με την εν μέρει λειτουργία της σύμβασης, ακολούθησε ο αντίστοιχος έλεγχος στη λήπτρια του τιμολογίου ΟΕΟΑ 2004 ΑΕ και διαπιστώθηκε παράβαση ως άνω και εκδόθηκε ως κύρωση η υπ' αρ. 243/2005 απόφαση επιβολής προστίμου ΚΒΣ από τον Προϊστάμενο ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, η τελευταία ελεγχομένη αιτήθηκε τη διενέργεια συμπληρωματικού ελέγχου που διαβιβάσθηκε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών, η οποία με το υπ' αρ. 1085214/4647/Φ 6248/27-9-2006 έγγραφο ανέθεσε σε οικονομικό επιθεωρητή, ο οποίος με την υπ' αρ. 5974/28-11-2001 πορισματική του έκθεση και αφού έλαβε υπόψη την πραγματική κατάσταση έκρινε ότι δεν μπορούσε να δώσει σαφείς οδηγίες για την ακύρωαη ή μη της απόφασης επιβολής προστίμου και αν δεν μπορούσε ούτε η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων θα έπρεπε να υποβληθεί ερώτημα προς τη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ακολούθησε η υπ' αρ. 1256/15-12-2006 έγγραφη αίτηση συμπληρωματικού ελέγχου εκ μέρους του εκκαθαριστή της ελεγχομένης προς τον εγκαλούντα, ο οποίος με την υπ' αρ. 1000903/6141/ΔΕΥ-Β/2-1-2007 εντολή ανέθεσε τη διενέργεια επανελέγχου στον Οικονομικό Επιθεωρητή Πειραιά για την ορθή ή μη επιβολή προστίμου, ο οποίος συνέταξε την υπ' αρ. 487/24-1-2007 πορισματική έκθεση, που έκρινε ότι ο ΟΕΟΑ 2004 ΑΕ ουδέποτε παρέλαβε αντίστοιχο έργο, σύμφωνα με το περιεχόμενο του 414/31-12-2001 τιμολογίου της εκδότριας και με δεδομένο την απαλλαγή της από το φόρο εισοδήματος που σημαίνει ότι δεν θα επέφερε καμία επίδραση στο λογιστικό της αποτέλεσμα, καλώς έλαβαν και καταχώρησαν το υπ' αρ. 16/2-8-2002 πιστωτικό τιμολόγιο και δεν υφίσταται εικονικότητα, καθώς η έκδοση αυτού ήταν επιβεβλημένη λόγω μη παροχής των αναφερόμενων σε αυτό υπηρεσιών, ότι έπρεπε να διαγραφεί η φερόμενη ως διαπραχθείσα παράβαση ως ανύπαρκτη, όπως και πράγματι έγινε με την υπ' αρ. 119/2007 πράξη Προϊσταμένου ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, ενώ ακόμα και στον διασταυρωτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από ελεγκτές του ΔΕΚ Αθηνών και Οικονομικούς Επιθεωρητές Δ/νσης Οικ Επιθ Ανατολικής Αττικής στα πλαίσια ΕΔΕ με την 281/2013 πορισματική έκθεση δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν εικονικότητα του πιστωτικού τιμολογίου. 10).
Στο πλαίσιο ελέγχου εισοδήματος του φυσικού προσώπου Β. Α. - Κ. σε αμοιβαία δικαστική συνδρομή με τη φορολογική αρχή της Γερμανίας όπου αυτή διαβιούσε παλαιότερα και απασχολείτο διαπιστώθηκε παράβαση σύμφωνα με τον ΚΒΣ κατά την από 29-4-2004 έκθεση ελέγχου της ΔΟΥ Νέας Σμύρνης, η ελεγχομένη κατέθεσε τις υπ' αρ. 1100403/25-10-2005 και 1116549/7-12-2005 αιτήσεις επανελέγχου που πραγματοποιήθηκαν και δεν είχαν τελικό πόρισμα, με αιτιολογία την αναμονή των δικαστικών αποφάσεων επί ασκηθεισών προσφυγών, η ίδια αιτήθηκε επανέλεγχο στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών, η οποία με την υπ' αρ. 1097059/4926/ΔΕΥ-Β/1-11-2006 ανέθεσε σε οικονομικό επιθεωρητή, ο οποίος μετά από αιτήματα προς την αλλοδαπή φορολογική αρχή και τις απαντήσεις αυτής συνέταξε την υπ' αρ. 477/24-1-2008 πορισματική έκθεση σύμφωνα με την οποία το Γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών το ελεγχόμενο ποσό αφορούσε κάλυψη εξόδων και όχι εισόδημα και ότι έπρεπε να διαγραφούν τα πρόστιμα. 11).
Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας Α 05/01.Ε/169 διενεργήθηκαν φορολογικοί έλεγχοι σε βάρος των εταιριών ... αν εξέδωσαν και έλαβαν προς αλλήλους εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, διαπιστώθηκαν παραβάσεις με την υπ' αρ. 4468/31-3-2008 έκθεση επιθεωρητών, όταν οι ελεγχόμενες υπέβαλαν αιτήματα επανελέγχου, ο εδώ εγκαλών με τα υπ' αρ. 1039908/2232/ΔΕΥ-Α1634/Φ7312/4-4-2008 έγγραφά του ζητούσε τη διενέργεια επανελέγχου προς την Οικονομική Επιθεώρηση Πειραιά, αφού πρώτα εξετασθεί η δυνατότητα αυτού του επανελέγχου, με βάση τα διαλαμβανόμενα σε συνδυασμό με τα στοιχεία των φακέλλων των υποθέσεων και τις διατάξεις του νόμου. 12).
Ως προς τους διαχειριστικούς ελέγχους του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων Κρήτης και Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας Πολυτεχνείου Κρήτης διαπιστώθηκαν παρατυπίες και άτακτη διαχείριση που επαναδιατυπώθηκαν κατόπιν των επανελέγχων που διέταξαν αντιστοίχως ο εγκαλών και η κατηγορουμένη και η Επιθεωρήτρια παρέπεμψε την τελική κρίση στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 13).
Με το από 29-1-2004 ειδικό σημείωμα ελέγχου του 31ου ΤΕΚ Πύργου σε βάρος της επιχείρησης ... θεωρήθηκαν οι δαπάνες της ανύπαρκτες, η επιχείρηση επικαλούμενη νέα στοιχεία υπέβαλε στον εγκαλούντα αίτημα επανελέγχου, το οποίο έγινε δεκτό και κατόπιν διενέργειας από τον Οικονομικό Επιθεωρητή Ιονίων Νήσων συντάχθηκε η από 14-3-2008 έκθεση, η οποία θεώρησε σχεδόν καθολικά ότι υφίσταντο τα νόμιμα δικαιολογητικά και κατά τα λοιπά δεν επηρεάσθηκε ο αρχικός έλεγχος, Περαιτέρω, η εταιρία ...
κηρύχθηκε σε πτώχευση, ο τακτικός έλεγχος του 15ου ΤΕΚ Αττικής προσδιόρισε τα πρόστιμα εξωλογιστικά, καθώς δεν προσκομίσθηκαν βιβλία και στοιχεία, ο διαταχθείς κατόπιν αιτήματος επανέλεγχος από τον εγκαλούντα επιβεβαίωσε τον αρχικό. Ομοίως, στην περίπτωση της ατομικής επιχείρησης Κ./νου Δ. ο διαταχθείς από τον εγκαλούντα επανέλεγχος επιβεβαίωσε τον αρχικό του Προϊσταμένου του 7ου ΤΕΚ.
Στην περίπτωση του οικοπεδούχου κατασκευαστή Κ. Μ. ο αρχικός έλεγχος καταλόγισε τέλη χαρτοσήμου βάσει της αξίας του ακινήτου, ο διαταχθείς επανέλεγχος από τον εγκαλούντα καταλόγισε βάσει αξίας κατασκευής, πόρισμα στο οποίο κατέληξε και ο διασταυρωτικός έλεγχος. Ο διενεργηθείς από το ΠΕΚ Ιωαννίνων έλεγχος στον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Κέρκυρας ΣΥΝ.ΠΕ εξέδωσε το υπ' αρ. 82/2003 ειδικό σημείωμα ελέγχου κρίνοντας τα βιβλία ανεπαρκή, πόρισμα με το οποίο συντάχθηκε ο διενεργηθείς επανέλεγχος, που διατάχθηκε από τον εγκαλούντα κατόπιν αιτήματος του ελεγχομένου προς τον Υπουργό Οικονομικών που το διαβίβασε στον εγκαλούντα.
Επίσης, ο διαταχθείς επανέλεγχος από τον εγκαλούντα για την επιχείρηση ... συντάχθηκε με τον αρχικό έλεγχο. Για τις ανωτέρω περιπτώσεις, κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης από τους επιθεωρητές των επανελέγχων και συνακόλουθα της ηθικής αυτουργίας εκ μέρους του εγκαλούντος.
Περαιτέρω, ως προς τις υπόλοιπες υποθέσεις που ερευνήθηκαν διαπιστώθηκε ότι : Α) Ως προς την υπόθεση Δήμου Ιητών κατόπιν εκδόσεως του υπ' αρ. 2289/2008 πορίσματος διενεργήθηκε καταλογισμός σε βάρος του Δημάρχου, ο συμπληρωματικός έλεγχος και σύνταξη του υπ' αρ. 3778/19-9-2008 πορίσματος δεν βεβαίωσε κάτι ψευδώς και ο αρχικός καταλογισμός δεν έχει διαγραφεί, Β) ως προς τον έλεγχο των κονδυλίων του Υπουργείου Πολιτισμού κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας εκδόθηκε εντολή διαχειριστικού ελέγχου ετών 2004 - 2007, για την οποία η κατηγορουμένη απέδωσε πλημμελή εκτέλεση, διαπιστώθηκε όμως ότι ο έλεγχος ολοκληρώθηκε κατά ένα μέρος, συντάχθηκε το υπ' αρ. 432/10-4-2008 πόρισμα, που διαπίστωσε ότι κατά το μέρος του ελέγχου τα κονδύλια διατέθηκαν με νόμιμες διατυπώσεις, ενώ κατά τα λοιπά θα επιλαμβανόταν το συσταθέν ειδικό ελεγκτικό όργανο των ευρωπαϊκών κονδυλίων επενδύσεων.
Γ). Στην υπόθεση Δήμου Αιπείας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διατάχθηκε η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου, ο οποίος συμφώνησε με τον ήδη διενεργηθέντα σχετικό έλεγχο κατόπιν την από 31-1-2007 εντολής του εδώ εγκαλούντος, με τον οποίο είχε συνταχθεί το υπ' αρ. 676/3-9-2008 πόρισμα της οικονομικής επιθεωρήτριας, ενώ στη υπόθεση του Δήμου Ξάνθης, με την υπ' αρ. 1081987/4241 Α/13-9-2007 εντολή του εδώ εγκαλούντος διενεργήθηκε έλεγχος στην οικονομική υπηρεσία του δήμου, δυνάμει της από 7-4-2008 πορισματικής αναφοράς ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των Αντιδημάρχων και της Προϊσταμένης των Οικονομικών Υπηρεσιών, για το αδίκημα της απιστίας, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αρ. 430/2011 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Εξάλλου για την υπόθεση του Δημοτικού Παιδικού Σταθμού Δήμου Ιητών σχηματίσθηκε από την Εισαγγελία Νάξου η Α/10/396 δικογραφία, η οποία κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης τέθηκε στο αρχείο με την από 25-11-2013 Διάταξη Εισαγγελέα, ενώ ως προς το Δήμο Εσταιωτιδαίας Τρικαλών και την αποδιδόμενη καθυστέρηση στη διενέργεια ελέγχου, εν τέλει και διατάχθηκε και διενεργήθηκε και έγινε καταλογισμός σε βάρος του Δημάρχου, σε ισχύ μετά από απορριπτική έφεση από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Δ). Ως προς το Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, διατάχθηκε διαχειριστικός έλεγχος από την Ανακρίτρια Αθηνών, προέκυψε από αυτόν ότι προκλήθηκε θετική ζημία λόγω παροχής προς το Πανεπιστήμιο Θράκης αχρεώστητων υπηρεσιών σίτισης, σχετικά είχαν ασκηθεί αγωγές και έχει εκδοθεί η υπ' αρ 5614/2014 απόφαση Εφετείου Θράκης, η υπόθεση έχει διαβιβασθεί μαζί με τα πορίσματα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Ε). Ως προς το Δήμο Νέας Τίρυνθας συντάχθηκε η υπ' αρ. 5322/2007 πορισματική έκθεση που διαπίστωσε το σύννομο των ενεργειών του Δημάρχου και των λοιπών μελών δημαρχιακού συμβουλίου, ποινικά, δε αρχειοθετήθηκε με την από 14-1-2008 πράξη. Ως προς το Δήμο Αργαλαστής Μαγνησίας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος, συντάχθηκε το υπ' αρ. 70/08/10-9-2009 πόρισμα του Οικονομικού Επιθεωρητή, δυνάμει του οποίου ασκήθηκε σε βάρος των Δημάρχου και Αντιδημάρχου ποινική δίωξη για απιστία, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αρ. 228/2012 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, ενώ δεν προέκυψε επανέλεγχος και διαγραφή καταλογισμού.
ΣΤ). Κατόπιν της 1095600/4829-Α/9-11-2007 εντολής του εδώ εγκαλούντος και εισαγγελικής παραγγελίας διενεργήθηκε έλεγχος στο Δήμο Νέας Μάκρης, συντάχθηκε η 1380/2-8-2012 έκθεση οικονομικών επιθεωρητών, διαβιβάσθηκε στον εισαγγελέα και τέθηκε στο αρχείο (σχετικά το 7226/2018 πιστοποιητικό Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών). Ως προς το Δήμο Σύμης Δωδεκανήσου διατάχθηκε διαχειριστικός έλεγχος κατόπιν εντολής της εδώ κατηγορουμένης, συντάχθηκε η υπ' αρ. 4539/10-9-2007 πορισματική έκθεση από επιθεωρήτρια που όρισε η κατηγορουμένη, η οποία διαπίστωσε μεν εικονικότητα τιμολογίων χωρίς να προβεί όμως σε καταλογισμό χωρίς να διαπιστωθεί εμπλοκή του εδώ εγκαλούντος.
Ζ). Διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος στη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Μαραθώνα, την οποία ενέκρινε ο εγκαλών, εν συνεχεία, δε, σύμφωνα με την καταγγελία της εγκαλούσας ανακλήθηκε η εντολή στην ορισθείσα επιθεωρήτρια και εδόθη σε άλλη, με την υπ' αρ. 10855107/3424Α/28-8-2008 εντολή, η οποία δεν προέκυψε ότι εκτελέσθηκε, ούτε ότι συνέταξε πόρισμα, αντίθετα προέκυψε ότι η αρχικά ορισθείσα οικονομική επιθεωρήτρια συνέταξε την υπ' αρ. 6833/2008 πορισματική αναφορά της.
Επίσης, διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος στο Δήμο Χαλανδρίου και τη δημοτική επιχείρηση ΦΛΥΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ και συντάχθηκε η υπ' αρ. 4838/15-9-2006 πορισματική έκθεση, από επιθεωρητή παρατύπως, κατά την καταγγελία, ορισθέντα από τον εδώ εγκαλούντα. Ο έλεγχος αφορούσε δημοτική επιχείρηση, που είναι νπιδ και επομένως υπήρχε δυνατότητα καταλογισμού από επιθεωρητή μόνον μέχρι του ποσού επιχορηγήσεως, χωρίς στην περίπτωση αυτή να μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα απιστίας.
Επίσης, στον διενεργηθέντα διαχειριστικό έλεγχο κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας στις δημοτικές επιχειρήσεις Λουτρακίου Περαχώρας (πρόκειται για νπιδ) συντάχθηκαν οι υπ' αρ. 7625 και 6568/2006 πορισματικές εκθέσεις με τις οποίες προτεινόταν ο καταλογισμός από την περιφέρεια Πελοποννήσου, ακολούθησε συμπληρωματικός διαχειριστικός έλεγχος, σύμφωνα με τον οποίο διατυπώθηκε η άποψη ότι οι δαπάνες δεν συμπορεύονταν με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ.
δ του ν. 3448/2006, χωρίς από αυτά να μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα απιστίας. Η). Κατόπιν εντολής ελέγχου από τον εγκαλούντα, της υπ' αρ. 1020825/ 705Α/ 15-2-2008, διατάχθηκε διαχειριστικός οικονομικός έλεγχος στο Δήμο Νηλέως Εύβοιας για τα έτη 2002-2006, σχετικά συντάχθηκε η υπ' αρ. 463/27-7-2010 πορισματική έκθεση της οικονομικής επιθεωρήτριας, με την οποία διαπιστώθηκαν ανοίκειες πληρωμές, χωρίς όμως να εκδοθεί καταλογιστική πράξη, λόγω εσφαλμένης επίκλησης εγγράφου ότι εκκρεμούσε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που όμως έλαβε χώρα μετά τη συνταξιοδότηση του εγκαλούντος, χωρίς να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απιστίας.
Θ). Με τις υπ' αρ. 2133/15-10-2004 και 4666/27-6-2007 πορισματικές εκθέσεις Οικονομικής Επιθεωρήτριας διαπιστώθηκαν εισοδήματα υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών που δεν συμβάδιζαν με τη δήλωση πόθεν έσχες και προτάθηκε ο καταλογισμός, εν τω μεταξύ διατάχθηκε επανέλεγχος, συντάχθηκε το υπ' αρ. 3661/7-10-2008 πόρισμα επανελέγχου, το οποίο διαπίστωνε άλλο υπόλοιπο, σε κάθε περίπτωση το Ελεγκτικό συνέδριο με την υπ' αρ. 1270/2012 απόφασή του (5° Τμήμα) απέρριψε εν γένει τον καταλογισμό, λόγω έλλειψης αιτιολογίας και στις δύο πορισματικές εκθέσεις, διατάχθηκε εκ νέου επανέλεγχος και συντάχθηκε το υπ' αρ. 1868/1-3-2012 πόρισμα οικονομικής επιθεωρήτριας, που διαβιβάσθηκε εκ νέου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, τέθηκε δε στο αρχείο λόγω μη προσκόμισης στοιχείων, χωρίς να μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα ψευδούς βεβαίωση ή απιστίας, ενώ ο εγκαλών ενεπλάκη στη υπόθεση, γνωρίζοντας ότι ο υιός του ήταν συνήγορος του ελεγχομένου, χωρίς από αυτά να μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδίκημα ψευδούς βεβαίωση ή απιστίας.
Πάντα τα ανωτέρω κρίθηκαν αμετάκλητα με το προμνησθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας του εδώ εγκαλούντος σε αυτή, αλλά και της απιστίας, δεν αντικρούσθηκαν αυτά από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, μάλιστα η αίτηση για άσκηση εφέσεως κατ' αυτού που υποβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο απορρίφθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ασκήσεως εφέσεως.
Επίσης, η κατηγορουμένη είχε καταγγείλει τον εγκαλούντα, σε σχέση με τους διαχειριστικούς ελέγχους, που ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει και είτε παρέλειψε να το πράξει, είτε προσπάθησε μεθοδευμένα μέσω αμφισβητούμενης διαδικασίας επανελέγχων να αποσβέσει ήδη γενόμενους καταλογισμούς με προφανή για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία, ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, με το από 1-8-2007 έγγραφο της (αρ.
πρωτοκόλλου 1077308/6-8-2007), ο οποίος την έθεσε στο αρχείο, με την ακόλουθη αιτιολογία: αφενός ότι διέφευγε του πεδίου αρμοδιότητάς του, καθώς αφορούσε εν μέρει ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας της υπηρεσίας της καταγγέλουσας και αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3491/2006 το οποίο προέβλεπε ότι ο ΓΕΔΔ αξιολογεί σχετικές με τις αρμοδιότητές του καταγγελίες ή αναφορές που υποβάλλονται στο γραφείο και μπορεί κατά την κρίση του να τις διερευνά ή να τις θέτει στο αρχείο (όπως αυτά αναφέρονται στο υπ' αρ.
ΓΕΔΔ/Φ.1656.10/18566 από 24-11-2010 έγγραφό του), χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της θητείας του εγκαλούντος (από 17-7-2006 έως 18-9-2008) ουδεμία ζημία του δημοσίου επήλθε από ενέργειες αυτού, όπως με σαφήνεια κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορητηρίου Κ. Κ., τέως Οικονομικός Επιθεωρητής Υπουργείου Οικονομικών και Α.
Δ., Τμηματάρχης στη Διεύθυνση Δημοσίων Διαχειρίσεων ΝΠ και ΔΕΚΟ, οι οποίοι πολύ καλά γνώριζαν για το ζήτημα αυτό, τόσο από τις προσωπικές υπηρεσιακές απασχολήσεις τους, όσο και από τα έγγραφα της υπηρεσίας τους. Επίσης, οι αναφορές της κατηγορουμένης ότι ο εγκαλών ήταν θύτης και θύμα, λόγω του ότι δεχόταν εντολές που στη συνέχεια εκτελούσε, παρουσιάζοντας έτσι ότι ενεργούσε με κριτήρια εξωυπηρεσιακά και δεχόταν εντολές εξωθεσμικά, που τον καθιστούσαν θύμα, αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδείς.
Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της παρούσας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οι μαρτυρικές καταθέσεις, η απολογία της κατηγορουμένης, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αρκούν για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, χωρίς να απαιτείται να κληθούν πρόσθετα οι μάρτυρες που αιτείται η κατηγορουμένη (ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, που απάντησε μέσω του άνω εγγράφου του, ο τότε υπουργός και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Π.
Παυλόπουλος, που ουδόλως σχετίζεται με τους επίδικους ελέγχους - επανελέγχους, ή άλλος μάρτυρας από το ΝΣΚ και το Ελεγκτικό Συνέδριο), ούτε απαιτούνται περαιτέρω έγγραφα όπως η ίδια αιτήθηκε, τα πορίσματα των ελεγκτών, χωρίς μάλιστα να εξειδικεύει ποια και αντίγραφο του με αριθμό 864/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά του υπ' αρ. 1028/2022 από πρόσωπο μη συνδεόμενο σε κατηγορίες με τον εγκαλούντα, χωρίς να ανατρέπει τα αμετακλήτως κριθέντα με το υπ' αρ. 1028/2022 βούλευμα ως προς τον εγκαλούντα.
Προβάλλοντας η κατηγορουμένη τους ανωτέρω ισχυρισμούς ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ήταν αναληθείς, λόγω της θέσεώς της και της γνώσης της επί των θεμάτων που αυτοί (ισχυρισμοί) αφορούσαν, έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς τον παρουσίασε ως υπάλληλο που παραβιάζει το νόμο με σκοπό τη ζημία του Δημοσίου, εν τέλει, δε, όπως προεκτέθηκε ο εγκαλών απορρίφθηκε από τη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης.
Εν όψει δε, του ψεύδους των ισχυρισμών δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής η διάταξη περί του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Επομένως, για όλα τα ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναγνωριζομένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. α ΠΚ, όπως αναγνωρίσθηκε και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...." Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης, της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363-362 του νέου ΠΚ) και, αφού της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ.
α' ΠΚ), της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα, την 1-9-2010, η ως άνω κατηγορούμενη, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές, το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του γνωρίζοντας την αναλήθειά του, και πιο συγκεκριμένα, με την από 1-9-2010 συνέντευξη - εξέτασή της ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ν. 3839/2010, όπως τα παρακάτω προκύπτουν από τη σελίδα 13 του υπ' αριθ. 13/1-9-2010 Πρακτικού, η ως άνω κατηγορούμενη αναφέρεται για το πρόσωπο του εγκαλούντος Σ.
Β., όπως παρακάτω: "Πρόεδρος: Τι θα κάνατε εσείς αν είχατε επιλεγεί που παρέλειψε ο κύριος Σ.; Μ.: Προκάλεσε επανελέγχους χωρίς να υπάρχει αρμοδιότητα. Ως Γενικός Δ/ντης διέταξε επανέλεγχο των καταλογισθέντων αναρμοδίως (περίπτωση Καλύμνου) δηλ. αντί να σταλούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εστέλλοντο στον Επίτροπο.
Εγώ δεν θα διέταζα επανελέγχους παρά μόνο σε περιπτώσεις που θα νόμιζα ότι ήταν άδικες. Μ.: Τι σχέσεις είχατε με τους λοιπούς συναδέλφους σας; Μ.: Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μ.: Ο κ. Σ., τί σχέσεις είχε με τους υπηρεσιακούς παράγοντες; Μ.: Με λίγους συνεργαζόταν. Πρόεδρος: Τα είχατε όλα αυτά καταγγείλει; Μ.: Είχα κάνει αναφορά στον Γενικό Επιθεωρητή το 2007.
Μ.: Υπάρχει στο φάκελό σας; Μ.: Όχι, αλλά μπορώ να τη φέρω. Εισηγητής: Εκτός της προσωπικής αντιδικίας, η πολιτεία του κ. Σ. ως Γενικού Διευθυντή ποια ήταν; Εκτέλεσε τα καθήκοντά του σωστά ή όχι; Μ.: Πολλές ενέργειες του ήταν μη σύννομες. Έχει ζημιωθεί το δημόσιο συμφέρον. Τα έσοδα μειώθηκαν κάθετα και οι πλημμελείς επανέλεγχοι, τους οποίους διέτασσε, απέβησαν σε βάρος του δημοσίου.
Σ.: Αυτό σε ποια έκταση έγινε; Μ.: Ο κ. Σ. ήταν θύμα και θύτης λόγω του ότι δεχόταν εντολές που στη συνέχεια τις εκτελούσε". Τα παραπάνω ισχυρίσθηκε δημόσια και ενώπιον των λαβόντων γνώση αυτού του ως άνω πρακτικού. Οι ψευδείς δε ως άνω ισχυρισμοί της κατηγορουμένης που διατυπώθηκαν ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έλαβαν γνώση του περιεχομένου του παραπάνω πρακτικού, χωρίς αμφιβολία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ανωτέρω εγκαλούντος".
Με τις παραδοχές του όμως αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε εσφαλμένα ουσιαστική ποινική διάταξη και δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, στα φερόμενα ως ψευδή και συκοφαντικά, Α.
περιλαμβάνονται περιστατικά, που είτε ήταν άσχετα με τον εγκαλούντα (Μ.: Τι σχέσεις είχατε με τους λοιπούς συναδέλφους σας; Μ.: Δεν είχα κανένα πρόβλημα), είτε δεν ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη του εγκαλούντος (Μ.: Ο κ. Σ., τί σχέσεις είχε με τους υπηρεσιακούς παράγοντες; Μ.: Με λίγους συνεργαζόταν.
Πρόεδρος: Τα είχατε όλα αυτά καταγγείλει; Μ.: Είχα κάνει αναφορά στον Γενικό Επιθεωρητή το 2007. Μ.: Υπάρχει στο φάκελό σας; Μ.: Όχι, αλλά μπορώ να τη φέρω). Β. Περιλαμβάνονται ισχυρισμοί, που άπτονται αξιολογικών κρίσεων της κατηγορουμένης επί νομικών ζητημάτων και της σύννομης ή όχι υπηρεσιακής συμπεριφοράς και πρακτικής του εγκαλούντος (αρμοδιότητα για την εντολή διενέργειας επανελέγχων), με αναφορά συγκεκριμένης περίπτωσης (Καλύμνου) και παράθεση συγκεκριμένων συνεπειών εκ των ως άνω ενεργειών του εγκαλούντος, (βλάβη του δημόσιου συμφέροντος, κάθετη μείωση των εσόδων του Δημοσίου, δυσμενής έκβαση για το Δημόσιο των διενεργηθέντων επανελέγχων), με αναφορά και του τρόπου, με τον οποίο η ίδια θα ενεργούσε στις περιπτώσεις αυτές, χωρίς το Δικαστήριο να λαμβάνει οποιαδήποτε θέση επ' αυτών, κρίνοντας απλώς ότι πρόκειται για ψευδείς ισχυρισμούς, αρκούμενο στην παράθεση αποσπασμάτων του σκεπτικού του υπ' αριθμ. 1028/2022 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη εν πολλοίς την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου ως προς την τέλεση των πράξεων, που αποδίδονταν στον εγκαλούντα, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του γι' αυτές, ήτοι:
α) για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση στρεφόμενη κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων που αναφέρονταν στο άρθρο 263 Α ΠΚ (ΟΤΑ), με όφελος και ζημία, που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα πιο πάνω ν.π. άνω των 150.000 ευρώ, ενεργώντας από κοινού και κατά μόνας και β) για ηθική αυτουργία σε απιστία και απιστία στην υπηρεσία, σε βάρος του Δημοσίου (με τα άνω περιστατικά), με όφελος και ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και στα άνω νπ άνω των 150.000 ευρώ [Πρόεδρος:
Τι θα κάνατε εσείς αν είχατε επιλεγεί που παρέλειψε ο κύριος Σ.; Μ.: Προκάλεσε επανελέγχους χωρίς να υπάρχει αρμοδιότητα. Ως Γενικός Δ/ντής διέταξε επανέλεγχο των καταλογισθέντων αναρμοδίως (περίπτωση Καλύμνου), δηλαδή αντί να σταλούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εστέλλοντο στον Επίτροπο. Εγώ δεν θα διέταζα επανελέγχους παρά μόνο σε περιπτώσεις που θα νόμιζα ότι ήταν άδικες......
Εισηγητής: Εκτός της προσωπικής αντιδικίας, η πολιτεία του κ. Σ. ως Γενικού Διευθυντή ποια ήταν; Εκτέλεσε τα καθήκοντά του σωστά ή όχι; Μ.: Πολλές ενέργειές του ήταν μη σύννομες. Έχει ζημιωθεί το δημόσιο συμφέρον. Τα έσοδα μειώθηκαν κάθετα και οι πλημμελείς επανέλεγχοι, τους οποίους διέτασσε, απέβησαν σε βάρος του δημοσίου).
Γ. Γίνεται δεκτό στην απόφαση ότι οι αναφορές της κατηγορουμένης ότι ο εγκαλών ήταν θύτης και θύμα, λόγω του ότι δεχόταν εντολές, που στη συνέχεια εκτελούσε, παρουσιάζοντας έτσι ότι ενεργούσε με κριτήρια εξωυπηρεσιακά και δεχόταν εντολές εξωθεσμικά, που τον καθιστούσαν θύμα, αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδείς (Σ.:
Αυτό σε ποια έκταση έγινε; Μ.: Ο κ. Σ. ήταν θύμα και θύτης λόγω του ότι δεχόταν εντολές που στη συνέχεια τις εκτελούσε), συναγομένου εξ αυτού ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το αληθές ήταν ότι ο εγκαλών δεν δεχόταν εντολές εξωθεσμικά, προκειμένου να προβαίνει στις επίμαχες υπηρεσιακές ενέργειες. Αντιθέτως, όμως, με το σκέλος αυτό, για τους ισχυρισμούς του ανωτέρω υπό στοιχείο Β' σκέλους ουδόλως εκτίθεται, όπως θα έπρεπε, ποια ήταν τα αληθή (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 16/2021, ΑΠ 1700/2016, ΑΠ 1357/2013).
Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται από πού το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η αναιρεσείουσα- κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει των φερόμενων ως ψευδών γεγονότων, που ισχυρίσθηκε, κατά την συνέντευξη - εξέτασή της ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ούτε παρατίθενται, έστω και συνοπτικά, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η κρίση του αυτή, στοιχεία δηλαδή για τον άμεσο δόλο της, ο οποίος πρέπει εν προκειμένω να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Αντιθέτως, από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι η θεμελίωση της γνώσης εκ μέρους της κατηγορουμένης των φερόμενων ως ψευδών γεγονότων που ισχυρίσθηκε, στηρίζεται κατά βάση στο ότι, με το υπ' αριθμ. 1028/2022 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για τις αποδοθείσες σ' αυτόν πράξεις, με την προσθήκη ότι η κατηγορουμένη γνώριζε πολύ καλά ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί της ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ήταν αναληθείς λόγω της θέσης της και της γνώσης της επί των θεμάτων που αυτοί (ισχυρισμοί) αφορούσαν, αναφορά που δεν αρκεί για την αιτιολόγηση της γνώσης της, λόγω της γενικότητάς της.
Θα έπρεπε δε να αιτιολογείται τέτοια γνώση με παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η κρίση ότι αυτή ενήργησε με άμεσο δόλο. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το ανωτέρω υπό στοιχείο Γ' σκέλος αυτών που ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη, ουδεμία αναφορά γίνεται στην αιτιολογία της απόφασης για ενδεχόμενη πεποίθηση της κατηγορουμένης ότι πράγματι ο εγκαλών δεχόταν εντολές από τρίτους για να προβαίνει σε αμφισβητούμενης νομιμότητας υπηρεσιακές ενέργειες, ενόψει α) του γεγονότος ότι, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, μετά την τέλεση της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη πράξης, είχαν υπάρξει και άλλες καταγγελίες κατά του εγκαλούντος, καθώς και η από 28-8-2015 αναφορά της κατηγορουμένης, με βάση τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος και πολλών άλλων υπαλλήλων της υπηρεσίας του, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, το ανωτέρω δε απαλλακτικό βούλευμα εκδόθηκε μετά από αντίθετη εισαγγελική πρόταση.
β) Του γεγονότος ότι, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, η κατηγορουμένη, πριν την υπό κρίση πράξη, είχε καταγγείλει τον εγκαλούντα, σε σχέση με τους διαχειριστικούς ελέγχους, που ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει και είτε παρέλειψε να το πράξει, είτε προσπάθησε μεθοδευμένα μέσω αμφισβητούμενης διαδικασίας επανελέγχων να αποσβέσει ήδη γενόμενους καταλογισμούς, με προφανή για το Ελληνικό Δημόσιο ζημία, ενώπιον του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, με το από 1-8-2007 έγγραφό της, πλην όμως, ο τελευταίος έθεσε την καταγγελία στο αρχείο, προεχόντως διότι διέφευγε του πεδίου αρμοδιότητάς του.
γ) Της εκτίμησης της κατηγορουμένης ότι ο εγκαλών υπήρξε και θύμα, πράγμα που καταδεικνύει την προσπάθεια εκ μέρους της αντικειμενικής αντιμετώπισής του, καθόσον υπονοείται ότι αυτός δεν προέβαινε ευθέως και εξ ιδίας πρωτοβουλίας στις καταγγελλόμενες μη σύννομες ενέργειες, αλλά αυτό συνέβαινε κατόπιν πιέσεων και επιρροών, που δεχόταν από τρίτους, με συνέπεια να καταστεί και ο ίδιος θύμα αυτών των πρακτικών.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης, καθώς επίσης οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς επίσης για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 368 εδ. β' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη αν κριθεί και ένας λόγος βάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363-362 π.ΠΚ) έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και φέρεται ότι τελέσθηκε την 1-9-2010. Με την υπ' αριθμ. 4276/2-2-2017 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, λόγω συνάφειας με την κακουργηματική δικογραφία, που εκκρεμούσε στην ανάκριση, μεταξύ άλλων και κατά του εγκαλούντος, μέχρι το αμετάκλητο πέρας της τελευταίας αυτής υπόθεσης.
Στη συνέχεια, εκδόθηκαν όμοιες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, που ενέμειναν στην αναβολή της υπόθεσης. Ακολούθως, μετά την έκδοση του ανωτέρω υπ' αριθμ. 1028/22-3-2022 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. ΕΤ 1881/28-6-2022 πρωτόδικη απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, εντέλει, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 15α, 753, 1227α, 1671/2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Από τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη πράξης (1-9-2010) μέχρι την έκδοση της υπ' αριθμ. 4276/2-2-2017 απόφασης του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, παρήλθε χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, πέντε (5) μηνών και μιας (1) ημέρας. Έκτοτε, έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής, μέχρι το αμετάκλητο του ανωτέρω υπ' αριθμ. 1028/22-3-2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ήτοι την 24-5-2022, δηλαδή μετά την παρέλευση δύο μηνών, διαδοχικά, από την καθαρογραφή του βουλεύματος (άρθρο 306 τελ.
εδάφιο ΚΠΔ), οπότε μπορούσε να ασκηθεί έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών τον πρώτο μήνα (άρθρ. 479, 480 ΚΠΔ) και, στη συνέχεια, κατά τον δεύτερο μήνα (εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτού), μπορούσε να ασκηθεί αναίρεση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 483 ΚΠΔ). (Για το αμετάκλητο του απαλλακτικού μέρους του ως άνω βουλεύματος, λόγω της μη άσκησης ένδικων μέσων κατ' αυτού, βλ.
την από 30-5-2022 βεβαίωση της γραμματέως του Τμήματος Ποινικών Ένδικων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Συνεπώς, εφόσον στο ανωτέρω χρονικό διάστημα των έξι (6) ετών, πέντε (5) μηνών και μιας (1) ημέρας προστεθεί το χρονικό διάστημα από τις 24-5-2022 και εντεύθεν, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο (11-2-2025), είναι φανερό ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας από την τέλεση της πράξης, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής. Με τα δεδομένα αυτά και, εφόσον έγινε δεκτός ως βάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας για την πράξη αυτή, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης αυτής αναφερόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 15α, 753, 1227α, 1671/2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Α. Μ.-Τ., κατοίκου ... Αττικής, του ότι: "Στην Αθήνα, την 1-9-2010, η ως άνω κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές, το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του γνωρίζοντας την αναλήθειά του, και πιο συγκεκριμένα, με την από 1-9-2010 συνέντευξη - εξέτασή της ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ν. 3839/2010, όπως τα παρακάτω προκύπτουν από τη σελίδα 13 του υπ' αριθ. 13/1-9-2010 Πρακτικού, η ως άνω κατηγορούμενη αναφέρεται για το πρόσωπο του εγκαλούντος Σ.
Β., όπως παρακάτω: "Πρόεδρος: Τι θα κάνατε εσείς αν είχατε επιλεγεί που παρέλειψε ο κύριος Σ.; Μ.: Προκάλεσε επανελέγχους χωρίς να υπάρχει αρμοδιότητα. Ως Γενικός Δ/ντης διέταξε επανέλεγχο των καταλογισθέντων αναρμοδίως (περίπτωση Καλύμνου) δηλ. αντί να σταλούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, εστέλλοντο στον Επίτροπο.
Εγώ δεν θα διέταζα επανελέγχους παρά μόνο σε περιπτώσεις που θα νόμιζα ότι ήταν άδικες. Μ.: Τι σχέσεις είχατε με τους λοιπούς συναδέλφους σας; Μ.: Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μ.: Ο κ. Σ., τί σχέσεις είχε με τους υπηρεσιακούς παράγοντες; Μ.: Με λίγους συνεργαζόταν. Πρόεδρος: Τα είχατε όλα αυτά καταγγείλει; Μ.: Είχα κάνει αναφορά στον Γενικό Επιθεωρητή το 2007.
Μ.: Υπάρχει στο φάκελό σας; Μ.: Όχι, αλλά μπορώ να τη φέρω. Εισηγητής: Εκτός της προσωπικής αντιδικίας, η πολιτεία του κ. Σ. ως Γενικού Διευθυντή ποια ήταν; Εκτέλεσε τα καθήκοντά του σωστά ή όχι; Μ.: Πολλές ενέργειες του ήταν μη σύννομες. Έχει ζημιωθεί το δημόσιο συμφέρον. Τα έσοδα μειώθηκαν κάθετα και οι πλημμελείς επανέλεγχοι, τους οποίους διέτασσε, απέβησαν σε βάρος του δημοσίου.
Σ.: Αυτό σε ποια έκταση έγινε; Μ.: Ο κ. Σ. ήταν θύμα και θύτης λόγω του ότι δεχόταν εντολές που στη συνέχεια τις εκτελούσε". Τα παραπάνω ισχυρίσθηκε δημόσια και ενώπιον των λαβόντων γνώση αυτού του ως άνω πρακτικού. Οι ψευδείς δε ως άνω ισχυρισμοί της κατηγορουμένης που διατυπώθηκαν ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έλαβαν γνώση του περιεχομένου του παραπάνω πρακτικού, χωρίς αμφιβολία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ανωτέρω εγκαλούντος".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ