Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment regarding employment contracts and public sector benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that rejected a claim for unjust enrichment. The plaintiffs argued that their employment contracts were invalid, yet they received benefits without legal cause, while the State contended it could not hire other workers for those positions. The court held that the lower court correctly applied unjust enrichment principles to the de facto employment relationship, finding the State liable for the benefits received without legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904(1)(a) and 908(a) of the Civil Code; The court established that when an employer receives benefits from a worker without legal cause due to an invalid contract, the employer must return the unjust enrichment even if hiring another worker was impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 856/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Μ. του Σ., 2.Ε. Κ. του Α., 3.Ι. Α. του Α., 4.Σ. Π. του Α., κατοίκων …, και 5.Ξ. - Μ. Λ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 397/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10-3-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10 Μαρτίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης …10-3-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η με αριθμό 397/30-8-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, Με την απόφαση αυτή εκδικάσθηκε η από 14-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης …2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 528/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία μετά από τη συζήτηση της από 21-6-2010 και με αριθμό κατάθεσης …2010 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία (μετά από παραίτηση από την αγωγή ως προς την κύρια από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας βάση της) έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με την ως άνω απόφαση του Εφετείου έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ,1 εδαφ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 879/2017).
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ( ΟλΑΠ 4/2021,ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.
ΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022). Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 41/2017).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 217/2017).
Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.
του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (Ολ ΑΠ 4/2021). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, εφαρμόζονται και στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205).
Ειδικότερα εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου έργου υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα λοιπά δημόσια νομικά πρόσωπα, καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιώτερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α' και 908 εδ.α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού συνισταμένη στην αμοιβή την οποία θα κατέβαλαν σε άλλο εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021).
Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1242/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση του δικογράφου της από 21-6-2010 και με αριθμό κατάθεσης …2010 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, μετά από παραδεκτή παραίτησή τους από το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και από την κύρια βάση που θεμελιωνόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν και απασχολήθηκαν στο Τελωνείο …, ως διοικητικό προσωπικό, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή, με διαδοχικές συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), που στην πραγματικότητα ήταν ορισμένου χρόνου, καλύπτοντας με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Τελωνείου … κατά το χρονικό διάστημα 2006 έως 2009.
Ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω απασχόλησής τους παρείχαν την εργασία τους με πλήρες ωράριο και με καθήκοντα που δεν διέφεραν από αυτά των μονίμων υπαλλήλων του εναγόμενου, υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων τους και αμείβοντο με ημερομίσθιο 30 ευρώ ημερησίως οι τρεις πρώτες και 25 ευρώ ημερησίως οι λοιπές.
Ότι το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές, με αποτέλεσμα να τους οφείλονται διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβαλλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών, καθώς και επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, επιδόματα αδείας και αποζημίωση αδείας και συνολικά το εναγόμενο τους οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή για καθεμία ποσά, τα οποία αυτές δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων εργασίας, συνεπεία μη τήρησης του νόμιμου τύπου, διότι το εναγόμενο τους απασχολούσε για τις ανάγκες του, όπως το μόνιμο προσωπικό και όχι για την απόκτηση εμπειρίας, κατά το ποσό δε που τους οφείλει, ωφελήθηκε αυτό (εναγόμενο), αφού θα αναγκαζόταν να το καταβάλει σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από τη λύση των συμβάσεων, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 528/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθεμία των εναγουσών τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η προαναφερόμενη έφεση του εναγομένου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία και με αναφορά σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα:
Δυνάμει των υπ' αριθ. 32048/24.1.2006 και 7900/158/3-3-2008 ΚΥΑ, το εναγόμενο προσέλαβε και απασχόλησε τις ενάγουσες στο Τελωνείο …, στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage), με την κατάρτιση σχετικών συμφωνητικών συνεργασίας, αρχικής διάρκειας 18 μηνών, που εν συνεχεία παρατάθηκε για επιπλέον 12 μήνες.
Ειδικότερα, η 1η ενάγουσα απασχολήθηκε από τις16.10.2006 έως τις 28.5.2009 στο Τμήμα Τελωνειακών Διαδικασιών, με καθήκοντα την παρακολούθησή παραστατικών γραφείου εξαγωγής και γραφείου αποταμίευσης, καθώς και την τήρησή της αλληλογραφίας. Η 2η ενάγουσα απασχολήθηκε από τις 16.10.2006 έως τις 10.6.2009 στο Τμήμα Δασμολογικών Διαδικασιών, με καθήκοντα την ενεργητική-παθητική τελειοποίηση, τις ατέλειες, τις απαγορεύσεις-περιορισμούς, την επιστροφή ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων και την καταγραφή και αποστολή αξιών ιδιωτικής χρήσης και φορτηγών αυτοκινήτων στη Διεύθυνση Προσδιορισμού Αξίας Εμπορευμάτων.
Η 3η ενάγουσα απασχολήθηκε από τις 23.10.2006 έως τις 18.6.2009 στο Τμήμα Δικαστικού με καθήκοντα βοηθού για τη διαχείριση τελωνειακών παραβάσεων, την έκδοση προστίμων- καταλογιστικών πράξεων και τη σύνταξη προσφυγών για τελωνειακές παραβάσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον των δικαστηρίων. Η 4η ενάγουσα απασχολήθηκε από τις 16.10.2006 έως τις 26.6.2009 στο Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης με καθήκοντα την τήρηση πρωτοκόλλου, τη διεκπεραίωση αλληλογραφίας και την αποστολή δειγμάτων στο Γενικό Χημείο του Κράτους.
Η 5η ενάγουσα απασχολήθηκε από τις 20.1.2007 έως τις 31.7 2009 στο Τμήμα Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης με καθήκοντα την παρακολούθηση φορολογικών αποθηκών και την εφαρμογή διατάξεων είσπραξης ειδικού φόρου κατανάλωσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και οι πέντε ενάγουσες απασχολούνταν επί πενθήμερο, με πλήρες ωράριο, από ώρα 7.30 έως ώρα 14.30 είχαν προϊστάμενο που τις καθοδηγούσε και καθόριζε δεσμευτικά γι' αυτές τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, κάλυπταν δε πάγιες ανάγκες της υπηρεσίας τους και δεν διέφεραν ως προς τις εργασιακές τους υποχρεώσεις από τους υπόλοιπους υπαλλήλους του Τελωνείου ….
Επομένως, παρά τον αναγραφόμενο στα ένδικα συμφωνητικά συνεργασίας σκοπό κατάρτισής τους, ο οποίος συνίστατο στην απόκτηση από μέρους των εναγουσών εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, στην πραγματικότητα με τα συμφωνητικά αυτά επιδιώχθηκε προεχόντως η παροχή εργασίας στο εναγόμενο και στον σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, με αποτέλεσμα η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση να είναι αυτή της απλής εργασιακής σχέσης και όχι της σύμβασης μαθητείας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν δικαιολογείται η πολύμηνη συνεχής απασχόληση των εναγουσών (επί 2 1/2 έτη) σε αντικείμενα, που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερη απαιτητική εκπαίδευση, να έχει σκοπό μόνο την επαγγελματική τους κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εμπειρίας....... Ως εκ τούτου, οι ένδικες συμβάσεις δεν ήταν συμβάσεις μαθητείας, αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα και συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνταν να λαμβάνουν, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν, αντί αυτών, άλλοι εργαζόμενοι που θα απασχολούνταν στο Τελωνείο ….
με έγκυρες σχέσεις εργασίας, καθώς και, απευθείας εκ του νόμου, τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ήτοι ότι οι ενάγουσες απασχολήθηκαν με άκυρες συμβάσεις εργασίας, οι οποίες λειτούργησαν στην πράξη ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι ως συμβάσεις μαθητείας και δικαιούνται τις μεν δεδουλευμένες αποδοχές τους, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα δε επιδόματα εορτών και αδείας, απευθείας εκ του νόμου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον μοναδικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνακόλουθα, το εναγόμενο οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες στις ενάγουσες τα ποσά των 2.510,37 ευρώ, 2.589,41 ευρώ,,2,638,45 ευρώ, 3.874,44 ευρώ και 4.213,10 ευρώ αντίστοιχα.....". Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 εδ.α', κρίνοντας νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής και ακολούθως δεχόμενο αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτήν ποσά, επικαλούμενο, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που είναι κατά νόμο αναγκαίες για την εφαρμογή του, καθόσον οι ενάγουσες που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας-συμφωνητικά συνεργασίας staze, δεν δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις διατάξεις αυτές τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών και τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθόσον ο φορέας απασχόλησης-Δημόσιο δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλων εργαζόμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας, στις θέσεις στις οποίες απασχόλησε αυτές, ώστε να αποκομίσει ωφέλεια, Όμως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ως νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας των προσληφθεισών ανέργων - εναγουσών σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με τις ως άνω παραδοχές, τις διατάξεις του άρθρου, 904 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, αφού σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην αγωγή, αναφερόταν σ' αυτήν ότι η σύμβαση μαθητείας των εναγουσών λειτούργησε στην πραγματικότητα ως απλή σχέση εργασίας και με το επικουρικό της αίτημα αυτές ζητούσαν να τους επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας τους και ωφέλειας του εναγόμενου χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτών κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτές υπηρεσίες.
Προσέτι δε ορθά κατ' ουσίαν υπήγαγε στην ως άνω διάταξη τα, ανελέγκτως αναιρετικά, κατά την κρίση του αποδειχθέντα θεμελιωτικά της επικουρικής βάσης της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, καθόσον σύμφωνα και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις επί των συμβάσεων μαθητείας, που λειτουργούν ως απλές σχέσεις εργασίας, όταν προεχόντως παρέχεται εργασία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος γεννάται από αυτή καθεαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα εργασία προς όφελος του εργοδότη και δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της αγωγής σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1α' ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα. Συνακόλουθα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2020 και με αριθμ. καταθ. …10-3-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 397/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ