Supreme Court quashes lower court decision for failure to recognize res judicata due to changed labor regulations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeals' decision which had partially dismissed a labor dispute based on res judicata. The plaintiff argued that prior final judgments barred her claim for Sunday and holiday pay differences, while the defendant contended the matter was already settled. The court ruled that the lower court erred because the applicable labor regulations had changed since the prior judgments, meaning the principle of res judicata did not apply to the new legal framework.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the subject matter of a new suit differs from previous final judgments due to a change in the legal regime governing the employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 856/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Α. συζ. Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγαθή Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5090/2005 του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1488/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 848/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 16/12/2013 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1580/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος το αναφερόμενο στο σκεπτικό έγγραφο. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 4/11/2019 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Αθανασόπουλος ανέγνωσε την από 11/9/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κατσιρούμπα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-12-2013 και αριθμό καταθέσεως 915/2013 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 848/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 31-7-2002 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 843/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο χρόνο για την μεταγενέστερη δίκη έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείστες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγομένη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή, επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ.3 του Ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.ΑΠ 10/2002).
Περαιτέρω με την 42/81 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, Νοσοκομείων του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας) και για εξάωρη απασχόληση αυξομοιούμενο αναλόγως.
Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω μετέβαλε η από 22/12/1988 ΕΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και ίσχυσε από 1/7/1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.15050/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με τον Ν.1810/1988 στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 10/2002).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ στις 22-12-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια και προσέφερε τις υπηρεσίες της έχοντας συμπληρώσει την 1-10-1995 18 έτη υπηρεσία συμπεριλαμβανομένης και της αναγνωρισμένης από το εναγόμενο προϋπηρεσίας της και την 1-10-1998 συμπλήρωσε πλέον 21ετή συνολικά υπηρεσία.
Είναι έγγαμη και μητέρα ενός ανήλικού τέκνου. Σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των ίδιων διαδίκων και υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων αναφορικά με την αξίωση της διαφοράς αποδοχών, που εδικαιούτο η ενάγουσα και των αποδοχών που έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 29-2-1992 για το λόγω του ότι δεν υπολογίσθηκαν α)ο βασικός της μισθός με βάση οκτάωρη ημερήσια εργασία β)η αμοιβή των δύο ωρών ημερησίως κατ'άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, γ)το επίδομα τριετιών πέραν εκείνου της πολυετίας που ελάμβανε και δ)επίδομα συζύγου και τέκνου, εκδόθηκαν οι 3618/1990 και 172/1994 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την πρώτη από αυτές έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα εδικαιούτο α)τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη κατ' άρθρο 28 παρ. 2 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιά, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 16170/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και μετά τη μείωση του ωραρίου εργασίας του προσωπικού του εναγομένου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1057/1980 κατά τον οποίο ο χρόνος εργασίας του προσωπικού του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ.
και των ΟΤΑ περιορίσθηκε σε 42 ώρες εβδομαδιαίως και της ΠΝΠ 29/30-12-1980 για την καθιέρωση της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν.1157/1981 με τον οποίο περιορίσθηκε ο χρόνος εργασίας σε 39 ώρες την εβδομάδα. β)Το επίδομα τριετιών κατά την περίπτωση α'των γενικών όρων της πιο πάνω διαιτητικής αποφάσεως και γ)την αμοιβή των δύο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.201/1975, ενώ απέρριψε το κεφάλαιο επιδόματος συζύγου και τέκνου, ως προς το οποίο ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα, η οποία απορρίφθηκε με την 1149/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 1330/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 350/1995 απόφασή του, η οποία δέχθηκε ότι η ενάγουσα εδικαιούτο και το επίδομα συζύγου και τέκνου.
Επί της εφέσεως που ασκήθηκε από την ενάγουσα κατά της 172/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η 6692/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η ενάγουσα εδικαιούτο όλες τις πιο πάνω αποδοχές. Στη συνέχεια με την από 21-3-1993 αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε αφενός μεν τις ως άνω αποδοχές (επιδόματα πολυετίας, συζύγου - τέκνου) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι τις 31-12-1993 αφετέρου δε αποζημίωση για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές και αργίες για το χρονικό διάστημα από 1-1-1988 έως 31-5-1993.
Επί της αγωγής εκδόθηκε τελεσίδικα η 1425/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεσμευόμενη από το δεδικασμένο, που απορρέει από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις και ειδικότερα την 6692/1995 δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της 1425/1996 απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε αναίρεση από την ενάγουσα, η οποία έγινε δεκτή με την 1063/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο από την 6692/1995 ως προς το κεφάλαιο που απορρίφθηκε η αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, το οποίο με την 1138/1999 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, που απορρέει από τις πιο πάνω τελεσίδικες αποφάσεις, ως προς τα κεφάλαια α)του βασικού μισθού της ενάγουσας με βάση οκτάωρη ημερήσια εργασία, β)επιδόματος τριετιών γ)της αμοιβής δύο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ.3 του Ν.201/1975 και δ)του επιδόματος συζύγου - τέκνου.
Τέλος η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου την από 18/7/1998 αγωγή με την οποία προέβαλε τις αυτές με την κρινόμενη αγωγή αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως τις 30-6-1998 επί της οποίας εκδόθηκε η 2036/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 7775/2000 απόφαση του Εφετείου.
Με τις πιο πάνω αποφάσεις κρίθηκε ότι η ενάγουσα εδικαιούτο α)τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτριας β)το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας γ)το επίδομα τριετιών δ)το οικογενειακό επίδομα ε)το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, στ)το ειδικό επίδομα 40%, ζ)την πρόσθετη αμοιβή των 50 ωρών μηνιαίως θ)το επίδομα τροφής από 4.000 δραχμές το μήνα ι)ειδική αποζημίωση από 8.000 δραχμές, ια)το επίδομα αυξημένης ευθύνης από 35.000 δραχμές το μήνα και 2) Ότι η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ που προβλέπει την επέκταση του Ν.1505/1984 "περί αναδιαρθρώσεως μισθολογίου του προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης κ.τ.λ." και στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Δημόσια Νοσοκομεία δεν εισήγαγε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς καίτοι ίσχυσε από 1-7-1988, διότι δεν έχει εφαρμογή ως προς τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας.
Από τις πιο πάνω τελεσίδικες αποφάσεις και ανεξάρτητα από την ορθότητά τους στον τρόπο επίλυσης των νομικών ζητημάτων, εφόσον έκριναν ότι η ενάγουσα δικαιούται να λαμβάνει τα πιο πάνω επιδόματα και αμοιβές και ότι το βασικό της ημερομίσθιο υπολογίζεται με βάση την οκτάωρη εργασία της, παράγεται δεδικασμένο και για τις ένδικες αξιώσεις, αφού αυτές στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, στην οποία στηρίζονταν και εκείνες που ασκήθηκαν με τις προηγούμενες αγωγές χωρίς να μεταβληθεί στο μεταξύ το νομικό καθεστώς, που διέπει την έννομη σχέση ή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1998 έως τις 30-11-2000 που αφορούσε η από 18-12-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από τις προαναφερόμενες αποφάσεις διότι δεν έλαβε χώρα μεταβολή της νομοθεσίας ή των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής της για την ενάγουσα και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας σ'αυτή συνολικά το ποσό των 21.025,49 ευρώ για τις αιτούμενες διαφορές από αμοιβές για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου.
Από τις προαναφερόμενες 350/1995, 6692/1995 και 1138/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής, που να καλύπτει και την προκειμένη υπόθεση, η οποία έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, αφού αφορά αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για καταβολή σ'αυτήν διαφορών αποδοχών από τις προαναφερθείσες αιτίες και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από 1-5-1998 έως 30-11-2000, που ίσχυε διαφορετικό νομικό καθεστώς και συγκεκριμένα οι από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που ίσχυσαν από την 1-1-1998 και 1-1-2000 αντίστοιχα.
Συνεπώς το Εφετείο Αθηνών δεχόμενο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι απορρέει δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες εφετειακές αποφάσεις και ότι για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-5-1998 έως τις 30-11-2000 η σχέση εργασίας της ενάγουσας διεπόταν από τις ίδιες διατάξεις, χωρίς όμως να λάβει υπόψη του ότι από την 1-7-1998 η σχέση εργασίας της ενάγουσας με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών" διέπεται πλέον από τις πιο πάνω ΕΓΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 ΚΠολΔ δεκτού γενομένου, ως βασίμου του μοναδικού λόγου αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 848/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ