Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors clearly as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's partial judgment regarding unpaid wages. The appellant argued that the statute of limitations should reset upon the final ruling, but the court found the appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal document failed to clearly identify the legal errors and omitted critical factual assumptions necessary for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 § 1 and 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly, specifically, and concisely state the legal error attributed to the court of first instance, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 856/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ.Α. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1588/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/02/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1887/155/21-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 141/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, μεταξύ των άλλων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη αφού δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, έκανε δεκτή την από 5-1-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 1588/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, κρίνοντας επί της από 14-9-2016 αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης - αναιρεσίβλητης περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 26-5-2011, δέχθηκε αυτή εν μέρει, κατ' αποδοχή της καταλυτικής ενστάσεως παραγραφής των επίδικων αξιώσεων λόγω παρόδου πενταετίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2010, που πρόβαλλε η εναγομένη και του επιδίκασε μισθούς υπερημερίας κατά το υπόλοιπο, ήτοι από 1-1-2011 μέχρι 26-5-2011. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 & 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολομ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 9/1997, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1462/2019).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι κάνοντας δεκτή την περί παραγραφής ένσταση της αναιρεσίβλητης, υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες: α) παραβίασε τα άρθρα 251 και 261 ΑΚ (1ος λόγος αναίρεσης), β) παραβίασε τις γενικές διατάξεις περί αναστολής της παραγραφής και το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ (2ος λόγος αναίρεσης), γ) παραβίασε τα άρθρα 262 επ. ΑΚ, απορρίπτοντας σιγή το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του περί έλλειψης αδράνειας εκ μέρους του κατ' αντένσταση αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 255 ΑΚ λόγω ανωτέρας βίας και στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν εκθέτει τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε για το συγκεκριμένο θέμα (3ος λόγος αναίρεσης), δ) δεν εξέτασε την προβληθείσα με τις προτάσεις του αντένσταση περί καταχρηστικότητας της ένστασης παραγραφής (4ος λόγος αναίρεσης), ε) παραβίασε την 20ετή παραγραφή του άρθρου 268 ΑΚ προκύπτουσα εκ της τελεσίδικης βεβαίωσης της αξίωσης με την 2792/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (5ος λόγος αναίρεσης) και στ) δεν έλαβε υπόψη το εκ του άρθρου 579 § 1 ΚΠολΔ δεδικασμένο που γεννήθηκε με την 2792/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (6ος λόγος αναίρεσης). Zητεί δε την αναίρεση αυτής σύμφωνα με τους αριθμούς 1, 8, 14 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στο αναιρετήριο εκτίθεται η κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, ως προς τις ουσιαστικές δε παραδοχές του Εφετείου αναφέρονται τα εξής: μου και ότι η πολυετής καθυστέρηση στην έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην ένδικη "Εγένετο δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι: δεν ισχύει ο ισχυρισμός μου ότι η διάταξη του 261 ΑΚ όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4139/2013 προβλέπει ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης και καταλαμβάνει και τις υποθέσεις που ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε ότι αλυσιτελώς προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός μου γιατί η παραγραφή δεν επήλθε εν επιδικία γιατί ήδη οι αξιώσεις μου είχαν εν μέρει παραγραφεί πριν την άσκηση της αγωγής μου. Ότι ο ισχυρισμός μου ότι μέχρι την έκδοση της 2792/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών υπήρχε εκκρεμοδικία που εμπόδιζε κάθε άλλη ενέργεια αναζήτησης μισθών υπερημερίας καθόσον δεν είχε βεβαιωθεί το δικαίωμά διαφορά δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά μου είναι μη νόμιμος.
Ότι ο ισχυρισμός μου ότι η αξίωση μέχρι το 2010 δεν έχει παραγραφεί, γιατί για πρώτη φορά με την 2792/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας και το δικαίωμα προς λήψη αποδοχών υπερημερίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Ότι η έλλειψη αναγνώρισης ως πραγματικό γεγονός δεν συνεπαγόταν αδυναμία δικαστικής επιδίωξης της ένδικης αξίωσης ούτε συνιστούσε χρονική αφετηρία της εν λόγω παραγραφής κατά τις διατάξεις του άρθρου 249 ΑΚ".
Με αυτό το περιεχόμενο, οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιο λόγο αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, διαλαμβάνονται δε αποσπασματικά μόνο και όχι πλήρεις, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.
Επίσης, ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο του συγκεκριμένους ισχυρισμούς του, όπως τους προέβαλε, πρωτοδίκως και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρει τον τρόπο προβολής τους, ώστε να μη μπορεί να κριθεί από αυτό (αναιρετήριο) αν αυτοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες έγιναν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1887/155/21-2-2019 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 141/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ