Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, ruling burden of proof correctly placed on defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the appellate court incorrectly assigned the burden of proof regarding the timing of deaths between two relatives. The court found the lower court correctly applied the presumption of simultaneous death and rejected the appellant's evidence. Consequently, the appeal was rejected as the burden of proof was properly allocated to the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 134, 136 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding the timing of death in inheritance cases must be borne by the party claiming survival, and an appeal based on alleged misallocation of this burden is inadmissible if the lower court correctly applied the presumption of simultaneous death.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 856/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ναούμ Τζίφρα.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Μ. χήρας Γ. Δ., το γένος Π., κατοίκου ... και 2) Φ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 40/2017 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 ΚΠολΔ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή, ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της σύμβασης τρόπο.
Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17- 8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28παρ.1 του Συντάγματος, η απόδειξη της επίδοσης των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 144/2001).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδαφ. α ' του άρθρου 568 του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι, αν με βάση τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης πρόκειται να γίνει επίδοση του αναιρετηρίου με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως σε πρόσωπο, που έχει γνωστή διαμονή στις …., για τον υπολογισμό της παραπάνω προθεσμίας των ενενήντα ημερών απαιτείται πραγματική περιέλευση του εισαγωγικού αυτού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 709/2014).
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης (ΑΠ 1342/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με επιμέλεια της αναιρεσείουσας επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 15/3/2017 αίτησης αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά των Μ. Δ., κατοίκου ... και Φ.
Π., κατοίκου ..., δικάσιμος της οποίας, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (10/1/2018). Κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Από τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει και εκείνα που υπάρχουν στη δικογραφία, δηλαδή: α) την 4609Γ728.9.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ν. Τ. β) το από 27/12/2017 έγγραφο της αλλοδαπής Δικαστικής Αρχής γ) το 7520/25.1.2018 έγγραφο του (Ελληνικού) Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δ) το 969/26.1.2018 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για να παραστεί στην προαναφερόμενη δικάσιμο, σε επίσημη μετάφρασή της στην Αγγλική γλώσσα, επιδόθηκε μεν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο, κάτοικο ..., στις 28/9/2017, πλην όμως η πραγματική επίδοσή της σε αυτόν στην πιο πάνω κατοικία του, ύστερα από την αποστολή της από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην αρμόδια Δικαστική Αρχή των ΗΠΑ, έγινε στις 26/12/2017, δηλαδή λιγότερο από τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στις 10/1/2018, όπως ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 εδάφ.α' ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από το ότι η επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έγινε στις 28/9/2017, αφού η πραγματική περιέλευση προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση, έγινε στις 26/12/2017, η κλήτευση του δεν είναι εμπρόθεσμη και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.
Περαιτέρω, από την…/6.10.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστεί στη συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο (10/1/2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην επίσης απολειπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της τελευταίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 38ΑΚ, αν περισσότεροι έχουν πεθάνει και δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο ένας επέζησε από κάποιον άλλο, τεκμαίρεται ότι όλοι πέθαναν ταυτόχρονα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο συναποβίωσης, με την έννοια ότι ο αντίδικος αυτού που ωφελείται από την εφαρμογή του οφείλει να αποδείξει ότι το τεκμήριο δεν ισχύει, δηλαδή, ότι τα περισσότερα πρόσωπα δεν πέθαναν ταυτόχρονα.
Για την εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου απαιτείται: 1) να έχει επέλθει ο θάνατος δύο ή περισσότερων προσώπων και 2) να μη μπορεί να αποδειχθεί η χρονική σειρά των θανάτων. Παρέπεται ότι το πιο πάνω τεκμήριο εφαρμόζεται και όταν είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι θάνατοι δεν επήλθαν την ίδια χρονική στιγμή (όπως λ.χ.
επί δολοφονίας περισσότερων ανθρώπων), αρκεί να μη μπορεί να αποδειχθεί η χρονική σειρά αυτών. Αποτέλεσμα της εφαρμογής του τεκμηρίου συναποβίωσης είναι η ματαίωση των κληρονομικών δικαιωμάτων που εξαρτώνται από την προαποβίωση ή επιβίωση κάποιου προσώπου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872 και 1882 ΑΚ, ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου της, ως αντικείμενα δε της κληρονομιάς, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά κατοχή.
Στοιχεία της ανωτέρω περί κλήρου αγωγής, είναι: α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, λόγω της συγγενικής του σχέσεως με τον κληρονομούμενου ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην (κυριότητα ή και μόνο) στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα, ανεξάρτητα αν πιστεύει στην ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος που ζητεί και ανεξάρτητα αν είναι καλόπιστος ή όχι.
Η αγωγή αυτή διακρίνεται από την αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ), με την οποία ο κληρονόμος ζητεί μόνο την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και στρέφεται κατά του εναγομένου, ο οποίος αρκεί να αμφισβητεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος. Ωστόσο, και επί της εν λόγω αγωγής η ύπαρξη και η έκταση του κληρονομικού δικαιώματος θα κριθεί με τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ι. Π. του Ι., κάτοικος, όσο ζούσε, δ.δ. ..., είχε, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του κατά το έτος 1978 αποβιώσαντος πατέρα του Ι.
Π., συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί των ακόλουθων ακινήτων, α) ενός ελαιοστασίου και αμπελιού, συνολικής επιφάνειας 15.464,40 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." …, με εντός αυτού ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 89,28 τ.μ. και ισόγεια οικία επιφάνειας 80,45 τ.μ., που συνορεύει με δημοτικό δρόμο και ιδιοκτησίες Σ.
Τ., ..., Δ. Μ., Δ. Κ., Δ. Β., Σ. Β., Α. Δ., Σ. Τ., Π. και Σ. Τ., Ζ. Τ. και δημοτικό δρόμο, β) ενός ελαιοστασίου, επιφάνειας 948,46 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." … και συνορεύει με δημοτικό δρόμο και ιδιοκτησίες Α. Π., Χ. Μ., Ν. Τ. και Δ. Μ. και Ά. Τ., γ) ενός ελαιοστασίου, επιφάνειας 5.510,12 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." … και συνορεύει με ιδιοκτησίες Δ.
Μ., Γ. Μ., Ι. Μ., Σ. Κ. Χ. Μ., Ι. Κ. και Ι. Ι., δ) ενός αγρού, επιφάνειας 329,73 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." … και συνορεύει με Δ. Γ., Δ. Π. και δημοτικό δρόμο και ε) ενός ελαιοστασίου, επιφάνειας 1.783,17 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" …. και συνορεύει με ιδιοκτησίες Κ. Τ., Δ. Γ., Δ. Π., κοινή εμβασία, Δ. Π., Α. Λ., Δ. Π. και δημοτικό δρόμο.
Ο ανωτέρω Ι. Π.ς με την με αριθμό ….1/30.01.2001 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Δ. Κ.-Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα με αριθμό 112/2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, εγκατέστησε κληρονόμους τους επί της κληρονομιαίας περιουσίας του, κατ' ισομοιρία, τη σύζυγο του Α. Λ. και τη θετή του κόρη Μ.
Π. του Γ., φυσικό τέκνο της τελευταίας από προηγούμενο γάμο της, που ήταν έγγαμη με τον Γ. Μ. και είχαν αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ι.. Η έγγαμη συμβίωση της Μ. Π. και του συζύγου της, που μαζί με το ανήλικο τέκνο τους διέμεναν κι αυτοί στο δ.δ. …., σε όμορη οικία των γονέων της συζύγου, εμφάνιζε προβλήματα και οι σχέσεις τους ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, λόγω του εριστικού και βίαιου χαρακτήρα του Γ.
Μ. και της συνήθειάς του να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, που ως συνέπεια είχαν την εκτροπή του σε επιθετικές και βίαιες ενέργειες και ειδικότερα τη δημιουργία συχνά έντονων επεισοδίων σε βάρος της συζύγου και του τέκνου τους, κατά τη διάρκεια των οποίων εξύβριζε και απηύθυνε απειλές στη σύζυγο σχετικά με τη ζωή της, ενίοτε δε χειροδικούσε σε βάρος τόσο της ίδιας όσο και του ανηλίκου τέκνου τους.
Οι μεταξύ τους προστριβές και διενέξεις κορυφώθηκαν στις 30.09.2004, οπότε η Μ. Π., μη μπορώντας να αντέξει άλλο την κατάσταση αυτή, αποχώρησε από τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης της Ζακύνθου, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό στο σύζυγο της την πρόθεσή της να χωρίσουν. Ωστόσο, μετά πάροδο σύντομου χρόνου επέστρεψε στην οικία της και στις 10.2004, με την παρουσία των γονέων της, του επανέλαβε την οριστική της απόφαση για τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους.
Ο Γ. Μ. όμως δεν μπορούσε να αποδεχθεί το χωρισμό τους και τη διάλυση της οικογενειακής συνοχής και, αφού συνειδητοποίησε ότι η σύζυγος του ήταν αμετάπειστη στην απόφασή της αυτή, πήρε τη μοιραία απόφαση να αφαιρέσει τη ζωή των προσώπων του άμεσου και ευρύτερου οικογενειακού του περιβάλλοντος. Ακολούθως, τις πρωινές ώρες της 03.10.2004 μετέβη στην οικία των πεθερικών του, που απείχε περί τα ογδόντα περίπου μέτρα από τη δική του, και με τη χρήση ενός μπαλτά οικιακής χρήσης άνοιξε την ξύλινη πόρτα της αποθήκης, που βρίσκεται στο πίσω και νότιο τμήμα της οικίας τους, εισήλθε σ' αυτήν και αφαίρεσε την με στοιχεία …5 μάρκας Remington κυνηγητική καραμπίνα του Ι.
Π., που αυτός κατείχε βάσει νόμιμης άδειας της αρμόδιας αρχής, και με αυτήν πυροβόλησε και δολοφόνησε τα πεθερικά του Ι. Π. και Α. Λ., τη σύζυγο του Μ. Π., το ανήλικο τέκνο τους Ι. Μ. και στο τέλος αυτοχειριάστηκε. Το γεγονός της εξακρίβωσης της χρονικής διαδοχής του πυροβολισμού και της χρονικής σειράς του θανάτου των ως άνω αποβιωσάντων στο ίδιο εγκληματικό συμβάν αποτελεί και το κυρίως εριζόμενο ζήτημα στην κρινόμενη υπόθεση μεταξύ των διαδίκων, καθόσον είναι κρίσιμο για την κληρονομική διαδοχή τους.
Οι διάδικοι προσπαθούν να θεμελιώσουν αποδεικτική βεβαιότητα ότι ο δικός τους συγγενής αποβίωσε τελευταίος και συγκεκριμένα οι ενάγοντες, αδέλφια του Ι. Π., υποστηρίζουν τη μεταποβίωση του διαθέτη αδελφού τους σε σχέση με τους επελθόντες θανάτους της συζύγου και της θετής του κόρης, άλλως εν αμφιβολία ότι ο θάνατος όλων των φονευθέντων ατόμων ήταν ταυτόχρονος, με συνέπεια τα εκ της επιβιώσεως αυτών εξαρτώμενα δικαιώματα να ματαιωθούν και να μην μπορούν αυτές να κληρονομήσουν το σύζυγο και πατέρα αντίστοιχα, αφού δεν επέζησαν εκείνου, έτσι δε ματαιώθηκε η εκ της διαθήκης κληρονομική διαδοχή και ο αδελφός τους κληρονομήθηκε από αυτούς κατά τις διατάξεις εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και δη σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, ενώ η εναγομένη, που είναι φυσικό τέκνο της Α.
Λ. από προηγούμενο γάμο της και ετεροθαλής αδελφή της Μ. Π. υποστηρίζει την προαποβίωση του Ι. Π. σε σχέση με τον επελθόντα από το ίδιο θανατηφόρο συμβάν θάνατο της συζύγου του και της θετής του κόρης, οι οποίες τον κληρονόμησαν και ακολούθως η ίδια με τη σειρά της κληρονόμησε αυτές ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους.
Ως προς τις συνθήκες θανάτου των ανωτέρω προσώπων δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες και παρατηρητές κατά τον κρίσιμο χρόνο του εγκληματικού συμβάντος, ενώ δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία σχετικώς με τη χρονική διαδοχή του πυροβολισμού και του χρόνου θανάτου των ανωτέρω αποβιωσάντων οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, που ανήκουν στο οικογενειακό περιβάλλον της κάθε πλευράς (γαμβρός της πρώτης ενάγουσας και σύζυγος της εναγομένης αντίστοιχα), καθόσον οι μάρτυρες αυτοί στερούνται ειδικών γνώσεων ιατροδικαστή και δεν έχουν προσωπική αντίληψη και γνώση του συμβάντος, αλλά οι καταθέσεις τους στηρίζονται σε προσωπικές εκτιμήσεις και συμπεράσματα και φαίνεται ο καθένας να υποστηρίζει τις απόψεις υπέρ του διαδίκου, κατ' αίτηση του οποίου και κλήθηκε να καταθέσει.
Ως εκ τούτου οι καταθέσεις τους δεν είναι επαρκείς και ικανές να οδηγήσουν το δικαστήριο σε δικανική πεποίθηση σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα. Στις ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομής των πτωμάτων, που συνέταξε η ιατροδικαστής Α. Τ., αναφέρεται ως χρόνος θανάτου όλων των θυμάτων η 03.10.2004 και ότι ο θάνατος του Ι.
Π. προήλθε από κακώσεις κοιλιάς-πολτοποίηση ήπατος, της Α. Λ. από κακώσεις θώρακος, της Μ. Π. από κακώσεις τραχήλου και του Ι. Μ. από κακώσεις θώρακος, χωρίς όμως μνεία του ακριβούς χρόνου θανάτου τους ή της τυχόν επιβίωσης ενός του άλλου. Αλλά και στις με αριθμούς 50, 51, 52 και 53/2004 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των ανωτέρω αποβιωσάντων, που συντάχθηκαν από τον ληξίαρχο Κατασταρίου, αναφέρεται ως δηλωθείσα ώρα θανάτου όλων αυτών η 4.00' πρωινή της 03.10.2004.
Ομοίως στα με αριθμ. πρωτ. 5580, 5581, 5582 και 5584/09.12.2005 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών, που εξέδωσε ο Δήμαρχος του Δήμου …., δεν αναφέρεται η ώρα θανάτου τους, αλλά ότι αυτοί απεβίωσαν την ίδια ημέρα (03.10.2004). Επομένως, η αφετηρία του εγκληματικού συμβάντος και η χρονική σειρά πυροβολισμού των θυμάτων, ενόψει και της χωροταξικής θέσης των οικιών των δύο οικογενειών (όμορες), δεν βρίσκει ασφαλή θεμελίωση στο υπάρχον αποδεικτικό υλικό.
Επίσης, από κανένα βάσιμο και ασφαλές στοιχείο της δικογραφίας δεν είναι εξακριβωμένο, ούτε μπορεί ν' αποδειχθεί με τεκμηριωμένη βεβαιότητα, ότι ο θάνατος όλων των θυμάτων του δράστη ήταν ακαριαίος και η ακαριαία επέλευση οφείλεται στις βαριές τραυματικές κακώσεις τους, που διαπιστώθηκαν και αναφέρονται στις ιατροδικαστικές εκθέσεις, ή αν τα θύματα και ποια συγκεκριμένα αποβίωσαν σε διαφορετικούς χρόνους, ήτοι μετά παρέλευση λίγου χρόνου και πόσου συγκεκριμένα από τον πυροβολισμό τους και συνεπώς αν επέζησε ο ένας, έστω και ένα δευτερόλεπτο της ώρας παραπάνω, του άλλου.
Εξάλλου, ενόψει της προφανώς διαταραγμένης ψυχικής υγείας του δράστη, κατά συρροή δολοφόνου, που ως αποτέλεσμα είχε την έλλειψη αυτοελέγχου και την εκδήλωση ακρότατης βίας, δηλαδή τη δολοφονία ακόμη και του ανήλικου παιδιού του και τον αποδεκατισμό ολόκληρης της υπό στενή και ευρεία έννοια οικογένειάς του, αλλά και την αφαίρεση της δικής του ζωής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτός πριν την πράξη του είχε καταναλώσει αλκοόλ και έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, αφού σύμφωνα με τη διενεργηθείσα τοξικολογική ανάλυση στο αίμα του ανιχνεύτηκε αιθυλική αλκοόλη σε συγκέντρωση 0,19 g/l και βενζοδιαζεπίνες σε συγκέντρωση 64,5 ng/ml- κατηγορία Δ', ο συνδυασμός των οποίων προκαλεί διαταραχή κρίσης- συμπεριφοράς (βλ.
ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του), δεν μπορεί να γίνεται λογικός συσχετισμός, κατά την κοινή λογική, των ενεργειών του δράστη κατά την πραγμάτωση του εγκληματικού συμβάντος, όπως ότι φίμωσε τη σύζυγό του με δύο αυτοκόλλητες ταινίες χαρτοδεμάτων, οι οποίες σύμφωνα με τη συνταχθείσα από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα έκθεση αυτοψίας σχετικά με την περιγραφή του τόπου τελέσεως των εγκλημάτων, ανευρέθησαν στο δωμάτιο, που βρέθηκε νεκρή η Μ.
Π., και έφεραν αίματα, τρίχες κεφαλής και γυναικείο καλλυντικό προσώπου (πούδρα), ώστε να οδηγηθεί το δικαστήριο στον προβλεπόμενο εν προκειμένω βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης του ακριβούς χρόνου πυροβολισμού και θανάτου των θυμάτων και ειδικότερα ότι η Μ. Π. δολοφονήθηκε τελευταία από το σύζυγο της, ως αντίδραση στο χωρισμό και εκδίκηση που τον εγκατέλειψε, και προκειμένου αυτή, όσο ζούσε, να βιώσει το μαρτύριο του θανάτου των πλέον προσφιλών της προσώπων, ήτοι του γιου της (κυρίως) και των γονέων της, όπως δέχεται το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά και η εναγομένη υποστηρίζει, διατεινόμενη περαιτέρω ότι είναι αποκλειστική κληρονόμος της.
Να σημειωθεί ότι, τα άνω υποστηριζόμενα από την εναγομένη, κι αν ακόμη υποληφθούν ως ακριβή, η Μ. Π. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και από τον σύζυγο της-δράστη, αφού κληρονομική αναξιότητα δεν επέρχεται αυτοδικαίως, ούτε προκαλείται με εξώδικες ενέργειες, αλλά δημιουργείται μόνο με έκδοση περί αυτής τελεσίδικης απόφασης, ύστερα από άσκηση διαπλαστικής αγωγής (ή ανταγωγής) από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον από την έκλειψη του ανάξιου, οπότε η επαγωγή της κληρονομιάς του συγκεκριμένου κληρονομούμενου στον ανάξιο να τον κληρονομήσει θεωρείται σαν να μην έγινε (βλ.
ΑΠ 1142/1991 ΕΕΝ 1992.692, ΕφΑΘ 2577/2003 Νόμος, Σταθόπουλο-Γεωργιάδη, Ερμηνεία ΑΚ υπό τα άρθρα 1862 και 1863, σελ. 582 και 586 αριθμ. 1, 2 και 1 αντίστοιχα). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ήτοι της μη ύπαρξης αυτοπτών μαρτύρων και ασφαλών αποδεικτικών στοιχείων ή πειστικών τεκμηρίων για την απόδειξη της επ' ελάχιστο χρόνο επιβίωσης του ενός από τα ανωτέρω θύματα που έχασαν τη ζωή τους στο ίδιο συμβάν, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλα αποδεικτικά στοιχεία για να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση, από το δικαστήριο τούτο κρίνεται, ότι δεν αποδείχθηκε ποιο από τα παραπάνω πρόσωπα προαποβίωσε και ποιο επέζησε του άλλου.
Έτσι, ως προς αυτούς, ισχύει το καθιερούμενο από το άρθρο 38 του ΑΚ τεκμήριο συναποβίωσης, που δεν ανατράπηκε από τη θιγόμενη από την εφαρμογή του εναγομένη, αφού από την ουσιαστική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι κάποιος από τους θανόντες πέθανε νωρίτερα ή αργότερα από τους άλλους, συνέπεια του οποίου (τεκμηρίου) είναι, ότι τα εκ της προαποβίωσης ή της επιβίωσης εξαρτώμενα δικαιώματα ματαιώνονται και ιδίως ότι κανένας από τους συναποβιώσαντες δεν μπορεί να κληρονομήσει τον άλλον, αφού δεν επέζησε αυτού, και ο καθένας από τους αποβιώσαντες να κληρονομείται από τους δικούς του κληρονόμους.
Τα ανωτέρω συνδυαζόμενα και με το γεγονός ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη, πέραν της προαναφερόμενης με αριθμό ….1/30.01.2001, διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος Ι. Π. (βλ. τα με αριθμούς …7/18.04.2011 και ….3/15.04.2011 πιστοποιητικά των γραμματέων των Πρωτοδικείων Ζακύνθου και Αθηνών αντίστοιχα), δεν προέκυψε ότι υφίσταται εκκρεμής δίκη ως προς την κληρονομιά τούτου και ότι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν τα έξι αδέλφια του, μεταξύ των οποίων, και οι ενάγοντες (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. ….9/28.12.2004 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών που εξέδωσε ο Δήμαρχος του Δήμου ….), που δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του (βλ. το με αριθμό 23/04.2008 πιστοποιητικό του γραμματέως του Πρωτοδικείου Ζακύνθου), χωρεί εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και συγκεκριμένα καθίστανται οι ενάγοντες, αδέλφια του άνω αποβιώσαντος, κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1711 και 1814 του ΑΚ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι αποδείχθηκε η σειρά θανάτωσης και ο ακριβής χρόνος θανάτου των άνω προσώπων και συγκεκριμένα αρχικά του Ι. Π., ακολούθως της συζύγου του Α. Λ., στη συνέχεια του Ι. Μ. και τέλος της Μ. Π., της οποίας εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι η εναγόμενη ετεροθαλής αδελφή της, αποκλειομένου του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων αδελφών του προαποβιώσαντος αυτής Ι.
Π. και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση για το σφάλμα αυτό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, με την από 07.10.2005 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …4//10.10.2005 αίτησή της, που κατέθεσε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, ζήτησε να της χορηγηθεί κληρονομητήριο που να πιστοποιεί ότι είναι, α) εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της μητέρας της και β) μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αδελφής της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 7/2006 απόφαση, που δέχθηκε την αίτηση και σε εκτέλεση του διατακτικού της απόφασης αυτής εκδόθηκε το με αριθμό …/2007 πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) της γραμματέως του δικαστηρίου με το προαναφερόμενο περιεχόμενο.
Κατόπιν ασκήσεως της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ….8/05.03.2008 αιτήσεως των εδώ εναγόντων σε βάρος της καθ' ης και ήδη εναγομένης ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, που συνεκδικάστηκε με την προφορικά ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη υπέρ των αιτούντων παρέμβαση των λοιπών τεσσάρων αδελφών τους και με την κύρια παρέμβαση της εδώ εναγομένης, εκδόθηκε η με αριθμό 114/2010 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι, κύρια και πρόσθετη, παρεμβάσεις, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και βεβαιώθηκε η ανακρίβεια του …/2006 πιστοποιητικού της γραμματέως του δικαστηρίου του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ταυτόχρονα δε διατάχθηκε η αφαίρεση του άνω πιστοποιητικού και η επιστροφή του στη γραμματεία του δικαστηρίου.
Επομένως, η εναγομένη αμφισβητεί το προαναφερόμενο κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η ίδια έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Ι. Π., δικαίωμα, όμως, που δεν υπάρχει, και συνεπώς είναι προφανές το έννομο συμφέρον τους (εναγόντων) να αναγνωριστεί ότι συγκληρονόμοι του εξ αδιαθέτου είναι οι ίδιοι, ώστε να αρθεί η αβεβαιότητα που προκαλείται από την αμφισβήτηση αυτή.
Ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων της έφεσης παρέλκει (βλ. και ΕφΛαρ 29/2008, ΕφΛαρ 785/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ), θα πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικαστεί κατ' ουσίαν η ένδικη από 10.10.2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 163/13.10.2008 αγωγή (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ) πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι.
Π. του Ι., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ως προς το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας του άνω αποβιώσαντος, η αγωγή είναι απορριπτέα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχείο II.
μείζονα πρόταση της αποφάσεως.".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι, κατ' εφαρμογή του από το άρθρο 38 ΑΚ τεκμηρίου συναποβίωσης των πιο πάνω θανατωθέντων προσώπων, το οποίο δεν ανατράπηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, ματαιώθηκε το κληρονομικό δικαίωμα της τελευταίας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανατωθείσας ετεροθαλούς αδελφής της Μ.
Π. και, ακολούθως, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 10.10.2008 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς το αίτημα αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του καθενός, στην κληρονομιαία περιουσία του θανατωθέντος αδελφού τους Ι. Π., ενώ την απέρριψε, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτών (αναιρεσιβλήτων), ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας στην παραπάνω περιουσία, αφού, προηγουμένως, δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας αντίθετα, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του τεκμηρίου συναποβίωσης των προαναφερόμενων προσώπων, της αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Ι.
Π. και της έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτών για την αναγνώριση ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας στην πιο πάνω περιουσία. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι αφενός, δέχθηκε χωρίς αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομιά του αδελφού των αναιρεσιβλήτων Ι.
Π., και αφετέρου, έκρινε με ελλιπή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η χρονική σειρά των επελθόντων θανάτων των παραπάνω προσώπων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, το αίτημα ή η βάση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου(ΑΠ 187/2007). Για να δημιουργηθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσιβλήτου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του τελευταίου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή του (ΑΠ 1062/2007).
Επομένως, από το άρθρο 559αριθμ.9 περ.γ'ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με το οποίο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του εξέτασε και έκανε δεκτή κατ' ουσία την επικουρική βάση και το συνδεόμενο με αυτή επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την αναγνώριση του δικαιώματος αυτών στην κληρονομιαία περιουσία του αδελφού τους Ι.
Π., ενώ άφησε αδίκαστη την κύρια βάση και το συνδεεόμενο με αυτή κύριο αίτημα της πιο πάνω αγωγής για την αναγνώριση ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας στην προαναφερόμενη περιουσία είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (ΟλΑΠ 25/2003,12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).
Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό περί μεταποβίωσης του Ιωάννη Π., με αποτέλεσμα να απορρίψει το κύριο αίτημα της ένδικης αγωγής περί ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε στην ουσία η ανυπαρξία του πιο πάνω δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο με το δεχθεί ότι "δεν αποδείχθηκε ποιο από τα παραπάνω πρόσωπα προαποβίωσε και ποιο επέζησε του άλλου", έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων και τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο.
Με τον δεύτερο, κατά το τελευταίο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.8 περ.α' ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, με το να δεχθεί ότι "και αν ακόμη υποληφθούν ως ακριβή τα υποστηριζόμενα από την εναγομένη (ότι η Μ. Π. δολοφονήθηκε τελευταία από το σύζυγο της), αυτή (η Μ. Π.) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγο της-δράστη, αφού η κληρονομική αναξιότητα δεν επέρχεται αυτοδικαίως ούτε προκαλείται με εξώδικες ενέργειες, αλλά δημιουργείται μόνο με έκδοση ..τελεσίδικης απόφασης, ύστερα από άσκηση διαπλαστικής αγωγής ..από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον από την έκλειψη του ανάξιου..". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα που άντλησε το δικαστήριο της ουσίας από το νόμο για την ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η (εναγομένη) δεν είναι η αποκλειστική κληρονόμος της ετεροθαλούς αδελφής της Μ. Π..
Κατά το άρθρο 338παρ. 2 ΚπολΔ, όταν ο νόμος προβλέπει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος ή κατάστασης, ο διάδικος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί το τεκμήριο αρκεί να επικαλεσθεί τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου) και, εφόσον ο αντίδικος του τα αρνείται, να τα αποδείξει.
Αν ο αντίδικος επικαλείται το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης, και οφείλει να αποδείξει κατά κυρία απόδειξη το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγόμενου πραγματικού γεγονότος (ολΑΠ 21/1998).Έτσι, στην περίπτωση του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου από το άρθρο 38 ΑΚ, από την εφαρμογή του οποίου ματαιώνονται τα κληρονομικά δικαιώματα αυτών που εξαρτώνται από την προαποβίωση ή την επιβίωση κάποιου προσώπου, ο επικαλούμενος τους θανάτους περισσότερων προσώπων σε κοινό συμβάν, των οποίων δεν μπορεί να αποδειχθεί η χρονική σειρά (βάση τεκμηρίου) πρέπει και να το αποδείξει, οπότε τεκμαίρεται η ταυτόχρονη αποβίωση των πιο πάνω προσώπων.
Αν ο αντίδικος αυτού που ωφελείται από το τεκμήριο αμφισβητήσει το γεγονός που συνάγεται από το τελευταίο, ο ίδιος βαρύνεται με την απόδειξη του ότι αυτό δεν ισχύει, δηλαδή ότι τα περισσότερα πρόσωπα δεν πέθαναν ταυτόχρονα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Η εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, περίπτωση που συντρέχει και όταν υποχρεώνεται στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος ο διάδικος υπέρ του οποίου ισχύει νόμιμο τεκμήριο, παρά τον κανόνα του άρθρου 338παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 867/1983).
Σε κάθε όμως περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, διότι στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και, ως εκ τούτου, ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη να προβάλει την αιτίαση αυτή (ΑΠ 2305/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.13 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του βάρους απόδειξης, ως προς τη λειτουργία του προαναφερόμενου τεκμηρίου του άρθρου 38 ΑΚ, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα βαρυνόταν με την απόδειξη της μεταποβίωσης της ετεροθαλούς αδελφής της Μ.
Π., δηλαδή, μετά το θάνατο του Ι. Π., ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι μόνον οι αναιρεσίβλητοι έφεραν το βάρος απόδειξης της προαποβίωσης της Μ. Π., δηλαδή, πριν από το θάνατο του αδελφού τους Ι. Π., προκειμένου να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή τους, ως προς το αίτημα αναγνώρισης του κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομιαία περιουσία του τελευταίου.
Όπως, όμως, προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την παραδοχή της ένδικης αγωγής στο τεκμήριο συναποβίωσης των προαναφερόμενων προσώπων, επειδή, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ποιο από τα πρόσωπα αυτά προαποβίωσε ή επέζησε του άλλου και το εν λόγω τεκμήριο δεν ανατράπηκε από την αναιρεσείουσα, η οποία, ως αντίδικος των ωφελούμενων από αυτό αναιρεσιβλήτων, βαρυνόταν με την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι τα παραπάνω πρόσωπα δεν πέθαναν ταυτόχρονα, αλλά ότι η ετεροθαλής αδελφή της Μ.
Π. πέθανε τελευταία, ισχυρισμός όμως, ο οποίος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε. Επομένως, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τον κανόνα του πιο πάνω νόμιμου τεκμηρίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν υποβλήθηκε σε αυτά, εξαιτίας της ερημοδικίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/3/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 40/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ