Legislator Case Law & Legislation
856/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false accusation charges, upholding lower court's rejection of defense arguments regarding statute of limitations and evidence.

Case Number 856/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a Third Instance Court judgment convicting them of false accusation. The defendants argued that the prosecution's reliance on an archived indictment and conditional statute of limitations suspension equated to an acquittal under Article 366 of the Penal Code. The court rejected these claims, noting that the suspension does not equal an acquittal and that the lower court properly evaluated all evidence to establish the subjective and objective elements of the crime.

Legislator headnote

AI generated

Articles 229(1) and 366(2) of the Penal Code; The conditional suspension of the statute of limitations does not equate to an acquittal, and the burden of proof for false accusation remains on the prosecution regardless of procedural suspensions.

Keywords

AI generated
false accusation statute of limitations conditional suspension acquittal equivalence burden of proof criminal appeal subjective intent

Cited Legislation

AI generated
Article 229(1) of the Penal Code
Article 366(2) of the Penal Code
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 856 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 856/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Ι. Θ. του Γ. και 2)Α. Θ. του Χ., αμφοτέρων κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρδουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3699/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Ν. Α., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μπρεάνο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2014 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1130/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται : α) να έγινε, με οποιονδήποτε τρόπο, μήνυση ή ανακοίνωση (ή αναφορά) προς αρχή (έστω και αναρμόδια) ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, β) το περιεχόμενο της μήνυσης ή της ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικά ψευδές και γ) εκείνος που υπέβαλε τη μήνυση ή έκανε την ανακοίνωση να γνώριζε ότι το περιεχόμενό της είναι ψευδές και να ενήργησε με τον σκοπό να προκαλέσει ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος του καταμηνυόμενου (υπερχείλης υποκειμενική υπόσταση) άσχετα αν πραγματώθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη, για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης και θεωρείται ότι έχει αποδειχτεί η αλήθεια του γεγονότος που αφορά η δυσφήμηση, αν η απόφαση είναι καταδικαστική και η αναλήθεια αυτού, αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημισθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκείνος που δυσφημίσθηκε αθωωθεί αμετάκλητα (με απαλλακτικό βούλευμα ή με αθωωτική απόφαση), παράγεται νόμιμο αμαχητό τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων που συνιστούν το περιεχόμενο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ώστε να μην επιτρέπεται η επανεξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων γεγονότων η δε δίκη για την τελευταία αυτή πράξη αναστέλλεται, μόνο αν η άλλη δίκη αφορά το ίδιο γεγονός, δηλαδή τα ίδια της περιστατικά της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Η διάταξη, όμως, αυτή και το σχετικό τεκμήριο αναλήθειας δεν έχει εφαρμογή σε άλλα εγκλήματα, όπως το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, για την αναλήθεια της πράξης που καταμηνύθηκε ή τα εγκλήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, για την αναλήθεια των περιστατικών που κατατέθηκαν.

Αν το δικαστήριο εφαρμόσει το παραπάνω τεκμήριο και καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου για τα εγκλήματα αυτά, υποπίπτει τόσο σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ όσο και σε έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν ερευνά και δεν παραθέτει τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των σχετικών εγκληματούν, και στοιχειοθετούνται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ ΚΠΔ. Αν, όμως, το δικαστήριο επικαλεστεί την εφαρμογή του τεκμηρίου αναλήθειας και συγχρόνως ερευνήσει και δεχτεί περιστατικά που δεν περιέχονται στο απαλλακτικό βούλευμα ή στην αθωωτική απόφαση, τα οποία στηρίζουν αιτιολογημένα τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων αυτών, δεν στοιχειοθετούνται οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, αφού η ενοχή δεν στηρίχτηκε στο τεκμήριο αναλήθειας, το οποίο έτσι δεν άσκησε έννομη επιρροή στη σχετική κρίση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν το σκεπτικό - αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, για το αξιόποινο της πράξης, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Αυτό συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 - 362 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι είναι ψευδή όσα αυτός καταμήνυσε, ενόρκως κατέθεσε και ισχυρίστηκε ή διέδωσε.

Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος πρέπει είτε να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένοι περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.

Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, όταν υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του ως προς αυτά ή το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο αυτού είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αληθείας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφουν και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγο) της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.

Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία συγκρότησης και στην ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του (που εκδόθηκε μετά από εφέσεις των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων κατά της απόφασης 27251/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), αφού εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ" αυτή, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η πρώτη κατηγορούμενη Ι.

Θ., εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην κατοικία της εγκαλούσας Μ. Ν. στην ... επί τριάντα περίπου έτη μέχρι και τον Μάιο του 2006, ότε απεχώρησε από την εργασία της. Παραμονές Χριστουγέννων του 2005 θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα ο υιός της εγκαλούσας Ν. Ν. και ετάφη στο Κοιμητήριο της…. Μετά πάροδο σαράντα ημερών έκτοτε η εγκαλούσα διαπίστωσε ότι άγνωστοι βεβήλωναν το μνημείο του υιού της, όπως αυτή το είχε διαμορφώσει, ξεραίνοντας με φυτοφάρμακο τα άνθη που είχε φυτέψει περιμετρικά, χαράσσοντας και θραύοντας το πέτρινο περιμετρικό του τοιχίο, παραβιάζοντας το λουκέτο στο καντήλι του μνημείου και ρυπαίνοντας τον περιβάλλοντα χώρο με τη ρίψη διαφόρων αντικειμένου, όπως τούφες μαλλιών, γάζες και τεμάχια από βαμβάκι εμποτισμένα με λάδι.

Οι βεβηλωτικές αυτές πράξεις, που, παρά την εκάστοτε αποκατάσταση των φθορών, επαναλαμβάνονταν, θορύβησαν την εγκαλούσα και την ανάγκασαν αφενός μεν να ενημερώσει γι’ αυτές τον εκτελούντα χρέη φύλακα του Κοιμητηρίου, υπάλληλο του Δήμου ..., Λ. Ε., ώστε να επιτηρεί το μνημείο, αφετέρου δε να αναθέσει στον οικογενειακό της φίλο Γ.

Γ., που δεν ήταν κάτοικος της περιοχής ... και γι’ αυτό δεν θα κινούσε υποψίες, να παραφυλάει για τον εντοπισμό των δραστών. Επιπλέον, με τη βοήθεια της κόρης της Α. Ν. και του ανεψιού της Ε. Γ., τοποθέτησε στο μνημείο του υιού της κλειστό κύκλωμα εικονοσκόπησης με δύο κάμερες για την καταγραφή των πέριξ αυτού κινήσεων.

Ο Λ. Ε. και ο Γ. Γ. έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση το μνημείο του Ν. Ν. και διαπίστωσαν, ιδίοις όμμασι, ότι η πρώτη κατηγορουμένη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, υιός της, Α. Θ., ήταν τα πρόσωπα που το βεβήλωναν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Τους κατηγορουμένους, επίσης, ως τους βεβηλωτές του μνημείου, κατέδειξε και το κλειστό κύκλωμα εικονοσκόπησης, που είχε τοποθετηθεί σε αυτό, χωρίς όμως να καταστεί δυνατό να διασωθούν τα κρίσιμα αποσπάσματα, διότι αυτό ήταν παλαιάς τεχνολογίας και είχε περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης εικόνων.

Τα κρίσιμα όμως αυτά αποσπάσματα πρόλαβαν και τα είδαν η εγκαλούσα, η κόρη της Α. Ν. και ο εξάδελφος της Ε. Γ.. Μετά ταύτα η εγκαλούσα, ο σύζυγος της Α. Ν. και η κόρη τους Α. Ν., με την από 27.3.2007 έγκληση τους, κατεμήνυσαν τους κατηγορουμένους για περιύβριση νεκρού και, βάσει της εγκλήσεώς τους αυτής, ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη, αμφότεροι δε παραπέμφθηκαν δι’ απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστούν για την καταμηνυθείσα πράξη.

Παράλληλα η εγκαλούσα, με την από 9.10.2006 αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενη τις πράξεις βεβηλώσεως των κατηγορουμένων στο μνημείο του υιού της, ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα κατά των κατηγορουμένων, και ειδικότερα να τους απαγορευθεί να το πλησιάζουν σε απόσταση μικρότερη των τριάντα μέτρων περιμετρικώς.

Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εξεδόθη η υπ’ αριθμόν 4312/2007 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση, καθ’ όσον στρεφόταν κατά του δευτέρου κατηγορουμένου, και την έκανε δεκτή, καθόσον στρεφόταν κατά της πρώτης κατηγορουμένης, απαγορεύοντας της να πλησιάζει το μνημείο του Ν.

Ν. σε απόσταση μικρότερη των τριάντα μέτρων περιμετρικώς. Η δίκη για την περιύβριση νεκρού διεξήχθη σε δύο συνεδριάσεις, 16.7.2010 και 22.7.2010, και εξεδόθη η υπ’ αριθμόν 85459/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν η μεν πρώτη κατηγορουμένη αθωώθηκε ο δε δεύτερος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος περιυβρίσεως νεκρού κατ’ εξακολούθηση και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 6 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Η τελευταία απόφαση στήριξε την καταδικαστική για τον δεύτερο κατηγορούμενο κρίση της, όπως από το αιτιολογικό της προκύπτει, κυρίους στις ένορκες ενώπιον του καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Λ. Ε. και Γ. Γ., οι οποίοι βεβαιώσαν ότι τον είδαν με τα μάτια τους να βεβηλώνει το μνημείο του Ν. Ν.. Ειδικότερα αυτός κηρύχθηκε, με την πιο πάνω απόφαση, ένοχος για πέντε επιμέρους πράξεις βεβηλώσεως του μνημείου που έγιναν :

α) οι τρεις τον Ιανουάριο του 2006, την 14.6.2006 και την 9.7.2006 και συνιστά ντο στην ξήρανση των περιμετρικώς αυτού φυτεμένων ανθέων δια ραντισμού των με φυτοφάρμακο, β) η τέταρτη μετά το Πάσχα του 2006 καν συνίστατο στη ρύπανση του μνημείου με ακαθαρσίες και στην εκτέλεση άσεμνων χειρονομιών πάνω σε αυτό και γ) η πέμπτη στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2006 και συνίστατο στη θραύση της πέτρας του.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο δεύτερος κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η εκδίκαση της οποίας, όμως, τελικά ματαιώθηκε, διότι εν τω μεταξύ η υπόθεση, με την από 12.3.2012 πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, τέθηκε στο αρχείο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ν. 4043/2012, που τέθηκε τότε σε ισχύ. Στο πλαίσιο των πιο πάνω δικών οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν :

α) κατά της εγκαλούσας την από 5.1.2007 έγκληση τους, με την οποίαν την κατεμήνυσαν για συκοφαντική δυσφήμηση σχετικά με τους ισχυρισμούς της που διαλαμβάνονταν στην από 9.10.2006 αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ότι αυτοί είχαν βεβηλώσει το μνημείο του υιού της Ν. Ν. και β) κατά των Λ.

Ε., Σ. Γ., Ε. Γ., Σ. Κ., Σ. Τ. και Γ. Γ., την από 3.5.2007 μήνυση τους για ψευδορκία μάρτυρα σχετικά με όσα βεβαίωσαν ενόρκους υπέρ της εγκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων. Αντίστοιχα η εγκαλούσα, από την πλευρά της, υπέβαλε κατά των κατηγορουμένων την προκειμένη από 2.5.2008 μήνυση της, με την οποίαν τους κατεμήνυσε για ψευδή καταμήνυση σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που της είχαν αποδώσει με την προαναφερόμενη από 5.1.2007 έγκληση τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 26.1.2012, με την παρεμπίπτουσα - προπαρασκευαστική υπ’ αριθμόν 4904/2012 απόφαση του, ανέβαλε τη συζήτηση της παρούσας υποθέσεως μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της από 5.1.2007 εγκλήσεως των κατηγορουμένων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 παρ.1 του ΚΠολΔ, ενώ η άσκηση ποινικής διώξεως κατόπιν των αντιθέτουν πιο πάνω από 5.1.2007 και 3.5.2007 εγκλήσεων των κατηγορουμένων κατά της εγκαλούσης είχε αναβληθεί, με την από 31.3.2009 πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών έως το τέλος της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί κατά των κατηγορουμένων για περιύβριση νεκρού κατόπιν της σχετικής από 27.3.2007 μηνύσεως της εγκαλούσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59 παρ.2 του ΚΠΔ.

Τελικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε επί της προκειμένης από 2.5.2008 μηνύσεως της εγκαλούσης την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 27251/24.4.2003 οριστική απόφαση του με την οποίαν κήρυξε αμφότερους τους κατηγορουμένους ενόχους της αποδιδόμενης σε αυτούς με το κατηγορητήριο αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως.

Μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και της θέσεως στο αρχείο της υπ’ αριθμόν 85459/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έκρινε αθώα την πρώτη κατηγορουμένη και ένοχο τον δεύτερο κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της περιύβρισης νεκρού, η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ’ αριθμόν .../9.8.2013 διάταξη της, απέρριψε ως προδήλους αβάσιμες αμφότερες τις προαναφερόμενες από 5.1.2007 και 3.5.2007 μηνύσεις των κατηγορουμένων κατά της εγκαλούσας, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, και των προαναφερθέντων μαρτύρων της για ψευδορκία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 47 του ΚΠΔ.

Ειδικότερα έκρινε, ως προς μεν τον δεύτερο κατηγορούμενο, ότι αυτός είχε τελέσει τις πράξεις βεβηλώσεως του μνημείου του Ν. Ν. που η εγκαλούσα διέλαβε στην από 9.10.2006 αίτηση της, περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως προς δε την πρώτη κατηγορουμένη, ότι ευλόγως η εγκαλούσα στην πιο πάνω αίτηση της διέλαβε ότι και αυτί] είχε τελέσει, από κοινού με τον δεύτερο υιό της αλλά και μόνη, πράξεις βεβηλώσεως του πιο πάνω μνημείου, διότι επέδειξε ανοχή απέναντί του και δεν τον απέτρεψε από την τέλεσή τους, και ότι, συνεπώς, οι αποδοθείσες με την από 5.1.2007 μήνυση των κατηγορουμένων στην εγκαλούσα πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως είναι φανερά αβάσιμες, ως προς μεν τον δεύτερο κατά την αντικειμενική τους υπόσταση, αφού ο ίδιος τέλεσε τις πράξεις βεβηλώσεως που η εγκαλούσα με την πιο πάνω αίτησή της του απέδωσε, ως προς δε την πρώτη, λόγω ελλείψεως του στοιχείου του δόλου.

Από όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα με τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, πλήρως αποδεικνύεται ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι η εγκαλούσα δεν είχε, για τους προαναφερόμενους λόγους, διαπράξει εις βάρος τους τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως με όσα διέλαβε στην από 9.10.2006 αίτηση της, περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, στο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, παρά ταύτα, εν γνώσει τους ψευδώς την κατεμήνυσαν γι’ αυτές, υποβάλλοντας την από 5.1.2007 ψευδή έγκληση τους, η οποία τελικά και απερρίφθη ως προδήλως αβάσιμη με την προαναφερόμενη πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Πρέπει, επομένως, αμφότεροι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως που τους αποδίδει το κατηγορητήριο, να απορριφθεί δε το αίτημα τους περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών των άρθρων 84 παρ. 2 εδαφ. α, γ και ε του ΠΚ, ως αορίστως προβαλλόμενα, καθ’ όσον οι κατηγορούμενοι δεν επικαλούνται ικανά προς στήριξη του αιτήματος τους περιστατικά.".

Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους και επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού, και συγκεκριμένα για το ότι : "Στην Αθήνα, στις 5-1-2007, από κοινού ενεργώντας, εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη του γι’ αυτή.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας, δηλ. κατόπιν συναπόφασης, κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με όμοια ημεροχρονολογία με ΑΒΜ Α07/80 έγκλησή τους με την οποία καταμήνυσαν, εν γνώσει τους ψευδώς και με σκοπό να επιτύχουν την άσκηση εναντίον της ποινικής διώξεως, την εγκαλούσα Μ.

Ν., ότι με την από 9-10-2006 με αριθμ. καταθ. 12227/2006 αίτηση της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διέπραξε σε βάρος τους, τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης και δη ότι με την ως άνω αίτηση, με την οποία, η νυν εγκαλούσα είχε ζητήσει να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα, με σκοπό όπως απαγορευτεί στους κατηγορούμενους να πλησιάζουν στον τάφο του παιδιού της Ν.

Ν., ο οποίος βρίσκεται στο κοιμητήριο της ..., ισχυρίστηκε εν γνώσει της ψευδώς ότι οι κατηγορούμενοι προέβαιναν με δόλο σε ανόσιες πράξεις καταστροφής στο μνήμα του αποβιώσαντος τέκνου της Ν., καταστρέφοντας το παραπάνω μνήμα, σπάζοντας και χαράσσοντας την πλάκα και πέτρα αυτού, παραβιάζοντας και ρυπαίνοντας τις εγκαταστάσεις του.

Επίσης, ότι κατέστρεφαν τον κήπο που περιέβαλε το ίδιο ως άνω μνήμα, ψεκάζοντας με φυτοφάρμακα και ξεριζώνοντας τα ευρισκόμενα εκεί άνθη. Όμως, όλα για όσα καταμήνυσαν την εγκαλούσα με την προαναφερόμενη έγκληση τους οι κατηγορούμενοι ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια την οποία γνώριζαν ήταν, ότι η εγκαλούσα δεν τέλεσε τις πράξεις που της καταμαρτυρούσαν καθότι το περιεχόμενο της από 9-10-2006 αιτήσεως της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ήταν απόλυτα αληθές, το γεγονός δε αυτό, επιβεβαιώθηκε και από, την υπ’ αριθ. 4312/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτησή της.

Σκόπευαν δε με την εν γνώσει του ψεύδους τους καταμήνυση να προκαλέσουν την ποινική δίωξη της ήδη εγκαλούσας για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης.".

Με αυτά που δέχθηκε, το άνω Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.

Ια, 27 παρ. 2, 45 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε ευθέως ή με πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Αντίθετα, είναι αβάσιμες οι μερικότερες αναιρετικές αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση : α) παραβίασε ευθέως το νόμιμο τεκμήριο αναλήθειας, που παράγεται από το άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ και δεν εφάρμοσε τη σχετική διάταξη, αφού ερεύνησε με εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων την ουσιαστική βασιμότητα των ίδιων δυσφημιστικών γεγονότων, ενώ δεσμευόταν να δεχτεί το σχετικό τεκμήριο από την αθωωτική απόφαση 85459/2010 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα Ι.

Θ., β) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 4043/2012, μη λαμβάνοντας δεσμευτικά υπόψη το "νομοθετικό δεδικασμένο" (όπως οι αναιρεσείοντες το χαρακτηρίζουν), από την παύση υπό όρο της ποινής που επιβλήθηκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Θ., η οποία (υπό όρο παύση ποινής), κατά τους αναιρεσείοντες, ισοδυναμεί με αθωωτική απόφαση και γ) απέρριψε, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είχαν προβληθεί από τον συνήγορο τους κατά την εφετειακή δίκη, ότι η εκκαλούμενη απόφαση είχε παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 366 παρ. 2 ΠΚ και 2 παρ. 1 του ν. 4043/2012.

Ειδικότερα, όπως ήδη σημειώθηκε στη νομική σκέψη, το νόμιμο τεκμήριο του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ έχει εφαρμογή μόνο στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, και όχι στα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης ή της ψευδορκίας μάρτυρα. Η δε αρχειοθέτηση με εισαγγελική διάταξη της υπόθεσης για περιύβριση νεκρού και η παραγραφή υπό όρο της ποινής, που είχε επιβληθεί στον αναιρεσείοντα με την απόφαση 85459/2010 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν ταυτίζεται, ούτε ισοδυναμεί με αθωωτική απόφαση και δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην κρινόμενη περίπτωση.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, στηρίχτηκε για την καταδικαστική κρίση της σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, τα οποία αναλυτικά παραθέτει, και όχι μόνο στην εισαγγελική διάταξη, που απέρριψε ως προδήλως αβάσιμη την από 5-1-2007 μήνυση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, Μ.

Ν., την οποία (εισαγγελική διάταξη) απλώς συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης καλύπτονται πλήρως όλα τα στοιχεία θεμελίωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι σαφείς και ουσιώδεις παραδοχές :

α) ότι αυτοί γνώριζαν από προσωπική αντίληψη, ο δε αναιρεσείων και από προσωπική ενέργεια (ως αυτουργός της βεβήλωσης του μνημείου) ότι το φερόμενο σαν δυσφημητικό γεγονός (βεβήλωση μνημείου) ήταν αληθές και, ως εκ τούτου, γνώριζαν και ότι το περιεχόμενο της από 5-1-2007 μήνυσης τους είναι ψευδές και β) ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν την επίμαχη μήνυση με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική δίωξη της εγκαλούσας.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας για την παράστασή της κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2014 αίτηση της Ι. Θ. του Γ. και του Α. Θ. του Χ., κατοίκων ..., για αναίρεση της απόφασης 3699/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικής ενάγουσας ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ