Supreme Court dismisses union appeal on labor law grounds, rejecting constitutional and statutory arguments regarding bank employee benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the union's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding bank employee benefits. The union argued that the lower court violated specific labor laws and constitutional rights, but the court found no violation. The court ruled that the legal characterization of the employment relationship is a judicial function, not dependent on the parties' claims, and thus rejected all grounds for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 663 to 675A of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the correct legal characterization of an employment relationship and the subsumption of facts under the applicable legal rule is exclusively a judicial function, independent of the parties' characterizations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 856/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις. Προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ του αναιρεσείοντος: 1. "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ) η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου και κατέθεσε προτάσεις και 2."Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ) η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ) και της "Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17520/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1759/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-10-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1255/14 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 17-12-2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 28-4-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-10-2013 αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1759/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και οι πληρεξούσιοι των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη υπόθεση με την από 17-12-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, ύστερ’ από την κήρυξη απαράδεκτης, με την 1255/2014 απόφασή του, της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 6-5-2014.
ΙΙ. Στα άρθρα 663 έως 675Α του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την διαδικασία εκδίκασης των εργατικών διαφορών, δεν περιέχεται εξαίρεση του καθιερωμένου με το άρθρο 81§1 του ίδιου Κώδικα γενικού κανόνα, κατά τον οποίο και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά τον τρόπο άσκησης αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666 σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικά, ισχύει μόνον κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία (ΑΠ 1476/2011).
Επομένως, οι πρόσθετες παρεμβάσεις που άσκησαν υπέρ του αναιρεσείοντος (α) η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ) και (β) η "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλλήλων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ) με προφορικές δηλώσεις των πληρεξουσίων τους δικηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στα οικεία πρακτικά συνεδρίασής του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος αυτών και υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκλήθηκε σ’ αυτήν πρόσθετη δικαστική δαπάνη από τις ως άνω παρεμβάσεις, ενώ οι παρεμβαίνουσες, που είχαν ασκήσει παραδεκτές πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του αναιρεσείοντος σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κλητεύθηκαν για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, τους επιδόθηκε δε και αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθ.81§3, 82 ΚΠολΔ, βλ.
με αριθ....12-2-2015 και ...12-2-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Κ. αντίστοιχα), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση παρέστησαν, προκειμένου να ασκήσουν τις ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις.
ΙΙΙ.(Α) Σύμφωνα με το άρθ.14§2 ν.1264/1982 "Απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα: α)...β)...γ)...δ) να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση με οικονομικά ή με άλλα μέσα...", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθ.2 της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ.4205/1961 με αριθ.98 Διεθνούς Σύμβασης "περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως" (που ψηφίσθηκε στην Γενεύη το 1949 από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Εργασίας), "1.Αι οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών δέον να απολαύουν καταλλήλου προστασίας κατά πάσης πράξεως επεμβάσεως των μεν επί των δε είτε αμέσως είτε διά των οργάνων ή των μελών αυτών, εις την σύστασιν, λειτουργίαν ή διοίκησιν των οργανώσεων.2.Ιδία εξομοιούνται προς πράξεις επεμβάσεως εν τη εννοία του παρόντος άρθρου μέτρα τείνοντα να προκαλέσουν την δημιουργίαν εργατικών οργανώσεων δεσποζομένων υπό εργοδότου ή υπό ενώσεως εργοδοτών ή να υποστηρίξουν οργανώσεις εργαζομένων δι’ οικονομικών μέσων ή άλλως επί τω σκοπώ θέσεως των οργανώσεων τούτων υπό τον έλεγχον εργοδότου ή ενώσεως εργοδοτών", οι διατάξεις δε αυτές της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης ορίζουν γενικά τις περιπτώσεις επεμβάσεων των εργοδοτών στις εργατικές (συνδικαλιστικές) οργανώσεις (σύσταση, λειτουργία τους κλπ.), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται μέτρα που τείνουν στην υποστήριξη οργανώσεων εργαζομένων με οικονομικά μέσα για να τις θέσουν υπό τον έλεγχο των εργοδοτών.
Αντίστοιχα, με το άρθ.5§4 του αυτού ως άνω ν.1264/1982 ορίζεται ότι "Απαγορεύεται να δέχονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εισφορές και ενισχύσεις από εργοδότες ή οργανώσεις τους καθώς και από κομματικούς οργανισμούς ή άλλες πολιτικές οργανώσεις. Από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρούνται παροχές του εργοδότη για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν, ή, εφόσον υπάρχουν περισσότερες, ισομερώς σε όλες".
Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που ρυθμίζουν το επιτρεπτό των παροχών του εργοδότη από την πλευρά των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων, απαγορεύεται, καταρχήν, σ’ αυτές να δέχονται τέτοιες παροχές (κατ’ αντιστοιχία προς την θεσπιζομένη με το ως άνω άρθ.14§2 περ.δ’ απαγόρευση στους εργοδότες να προβαίνουν σε τέτοιες παροχές), κατ’ εξαίρεση δε αυτές επιτρέπονται για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής (πρωτοβάθμιας) συνδικαλιστικής οργάνωσης (στους οποίους περιλαμβάνονται πολιτιστικές, αθλητικές κλπ.
δραστηριότητες) και εφόσον είναι περισσότερες, ισομερώς προς όλες. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι με την διάταξη ειδικότερα του εδ. β’ της §4 του ως άνω άρθρου 5 δεν δημιουργείται νομική δέσμευση (υποχρέωση) του εργοδότη να προβαίνει στις παροχές αυτές, ούτε, επομένως, αντίστοιχη αγώγιμη αξίωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων ερειδομένη σ’ αυτήν, αλλά απλά προβλέπεται, κατ’ εξαίρεση της γενικής απαγόρευσης, ευχέρεια ή δυνατότητα του εργοδότη να προβαίνει σε τέτοιου είδους παροχές, εφόσον το επιθυμεί, και της συνδικαλιστικής οργάνωσης να δέχεται αυτές, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εξαναγκασθεί ο εργοδότης στην καταβολή των παροχών αυτών.
Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του άρθ.5§4 ν.1264/1982 ο εργοδότης είναι δυνατόν να εξαναγκασθεί σε τέτοιου είδους (κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενες από το νόμο) παροχές, μόνο με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τα άρθ.22§1 του Συντάγματος, 119 ΣυνΕΟΚ και 288 ΑΚ., εφόσον δηλ. χορηγούσε αυτές σε κάποιες από τις περισσότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων σ’ αυτόν, εξαιρώντας αυθαίρετα άλλες, ως οικειοθελείς στα πλαίσια επιχειρησιακής συνήθειας (πρακτικής που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτών στον χώρο μιας επιχείρησης, και στην περίπτωση των ως άνω παροχών από την μακροχρόνια χορήγησή τους σε συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων),η οποία (έχουσα ως προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο την οικειοθελή παροχή, την παροχή δηλ.
στην οποία προβαίνει ο εργοδότης χωρίς νομική δέσμευση) δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται την χορήγηση των παροχών αυτών, με ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση (αλλά και χωρίς επιφύλαξη) χορηγεί ανελλιπώς τέτοιες παροχές, η αποδοχή δε αυτών περιέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελεύθερα ανακλητής παροχής (πρβλ.
ΑΠ 226/2014) (Β) Εξάλλου και σε συνέχεια με τα παραπάνω, με το άρθ.21 ν.1837/1989 κυρώθηκε από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα η από 30.6.1989 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας (επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση υπό το καθεστώς του ν.1876/1990) των τραπεζοϋπαλλήλων, η οποία, επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου κατά τις κανονιστικές διατάξεις της (άρθ.22§2 του Συντάγματος, 2§§1 και 4 και 3§1 ν.3239/1955 και 7§1 ν.1876/1990, ΑΠ 178/2011), με το άρθρο 7 της οποίας ορίζεται ότι "Συμφωνείται ότι θα ενισχύονται οι πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις βάσει συγκεκριμένων προγραμμάτων, που θα υποβάλλουν οι σύλλογοι.
Η ενίσχυση θα χορηγείται μετά από σχετική συμφωνία των οικείων συλλόγων με τις διοικήσεις των τραπεζών". Με την κανονιστικού περιεχομένου και με ισχύ ουσιαστικού νόμου ως άνω διάταξη θεσμοθετήθηκε, ειδικά για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των τραπεζοϋπαλλήλων, υποχρέωση της εργοδότριας τράπεζας για την χρηματοδότηση των οργανώσεων αυτών προς εξυπηρέτηση αθλητικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων (υφισταμένης πλέον νομικής δέσμευσης της εργοδότριας τράπεζας για την καταβολή της συναφούς παροχής) και προσδιορίσθηκαν οι προϋποθέσεις της κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθ.5§4 ν.1264/1982 (που προβλέπει απλώς ευχέρεια, όπως προαναφέρθηκε, χορήγησης τέτοιων παροχών), οικονομικής ενίσχυσης των εκδηλώσεων αυτών (που υπάγονται στην γενικότερη έννοια των κοινωφελών σκοπών της τελευταίας διάταξης) και επομένως με βάση την διάταξη αυτή του άρθ.21 ν.1837/1989, με την οποία κυρώθηκε το άρθρο 7 της ως άνω ΣΣΕ, και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις, δηλ.
η υποβολή συγκεκριμένων προγραμμάτων τέτοιων εκδηλώσεων εκ μέρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων και σχετική συμφωνία της τράπεζας με αυτές, μπορεί η εργοδότρια τράπεζα σε περίπτωση άρνησής της να υποχρεωθεί στην καταβολή της παροχής, σε αντίθεση με την διάταξη του άρθ.5§4 ν.1264/1982, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρέχει βάση για αγώγιμη αξίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος επαγγελματικού σωματείου (με την οποία ζητούσε το μεν να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα οφείλει το δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει, κατ’ αναλογία του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών του κατά τα επίδικα έτη και των ποσών που καταβλήθηκαν στο έτερο σωματείο εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο σύμφωνα με το άρθ.5§4 ν.1264/1982, τα αναφερόμενα εκεί ποσά), με την προσβαλλομένη 1759/2012 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι το ενάγον αποτελεί νόμιμα συνεστημένη πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, το καταστατικό του οποίου, υπό την αρχική επωνυμία του "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης", μετά την νομότυπη έγκρισή του εγγράφηκε την 26-1-1981 στο ειδικό βιβλίο συνδικαλιστικών οργανώσεων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ότι εγγεγραμμένα μέλη αυτού ήσαν εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ, η οποία εξαγοράσθηκε και στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, μετά δε την συγχώνευσή τους οι ως άνω τράπεζες λειτουργούν από 21-6-2000 πλέον ως ενιαία επιχείρηση, ενώ μετά την κατά τα άνω συγχώνευση και την τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου, συμπεριλαμβανομένης και της επωνυμίας του, εγκριθείσα με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και καταχωρισθείσα στα οικεία βιβλία του ως άνω δικαστηρίου την 23-8-2000, μπορούν να εγγράφονται ως μέλη του ενάγοντος όλοι οι εργαζόμενοι στην ενιαία πλέον ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ότι την 30-6-1988 καταρτίσθηκε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δημοσιευθείσα στην ΕτΚ την 23-3-1989 (τ.
Α’ 85), μεταξύ της ΟΤΟΕ και 38 τραπεζών, στις οποίες περιλαμβάνονταν η ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ και η εναγομένη τράπεζα, ότι με την κανονιστικού περιεχομένου διάταξη του άρθ.7 της παραπάνω ΣΣΕ συμφωνήθηκε με ισχύ ουσιαστικού νόμου "Συμφωνείται ότι θα ενισχύονται οι πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις βάσει συγκεκριμένων προγραμμάτων, που θα υποβάλλουν οι σύλλογοι.
Η ενίσχυση θα χορηγείται μετά από σχετική συμφωνία των οικείων συλλόγων με τις διοικήσεις των τραπεζών", ότι σε εκτέλεση της κλαδικής αυτής ΣΣΕ το ενάγον σωματείο επιχορηγείτο επί σειρά ετών και δη από το έτος 1989, μετά την έναρξη της ισχύος της παραπάνω ΣΣΕ, μέχρι το έτος 1998, από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ, βάσει διμερών συμφωνιών και επιχειρησιακών ΣΣΕ, με σημαντικά ποσά και ανέπτυξε, με τις επιχορηγήσεις αυτές, κατά το παρελθόν σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και αθλητική δράση, κατά τα λεπτομερώς στην αναιρεσιβαλλομένη εκτιθέμενα, ότι έκτοτε, δηλ.
από το έτος 1989 μέχρι το 2006, η εναγομένη αρνήθηκε να ενισχύσει οικονομικά τις αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες του ενάγοντος, παρά την κατ’ επανάληψη υποβολή σχετικών υπομνημάτων απ’ αυτό αρχικά προς την διοίκηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ για τα έτη 1999 και 2000 και κατόπιν, μετά την συγχώνευση των τραπεζών, προς την διοίκηση της εναγομένης τράπεζας, ενώ, αντίθετα, κατά τα ίδια έτη η εναγομένη ενίσχυσε οικονομικά την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς" (πρώην Σύλλογος Υπαλλήλων Τράπεζας Πειραιώς"), που δραστηριοποιείται συνδικαλιστικά στην ίδια επιχείρηση, ειδικότερα δε κατά τα επίδικα έτη 2004, 2005 και 2006, με το συνολικό ποσό των 280.000€, για την πραγματοποίηση αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, ότι δεν προέκυψε ότι το ενάγον σωματείο υπέβαλε, για κάθε ένα από τα ως άνω έτη, προς την εναγομένη τράπεζα συγκεκριμένα προγράμματα αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, που σκοπούσε να εκτελέσει, προϋπόθεση που έπρεπε απαραίτητα να συντρέξει για την χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης από την τράπεζα προς το ενάγον για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη της από 30-6-1988 ΣΣΕ, η οποία, υλοποιώντας την ρύθμιση του άρθ.5§4 ν.1264/1982, προσδιορίζει τις προϋποθέσεις της κατ’ εξαίρεση οικονομικής ενίσχυσης των αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων των συνδικαλιστικών οργανώσεων των τραπεζοϋπαλλήλων, ενώ εξάλλου και το ίδιο το ενάγον συνομολογεί ότι δεν υπέβαλε τέτοια προγράμματα και δεν επικαλείται συγκεκριμένες αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, που θα πραγματοποιούνταν απ’ αυτό κατά τα επίδικα έτη και θα καλύπτονταν οικονομικά από την ζητουμένη επιχορήγηση της εναγομένης, και ότι έτσι δεν προέκυψε ότι οι διεκδικούμενες με την αγωγή παροχές θα εξυπηρετούσαν πράγματι κοινωφελείς σκοπούς, ώστε να βρίσκει έρεισμα από ουσιαστική άποψη η διωκομένη οικονομική ενίσχυση του ενάγοντος, όπως απαιτεί ο νόμος, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί, με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες (τις οποίες αντικατάστησε) επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο (1) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθ.21 ν.1837/1989 που ήταν πράγματι εφαρμοστέες, αφού σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι τιθέμενες απ’ αυτές προϋποθέσεις για την επιδίκαση των ενδίκων αξιώσεων, λόγω μη υποβολής ειδικότερα εκ μέρους του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη προγραμμάτων αθλητικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων που επρόκειτο να πραγματοποιήσει (2) ουδόλως παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις (α) του άρθ.5§4 ν.1264/1982, αφού αυτές δεν θεμελιώνουν (αυτοτελώς) αγώγιμη αξίωση για τις επίδικες παροχές, ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, η διωκομένη επιχορήγηση δεν είχε λάβει τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής, με την έννοια και τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, αφού η αναιρεσίβλητη ουδέποτε είχε καταβάλει αυτήν πριν την ισχύ της πιο πάνω διάταξης του άρθ.21 του ν.1837/1989 (ώστε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής στην κρινομένη υπόθεση των διατάξεων των άρθ.22§2 του Συντάγματος, 119 ΣυνθΕΟΚ και 288 ΑΚ) (β) του άρθ.2§2 της ως άνω με αριθ.98 Διεθνούς Σύμβασης, που αναφέρεται γενικά και χωρίς εξειδίκευση στις πράξεις επέμβασης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων (στις οποίες περιλαμβάνονται μέτρα τείνοντα στην υποστήριξη οργανώσεων εργαζομένων με οικονομικά μέσα με σκοπό να τεθούν υπό τον έλεγχο του εργοδότη κλπ.) και (γ) του άρθ.23§1 του Συντάγματος, το οποίο απλά αναφέρεται κατά τρόπο γενικό στην λήψη από το Κράτος των προσηκόντων μέτρων για την διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, τέλος δε διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής ή μη των παραπάνω διατάξεων και επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και οι τρεις λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ.
Ως προς την περιεχομένη στον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι "...το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέλαβε τη συγκεκριμένη ατελή συμφωνία, η οποία εμπεριέχεται στην κυρωθείσα ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας (ενν. το άρθ.7 της από 30-6-1988 ΕΣΣΕ)...ως νομική βάση της κρινόμενης αγωγής" του, ενώ, επάγεται στην συνέχεια, ποτέ δεν βάσισε την αγωγή του σ’ αυτήν, αλλά, όπως σε όλο το αναιρετήριο εκτίθεται, στην διάταξη του άρθ.5§4 ν.1264/1982, πρέπει να επισημανθεί, ότι σύμφωνα με τα άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας επίδικης έννομης σχέσης και η υπαγωγή των συναφών πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων και δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν οι διάδικοι (πρβλ.
ΠλΟλΑΠ 7/2011).
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2013 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" για αναίρεση της 1759/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ