Supreme Court dismisses appeal on auction stay, ruling procedural errors do not invalidate execution acts without proven prejudice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision regarding a public auction stay. The appellant argued for a stay of execution, but the court found that procedural errors regarding evidence did not cause legal prejudice to the judgment's outcome. Consequently, the court ruled that the execution acts remained valid and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1000 C.P.D.; Art. 159 et seq. C.P.D.: A stay of auction execution does not automatically invalidate subsequent acts; annulment requires proof of prejudice under general provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 856/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ε. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Βαβούρη και Γεώργιο Ιακωβίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 27/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1000 ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση του καθ' ού η εκτέλεση το δικαστήριο του άρθρου 933 δικάζοντας κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. μπορεί να αναστείλει την διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού υπό τις διαγραφόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις. Από την γνωστοποίηση της αναστολής απαγορεύεται οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη της προδικασίας (αν δεν έχει αρχίσει) και της κύριας διαδικασίας (αν έχει αρχίσει) του πλειστηριασμού.
Η τύχη των τυχόν διαδικαστικών πράξεων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής και γενικώς οι συνέπειες της παραβιάσεως της αποφάσεως δεν προσδιορίζονται από το άρθρο 1000 του ΚΠολΔ, το οποίο δεν απειλεί ακυρότητα των σχετικών πράξεων της εκτελέσεως του πλειστηριασμού που διενεργήθηκαν κατά την χορηγηθείσα αναστολή.
Ακυρότητα των εν λόγω πράξεων επέρχεται μόνο με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του προτείνοντος την ακυρότητα κατ' εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 159 επ. ΚΠολΔ. Η ως άνω αναστολή έχει ως αντικείμενο μόνο τον πλειστηριασμό και όχι γενικώς την όλη διαδικασία της εκτελέσεως, δηλαδή, κατά την διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να διενεργηθεί εγκύρως ο πλειστηριασμός.
Επιτρέπεται, όμως, να εκδοθεί επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, η ημέρα όμως διεξαγωγής του πλειστηριασμού θα πρέπει να ορισθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας αναστολής. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-9-2011 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθούν η υπ' αριθ. .../5-7-2011 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς …, οι υπ' αριθ. 20/2008 και 23/2008 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς ως εκτελεστοί τίτλοι, και η υπ' αριθ. .../2008 έκθεση κατασχέσεως ακινήτου του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν (ανακοπή) λόγους.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, τον οποίο επανέφερε με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε, ότι ο καθ' ού η ανακοπή την 15-7-2011 προέβη σε κοινοποίηση της υπ' αριθ. .../5-7-2011 επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως με την οποία ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου η 5-10-2011, μολονότι με την υπ' αριθ. 260/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς είχε ανασταλεί, κατ' άρθρο 1000 ΚΠολΔ, η διαδικασία του πλειστηριασμού του ακινήτου μέχρι την 30-9-2011.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού με την ως άνω επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως ορίσθηκε μετά την λήξη (την 30-9-2011) της προθεσμίας αναστολής του πλειστηριασμού.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1000 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης, αφενός μεν η ως άνω αναστολή έχει ως αντικείμενο μόνο τον πλειστηριασμό και όχι γενικώς την όλη διαδικασία της εκτελέσεως, δηλαδή, κατά την διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να διενεργηθεί εγκύρως ο πλειστηριασμός, οι δε τυχόν διαδικαστικές πράξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής, επέρχεται μόνο με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του προτείνοντος την ακυρότητα, αφετέρου δε ήταν επιτρεπτή κατά τη διάρκεια της αναστολής του πλειστηριασμού η κοινοποίηση της άνω επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως, αφού η διεξαγωγή του πλειστηριασμού ορίσθηκε μετά την λήξη της προθεσμίας αναστολής του πλειστηριασμού.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη και άκυρη την ως άνω διαδικαστική πράξη εκτελέσεως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες έκρινε ότι ο άνω επαναληπτικός πλειστηριασμός ορίστηκε μετά τη λήξη της ανατολής της διαδικασίας του πλειστηριασμού και επομένως δεν χωρεί ακυρότητα ή απαράδεκτο της πράξης κοινοποίησης της προρρηθείσης επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια αναστολής του πλειστηριασμού, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου τον σχετικό (πρώτο) λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον ο λόγος αυτός της ανακοπής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως μη νόμιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση, Έννοµη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννoµες συνέπειες.
Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασµένου, µετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση µη ασκήσεως ανακοπής, µετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003). Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασµένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσµατά της µε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν µπορεί πλέον να αµφισβητηθεί ούτε και µε ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η µε αυτή βεβαιούµενη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 παρ. 2 εδ.
τελευταίο, δεδικασµένο, που κατά τις συνδυασµένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε µεταγενέστερη δίκη που αφορά το κύρος της εκτελέσεως λόγων ανακοπής που αν και ήσαν γεννηµένοι και µπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν µε µία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωµής (Ολ.ΑΠ 30/1987).
Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωµής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόµο να παραγάγει δεδικασµένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασµένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισµα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννοµη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόµου (ΑΠ 53/2004).
Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασµένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που µπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωµα που µπορεί να ασκηθεί και µε κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασµένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νοµικής τους θεµελίωσης.
Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονοµικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγµατικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγµατικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωµα του εναγοµένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ` ουσία βάσιµο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασµένο. Καλύπτονται επίσης οι κατά του προδικαστικού ζητήµατος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτηµα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωµα (κύριο ζήτηµα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννοµης σχέσης ή στην έκταση της εξ αυτής ευθύνης.
Η µη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασµένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούµενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούµενα για την θεµελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 1017/2001). Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασµένο, ανήκει και η καταχρηστική διακωλυτική ένσταση ότι η δικαιοπραξία αντιβαίνει εν όλω ή εν µέρει σε απαγορευτική διάταξη νόµου και για το λόγο αυτό είναι άκυρη, σύµφωνα µε τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 1397/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 21, 22 και 28 του Ν 5960/1933 συνάγεται ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι ο ενάγων δικαιούχος από τραπεζική επιταγή δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη νόμιμης και έγκυρης αιτίας για την οποία εκδόθηκε ο τίτλος αυτός, αλλά ο εναγόμενος προς πληρωμή του διαλαμβανομένου σε αυτήν χρηματικού ποσού μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από την επιταγή, μπορεί να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης της επιταγής, καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης, βαρυνόμενος με την απόδειξή τους, ώστε να αποφύγει την πληρωμή και με βάση τις αρχές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ.
του ΑΚ, βλ. ΑΠ 651/2011, 1512/2006, ΑΠ 1128/1994). Ο ισχυρισμός περί αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ θεμελιώνει κατά κανόνα αγωγή για απόδοση της ωφέλειας, μπορεί όμως να θεμελιώσει και σχετική ένσταση όταν ο πλουτισμός συνίσταται σε απαίτηση που γεννήθηκε από αναιτιώδη δικαιοπραξία. Η εν λόγω ένσταση είναι γνήσια, διότι στηρίζεται στο δικαίωμα του οφειλέτη να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής επικαλούμενος την έλλειψη νόμιμης αιτίας της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η ενοχική υποχρέωση και αυτοτελής, διότι το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζεται εκδηλώνεται μόνο υπό μορφή άμυνας προς απόκρουση του δικαιώματος του δανειστή και δεν εξαρτάται από άλλο δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, τον οποίο επανέφερε νομίμως με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. .../2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ. Γκολομπία φέρεται να του μεταβιβάζονται από τον καθ' ού με αιτία την πώληση 99,20 τ.μ.
ισογείου καταστήματος αντί τιμήματος 72.941 ευρώ, το οποίο εξόφλησε. Ότι ο καθ' ού ανέλαβε περαιτέρω την υποχρέωση, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα, αντί τιμήματος, έναν επί πλέον χώρο, συνολικού εμβαδού 120,80 τ.μ. και προς εκτέλεση των συμφωνηθέντων αυτός εξέδωσε (επ' ονόματι της Ο.Ε.
με την επωνυμία "…", της οποίας είναι ομόρρυθμο μέλος), μεταξύ άλλων και τέσσερις επιταγές τις οποίες παρέδωσε στον καθ' ού και ότι μολονότι ο τελευταίος δεν εκπλήρωσε την άνω υποχρέωσή του, της παράδοσης του επί πλέον χώρου, εμφάνισε τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή ακολούθως δε αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση των προσβαλλόμενων υπ' αριθ. 20/2008 και 23/2008 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, κατά των οποίων άσκησε ανακοπή, προβάλλοντας την ένσταση περί μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ).
Ότι επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 73/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, το οποίο έκανε δεκτή την άνω ανακοπή και ακύρωσε τις προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής. Ότι, κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από τον καθού κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 158/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε τελεσίδικα την εν λόγω ανακοπή, καθώς έκρινε, ότι η άνω συμφωνία μεταβίβασης των επί πλέον 120,80 τ.μ.
από τον καθ' ού δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και είναι απολύτως άκυρη, ώστε απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι και η ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, επικυρώνοντας, έτσι, τις ανωτέρω διαταγές πληρωμής. Και ότι, αφού η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ελλείψει συμβολαιογραφικού τύπου, τότε οι τέσσερις τραπεζικές επιταγές που ενσωματώνουν συνολικά το ποσό των 130.000 ευρώ που είναι το ανεξόφλητο τίμημα της άκυρης ανωτέρω συμβάσεως, δεν μπορούν να εισπραχθούν, αφού αντιπροσωπεύουν τίμημα συμβάσεως άκυρης, που δεν γεννά υποχρέωση καταβολής του αλλά αντίθετα, γεννά υποχρέωση του καθ' ού η ανακοπή να του επιστρέψει τις επιταγές αυτές και κάθε άλλη καταβολή, η αξίωσή του δε αυτή θα μπορούσε να επιδιωχθεί με καταψηφιστική αγωγή βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, περί αναζητήσεως των ακύρως και αχρεωστήτως καταβληθέντων, ελλείψει νομίμου τύπου και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω εφετειακής αποφάσεως.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, ζήτησε να ακυρωθούν οι προαναφερόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και οι υπ' αριθ. 20 και 23/2008 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, οι οποίες αποτελούν τους εκτελεστούς τίτλους, βάσει των οποίων επισπεύδεται από τον καθ' ού η ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση.
Το Εφετείο δικάζοντας την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσειόντος, απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο, δεχόµενο, όπως και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, που απέρριψε την ανακοπή, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο ανακοπής συνιστά γνήσια ένσταση, διότι στηρίζεται στο δικαίωμα του οφειλέτη (ανακόπτοντος) να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, επικαλούμενος την έλλειψη νόμιμης αιτίας της δικαιοπραξίας (πώλησης) από την οποία απορρέει η ενοχική του υποχρέωση, και είναι αυτοτελής διότι το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζεται εκδηλώνεται μόνο υπό μορφή άμυνας προς απόκρουση του δικαιώματος του δανειστή και δεν εξαρτάται από άλλο δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με αγωγή.
Η εν λόγω γνήσια και αυτοτελής ένσταση μολονότι μπορούσε να προταθεί στην ως άνω δίκη, αφού τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούσαν ήδη υφίσταντο, δεν προτάθηκε και συνεπώς καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 158/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερµήνευσε και εφάρµοσε τις διατάξεις των άρθρων 321 επ., 330 ΚΠολΔ και εποµένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθµούς 1 και 16 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ µε τους οποίους προβάλλονται οι πληµµέλειες, πως το Εφετείο κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, και παρά το νόµο δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασµένο από την άνω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση, είναι αβάσιµος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο για πλημμέλεια που συνδέεται με παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου εμπίπτει και η απόρριψη υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας ως απαράδεκτης την κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 525 παρ. 2 και 526 εδ. 1 ΚΠολΔ, λόγω μεταβολής στην κατ' έφεση δίκη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής ή της βάσεως αυτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι γεννημένοι, σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτελέσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον ασκήθηκε ανακοπή εναντίον ορισμένης πράξεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, πρέπει με το δικόγραφο αυτής ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων να προταθούν όλοι οι λόγοι που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν.
Και αν υπάρχει προθεσμία κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής δεν είναι δυνατόν να προταθούν οι λόγοι, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή. Και σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, κατά την οποία τίθεται θέμα κύρους ορισμένης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ήδη ανακοπή, δεν μπορούν να προταθούν νέοι λόγοι ακυρότητας (Μπρίνιας:
Αναγκ. Εκτελ. Β` έκδ. κάτω από το άρθρο 935, παρ. 172-174, σελ. 478 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη έφεση, με τον τρίτο λόγο αυτής, παραπονούμενος ο αναιρεσείων για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του τρίτου λόγου της ανακοπής του, στον οποίο περιέχεται η αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη ένσταση, προέβαλλε την αιτίαση ότι "η ανωτέρω ένσταση, που είναι λόγος έφεσης και ανακοπής, είναι γνήσια μη αυτοτελής ένσταση μη καλυπτόμενη από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 158/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας....., δεδομένου ότι η ένσταση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είχε αίτημα την καταδίκη του εφεσίβλητου φερόμενου ως δανειστή σε δήλωση βουλήσεως περί αφέσεως του χρέους που γεννήθηκε από τις αφηρημένες συμβάσεις εκδόσεως των άνω τραπεζικών επιταγών που αποτέλεσαν την αιτία έκδοσης των ανακοπτομένων διαταγών πληρωμής ως τίτλων προς εκτέλεση".
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός προβαλλόμενος το πρώτον με τον λόγο έφεσης, συνιστά υποβολή νέας αιτήσεως και ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, αφού στο δικόγραφο της τελευταίας, όπως από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτού προκύπτει, δεν περιλαμβάνεται αίτημα για την καταδίκη του καθού σε δήλωση βουλήσεως περί αφέσεως χρέους, ούτε και σχετικός λόγος ανακοπής με το παραπάνω περιεχόμενο, ώστε ο ισχυρισμός αυτός να είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 525, 526 και 935 του ΚΠολΔ.
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτο, με τις ίδιες αιτιολογίες, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς μόνο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 1150/93). Έτσι, επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (Ολ.
ΑΠ 25/2003), και θ` απορριφθούν για τον λόγο αυτό, κατά το μέρος που απευθύνονται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 13/1995, 25/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και αναφέρονται στην τρίτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο δέχθηκε με την πρώτη κύρια αιτιολογία του, ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο ανακοπής συνιστά γνήσια ένσταση, διότι στηρίζεται στο δικαίωμα του οφειλέτη (ανακόπτοντος) να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, επικαλούμενος την έλλειψη νόμιμης αιτίας της δικαιοπραξίας (πώλησης) από την οποία απορρέει η ενοχική του υποχρέωση, και είναι αυτοτελής διότι το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζεται εκδηλώνεται μόνο υπό μορφή άμυνας προς απόκρουση του δικαιώματος του δανειστή και δεν εξαρτάται από άλλο δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με αγωγή.
Ακολούθως δε δέχθηκε, ότι η άνω ένσταση του ανακόπτοντος είναι γνήσια και αυτοτελής, μολονότι δε μπορούσε να προταθεί στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 158/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αφού τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούσαν ήδη υφίσταντο, δεν προτάθηκε και συνεπώς καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω εφετειακή απόφαση, απορρίπτοντας κατόπιν αυτού το σχετικό λόγο της ανακοπής, ως απαράδεκτο.
Εν συνεχεία, με επάλληλη αιτιολογία του δέχθηκε, ότι και υπό την εκδοχή ότι η ως άνω ένσταση, που προβάλλεται με τον άνω λόγο ανακοπής, είναι γνήσια και μη αυτοτελής και συνεπώς δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ο σχετικός ισχυρισμός του ανακόπτοντος και πάλι θα ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι από τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι και τις νομίμως ληφθείσες μετά από κλήτευση του ανακόπτοντος υπ' αριθ. 21515 και 21516/2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ.Γκολομπία, αποδεικνύεται ότι οι ως άνω επιταγές, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι πληττόμενες διαταγές πληρωμής ενσωματώνουν μέρος του τιμήματος του πωληθέντος προς αυτόν ισογείου καταστήματος, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθ. .../2004 συμβολαίου αγοράς, το πραγματικό τίμημα του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 440.000 ευρώ (και όχι των 72.941 ευρώ, που εικονικώς αναγράφεται στο συμβόλαιο), γεγονός συνομολογούμενο και από τον ανακόπτοντα, ενόψει της θέσεώς του (βρίσκεται στο κέντρο της πόλεως, έχει πρόσοψη στην οδό … και μέσω πυλωτής και στην οδό …, που είναι ο "ακριβότερος δρόμος" της …).
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλήττεται ανεπιτυχώς (ήδη ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 16 ΚΠολΔ απορρίφθηκε ως αβάσιμος), ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, που πλήττει, την ως άνω δεύτερη επικουρική αιτιολογία, για πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για τη μη λήψη αποδεικτικών μέσων που προσεκόμισε με επίκληση, τη λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενων αποδεικτικών μέσων και τη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν, καθώς και σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 06-09-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-09-2013 αίτηση του Α. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ