Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal decision on property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's ruling in a property ownership dispute. The Court of Appeal had found the plaintiff to be the owner of a specific land parcel based on proven acts of possession, while rejecting the State's claim regarding another area. The Supreme Court upheld this decision, citing the lower court's clear reasoning and the lack of evidence supporting the State's contrary position.
Legislator headnote
AI generatedArt. 12 para. 2 of Law 2298/1995; Art. 42 of Law 2721/1999: An appeal is inadmissible if the authorized legal representative fails to submit a certified positive opinion within three months, and the Court of Appeal's decision must be upheld if it is based on clear facts and sufficient evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 856/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με έδρα την Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ
Του αναιρεσίβλητου:........, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μαυραγάνη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως προκειμένου ο Δήμος Στειρών ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Δημοσίου. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/1998 μη οριστική, 204/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5634/2001, 8320/2002 μη οριστικές, 7455/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 8320/2002 και 7455/2003 αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-1-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 25-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-1-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση των 7455/2003 και 8320/2002 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, το κατά την επομένη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και το βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου.
Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται.
Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν πρόσθετους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση στο φάκελο της δικογραφίας υπάρχει η 132/2005 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατατέθηκε αρμοδίως.
Με τη γνωμοδότηση αυτή το αρμόδιο Τμήμα του Ν.Σ.Κ., μετά από έρευνα των τριών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των 8320/2000 και 7455/2003 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, καταλήγει ομοφώνως στο ότι η "ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς, οι δεν προβαλλόμενοι με αυτή λόγοι εκτιμώνται ως παραδεκτοί και βάσιμοι, ο πρώτος κύριος λόγος (στοιχ.
ΙΙ αιτήσεως) και ο πρώτος επικουρικά προβαλλόμενος λόγος (στοιχ. ΙΙΙ Α΄ αιτήσεως), σε αντίθεση με τον με στοιχ. ΙΙΙ Β΄ δεύτερο επικουρικά προβαλλόμενο λόγο που είναι απαράδεκτος".Συνεπώς, θα ερευνηθούν περαιτέρω μόνο οι με στοιχεία ΙΙ και ΙΙΙ Α΄ λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, διότι ο με στοιχ. ΙΙΙ Β΄ λόγος είναι απορριπτέος, κατά τα προαναφερόμενα, ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Επειδή, για το ορισμένο του, από τον αριθ. 8 περ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός ποιά ήταν τα "πράγματα", που δεν προτάθηκαν και παρά ταύτα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και αφετέρου ποιά επίδραση άσκησαν τα "πράγματα" αυτά στην έκβαση της δίκης. Στην κρινομένη υπόθεση το αναιρεσείον, με τον πρώτο (με αριθ.
ΙΙ) λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ), διότι "έταξε συμπληρωματικές αποδείξεις για χρησικτησία του επιδίκου από τον Χ1 κατά το χρονικό διάστημα 1874-1938, χωρίς ειδικό παράπονο (λόγο εφέσεως) του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η αγωγή είχε κριθεί μη νόμιμη για το ανωτέρω διάστημα (1874-1938) με την 412/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτόν ποιά επίδραση άσκησαν τα ανωτέρω "πράγματα" στην έκβαση της προκειμένης δίκης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως κατ'ουσία αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της 412/1998 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και του δικογράφου της, από 1-7-2000, εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 204/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, προκύπτει αφενός μεν ότι η παραπάνω προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (412/1998) δεν περιέχει διάταξη για μερική απόρριψη της, από 3-6-1997, αγωγής και αφετέρου ότι ο αναιρεσίβλητος, με την προαναφερόμενη έφεσή του, ζήτησε την "εξαφάνιση της 204/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, επί τω τέλει όπως γίνει καθολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του" και συνεπώς προσέβαλε, κατ΄ άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ, και την πιο πάνω 412/1998 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Επειδή, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικώς με τα αναφερόμενα στο δεύτερο (με στοιχ. ΙΙΙ Α΄) λόγο της κρινομένης αιτήσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 375.000 μ2 και κατά νεότερη καταμέτρηση 470.638 μ2... βρίσκεται στη θέση .... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ....και συνορεύει ...
Η μορφή του ακινήτου αυτού δεν είναι ομοιόμορφη.... Για το λόγο αυτό ο πραγματογνώμονας διακρίνει την όλη έκταση σε τρεις κατηγορίες... "Α΄" συνολικού εμβαδού 279.127 μ2, που εκπροσωπεί έκταση γεωργικού και αγροτικού χαρακτήρα, "Β΄" συνολικού εμβαδού 168.203 μ2 που εκτιμάται ως βοσκότοπος και "Γ΄" εμβαδού 23.208 μ2, που εκπροσωπεί έκταση πυκνότερης βλαστήσεως με νανώδη και ποώδη φυτά.
Την έκταση αυτή, συνολικού εμβαδού 447.230 μ2, πλην του τμήματος των 23.308 μ2, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της όλης εκτάσεως... κατείχε ο Χ1 από το 1874, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι του ανήκει, ασκώντας σ'αυτήν κάθε πράξη νομής ή κατοχής που αρμόζουν στον κύριο, και ειδικότερα επέβλεπε και επιτηρούσε αυτή, καλλιεργούσε το προς τη θάλασσα τμήμα αυτής με διάφορα δημητριακά, όπως βρώμη, κριθάρι, βίκο, αλλά και με κουκιά ή τριφύλλι, αποκομίζοντας τους καρπούς, είτε αυτοπροσώπως είτε με βοηθούς του ή ακόμη και εκμισθώνοντας τούτο σε τρίτους, το δε μη εύφορο τμήμα αυτής εκμίσθωνε σε βοσκούς της περιοχής για τη βόσκηση των αιγοπροβάτων τους...
Και από τα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι η επίδικη έκταση ήταν και είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, γεωργική και αγροτική έκταση και κατά το ελάχιστο βοσκότοπος και δεν είναι ούτε δάσος ούτε δασική έκταση, ούτε αποτελεί οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, αφού δεν υπάρχει σ' αυτήν ούτε ένα πεύκο, παρά μόνο ελαιόδενδρα...
Οι νόμιμες - και παραδεκτός προβληθείσες - ενστάσεις του Δημοσίου πρέπει να απορριφθούν διότι τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ειδικότερα, το ακίνητο αυτό, όπως και όλη η Εύβοια, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση, όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβερνήσεως, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο, με εξαίρεση το βορειονατολικό τμήμα του, για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά παρακάτω, δεν ήταν κατά τον πριν το έτος 1836 χρόνο δάσος, ούτε δασική έκταση, αφού δεν καλυπτόταν ολικά ή κατά ένα μέρος από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, προορισμός των οποίων ήταν η παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων...
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η υπόλοιπη έκταση των 447.230 μ2, αποτελούσε, κατά τον πριν το έτος 1833 χρόνο, βοσκότοπο ή λιβάδι, ούτε ήταν αδέσποτη πριν από το έτος 1837, αφού κάτι τέτοιο δεν υποστήριξαν ούτε οι μάρτυρες του Δημοσίου, ενώ και από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν, δεν προκύπτει τίποτε συγκεκριμένο για τη μορφή της εκτάσεως αυτής κατά τα πρώτα μετά την απελευθέρωση έτη.
Κατά το έτος 1938 ο Χ1 μεταβίβασε την επίδικη έκταση, πλην του τμήματος των 23.308 μ2, στον πατέρα του εκκαλούντος Χ2, ο οποίος κατείχε ήδη από το έτος 1936 το ακίνητο τούτο ως μισθωτής, αφού ο Χ1 δεν μπορούσε πλέον, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του να το καλλιεργεί ο ίδιος. Ειδικότερα, το 1938 στο μικρό καφενείο-παντοπωλείο του χωριού, ιδιοκτησίας ........, ο Χ2 αγόρασε το κτήμα τούτο αντί τιμήματος 46.000 δρχ.
ισόποσου με 50 χρυσές λίρες Αγγλίας. Η συμφωνία καταρτίσθηκε ατύπως... Έκτοτε και ο Χ2 κατείχε το ακίνητο τούτο με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριος, ασκώντας σ'αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στον κύριο, και ειδικότερα καλλιεργούσε αυτό κατά το πεδινό και ημιπεδικό τμήμα αυτού με δημητριακά, όπως βίκο, κριθάρι, με κουκιά, μεγάλο δε τμήμα τούτου και με τριφύλλι, το οποίο χρησιμοποιούσε ως ζωοτροφή για τα ζώα, που έβοσκε ο ίδιος στο ορεινότερο και βουνώδες τμήμα αυτού, ενώ παράλληλα επέβλεπε και επιτηρούσε αυτό από τυχόν επεμβάσεις τρίτων.
Πέραν τούτου ο Χ2, κατά το έτος 1942, κατασκεύασε μέσα στο ακίνητο, που αγόρασε από τον Χ1 και κατά το βορειονατατολικό τμήμα αυτού ασβεστοκάμινο και περίπου στο μέσο του όλου κτήματος δύο λιθόκτιστες ποιμενικές καλύβες, καθώς και μία ακόμη προς τα δυτικά και σε μικρή σχετικά απόσταση από τη θάλασσα. Στη μία μάλιστα από τις καλύβες αυτές ύστερα από σχετική μετασκευή, εγκαταστάθηκε ένα έτος αργότερα και ο ίδιος μαζί με την πολυμελή οικογένειά του, όταν οι Γερμανοί, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πυρπόλησαν και έκαψαν το σπίτι του στον .....
Εξάλλου, για την εξυπηρέτηση του ακινήτου αυτού, και ειδικότερα για την ευκολότερη επικοινωνία και πρόσβαση στα διάφορα τμήματά του ο Χ2 διάνοιξε δρόμο. Ο δρόμος αυτός ξεκινούσε από το μέσον περίπου της βορειοανατολικής πλευράς, διερχόταν πολύ κοντά από την ασβεστοκάμινο και στη συνέχεια, με κατεύθυνση προς τα νοτιοδυτικά, παράλληλα σχεδόν προς τη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, κατέληγε σε μικρή σχετικά απόσταση από το νοτιοδυτικό άκρο του επιδίκου.
Πέραν τούτου, για την οριοθέτηση του ακινήτου του ο πατέρας του εκκαλούντος κατασκεύασε βορειοανατολικά και νοτιοδυτικά της επίδικης εκτάσεως διαχωριστικούς μανδρότοιχους από ξερολιθιά, που υπάρχουν ακόμη και σήμερα, όπως και τα θεμέλια από τις λιθόκτιστες καλύβες... Στο σπίτι αυτό έζησε ο Χ2 για αρκετά έτη, εωσότου το έτος 1979 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον εκκαλούντα-ενάγοντα, που είναι γιός του, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν τόσο αυτός όσο και ο εκκαλών από κανένα, και ειδικότερα από τα όργανα του οικείου Δασαρχείου, αφού ούτε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής εκδόθηκε σε βάρος τους, σε αντίθεση με άλλους κατοίκους όμορων θέσεων στην ίδια περιοχή, ούτε και άσκησαν μήνυση ή αγωγή σε βάρος του εκκαλούντος ή των δικαιοπαρόχων του, παρά το ότι ο εκκαλών, από το 1995, δηλώνει το ακίνητο τούτο στο σχετικό φορολογικό έντυπο "Ε9" για την ακίνητη περιουσία των Ελλήνων φορολογουμένων, ως αγροτεμάχιο στη θέση ....., με έκταση 350 στρεμμάτων, που ανήκει σ'αυτόν κατά πλήρη κυριότητα.
Αντιθέτως προς τις ενέργειες αυτές του εκκαλούντος το Ελληνικό Δημόσιο όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό του οικείου Υποθηκοφυλακείου.... με ημερομηνία 5-2-1998, δεν έχει περιλάβει το επίδικο ακίνητο στη μερίδα, που τηρείται για λογαριασμό του, στο εν λόγω Υποθηκοφυλακείο, παρά το ότι στη μερίδα αυτή περιλαμβάνονται ακίνητα, που βρίσκονται σε άλλα σημεία της ίδιας περιοχής, και μάλιστα ακίνητα, στα οποία καθορίζεται ο αιγιαλός και η παραλία .....
Τέλος, ο εκκαλών προστάτευε το ακίνητο τούτο από τυχόν επεμβάσεις ή αμφισβητήσεις τρίτων. Ειδικότερα, κατόπιν αναγνωριστικών αγωγών του εκκαλούντος εναντίον αμφισβητούντων την ιδιοκτησία του εκδόθηκαν οι 510/1995 και 267/1996 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε αυτός κύριος εκτάσεων 25 και 350 στρεμμάτων, αντίστοιχα στη θέση ...
της Κοινότητας ..... Και ισχυρίζεται βεβαίως το εφεσίβλητο, ως απόδειξη των διακατοχικών πράξεων, που ασκούσε στο επίδικο, ότι η Διεύθυνση Δασών Νομού Εύβοιας, ύστερα από σχετική αίτηση της τότε Κοινότητας ...., ενέκρινε τη διάνοιξη δρόμου διαμέσου του επιδίκου κτήματος, ο οποίος και διανοίχθηκε το 1997, πλην όμως, όπως προκύπτει από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, ο δρόμος αυτός διέρχεται όχι μέσα από το επίδικο αλλά στο ύψος του χειμερίου κύματος και σε έκταση, που δεν διεκδικείται από τον εκκαλούντα, βαίνοντας σχεδόν παράλληλα προς το δρόμο, που είχε διανοίξει ο Χ2 κατά τη διάρκεια της Κατοχής προς εξυπηρέτηση του κτήματος, και ειδικότερα της ασβεστοκαμίνου και των λοιπών κτισμάτων του.
Εξάλλου, και η 374/16-2-1996 απόφαση της ίδιας Υπηρεσίας, με την οποία παραχωρήθηκε κατά χρήση στο Πολεμικό Ναυτικό τμήμα του επιδίκου, το οποίο όπως προκύπτει από το .... έγγραφο του Δασαρχείου .... και το συνημμένο σ'αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, έχει εμβαδόν 17.958 μ2 και εντοπίζεται στο βορειοδυτικό άκρο του επιδίκου, δεν αποτελεί αποφασιστικής σημασίας γεγονός υπέρ των απόψεων του εφεσιβλήτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι στη σχετική απόφαση, που δεν έχει μεταγραφεί μέχρι σήμερα στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου, ρητά αναφέρεται ότι "το Δημόσιο δεν φέρει καμιά ευθύνη για τυχόν εκνίκηση ή άλλη αιτία επί της εκτάσεως αυτής", σε συνδυασμό με το ότι το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα χρήση αυτής της εκτάσεως.
Κατόπιν τούτου η ένσταση του εφεσιβλήτου ότι σε κάθε περίπτωση έχει αποκτήσει την κυριότητα της εν λόγω εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία, κατέχοντας το ακίνητο τούτο από τα πρώτα μετά την απελευθέρωση έτη και μέχρι σήμερα με τη θέληση να είναι κύριο και με καλή πίστη, ασκώντας σ'αυτό επίβλεψη, προστασία και διαχείριση δια των αρμοδίων οργάνων του, δεν αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν.
Ενόψει, λοιπόν, των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών-ενάγων είναι κύριος μιας εκτάσεως που βρίσκεται στη θέση .... της πρώην Κοινότητας .... και έχει εμβαδόν 447.230 μ2, όπως αυτή εμφαίνεται με το χαρακτηρισμό κατηγορίες "Α΄" και "Β΄" στο από Ιουλίου 2002 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ...., όχι, όμως, και της εκτάσεως των 23.208 μ2, που χαρακτηρίζεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα ως κατηγορία "Γ΄", λόγω του ότι το τμήμα αυτό αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, στην οποία τόσο ο εκκαλών-ενάγων, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού δεν άσκησαν διακατοχικές πράξεις και συνεπώς δεν έγιναν κύριοι αυτής".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο εξαφάνισε την 204/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και δέχθηκε μερικώς (για την ανωτέρω εδαφική έκταση των 447.230 τ.μ.) την, από 3-6-1997 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε το Εφετείο διέλαβε, στην προσβαλλομένη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, μνημονεύει δε ρητώς και συγκεκριμένες εμφανείς (υλικές) πράξεις νομής, στο τμήμα του επιδίκου, που αναγνωρίζει ότι ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και ιδίως του Χ1, με τις οποίες (αποδειχθείσες πράξεις νομής), έγινε ο τελευταίος κύριος του επιδικαζόμενου στον αναιρεσίβλητο ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός (με στοιχ.
ΙΙΙΑ΄) αναιρέσεως, όπως και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 17 Ιανουαρίου 2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση των 7455/2003 και 8320/2002 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ