Greek Supreme Court dismisses appeals against trafficking conviction citing insufficient reasoning and inadmissible procedural arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by defendants against a mixed court's conviction for human trafficking. The defendants argued the lower court's judgment lacked sufficient reasoning and that the trial procedure was absolutely void. The court rejected these claims, ruling that the judgment provided adequate motivation regarding the evidence and that the procedural defects alleged were either unsupported by facts or inadmissible due to lack of specificity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 351, 510, 583 of the Criminal Procedure Code; Appeals against judgments for human trafficking are dismissed when the lower court's reasoning is sufficient and procedural defects are either non-existent or inadmissible due to lack of specificity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 856/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη κι Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Β. του Β., κατοίκου ... και 2 Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καπόλλα, περί αναιρέσεως της 45/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Νοεμβρίου 2004 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1909/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δύο αιτήσεις αναιρέσεως ισάριθμων κατηγορούμενων, με χρονολογία και οι δύο 10ης Νοεμβρίου 2004, των Κ. Σ. και Ι. Β., στρεφόμενες και οι δύο κατά της υπ’ αριθμό 45/2004 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης και οι λόγοι των οποίων, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι ταυτόσημοι, πρέπει δε να συνεκδικασθούν ως συναφείς, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, ‘ ‘ όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος, στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη, μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ’’ .
Και κατά τη διάταξη της παρ. 4 περ. γ’ του Κώδικα, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, ‘ ‘ με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή, πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) Ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) και αν η πράξη συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα’ ’.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/ 1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Δ’ του Κ.Π.Δ., όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή.
Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Και στα μικτά εγκλήματα, όπως και σωματεμπορία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 45/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Κ. Σ. και Ι. Β., για την πράξη της σωματεμπορίας από κοινού, συνδεόμενης με την παράνομη είσοδο και παραμονή των παθόντων στη χώρα, κατά συρροή, με την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπό τους, της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους και επί πλέον στο πρόσωπο του πρώτου από αυτούς, της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, σε συνολική ποινή φυλάκισης, ο πρώτος τριών (3) ετών και ο δεύτερος πέντε (5) ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική.
Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, συμπεριλαμβανόμενων των από 17-8-2003 ενόρκων καταθέσεων των δύο μαρτύρων L.
K. και O. S., καθώς και τις απολογίες των κατηγορούμενων και όλη τη διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, κατακρατούσαν επί χρονικό διάστημα η αρχή του οποίου δεν εξακριβώθηκε, πάντως μετά τον Ιούνιο του έτους 2003 μέχρι της 17-8-2003, μέσα σε οικία του δεύτερου από αυτούς, βρισκόμενη στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής ..., τις αλλοδαπές L.
K., O. S. και L. S., υπηκόους, οι δύο πρώτες Ρωσίας και η τρίτη Ουζμπεκιστάν, εκ των οποίων οι δύο πρώτες είχαν εισέλθει νόμιμα στη χώρα, την 26-6-2003 και 5-6-2003 αντιστοίχως, παρέμεναν όμως παράνομα, γιατί είχε λήξει η προξενική θεώρηση εισόδου, διάρκειας τριάντα (30) ημερών, που τους είχε χορηγηθεί και η τρίτη, είχε εισέλθει και παρέμενε παράνομα, χωρίς αυτές να έχουν τη δυνατότητα να εξέλθουν από την οικία, γιατί οι θύρες ήταν κλειδωμένες, δεν είχαν κλειδιά και τα παράθυρα έφεραν κάγκελα εξωτερικά, ενώ και το διαβατήριο της τρίτης κατείχε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με σκοπό να προβούν οι ίδιοι ή άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους.
Ειδικότερα, μετά από σχετικές πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλεξανδρούπολης, αστυνομικοί αυτής έθεσαν υπό παρακολούθηση την 16-8-2003 την αναφερόμενη οικία του δεύτερου κατηγορούμενου, η οποία είχε δύο εισόδους (μία έμπροσθεν και άλλη όπισθεν) και διαπίστωσαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, περί την 23.00’ ώρα, οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ΕΒΖ … Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο με ανεπτυγμένη ταχύτητα, σταμάτησε στον προαύλιο χώρο της οικίας με την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου ανοικτή και τη μηχανή του σε λειτουργία, κατευθύνθηκε στην πίσω θύρα της οικίας και με κλειδιά που είχε στην κατοχή του επιχείρησε να την ξεκλειδώσει και να εισέλθει στην οικία. Όταν εμφανίσθηκαν οι αστυνομικοί και του ζήτησαν να ανοίξει τη θύρα, τους απάντησε, αφού προηγουμένως φρόντισε να απαλλαγεί από τα κλειδιά που είχε στην κατοχή του, απορρίπτοντάς αυτά στο έδαφος, ότι δεν είχε κλειδιά.
Η κίνησή του όμως αυτή έγινε αντιληπτή από τους αστυνομικούς και ακολούθησε, νομότυπη έρευνα της οικίας, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι μέσα σ’ αυτή βρίσκονταν οι αναφερόμενες τρεις αλλοδαπές, οι οποίες στερούνταν κλειδιών και μπορούσαν να εξέλθουν μόνον αν κάποιος του άνοιγε απέξω. Διαπιστώθηκε επίσης ότι στο καλάθι του μπάνιου της οικίας βρίσκονταν χρησιμοποιημένα προφυλακτικά και σε ένα δωμάτιο κουτιά προφυλακτικών, ενώ στο αναφερόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος βρέθηκε και το διαβατήριο της τρίτης από τις παθούσες.
Αναφέρεται επίσης ότι οι κατηγορούμενοι, κατακρατούσαν εξαναγκαστικά τις τρεις αλλοδαπές, με το μοναδικό σκοπό της γενετήσιας εκμετάλλευσής τους. Ενισχυτικό δε της άποψης αυτής, είναι και το γεγονός, δέχθηκε το δικαστήριο, ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, έχουν στο παρελθόν απασχολήσει τις Αρχές για αδικήματα που συνδέονται με την παράνομη παραμονή στη χώρα αλλοδαπών γυναικών και τη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, διατηρούν δε και οι δύο νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, ο πρώτος στον Πέπλο Έβρου και ο δεύτερος, ο οποίος έχει καταδικαστεί και για μαστροπεία, στην Αλεξανδρούπολη.
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική και για τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους κρίση, για την αναφερόμενη πράξη της σωματεμπορίας και τους επέβαλε τις επίσης αναφερόμενες ποινές φυλάκισης.
IV. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της σωματεμπορίας, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν και τις οποίες εφάρμοσε.
Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, συνιστάμενος στην κατακράτηση των αλλοδαπών γυναικών, που βρίσκονταν παράνομα στη χώρα. Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών αυτών.
Αναφέρονται τέλος και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε πως αυτό αξιολογείται και εκ περισσού αξιολογούνται ορισμένα από αυτά, ούτε επί φωτογραφίας, είναι αναγκαίο να αναφέρεται και το τι απεικονίζεται.
Ούτε και εκ του γεγονότος ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα όπως οι αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις των παθόντων. Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο, όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τα λοιπά και καθόσον με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι οι πληροφορίες της αστυνομίας αφορούσαν μόνον τον έναν κατηγορούμενο και ότι δεν προέκυψε σκοπός γενετήσιας εκμετάλλευσης των τριών γυναικών, καθώς και ότι από κανένα στοιχείο προέκυψε, ότι οι κατηγορούμενοι έχουν και στο παρελθόν απασχολήσει τις Αρχές, με αδικήματα που συνδέονται με την παράνομη παραμονή στη χώρα αλλοδαπών γυναικών, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει τις αποδείξεις.
V. Εξάλλου και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως των δύο αιτήσεων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α’ του Κ.Π.Δ., με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ της παραδοχής του δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι έχουν και στο παρελθόν απασχολήσει τις Αρχές με αδικήματα που συνδέονται με την παράνομη παραμονή στη χώρα αλλοδαπών γυναικών, χωρίς αυτό να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο (στοιχείο) και του εντεύθεν προκύπτοντος γεγονότος, ότι το δικαστήριο συνήγαγε το περιστατικό αυτό και έλαβε υπόψη του κάποιο έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ποίο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και εκ τούτου απαράδεκτος. VII. Μετά από αυτά, οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν καθένας από τους αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10ης Νοεμβρίου 2004 δύο αιτήσεις των Κ. Σ. του Α. και Ι. Β. του Β., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 45/2004 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ, για καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ