Legislator Case Law & Legislation
855/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding company intervention and procedural errors.

Case Number 855/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for two anonymous companies and rejected the State's request, finding no legal basis for their intervention. The court held that the lower court failed to clarify whether the buyers sought compensation or a price adjustment due to tax increases, rendering the appeal's arguments unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 361 of the Civil Code; The Supreme Court ruled that an appeal based on procedural error is inadmissible if the lower court's decision is not clarified regarding the specific cause of the alleged violation, such as the distinction between compensation claims and price adjustments.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal company intervention procedural error civil code articles costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the Circular 134423
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 855 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 855/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...", πρώην "...") που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.

Γ. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2001 αγωγή της υπό στοιχεία Α και Β2 ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Γ αναιρεσείουσας και την από 24/5/2001 κύρια παρέμβαση - αγωγή των υπό στοιχείο Β αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4891/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1969/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 27/10/2010 αίτησή του, οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσες με την από 29/10/2010 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Γ αναιρεσείουσα με την από 29/10/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε α) την από 27/12/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/10/2010 αιτήσεως αναιρέσεως, β) την 18/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη τηςαπό 29/10/2010 αιτήσεως αναιρέσεως, γ) την από 27/12/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/10/2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντίθετων αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 27-10-2010 του Ελληνικού Δημοσίου β) από 29-10-2010 των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες: i) "..." πρώην "......, πρώην ...", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ..." πρώην "...", ii) "..." και iii) "... Α.Ε." και γ) από 29-10-2010 της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1969/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω.- Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 98 του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφ' όσον βέβαια αυτές είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1343/2017, ΑΠ 864/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παρά πόδας της ως άνω από 29-10-2010 αιτήσεως αναιρέσεως (των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες: i) "..." πρώην "......, πρώην ...", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ..." πρώην "...", ii) "..." και iii) "... Α.Ε."), από τις υπό την αυτή ημερομηνία 29-11-2016 πράξεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της αιτήσεως αυτής η 2-10-2017, κατά την οποία, όπως περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι από τις αναιρεσείουσες εταιρείες i) "..." πρώην "......, πρώην ..." και ii) "..." δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, και λαμβανομένου υπόψη, ότι η συζήτηση της αιτήσεως αυτής επισπεύδεται από την, με βάση τα κατωτέρω σχετικώς εκτιθέμενα, ούσα απλή ομόδικο των απολειπομένων αναιρεσειουσών και επίσης αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...

ΑΕ", η οποία παρέστη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ως και ότι δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζονται από την παρισταμένη αναιρεσείουσα αυτή ή τους αναιρεσιβλήτους, εκθέσεις επιδόσεως της αιτήσεως αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για την αρχική ως άνω δικάσιμο ή την μετ' αναβολή τοιαύτη, μη προκύπτοντος έτσι ότι οι ως άνω απολειπόμενες αναιρεσείουσες έχουν κλητευθεί νομίμως να παραστούν κατά την αρχική ή την εξ αναβολής παρούσα συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τις απολιπόμενες αναιρεσείουσες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτές.- Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη:

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθησαν οι εξής αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας, υπό το εξής, αντιστοίχως, περιεχόμενο και αίτημα: α) η από 28-3-2001 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 43538/2889/2001) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "...", στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" (....). Με την αγωγή της αυτή, η ως άνω ενάγουσα ισχυριζομένη ότι: α) ότι η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων Α.Ε." (... η οποία κατείχε το 69,.8% των μετοχών αυτής (της ενάγουσας ...) και της οποίας ειδικός διάδοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 27-3-1992 σύμβαση πωλήσεως και τη συμπληρωματική αυτής από 27-5-2002 σύμβαση, πώλησε το σύνολο των ανωτέρω μετοχών της στις εταιρείες 1) ...

Α.Ε., 2) ... Α.Ε. (...) και 3) ... (μετονομασθείσα σε "...") της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, τυγχάνει η εταιρεία "..." (πρώην ......, πρώην ...), β) ότι κατά το φορολογικό έλεγχο των οικονομικών ετών 1993 - 1995 (χρήσεις 1992-1994), που έγινε μετά την ολοκλήρωση, στις 27-5-1992, της πωλήσεως των μετοχών της ... η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέες δαπάνες τις αναφερόμενες στην αγωγή αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών και, έτσι, καταλόγισε σε βάρος της φόρους και προσαυξήσεις, που, μετά από συμβιβασμό, ανήλθαν στα ποσά των 489.394.332 δρχ, 467.184.228 δρχ και 235.633.416 δρχ, για καθένα από τα ως άνω έτη, αντίστοιχα, και συνολικά στο ποσό των 1.192.211.976 δρχ., γ) ότι οι ως άνω βεβαιωθέντες φόροι και προσαυξήσεις, αν και καταλογίστηκαν σε βάρος της μετά την μεταβίβαση των μετοχών της (27-5-1992), παρ' όλα αυτά ανάγονται σε προγενέστερο της μεταβιβάσεως χρόνο, αφού αποτελούν αναγκαία απόρροια λογιστικού χειρισμού συγκεκριμένων κονδυλίων της προηγούμενης διοικήσεως, δ) ότι η φορολογική αρχή καταλόγισε, επίσης, σ' αυτή (ενάγουσα) φόρο εισοδήματος για το οικονομικό έτος 1993 (χρήση 1992), που μετά από συμβιβασμό ανήλθε στο ποσό των 202.170.754 δρχ., μέρος δε του ανωτέρω φόρου και συγκεκριμένα ποσό 84.237.814 δρχ.

αναλογεί στο χρονικό διάστημα, που προηγείται της μεταβιβάσεως των μετοχών (ήτοι 202.170.754X5/12) και ε) ότι για τους ως άνω φόρους και προσαυξήσεις, που ανάγονται σε προγενέστερο της μεταβιβάσεως της ... χρόνο, συνολικού ποσού 1.276.449.790 δρχ. (1.192.211.976 + 84.237.814), το οποίο τελικά αυτή κατέβαλε μετά από συμβιβασμό στη φορολογική αρχή, βαρύνεται αποκλειστικά η εναγόμενη εταιρεία, κατ' άρθρο 49 ν.1892/1990, ζήτησε (η ενάγουσα), όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ...

ΑΕ (και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο) οφείλει σ' αυτή, με βάση την επικαλούμενη σύμβαση εντολής, άλλως κατά τα διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το ανωτέρω ποσό των 1.276.449.790 δρχ., με το νόμιμο τόκο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή αυτή, β) η από 24-5-2001 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 90088/5483/2001) κύρια παρέμβαση των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες: 1) "......", 2) "..." και 3) "... ΑΕ", στρεφομένη κατά της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", στην θέση της οποίας, κατά την δίκη στο άνω δικαστήριο, υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός αυτής διάδοχος και επίσης κατά της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", και η στο ίδιο αυτό δικόγραφο σωρευόμενη αγωγή των ανωτέρω κυρίως παρεμβαινουσών, στρεφομένη κατά της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ". Με την κυρία αυτή παρέμβασή τους, οι ανωτέρω παρεμβαίνουσες, ισχυριζόμενες: α) ότι δυνάμει της ίδιας ως άνω συμβάσεως αγοράς της ... (ήτοι της από 27-3-1992 συμβάσεως και της από 27-5-1992 συμπληρωματικής αυτής) κατέχουν η πρώτη από αυτές ποσοστό 9,1% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ...

ή 4.595.580 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 25.497.990 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 10,2% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 5.152.920 μετοχές, β) ότι δυνάμει όρου της ως άνω συμβάσεως ορίστηκε, ότι σε περίπτωση, που η ... υποχρεωνόταν, σε χρόνο μετά την μεταβίβαση των μετοχών, να καταβάλει οποιουσδήποτε φόρους εισοδήματος, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και ποινές κάθε φύσεως, που θα προέκυπταν από πράξη ή παράλειψη της εταιρείας πριν από το διορισμό του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου (29-4-1992), η πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ" (....) ανέλαβε έναντι των αγοραστριών εταιρειών την υποχρέωση, να πληρώσει σε καθεμιά αγοράστρια μέρος του καταβληθέντος από την ... ποσού, που αντιστοιχούσε στο προκύπτον από τον όρο 6 της συμβάσεως ποσοστό, το οποίο έπρεπε να είναι ίσο με το ποσοστό των μετοχών, που η κάθε αγοράστρια είχε αποκτήσει στο μετοχικό κεφάλαιο της ...

και γ) ότι λόγω της καταβολής από την ενάγουσα στην κύρια αγωγή εταιρεία (...) των αναφερόμενων σ' αυτή φόρων και επιβαρύνσεων, δικαιούνται, με βάση τα ανωτέρω ποσοστά, μέρος του αιτούμενου από την πιο πάνω κυρίως ενάγουσα ποσού, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι η πρώτη των εναγομένων εταιρεία (...) και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει σ' αυτές τα κατωτέρω ποσά, ήτοι στην πρώτη το ποσό των 114.623.803 δρχ., στη δεύτερη το ποσό των 636.099.124 δρχ.

και στην τρίτη το ποσό των 128.479.427 δρχ., με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην κύρια παρέμβαση διακρίσεις. Με τη σωρευόμενη δε στο ίδιο ως άνω δικόγραφο (της κυρίας παρεμβάσεως) αγωγή τους οι προαναφερόμενες τρεις παρεμβαίνουσες εταιρείες, ισχυριζόμενες: α) ότι σε εκτέλεση των οριζομένων στον όρο 10 της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως ο ...

άνοιξε στην ... τον υπ' αριθμ ...687 λογαριασμό, ο οποίος ονομάστηκε λογαριασμός "Μεσεγγύησης" και θα λειτουργούσε μέχρι 31-12-1994 και από τον οποίο θα ήσαν πληρωτέες οι μη εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο αξιώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ως άνω αναφερόμενες αξιώσεις τους, β) ότι κατά την αμετάκλητη εντολή του ...

προς την ανωτέρω τράπεζα, οι πληρωμές από τον ως άνω λογαριασμό θα γίνονταν χωριστά ή από κοινού μόνο προς τις αγοράστριες εταιρίες, εφόσον είτε θα δινόταν σχετική έγγραφη εντολή του ... ή του διαδόχου του, είτε θα προσκομιζόταν στην τράπεζα εκτελεστή δικαστική απόφαση υπέρ οποιασδήποτε από τις ως άνω εταιρείες, που να διατάσσει την από το λογαριασμό αυτό καταβολή, γ) ότι, με τον τρόπο αυτό, αφενός μεν καταρτίστηκε μεταξύ ...

και ... γνήσια σύμβαση υπέρ των αγοραστριών ως τρίτων, αφετέρου δε αναλήφθηκαν από την ... καθήκοντα μεσεγγυούχου έναντι του πωλητή και των αγοραστριών και δ) ότι καίτοι ο ... και η ... ενημερώθηκαν, ότι υπήρχε απαίτηση των αγοραστριών από φόρους, η ..., ενεργώντας αντισυμβατικά, αλλά και παράνομα, αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, απέδωσε στον ...

το ποσό του λογαριασμού, ματαιώνοντας έτσι την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αγοραστριών εταιρειών, αφού σε περίπτωση, που ο ... υποχρεωθεί να καταβάλει στις αγοράστριες - ενάγουσες τα αιτούμενα με την ως άνω κύρια παρέμβαση ποσά, δεν θα υπάρχουν αυτά στο λογαριασμό "Μεσεγγύησης", προκειμένου να ικανοποιηθούν οι τελευταίες, ζήτησαν (οι ως άνω ενάγουσες), μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι αιτούμενες με την ως άνω κύρια παρέμβαση απαιτήσεις τους καλύπτονται από το λογαριασμό "Μεσεγγύησης" και ότι η εναγομένη ..., ως καθολική διάδοχος της ..., υποχρεούται να τους αποδώσει από το λογαριασμό μεσεγγυήσεως, με την προσκομιδή εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, όσα ποσά τους επιδικαστούν με βάση την αναφερόμενη στην κυρία παρέμβαση σύμβαση με τον ....

Επικουρικά, για την περίπτωση που αληθεύουν τα ισχυριζόμενα από την ..., ότι απέδωσε το ποσό του λογαριασμού Μεσεγγύησης στον ..., ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι η ..., ως καθολική διάδοχος της ..., οφείλει, ως συνοφειλέτρια σε ολόκληρο με το Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει τα αιτούμενα με την κύρια παρέμβαση ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής, άλλως ως αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, άλλως ως αποζημίωση κατά το άρθρο 919 ΑΚ.

γ) η από 11-11-2004 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 155080/9383/2004) πρόσθετη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", παρέμβαση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στρεφομένη κατά των ως άνω εναγουσών ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες 1) "..." (πρώην "......"), 2) "..." και 3) "...

ΑΕ" και 4) "...". Η ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρεία, επικαλουμένη έννομο προς τούτο συμφέρον, ζήτησε την απόρριψη της ανωτέρω κυρίας παρεμβάσεως των ως άνω καθ' ων η πρόσθετη αυτή παρέμβασή της κατά της υπέρ ης προσθέτως παρενέβη εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ) η από 11-11-2004 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 155111/9386/2004) πρόσθετη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", παρέμβαση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στρεφομένη κατά των ως άνω εναγουσών ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες 1) "...", 2) "..." (πρώην "......"), 3) "..." και 4) "...

ΑΕ". Η ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα (εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ζήτησε την απόρριψη της από 28-3-2001 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 43538/2889/2001) αγωγής της εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ". Επί των προαναφερομένων αιτήσεων παροχής εννόμου προστασίας το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατά τη τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 4891/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε: α) την πρώτη αυτών (αγωγή από 28-3-2001, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 43538/2889/2001) ως ουσίαν αβάσιμη καθ' όλες τις βάσεις της, β) την δεύτερη τούτων (κυρία παρέμβαση) και την σωρευόμενη με αυτήν αγωγή, (από 24-5-2001, υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 90088/5483/2001), ως απαράδεκτες και ειδικότερα, την μεν κυρία παρέμβαση ελλείψει εννόμου συμφέροντος των παρεμβαινουσών, την δε με την παρέμβαση σωρευόμενη αγωγή, διότι το με αυτήν ασκούμενο δικαίωμα εξαρτάτο από την έκδοση αποφάσεως επί της κυρίας παρεμβάσεως, γ) την τρίτη αυτών (πρόσθετη παρέμβαση από 11-11-2004, υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 155080/9383/2004), ως άνευ αντικειμένου λόγω απορρίψεως της ως άνω κυρίας παρεμβάσεως και δ) την τετάρτη αυτών (πρόσθετη παρέμβαση, από 11-11-2004, υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 155111/9386/2004), ως απαράδεκτη, λόγω μη προσδιορισμού στο δικόγραφό της από την προσθέτως παρεμβαίνουσα του εννόμου για την άσκησή της συμφέροντός της.

Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως η ενάγουσα στην από 28-3-2001 αγωγή, εταιρεία με την επωνυμία "...", άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 30-5-2007 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 5507/2007) έφεσή της, την οποίαν απηύθυνε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (....). Επίσης, κατά της αυτής ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, οι κυρίως παρεμβαίνουσες - ενάγουσες στην από 24-5-2001 κύρια παρέμβαση - αγωγή, ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες: 1) "..." (ως μετονομάσθηκε η αρχικώς παρεμβαίνουσα - ενάγουσα "......" (πρώην "..."), 2) "..." και 3) "...

ΑΕ", άσκησαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου την από 12-5-2007 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 5510/2007) έφεσή τους, την οποίαν απηύθυναν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (... της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", και της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ". Με τις εφέσεις τους αυτές, οι ως άνω εκκαλούσες, ζήτησαν, για τους αναφερομένους σε αυτές λόγους, κατά περίπτωση, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την παραδοχή των ανωτέρω αγωγών και κυρίας παρεμβάσεως τους. Επί των εφέσεων τούτων το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, με την οποίαν, δέχθηκε αμφότερες κατά τους τύπους, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-5-2007 έφεση των ως άνω παρεμβαινουσών εταιρειών ("..." (ως μετονομάσθηκε η αρχικώς παρεμβαίνουσα - ενάγουσα "......" (πρώην "..."), 2) "..." και 3) "...

ΑΕ"), δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 30-5-2007 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία "...", εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την ως άνω, από 28-3-2001, αγωγή της εκκαλούσης αυτής και αφού κράτησε και δίκασε επ' αυτής, δέχθηκε την αγωγή αυτή, εν μέρει, κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στην ανωτέρω ενάγουσα το ποσό των 247.212,95 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα στην απόφασή του αυτή εκτιθέμενα.- Υπό τα προαναφερόμενα και δεδομένου ότι δεν προκύπτει η επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις, η τρίτη αυτών καθ' όσον αφορά την αναιρεσείουσα "...

Α.Ε." και τους αναιρεσιβλήτους 1) Ελληνικό Δημόσιο ως ειδικό διάδοχο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων ΑΕ" 2) ανώνυμη εταιρεία "..." και 2) ανώνυμη εταιρεία "... Α.Ε." ως οιονεί καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας "... της Ελλάδος Α.Ε.", ασκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Α.

Επί της από 27-10-2010 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (....).- Η διοίκηση αλλοτρίων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-740 ΑΚ, ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υποθέσεως και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται περαιτέρω σε θεμιτή και αθέμιτη, η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι αφορά ξένη υπόθεση και σε αυτή που γίνεται εν αγνοία του, οπότε πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλοτρίων.

Η έννοια της γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων δίδεται από τις διατάξεις του άρθρων 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφ' όσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υποθέσεως και την διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρο 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοικήσεως και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται, κατά το άρθρο 737 ΑΚ, να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα, πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε, αν μεν αγνοεί, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε, κατά το άρθρο 740 ΑΚ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφ' όσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υποθέσεως συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική ευθύνη του διοικητή, ο νόμος, με σκοπό την πληρέστερη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κυρίου της υποθέσεως, ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρ. 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Κατ' αυτόν τον τρόπο ο κύριος της υποθέσεως μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υποθέσεώς του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους, που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία (ΑΠ 1343/2013).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματική βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υποθέσεως έχει εκφραστεί περί της ανάγκης της ενεργείας των πράξεων, ενώ εικαζόμενη βούληση είναι, όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υποθέσεως, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων.

Αν ο διοικητής αλλοτρίων ενεργεί παρά την αντίθετη, ρητώς εκφρασθείσα βούληση του κυρίου, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για την διοίκηση της υποθέσεως, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μία τέτοια περίπτωση.

Λαμβάνεται δε υπόψη όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέληση του. Κατ` αρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Το γεγονός ότι, με την διαχείριση της ξένης υποθέσεως, εξυπηρετείται συγχρόνως, έμμεσα ή εν μέρει, και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλότριων.

Οι διατάξεις των άρθρων 730, 736 ΑΚ, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμόζονται και όταν η διοικηθείσα υπόθεση συνίσταται στην εξόφληση χρέους του κυρίου, διότι στην καταβολή ενυπάρχει το συμφέρον του υποχρέου, όπως απαλλαγεί αυτού, σε συνδυασμό με την άλλη προϋπόθεση της διοίκησης αλλότριας υπόθεσης, δηλαδή εκείνη της διεξαγωγής αυτής, κατά την εκπεφρασμένη ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου (ΑΠ 2091/2013).

Εξ άλλου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς την θέλησή του.

Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ' αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων, όπως προαναφέρεται, μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοικήσεως (ΑΚ 737 εδ.

β') ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ. β'), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 784/2005). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1(α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παραβίαση η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1(β) του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 704/ 2017).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ανεπαρκής αιτιολογία, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, ενώ αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι, από τον Άρειο Πάγο, ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 975/2017, 575/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με την από 27-3-1992 σύμβαση πώλησης και την από 27-5-1992 συμπληρωματική αυτής συμφωνία η αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (...), η οποία ήταν κύρια μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας (...), κατέχοντας 35.246.430 μετοχές αυτής, που αντιστοιχούσαν στο 69.8% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, πώλησε το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στις εταιρείες α) ...

Α.Ε., β) ... Α.Ε. (...) και γ) ..." που μετονομάστηκε, αργότερα σε "...", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, τυγχάνει η εταιρεία "..." (πρώην ......, πρώην ...), και έτσι, έκτοτε, οι ανωτέρω τρεις αγοράστριες εταιρείες κατέχουν η πρώτη ποσοστό 10,2% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 5.152.920 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του μετοχικού κεφαλαίου ή 25.497.930 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 9:1% του μετοχικού κεφαλαίου ή 4.595.580 μετοχές.

Σημειώνεται, ότι εναγομένη εταιρεία "... Α.Ε." (...), η οποία ανήκε στο δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ), με μόνο μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, λύθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2741/1999 και, ακολούθως, με την υπ' αριθμ 10970/918/1-5-2000 κοινή απόφαση του Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης τέθηκε σε εκκαθάριση, μετά το πέρας της οποίας ειδικός διάδοχος αυτής τυγχάνει, κατά το άρθρο 15 αρ. 2 του ανωτέρου νόμου, το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά την πώληση των ως άνω μετοχών από την εταιρεία ... Α.Ε. δεν είχαν ολοκληρωθεί οι φορολογικοί έλεγχοι των οικονομικών ετών από το έτος 1984 (διαχειριστική περίοδος 1.1-31.12.1984) και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να μην έχουν οριστικοποιηθεί οι φορολογικές υποχρεώσεις της .... Οι έλεγχοι αυτοί διενεργήθηκαν μετά τη μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών στις αγοράστριες εταιρείες και είχαν ως αποτέλεσμα τον καταλογισμό σε βάρος της ...

συμπληρωματικών φόρων και προσαυξήσεων. Ειδικότερα, κατόπιν της 46/25.6.1998 εντολής διενεργήθηκε από το Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο έλεγχος φορολογίας εισοδήματος στην εταιρεία ... για τα οικονομικά έτη 1993, 1994, 1995 (ελεγχόμενες διαχειρίσεις 1/1-31/12/1992, 1/1-31/12/1993, 1/1-31/12/1994, αντίστοιχα), συντάχθηκε δε σχετικά η από 12.3.1999 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος ν. 2238/1994.

Κατά το φορολογικό αυτό έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι η ... είχε διενεργήσει κατά τις ως άνω χρήσεις αποσβέσεις ποσών 1.027.813.109 δρχ, 1.027.813.109 δρχ και 525.568.185 δρχ., αντιστοίχως. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών, που προήλθαν από την αποτίμηση δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν ληφθεί από την ...

κατά τα έτη 1980 και 1981, χρησιμοποιήθηκαν δε για κτήση παγίων στοιχείων και εξοφλήθηκαν οριστικό μέχρι τις 31.12.1991. Πράγματι. το έτη 1980 και 1981 η εταιρεία ... δανείστηκε από διάφορες τράπεζες του εξωτερικού το συνολικό ποσό των 89.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με σκοπό την ανέγερση και τον εξοπλισμό του εργοστασίου στο ...ς.

Κατά την τμηματική αποπληρωμή των δανείων, διάρκειας πέντε έως δέκα ετών, προέκυψαν συναλλαγματικές διαφορές, λόγω της διαφορετικής αξίας του δολαρίου κατά τον χρόνο καταβολής της εκάστοτε δόσης, σε σχέση με την αξία του δολαρίου κατά τον χρόνο λήψης του δανείου. Οι διαφορές αυτές ήσαν χρεωστικές, λόγω της έντονης κατά την περίοδο εκείνη αύξησης του δολαρίου έναντι της δραχμής.

Το πιο πάνω εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το Μάρτιο του 1983. Από το χρονικό αυτό σημείο θα έπρεπε οι συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν από την εφεξής αποπληρωμή των δανείων, να βαρύνουν τα αποτελέσματα χρήσεως, ενώ οι συσσωρευμένες μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο συναλλαγματικές διαφορές έπρεπε να αρχίσουν να αποσβήνονται σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/1977, δηλαδή ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου, με αντίστοιχη επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της χρήσης.

Όμως, η τότε διοίκηση της ... της οποίας την πλειοψηφία είχε ο ..., αφενός μεν εξακολούθησε μέχρι τις 31.12.1986 να εγγράφει τις συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν κατά την εξόφληση των δόσεων του δανείου, στον λογαριασμό "δαπάνες πολυετούς αποσβέσεως" και αφετέρου είχε ξεκινήσει από το 1984 την απόσβεση του ποσού, που είχε συσσωρευθεί σ' αυτόν τον λογαριασμό, με ποσοστό 10% ετησίους.

Έτσι, το συνολικό ποσό των 10.278.131.090 δρχ., που είχε συσσωρευτεί στο λογαριασμό πολυετούς αποσβέσεως στο τέλος του 1986, αποσβέστηκε με 10% αυτού (ήτοι 1.027.813.109 δρχ ετησίους, περίπου, με πλήρη απόσβεση το έτος 1994), ενώ η απόσβεση αυτού έπρεπε να γίνεται ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου. Όπως αναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των δανείων αποπληρώθηκε μέχρι τις 31.12.1991, οπότε και έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί και η απόσβεση των συσσωρευμένων συναλλαγματικών διαφορών.

Όμως, λόγω του ανωτέρω εσφαλμένου τρόπου διενέργειας των εν λόγω αποσβέσεων, επιβαρύνθηκαν με αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών και οι χρήσεις των ετών 1992, 1993 και 1994. Έτσι, και ο διενεργηθείς ως άνω φορολογικός έλεγχος έκρινε ότι, αφού το συνολικό ποσό του δανείου εξοφλήθηκε οριστικά μέχρι την 31.12.1991, η ενάγουσα ...

δεν είχε το δικαίωμα να διενεργήσει περαιτέρω απόσβεση συναλλαγματικών διαφορών σε χρήσεις μετά από αυτή του 1991, αφού δεν είχε ακολουθήσει έναν από τους αναφερόμενους με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/77 τρόπους απόσβεσης. Για το λόγο αυτό, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέες δαπάνες, πλην άλλων, και τις γενόμενες στις ως άνω χρήσεις αποσβέσεις, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει τα δηλωθέντα από την ...

εισοδήματα για το οικονομικό έτος 1993 από 4.882.300.462 δρχ. σε 6.334.705.477 δρχ., για το οικ. έτος 1994 από 4.720.079.998 δρχ. σε 6.257.074.278 δρχ. και για το οικ. έτος 1995 από 5.280.897.525 δρχ. σε 6.381.467.924 δρχ. και, έτσι, να επιβάλει φόρους και προσαυξήσεις, που ανήλθαν για τα εν λόγω οικονομικά έτη, μετά από συμβιβασμό κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, σε 691.565.086, 698.628.757 και 493.430.754 δρχ., αντιστοίχως.

Από τους ως άνω επιβληθέντες φόρους, ποσά 489.394.332 για το οικ. έτος 1993, 467.184.228 για το οικ. έτος 1994 και 235.633.416

δρχ. για το οικ. έτος 1995 αντιστοιχούν στις ως άνω μη αναγνωρισθείσες συναλλαγματικές αποσβέσεις. Αυτά τα ποσά των φόρων βεβαιώθηκαν στην ενάγουσα ... η οποία, μετά από συμβιβασμό, τα κατέβαλε τμηματικά στην αρμόδια ΔΟΥ κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.1999 έως 30.3.2000, οπότε και εξόφλησε όλο το οφειλόμενο ποσό.

Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται, ότι οι προαναφερόμενοι φόροι και προσαυξήσεις, που προέκυψαν από μη αναγνώριση των συναλλαγματικών αποσβέσεων, οι οποίες είχαν εγγράφει στους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1992, 1993 και 1994 (δηλαδή μετά τη μεταβίβαση των μετοχών στις 27.5.1992) και καταλογίστηκαν σε βάρος της ...

βαρύνουν πράγματι την ως άνω πωληθείσα εταιρεία και όχι την εναγόμενη πωλήτρια ... Α.Ε., δεδομένου ότι όχι μόνον βεβαιώθηκαν και καταλογίστηκαν στην πωλήτρια εταιρεία μετά τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας, αλλά, επί πλέον, πρόκειται και για φορολογικές υποχρεώσεις της εν λόγω πωληθείσας εταιρείας, οι οποίες, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη του τρόπου, που επέλεξε η ...

για την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων αποσβέσεων, αφορούν στις χρήσεις 1992, 1993 και 1994, ήτοι ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της μεταβίβασης των μετοχών, αφού οι αποσβέσεις γενικά αποτελούν εγγραφές, που γίνονται στον ισολογισμό των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένο έτος, προκειμένου να υπολογιστούν ως εκπεστέες δαπάνες κατά το συγκεκριμένο έτος και δεν είναι δυνατόν να αναχθούν σε προηγούμενο της εγγραφής τους έτος, ενόψει μάλιστα και της ισχύουσας, όπως άλλωστε συνομολογείται, αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων.

Επομένως οι ανωτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις δεν ανάγονται σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρονικό διάστημα, αλλά αφορούν στις χρήσεις 1992, 1993 και 1994. για τις οποίες και επιβλήθηκαν και συνεπώς η ενάγουσα, βαρυνόμενη με αυτές, δεν δικαιούται να απαιτήσει την απόδοσή τους...... συμβιβασμό. Τούτο προκύπτει ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου ο οποίος από το έτος 1984 εργαζόταν στην ...

ΑΕ και ειδικότερο στην ομάδα οικονομικού ελέγχου των εταιρειών. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε κατηγορηματικά και με σαφήνεια, ότι ουδέποτε δόθηκε ρητή ή σιωπηρή εντολή από την ... ΑΕ προς την ενάγουσα, να προχωρήσει σε συμβιβασμό ως προς την ανωτέρω οφειλή και, στη συνέχεια, να καταβάλει το ως άνω ποσό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ουδόλως αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, αφού και αυτός κατέθεσε, ότι η ... ΑΕ δεν είχε δώσει ρητή εντολή στην ενάγουσα, αλλά ανέφερε, απλώς, ότι αυτό συναγόταν εμμέσως από επιστολές, που είχαν ανταλλαγεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα μεταξύ της ενάγουσας και της ως άνω πωλήτριας εταιρείας.

Σχετικά με τις εν λόγω επιστολές αποδείχθηκε, ότι από τον Οκτώβριο 1992 και εφεξής η ... ενημέρωνε πάντοτε την πωλήτρια εταιρεία ... Α.Ε. για τους επικείμενους φορολογικούς ελέγχους στην πωληθείσα εταιρεία και στις θυγατρικές εταιρείες αυτής, καθώς και για τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων, ζητώντας μάλιστα και σχετικές οδηγίες για την αντιμετώπιση του εκάστοτε ζητήματος (βλ.

επιστολές με ημερομηνία 8-10-1992, 4-8-1994, 11-8- 1994, 29-3-1995 και 14-7-1995 επιστολές). Σε απάντησή της η ... Α.Ε ανέφερε, ότι σχετικά με την τακτοποίηση των φορολογικών συμφωνούσε "να αντιμετωπιστούν από την ... κατά το συμφερότερο από την ... γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο" (βλ την από 11 -8- 1994 επιστολή της), και ότι "η αντιμετώπιση αυτών από τις άμεσα ενδιαφερόμενες εταιρείες και την ...

κατά το συμφερότερο γι' αυτές τρόπο, κρίνεται. κατά την άποψή μας και η πλέον συμφέρουσα και για τα λοιπά εμπλεκόμενα μέρη" (βλ την από 10-4-1995). Όμοιο περιεχόμενο είχε και η από 3-11-1994 επιστολή ... Α.Ε., στην οποία απαντώντας στην ενάγουσα ... σχετικά με την αντιμετώπιση φορολογικών εκκρεμοτήτων, που αφορούσαν και την ίδια την πωληθείσα εταιρεία, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "οι εν λόγω εκκρεμότητες και οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις, στο βαθμό που μας αφορούν, συμφωνούμε να αντιμετωπισθούν από την ...

κατά το συμφερότερο γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο". Στη συνέχεια η ενάγουσα ... απέστειλε την από 14.7.1995 επιστολή της σχετικά με τη διεξαγωγή φορολογικών ελέγχων στην ίδια για τις χρήσεις 1983-1984, στην οποία η ... ΑΕ απάντησε ως εξής: "...σας επισημαίνουμε και τη διάταξη του άρθρου 49 Ν. 1892/90, σύμφωνα με την οποία, φορολογικές υποχρεώσεις πωλουμένων επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα που ανάγονται σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρόνο και εφόσον ο αγοραστής δεν έχει αναλάβει έγγραφα τις εν λόγω φορολογικές υποχρεώσεις, διαγράφονται με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ.

Η παρούσα μας δεν συνιστά ούτε αποδοχή, ούτε εντολή για ο,τιδήποτε, κατά τα λοιπά δε ισχύουν οι από 11.8.94, 3.11.94 και 31.12.94 (παρ. 2) δηλώσεις μας". Επίσης, στην υπ' αριθμ ….38/10-11-1995 επιστολή της, απαντώντας σε προηγηθείσες επιστολές της ... η οποία την καλούσε, να παρασταθεί στην διαδικασία συμβιβασμού, που είχε οριστεί από την εφορία σχετικά με τις χρήσεις 1983 και 1984.

ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Σε απάντηση της από 8.11.1995 επιστολής σας ... σας παραπέμπουμε και πάλι στις σχετικές κατά καιρούς δηλώσεις μας και τις διατάξεις του άρθρου 49 Ν. 1892/90 εκθέτοντας και τα εξής: α. Νομιμοποιούμενος για συμβιβασμό είναι μόνο η .... β, Η από την ... επιλογή της συμφερότερης για τον υποκείμενο σε φόρο λύση είναι και η μόνη από τον ....

Α.Ε. αποδεκτή και μόνο εφόσον τον αφορά. Γ. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν οι δηλώσεις μας να ερμηνεύονται ως έλλειψη συγκατάθεσης για συμβιβασμό". Όμοιο περιεχόμενο είχαν και οι απαντητικές επιστολές της .... Α.Ε. προς την ... σχετικά με τη διεξαγωγή φορολογικών ελέγχων, που αφορούσαν επόμενες χρήσεις. Έτσι, στην υπ' αριθμ. 3943/23.1.1997 επιστολή αναφέρει "θεωρούμε αυτονόητο ότι οφείλετε να πράξετε ό,τι είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση και των δικών μας συμφερόντων, εάν και εφόσον αυτά εμπλέκονται", ενώ στην υπ' αριθμ. ...1/17.10.1997 επιστολή της η ως άνω πωλήτρια δηλώνει ότι "συμφωνούμε, εφόσον η υπόθεση αυτή μας αφορά, να τη χειρισθείτε κατά το συμφερότερο για τον υποκείμενο σε φόρο και για τον τελικό υπόχρεο τρόπο".

Είναι προφανές, ότι σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, που δεν αφορούν βεβαίως στις ένδικες φορολογικές υποχρεώσεις, αλλά σε προηγούμενες, η ... ΑΕ ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εντολή ή οδηγία για το χειρισμό των σχετικών υποθέσεων από την ενάγουσα, αλλά παρέπεμπε σε παλαιότερες επιστολές της, επισημαίνοντας, πάντοτε, ότι έπρεπε ο χειρισμός να είναι σύμφωνος με τα συμφέροντα της και ότι θα έπρεπε να τηρηθούν και τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 49 Ν. 1892/90 περί διαγραφής των φορολογικών υποχρεώσεων, που είχαν επιβληθεί στην ...

αλλά βάρυναν την ίδια την πωλήτρια, λόγω του ότι ανάγονταν σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρόνο." Έτσι, και στην από 4-9-1998 επιστολή της προς την ενάγουσα αναφέρει, ότι "Σε απάντηση της από 2-9-1998 επιστολής σας. σας επισημαίνουμε... ότι είναι αναντίρρητα υπόθεση της ... και των θυγατρικών της και υποχρέωσή τους να τακτοποιήσουν τις αναφερόμενες στην ως άνω επιστολής σας.

αλλά και τις εν γένει φορολογικές εκκρεμότητες τους σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου". Στη συνέχεια, με την από 18-1-1995 επιστολή της η ενάγουσα ενημέρωσε την ... ΑΕ για την ολοκλήρωση του τακτικού φορολογικού ελέγχου των οικονομικών ετών 1988 έως και 1992 (χρήσεις 1987-1991) και για το φόρο, που προέκυψε γι' αυτά τα έτη, καθώς και για τη συνέχιση του φορολογικού ελέγχου για τις επόμενες χρήσεις, από τις οποίες προέκυψε και η ένδικη διαφορά.

Επίσης, η ενάγουσα ζήτησε τη συνεργασία της ... ΑΕ και την παροχή οδηγιών για το χειρισμό των Φορολογικών εκκρεμοτήτων, κάλεσε δε την τελευταία, να παραστεί κατά την προβλεπόμενη από τη φορολογική διαδικασία συζήτηση της αίτησης συμβιβασμού και να αναλάβει τον χειρισμό των φορολογικών εκκρεμοτήτων της ...

που εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης του. Στην επιστολή αυτή απάντησε η ... ΑΕ με την από 21.1.1999 επιστολή της ως εξής: "... αναφερόμαστε στις γνωστές σε σας θέσεις μας που προκύπτουν και από τις πρόσφατες σχετικές απαντητικές επιστολές μας". Όμως, όπως αναφέρθηκε, στις προηγηθείσες ως άνω επιστολές δεν δίνονταν από την ...

ΑΕ συγκεκριμένες εντολές ή οδηγίες, αλλά γινόταν, απλώς, μνεία για την αντιμετώπιση των φορολογικών εκκρεμοτήτων από την ... κατά το συμφερότερο για όλους τους ενδιαφερόμενους τρόπο. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, η ... ΑΕ στην από 14.7.1995 επιστολή της προς την ενάγουσα ρητά επισημαίνει, ότι η εν λόγω επιστολή δεν συνιστούσε εντολή "για ο,τιδήποτε".

Επομένως, ούτε και από τις πιο πάνω επιστολές της ... ΑΕ προκύπτει, ότι υπήρξε, έστω και σιωπηρή, εντολή της πωλήτριας εταιρείας για συμβιβασμό και καταβολή του προαναφερόμενου φόρου. ...... Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε βάρος της ... για το οικονομικό έτος 1993 (χρήση 19920 φόρους και προσαυξήσεις ποσού 691.565.086 δρχ.

Από το ποσό αυτό, αφαιρουμένου του ποσού των 489.394.332 δρχ., που αντιστοιχεί στις ως άνω μη αναγνωρισθείσες συναλλαγματικές αποσβέσεις, υπολείπεται ποσό φόρου εισοδήματος και προσαυξήσεων 202.170.754 δρχ., από το οποίο ποσό 84.237.814 δρχ, αντιστοιχεί στη χρήση από 1.1.1992 έως 27.5.1992 (202.170.754 δρχ ο συνολικός φόρος για τη χρήση 1992, X 5/12), δηλαδή σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της ως άνω μεταβίβασης των μετοχών της ενάγουσας από την εταιρεία ...

Α.Ε. Το εν λόγω ποσό φόρου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 49 ν. 1892/1990, έπρεπε να βεβαιωθεί σε βάρος της πιο πάνω πωλήτριας εταιρείας, την οποία πράγματι βάρυνε, πλην όμως, βεβαιώθηκε εσφαλμένως σε βάρος της ενάγουσας .... Η τελευταία γνώριζε, ότι το ως άνω ποσό αντιστοιχούσε σε φόρους και προσαυξήσεις, που βάρυναν την πωλήτρια εταιρεία, αφού, πέραν της σαφήνειας της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 49 ν. 1892/1990, γινόταν και σε προηγούμενες εκθέσεις ελέγχου ρητή μνεία, ότι για τις χρήσεις προ της μεταβίβασης των μετοχών οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις εγγράφονται σε βάρος της πωλήτριας εταιρείας.

Παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα. μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των οικονομικών ετών 1993 - 1998 (χρήσεις 1992 - 1997) προχώρησε στις 18.3.1999 σε συμβιβασμό με τη φορολογική αρχή για το σύνολο των χρήσεων, αλλά και για το σύνολο των φορολογικών υποχρεώσεων, που είχαν καταλογιστεί σε βάρος της. Έτσι, η ενάγουσα κατέβαλε άμεσα το 10% του συνολικού φόρου και των προσαυξήσεων των χρήσεων 1992 - 1997 (όπως αναμορφώθηκε μετά το συμβιβασμό) και συμφώνησε να καταβάλει το υπόλοιπο σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης στις 30.4.1999.

Πράγματι, η ενάγουσα κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην αρμόδια ΔΟΥ τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.1999 έως 30.3.2000, οπότε εξόφλησε το σύνολο των καταλογισθέντων σε βάρος της φόρων και προσαυξήσεων. Μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού, η ενάγουσα, με την από 6-4-1999 εξώδικη δήλωσή της, γνωστοποίησε στην ...

ΑΕ την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου των οικονομικών ετών 1993-1998 (χρήσεις 1992- 1997) και ότι η τελευταία (πωλήτρια) βαρυνόταν με το προαναφερόμενο ποσό των 84.237.814 δρχ, που αντιστοιχούσε σε φόρους και προσαυξήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 έως 27-5-1992. κάλεσε δε αυτή, να της καταβάλει το ως άνω ποσό, αλλά η ...

ΑΕ αρνήθηκε. Ακολούθως, η τελευταία λύθηκε, όπως αναφέρθηκε, με το άρθρο 12 του ν. 2741/1999 και τέθηκε σε εκκαθάριση. Με το άρθρο 19 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "1. Οι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού κάθε είδους απαιτήσεις του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά του ...., οι οποίες έχουν βεβαιωθεί, καθώς και τα πάσης φύσεως πρόστιμα και προσαυξήσεις αποσβέννυνται και στην συνέχεια διαγράφονται, χωρίς να δημιουργείται φορολογητέο εισόδημα.

Η διαγραφή τους πραγματοποιείται αυτεπάγγελτα. ή έπειτα από αίτηση του ....". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατά του ..., που είχαν βεβαιωθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2741/99 (28.9.1999), θεωρήθηκαν, ότι είχαν αποσβεστεί και. ως εκ τούτου, ήσαν διαγραπτέες, ενώ μετά την ως άνω ημερομηνία δεν ήταν πλέον δυνατή η βεβαίωση και είσπραξη τέτοιων απαιτήσεων (του Δημοσίου κατά του ...), ακόμη και αν οι σχετικές απαιτήσεις είχαν αναγνωριστεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις .........

Σημειώνεται ότι, μετά τη θέση της ... ΑΕ σε εκκαθάριση, η ενάγουσα προέβη, όπως συνομολογείται, στις 29-6-2000 στην προβλεπόμενη από τον ανωτέρω νόμο αναγγελία της ένδικης απαίτησής της κατά της ως άνω πωλήτριας και λίγο αργότερα άσκησε κατ' αυτής την υπό κρίση αγωγή της. Από τη συνεκτίμηση, όμως, του όλου αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υπήρξε ρητή ή σιωπηρή εντολή της πωλήτριας εταιρείας προς την ενάγουσα.

να προβεί η τελευταία σε συμβιβασμό, σχετικά με τους επιβληθέντες σ' αυτή φόρους και προσαυξήσεις και, στη συνέχεια, να καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το παραπάνω ποσό φόρου, που προήλθε από το συμβιβασμό......... Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, η ... ΑΕ δεν είχε εκφραστεί, ρητά ή σιωπηρά, περί της ανάγκης ενέργειας των συγκεκριμένων πράξεων, τις οποίες επεχείρησε η ενάγουσα, ήτοι του συμβιβασμού και της καταβολής του φόρου εισοδήματος και των προσαυξήσεων της χρονικής περιόδου από 1-1- 1992 έως 27-5-1992.

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος, ότι η ενάγουσα προέβη στις ανωτέρω ενέργειες σύμφωνα με την πραγματική βούληση της ... ΑΕ. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ούτε και από την πλευρά της ως άνω πωλήτριας υπήρξε ρητώς εκπεφρασμένη βούλησή της. να μην προχωρήσει η ενάγουσα σε συμβιβασμό και καταβολή της ανωτέρω φορολογικής υποχρέωσης, με την οποίο βαρυνόταν η ...

ΑΕ. Έτσι οι προαναφερόμενες ενέργειες της ενάγουσας δεν έγιναν παρά την αντίθετη ρητή θέληση της τελευταίας. Όμως, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρθηκαν παραπάνω, πλήρως αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα ενήργησε σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση της πωλήτριας εταιρείας. Συγκεκριμένα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από τον προαναφερόμενο φορολογικό έλεγχο, εκτός από την αμέσως παραπάνω φορολογική υποχρέωση, που βάρυνε την πωλήτρια ...

ΑΕ, λόγω του ότι αναγόταν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 27-5-1992, δηλαδή πριν από την πώληση των μετοχών, είχαν προκύψει και άλλες φορολογικές υποχρεώσεις, που βάρυναν αποκλειστικώς την ίδια την ενάγουσα. Ενόψει αυτού, η τελευταία αποφάσισε, να προχωρήσει, όσον αφορά στις δικές της υποχρεώσεις, σε συμβιβασμό με τη φορολογική αρχή για το σύνολο των οικονομικών ετών 1993-1998 (χρήσεις 1992-1997).

Όμως, η φορολογική αρχή, ενόψει του ότι είχε καταλογίσει, εσφαλμένως, ολόκληρο το φόρο εισοδήματος του έτους 1992 σε βάρος της ενάγουσας ... δεν δέχθηκε να γίνει επιμερισμός, αλλά απαίτησε ο συμβιβασμός να περιλάβει το σύνολο των βεβαιωθεισών φορολογικών υποχρεώσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, η τελευταία δεν θα μπορούσε να λάβει ούτε φορολογική ενημερότητα.

Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα κρίνοντας, ότι ο συνολικός συμβιβασμός ήταν προς το συμφέρον και αυτής και της πωλήτριας, αποφάσισε να μη ζητήσει τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρέους, ούτε και να προσφύγει στα δικαστήρια, ώστε το χρέος αυτό να διαγραφεί και να βεβαιωθεί, στη συνέχεια, στην πωλήτρια ... ΑΕ. Έτσι, με βάση τα ως άνω αντικειμενικά δεδομένα, αλλά και τις υποκειμενικές συνθήκες, που μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί από την προηγούμενη συμπεριφορά της ...

ΑΕ και ειδικότερα από το περιεχόμενο των ως άνω απαντητικών επιστολών αυτής, προχώρησε για το σύνολο των φορολογικών εκκρεμοτήτων, δηλαδή και αυτών της χρονικής περιόδου από 1-1-1992 έως 27-5-1992, σε συμβιβασμό με τη φορολογική αρχή, από τον οποίο προέκυψε η υπό κρίση φορολογική υποχρέωση των 84.237.814 δρχ. την οποία και εκπλήρωσε, καταβάλοντας το ποσό αυτό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενάγουσα γνώριζε, ότι η συγκεκριμένη φορολογική υποχρέωση της ανωτέρω χρονικής περιόδου από 1-1-1992 έως 27-5-1992, καίτοι βεβαιώθηκε σε βάρος της, βάρυνε την πωλήτρια ... ΑΕ. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, η ενάγουσα θεωρούσε, εσφαλμένως, ως ξένη υπόθεση, ήτοι ως υποχρέωση της ... ΑΕ και εκείνες τις φορολογικές υποχρεώσεις, που προήλθαν από τη μη αναγνώριση των προαναφερόμενων αποσβέσεων των συναλλαγματικών διαφορών.

Παρ' όλα αυτά, ενόψει της επαναλαμβανόμενης από την ... ΑΕ δήλωσης περί χειρισμού και τακτοποίησης των σχετικών εκκρεμοτήτων, που βάρυναν και την ίδια, κατά το συμφερότερο και γι' αυτή τρόπο, στην οποία παρέπεμπε και με την τελευταία από 21.1.1999 επιστολή της, που αφορούσε στις ένδικες υποχρεώσεις, η ενάγουσα αποφάσισε να αναλάβει και να διαχειριστεί την υπόθεση αυτή ως ξένη, έχοντας συνείδηση ότι, πράγματι, διαχειριζόταν ξένη υπόθεση και να προχωρήσει στην κατάρτιση του συμβιβασμού και στην καταβολή ολόκληρου του ποσού του συμβιβασμού, ήτοι και του μέρους εκείνου, που αναλογούσε στην ...

ΑΕ. Οι ενέργειες αυτές, υπό τις εν λόγω συγκεκριμένες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, αποτελούν βούληση του μέσου συνετού ανθρώπου και συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ως βούληση της ... ΑΕ, η οποία και στο παρελθόν δεν είχε αποκλείσει το συμβιβασμό επί άλλων φορολογικών εκκρεμοτήτων (βλ. την ως άνω από 10-11-1995 επιστολή).

Επίσης, οι ανωτέρω ενέργειες της ενάγουσας, κατά την κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου και με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ήσαν, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, προφανώς προς το συμφέρον της πωλήτριας, αφού αφενός μεν με το συμβιβασμό μειώθηκε η σχετική υποχρέωση της τελευταίας κατά το 1/3 περίπου και αφετέρου με την καταβολή του ποσού του συμβιβασμού εξοφλήθηκε πλήρως η υποχρέωση αυτή της ...

ΑΕ προς την εφορία, ενώ παράλληλα αποφεύχθηκε και η επιβάρυνσή του με προσαυξήσεις, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του χρέους. Επομένως, η ενάγουσα, όσον αφορά στη συγκεκριμένη φορολογική υποχρέωση, ενήργησε αποκλειστικώς προς το συμφέρον της πωλήτριας, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός ότι με τη διαχείριση της υπόθεσης αυτής εξυπηρετήθηκε συγχρόνως και το συμφέρον της ίδιας της ενάγουσας, συνιστάμενο στη δυνατότητα τακτοποίησης και των υπολοίπων υποχρεώσεων αυτής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον η ενάγουσα ανέλαβε τη διεξαγωγή της ένδικης υπόθεσης της ... ΑΕ προς το συμφέρον και σύμφωνα με την εικαζόμενη θέληση της τελευταίας, δικαιούται, να αναζητήσει την ανωτέρω δαπάνη, κατά τις αναλόγως εφαρμοζόμενες στην προκείμενη περίπτωση διατάξεις για την εντολή. Το γεγονός ότι με το ν. 2741/1999 διεγράφησαν οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατά της ...

ΑΕ. ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω, αφού η ισχύς του νόμου αυτού άρχισε μετά το συμβιβασμό. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εξόφληση του χρέους της ... από την ενάγουσα δεν έγινε από την τελευταία, με βούληση ελευθεριότητας, ήτοι με σκοπό δωρεάς ή άλλη νόμιμη αιτία, αλλά έλαβε χώρα ουσιαστικώς με την επιφύλαξη αναζήτησης των καταβληθέντων, όπως τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι αμέσως μετά την επίτευξη του συμβιβασμού, η ενάγουσα, με την από 6-4-1999 εξώδικη δήλωσή της, κάλεσε την ...

ΑΕ να της αποδώσει το ανωτέρω καταβληθέν, για λογαριασμό της, ποσό των 84.237.814 δρχ, που αντιστοιχούσε σε φόρους και προσαυξήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1- 1992 έως 27-5-1992. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης ... ΑΕ, οφείλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 84.237.814 δρχ ή 247.212,95 ευρώ.".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχήν κατ' ουσίαν της από 30-5-2007 εφέσεως της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4891/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την από 28-3-2001 αγωγή της τελευταίας κατά της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ (...)", ειδικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη το αναιρεσείον, και αφού την κράτησε και την δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το ποσό των 247.212,95 ευρώ. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 730 και 736 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αναφορές στα περιστατικά, που συνιστούν τις, κατά την εικαζομένη βούληση και αποκλειστικά προς το συμφέρον της πωλήτριας εταιρείας γενόμενες επίδικες ενέργειες της ενάγουσας, οι οποίες αντικειμενικά ερευνώμενες αποτελούν την βούληση του μέσου συνετού ανθρώπου, μπορούν να θεωρηθούν ως βούληση της ...

ΑΕ, και οι εξ αυτών δαπάνες αναζητούνται με τις εφαρμοζόμενες στην περίπτωση αυτή διατάξεις περί εντολής των άρθρων 713 επ. ΑΚ, στις οποίες, όπως και στις προαναφερόμενες των άρθρων 730 και 736 ΑΚ, υπήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται μεταξύ της παραδοχής, ότι η ενάγουσα ενήργησε κατά την εικαζομένη βούληση της ...

ΑΕ και εκείνης, ότι συνεπεία του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθεισών διατάξεων είναι συμψηφιστέα η μεταξύ των διαδίκων αυτών δικαστική δαπάνη, αφού η πρώτη αναφέρεται και αφορά στις κατ' ουσίαν παραδοχές του Εφετείου επί της υποθέσεως, η δε δεύτερη δεν αφορά την ουσία της υποθέσεως, αλλά την εκτίμηση της δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ζήτημα για το οποίο κυριαρχικώς αποφαίνεται το δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθ. 1 και, κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Η περαιτέρω αιτίαση, που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση με την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνίσταται στην παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 909 του ΑΚ, είναι αλυσιτελής και επομένως αβάσιμη, διότι, υπό τα εκτεθέντα και γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, το Εφετείο δεν δέχθηκε υφισταμένη περίπτωση αθέμιτης (γνήσιας) διοικήσεως (ΑΚ 737 εδ.

β') ή μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ. β'), με βάση τις οποίες γεννάται αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με την ΑΚ 904, αλλά δέχθηκε υφισταμένη γνήσια θεμιτή διοίκηση, κατά την οποία ο διοικητής ενήργησε προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την εικαζομένη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού.

Τέλος η, αιτίαση, που προβάλλεται με την επίκληση του από το άρθρο 559 αριθ. 1(β) ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, και με την οποία πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε αποκλειστικά προς το συμφέρον του ... διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η αναιρεσίβλητη "δεν θα συμβιβαζόταν αν δεν αντιμετώπιζε η ίδια συνέπειες και τις αντιμετώπιζε μόνο ο ..." και επίσης ότι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας για μη ύπαρξη ωφελείας "από το ότι της χαρίστηκαν τα χρέη με το ν.2741/1999 αφού αυτός ψηφίστηκε πριν την άσκηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης και λίγο μετά την καταβολή, ενώ αν η υπόθεση πήγαινε στα δικαστήρια ο νόμος θα ίσχυε στο ενδιάμεσο και θα απαλλασσόταν του χρέους το Δημόσιο (ως διάδοχος του ...)", είναι απαράδεκτη, διότι αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή τη μη υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η από 27-10-2010 κρινομένη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.- Β.

Επί της από 29-10-2010 αιτήσεως της εταιρείας με την επωνυμία "...".- Με το άρθρο 49 του έχοντος εν προκειμένω εφαρμογή ν. 1892/1990 (Α' 101) ορίζεται ότι: "Στις περιπτώσεις πώλησης ή κάθε άλλου είδους μεταβίβασης επιχειρήσεων ή της πλειοψηφίας των μετοχών των επιχειρήσεων αυτών, που ανήκουν στα κάθε είδους νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάξεις του ν. 1256/1982, οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση, που βεβαιώνονται μετά την πώληση ή μεταβίβαση, αλλά ανάγονται σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, βαρύνουν αποκλειστικά τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και την πωλήτρια τράπεζα του δημόσιου τομέα.

Η επιβάρυνση της πωλήτριας τράπεζας από την εν λόγω αιτία δεν μπορεί να υπερβαίνει το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση των μετοχών της στην οικεία εταιρεία. Οι κατά το πρώτο εδάφιο φόροι και άλλες σχετικές επιβαρύνσεις κατανέμονται μεταξύ του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και της πωλήτριας τράπεζας του δημόσιου τομέα ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο κατά το χρόνο της πώλησης ή μεταβίβασης.

Αν μετά την κατανομή αυτή δεν καλύπτεται πλήρως το ποσό των οφειλόμενων φόρων, το υπόλοιπο διαγράφεται εις βάρος του Δημοσίου". Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, με τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου "διευκολύνεται η πώληση καθώς και η κάθε άλλου είδους μεταβίβαση προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων που ανήκουν στον δημόσιο τομέα.

Η ρύθμιση που εισάγεται με το άρθρο αυτό αποσκοπεί στο να δώσει μια ακριβή εικόνα των επιχειρήσεων αυτών στον μέλλοντα αγοραστή τους, απαλλαγμένη από βάρη φορολογικής υφής, τα οποία θα προκύψουν μετά την πώληση και για τα οποία δεν φέρει ευθύνη ο αγοραστής. Η καινοτομία που εισάγει το άρθρο αυτό είναι σύμφωνη με την βασική αρχή της προστασίας της εμπιστοσύνης του αγοραστή καθώς και με τις αρχές που διέπουν την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις γενικότερα αλλά ταυτοχρόνως αποτρέπει την δημιουργία αντικινήτρων στους αγοραστές, τα οποία θα μπορούσαν να προκύψουν από το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν διαφορετικά να έχουν ακριβή εικόνα του πράγματος που αποτελεί αντικείμενο της δικαιοπραξίας".

Από την ανωτέρω διάταξη, σκοπός της οποίας είναι η διευκόλυνση της διαδικασίας αποκρατικοποίησης προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση πωλήσεως κ.λ.π. προβληματικής επιχειρήσεως, οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση που βεβαιώνονται μετά την πώληση ή την μεταβίβαση, αλλά ανάγονται σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, βαρύνουν, αποκλειστικώς τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και την "πωλήτρια" τράπεζα του δημοσίου τομέα, μέχρι το τίμημα της πωλήσεως.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 6 του π.δ/τος 99/77 "Αι εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα απαιτήσεις και υποχρεώσεις αναγράφονται εις την απογραφήν εις δραχμάς με το ποσόν το προκύπτον εκ της μετατροπής του ξένου νομίσματος επί τη επισήμω τιμή αυτού κατά την ημέραν της απογραφής. Η κατά την απογραφήν προκύπτουσα διαφορά της αξίας του συναλλάγματος εκ δανείου χρησιμοποιηθέντος δια την αγοράν, κατασκευήν, εγκατάστασιν κ.λπ.

μηχανημάτων, κτισμάτων και εν γένει στοιχείων παγίου ενεργητικού της επιχειρήσεως δύναται. α) Εφ' όσον είναι χρεωστική, να αχθή εις τον λογαριασμόν του περιουσιακού στοιχείου εις επαύξησιν της αξίας κτήσεως αυτού ή να αχθή εις οικείον λογαριασμόν και να αποσβέννυται καθ' εκάστην χρήσιν αναλόγως προς το εντός της αυτής χρήσεως εξοφληθέν τμήμα του δανείου, β) Εφ' όσον είναι πιστωτική, να αχθή εις μείωσιν της αξίας κτήσεως του περιουσιακού στοιχείου ή να αχθή εις αποτελεσματικόν λογαριασμόν της χρήσεως εντός της οποίας εδημιουργήθη η συναλλαγματική διαφορά.

Ο επιτηδευματίας εφαρμόζει παγίως ένα εκ των τρόπων τούτων". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά το εν προκειμένω αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, τα εξής: "Με την από 27-3-1992 σύμβαση πώλησης και την από 27-5-1992 συμπληρωματική αυτής συμφωνία η αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." (...), η οποία ήταν κύρια μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας (...), κατέχοντας 35.246.430 μετοχές αυτής, που αντιστοιχούσαν στο 69.8% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, πώλησε το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στις εταιρείες α) ... Α.Ε., β) ... Α.Ε. (...) και γ) ..." που μετονομάστηκε, αργότερα σε "...", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, τυγχάνει η εταιρεία "..." (πρώην ......, πρώην ...), και έτσι, έκτοτε, οι ανωτέρω τρεις αγοράστριες εταιρείες κατέχουν η πρώτη ποσοστό 10,2% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ...

ή 5.152.920 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του μετοχικού κεφαλαίου ή 25.497.930 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 9:1% του μετοχικού κεφαλαίου ή 4.595.580 μετοχές. Σημειώνεται, ότι η εναγομένη εταιρεία "... Α.Ε." (...), η οποία ανήκε στο δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ), με μόνο μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, λύθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2741/1999 και, ακολούθως, με την υπ' αριθμ 10970/918/1-5-2000 κοινή απόφαση του Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης τέθηκε σε εκκαθάριση, μετά το πέρας της οποίας ειδικός διάδοχος αυτής τυγχάνει, κατά το άρθρο 15 αρ. 2 του ανωτέρου νόμου, το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά την πώληση των ως άνω μετοχών από την εταιρεία ... Α.Ε. δεν είχαν ολοκληρωθεί οι φορολογικοί έλεγχοι των οικονομικών ετών από το έτος 1984 (διαχειριστική περίοδος 1.1- 31.12.1984) και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να μην έχουν οριστικοποιηθεί οι φορολογικές υποχρεώσεις της .... Οι έλεγχοι αυτοί διενεργήθηκαν μετά τη μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών στις αγοράστριες εταιρείες και είχαν ως αποτέλεσμα τον καταλογισμό σε βάρος της ...

συμπληρωματικών φόρων και προσαυξήσεων. Ειδικότερα, κατόπιν της 46/25.6.1998 εντολής διενεργήθηκε από το Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο έλεγχος φορολογίας εισοδήματος στην εταιρεία ... για τα οικονομικά έτη 1993, 1994, 1995 (ελεγχόμενες διαχειρίσεις 1/1-31/12/1992, 1/1-31/12/1993, 1/1-31/12/1994, αντίστοιχα), συντάχθηκε δε σχετικά η από 12.3.1999 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος ν. 2238/1994.

Κατά το φορολογικό αυτό έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι η ... είχε διενεργήσει κατά τις ως άνω χρήσεις αποσβέσεις ποσών 1.027.813.109 δρχ, 1.027.813.109 δρχ και 525.568.185 δρχ., αντιστοίχως. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών, που προήλθαν από την αποτίμηση δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν ληφθεί από την ...

κατά τα έτη 1980 και 1981, χρησιμοποιήθηκαν δε για κτήση παγίων στοιχείων και εξοφλήθηκαν οριστικά μέχρι τις 31.12.1991. Πράγματι. το έτη 1980 και 1981 η εταιρεία ... δανείστηκε από διάφορες τράπεζες του εξωτερικού το συνολικό ποσό των 89.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με σκοπό την ανέγερση και τον εξοπλισμό του εργοστασίου στο ...ς.

Κατά την τμηματική αποπληρωμή των δανείων, διάρκειας πέντε έως δέκα ετών, προέκυψαν συναλλαγματικές διαφορές, λόγω της διαφορετικής αξίας του δολαρίου κατά τον χρόνο καταβολής της εκάστοτε δόσης, σε σχέση με την αξία του δολαρίου κατά τον χρόνο λήψης του δανείου. Οι διαφορές αυτές ήσαν χρεωστικές, λόγω της έντονης κατά την περίοδο εκείνη αύξησης του δολαρίου έναντι της δραχμής.

Το πιο πάνω εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το Μάρτιο του 1983. Από το χρονικό αυτό σημείο θα έπρεπε οι συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν από την εφεξής αποπληρωμή των δανείων, να βαρύνουν τα αποτελέσματα χρήσεως, ενώ οι συσσωρευμένες μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο συναλλαγματικές διαφορές έπρεπε να αρχίσουν να αποσβήνονται σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/1977, δηλαδή ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου, με αντίστοιχη επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της χρήσης.

Όμως, η τότε διοίκηση της ... της οποίας την πλειοψηφία είχε ο ..., αφενός μεν εξακολούθησε μέχρι τις 31.12.1986 να εγγράφει τις συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν κατά την εξόφληση των δόσεων του δανείου, στον λογαριασμό "δαπάνες πολυετούς αποσβέσεως" και αφετέρου είχε ξεκινήσει από το 1984 την απόσβεση του ποσού, που είχε συσσωρευθεί σ' αυτόν τον λογαριασμό, με ποσοστό 10% ετησίως.

Έτσι, το συνολικό ποσό των 10.278.131.090 δρχ., που είχε συσσωρευτεί στο λογαριασμό πολυετούς αποσβέσεως στο τέλος του 1986, αποσβέστηκε με 10% αυτού (ήτοι 1.027.813.109 δρχ ετησίως, περίπου, με πλήρη απόσβεση το έτος 1994), ενώ η απόσβεση αυτού έπρεπε να γίνεται ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου. Όπως αναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των δανείων αποπληρώθηκε μέχρι τις 31.12.1991, οπότε και έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί και η απόσβεση των συσσωρευμένων συναλλαγματικών διαφορών.

Όμως, λόγω του ανωτέρω εσφαλμένου τρόπου διενέργειας των εν λόγω αποσβέσεων, επιβαρύνθηκαν με αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών και οι χρήσεις των ετών 1992, 1993 και 1994. Έτσι, και ο διενεργηθείς ως άνω φορολογικός έλεγχος έκρινε ότι, αφού το συνολικό ποσό του δανείου εξοφλήθηκε οριστικά μέχρι την 31.12.1991, η ενάγουσα ...

δεν είχε το δικαίωμα να διενεργήσει περαιτέρω απόσβεση συναλλαγματικών διαφορών σε χρήσεις μετά από αυτή του 1991, αφού δεν είχε ακολουθήσει έναν από τους αναφερόμενους με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/77 τρόπους απόσβεσης. Για το λόγο αυτό, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέες δαπάνες, πλην άλλων, και τις γενόμενες στις ως άνω χρήσεις αποσβέσεις, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει τα δηλωθέντα από την ...

εισοδήματα για το οικονομικό έτος 1993 από 4.882.300.462 δρχ. σε 6.334.705.477 δρχ., για το οικ. έτος 1994 από 4.720.079.998 δρχ. σε 6.257.074.278 δρχ. και για το οικ. έτος 1995 από 5.280.897.525 δρχ. σε 6.381.467.924 δρχ. και, έτσι, να επιβάλει φόρους και προσαυξήσεις, που ανήλθαν για τα εν λόγω οικονομικά έτη, μετά από συμβιβασμό κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, σε 691.565.086, 698.628.757 και 493.430.754 δρχ., αντιστοίχως.

Από τους ως άνω επιβληθέντες φόρους, ποσά 489.394.332 για το οικ. έτος 1993, 467.184.228 για το οικ. έτος 1994 και 235.633.416 δρχ. για το οικ. έτος 1995 αντιστοιχούν στις ως άνω μη αναγνωρισθείσες συναλλαγματικές αποσβέσεις. Αυτά τα ποσά των φόρων βεβαιώθηκαν στην ενάγουσα ... η οποία, μετά από συμβιβασμό, τα κατέβαλε τμηματικά στην αρμόδια ΔΟΥ κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.1999 έως 30.3.2000, οπότε και εξόφλησε όλο το οφειλόμενο ποσό.

Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται, ότι οι προαναφερόμενοι φόροι και προσαυξήσεις, που προέκυψαν από μη αναγνώριση των συναλλαγματικών αποσβέσεων, οι οποίες είχαν εγγραφεί στους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1992, 1993 και 1994 (δηλαδή μετά τη μεταβίβαση των μετοχών στις 27.5.1992) και καταλογίστηκαν σε βάρος της ...

βαρύνουν πράγματι την ως άνω πωληθείσα εταιρεία και όχι την εναγόμενη πωλήτρια ... Α.Ε., δεδομένου ότι όχι μόνον βεβαιώθηκαν και καταλογίστηκαν στην πωλήτρια εταιρεία μετά τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας, αλλά, επί πλέον, πρόκειται και για φορολογικές υποχρεώσεις της εν λόγω πωληθείσας εταιρείας, οι οποίες, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη του τρόπου, που επέλεξε η ...

για την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων αποσβέσεων, αφορούν στις χρήσεις 1992, 1993 και 1994, ήτοι ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της μεταβίβασης των μετοχών, αφού οι αποσβέσεις γενικά αποτελούν εγγραφές, που γίνονται στον ισολογισμό των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένο έτος, προκειμένου να υπολογιστούν ως εκπεστέες δαπάνες κατά το συγκεκριμένο έτος και δεν είναι δυνατόν να αναχθούν σε προηγούμενο της εγγραφής τους έτος, ενόψει μάλιστα και της ισχύουσας, όπως άλλωστε συνομολογείται, αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων.

Επομένως οι ανωτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις δεν ανάγονται σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρονικό διάστημα, αλλά αφορούν στις χρήσεις 1992, 1993 και 1994. για τις οποίες και επιβλήθηκαν και συνεπώς η ενάγουσα, βαρυνόμενη με αυτές, δεν δικαιούται να απαιτήσει την απόδοσή τους.". Υπό τις παραδοχές δε αυτές, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίον η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν τα αντίθετα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με τις παραδοχές και τις κρίσεις του, α) ότι κατά το φορολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι η ... είχε διενεργήσει αποσβέσεις, κατά τις προαναφερόμενες χρήσεις, συναλλαγματικών διαφορών ποσών 1.027.813.109 δρχ, 1.027.813.109 δρχ και 525.568.185 δρχ., που προήλθαν από την αποτίμηση δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν ληφθεί από την ...

κατά τα έτη 1980 και 1981, από διάφορες τράπεζες του εξωτερικού, συνολικού ποσού των 89.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με σκοπό την ανέγερση και τον εξοπλισμό του εργοστασίου στο ...ς, χρησιμοποιήθηκαν δε για κτήση παγίων στοιχείων και εξοφλήθηκαν οριστικά μέχρι τις 31.12.1991, ότι κατά την τμηματική αποπληρωμή των δανείων, διάρκειας πέντε έως δέκα ετών, προέκυψαν συναλλαγματικές διαφορές, λόγω της διαφορετικής αξίας του δολαρίου κατά τον χρόνο καταβολής της εκάστοτε δόσεως, σε σχέση με την αξία του δολαρίου κατά τον χρόνο λήψεως του δανείου, ότι οι διαφορές αυτές ήσαν χρεωστικές, λόγω της έντονης κατά την περίοδο εκείνη αυξήσεως του δολαρίου έναντι της δραχμής, ότι το πιο πάνω εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το Μάρτιο του 1983, ότι από το χρονικό αυτό σημείο θα έπρεπε οι συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν από την εφεξής αποπληρωμή των δανείων, να βαρύνουν τα αποτελέσματα χρήσεως, ενώ οι συσσωρευμένες μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο συναλλαγματικές διαφορές έπρεπε να αρχίσουν να αποσβήνονται σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/1977, δηλαδή ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου, με αντίστοιχη επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της χρήσεως, ότι παρά τούτο η τότε διοίκηση της ...

της οποίας την πλειοψηφία είχε ο ..., αφενός μεν εξακολούθησε μέχρι τις 31.12.1986 να εγγράφει τις συναλλαγματικές διαφορές, που προέκυπταν κατά την εξόφληση των δόσεων του δανείου, στον λογαριασμό "δαπάνες πολυετούς αποσβέσεως" και αφετέρου είχε ξεκινήσει από το 1984 την απόσβεση του ποσού, που είχε συσσωρευθεί σ' αυτόν τον λογαριασμό, με ποσοστό 10% ετησίως, ότι έτσι, το συνολικό ποσό των 10.278.131.090 δρχ., που είχε συσσωρευτεί στο λογαριασμό πολυετούς αποσβέσεως στο τέλος του 1986, αποσβέστηκε με 10% αυτού (ήτοι 1.027.813.109 δρχ ετησίως, περίπου, με πλήρη απόσβεση το έτος 1994), ενώ η απόσβεση αυτού έπρεπε να γίνεται ανάλογα με το εκάστοτε εξοφλούμενο μέρος του δανείου, ότι, όπως αναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των δανείων αποπληρώθηκε μέχρι τις 31.12.1991, οπότε και έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί και η απόσβεση των συσσωρευμένων συναλλαγματικών διαφορών, ότι λόγω του ανωτέρω εσφαλμένου τρόπου διενέργειας των εν λόγω αποσβέσεων, επιβαρύνθηκαν με αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών και οι χρήσεις των ετών 1992, 1993 και 1994, ότι έτσι, και ο διενεργηθείς ως άνω φορολογικός έλεγχος έκρινε ότι, αφού το συνολικό ποσό του δανείου εξοφλήθηκε οριστικά μέχρι την 31.12.1991, η ενάγουσα ...

δεν είχε το δικαίωμα να διενεργήσει περαιτέρω απόσβεση συναλλαγματικών διαφορών σε χρήσεις μετά από αυτή του 1991, αφού δεν είχε ακολουθήσει έναν από τους αναφερόμενους με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 6α του π.δ/τος 99/77 τρόπους απόσβεσης, ότι για το λόγο αυτό, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέες δαπάνες, πλην άλλων, και τις γενόμενες στις ως άνω χρήσεις αποσβέσεις, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει τα δηλωθέντα από την ...

εισοδήματα για το οικονομικό έτος 1993 από 4.882.300.462 δρχ. σε 6.334.705.477 δρχ., για το οικ. έτος 1994 από 4.720.079.998 δρχ. σε 6.257.074.278 δρχ. και για το οικ. έτος 1995 από 5.280.897.525 δρχ. σε 6.381.467.924 δρχ. και, έτσι, να επιβάλει φόρους και προσαυξήσεις, που ανήλθαν για τα εν λόγω οικονομικά έτη, μετά από συμβιβασμό κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, σε 691.565.086, 698.628.757 και 493.430.754 δρχ., αντιστοίχως, ότι από τους ως άνω επιβληθέντες φόρους, ποσά 489.394.332 για το οικ.

έτος 1993, 467.184.228 για το οικ. έτος 1994 και 235.633.416 δρχ. για το οικ. έτος 1995 αντιστοιχούν στις ως άνω μη αναγνωρισθείσες συναλλαγματικές αποσβέσεις και ότι αυτά τα ποσά των φόρων βεβαιώθηκαν στην ενάγουσα ... η οποία, μετά από συμβιβασμό, τα κατέβαλε τμηματικά στην αρμόδια ΔΟΥ κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.1999 έως 30.3.2000, οπότε και εξόφλησε όλο το οφειλόμενο ποσό και β) ότι οι προαναφερόμενοι φόροι και προσαυξήσεις, που προέκυψαν από μη αναγνώριση των συναλλαγματικών αποσβέσεων, οι οποίες είχαν εγγραφεί στους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1992, 1993 και 1994, ήτοι μετά τη μεταβίβαση των μετοχών στις 27.5.1992, και καταλογίστηκαν σε βάρος της ...

βαρύνουν πράγματι την ως άνω πωληθείσα εταιρεία και όχι την εναγόμενη πωλήτρια ... Α.Ε., δεδομένου ότι όχι μόνον βεβαιώθηκαν και καταλογίστηκαν στην πωλήτρια εταιρεία μετά τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας, αλλά, επί πλέον, ότι πρόκειται για φορολογικές υποχρεώσεις της εν λόγω πωληθείσας εταιρείας, που αφορούν στις χρήσεις 1992, 1993 και 1994, ήτοι ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της μεταβίβασης των μετοχών και όχι σε προηγούμενο αυτής (μεταβίβασης) χρονικό διάστημα και συνεπώς βαρύνουν την ενάγουσα, η οποία δεν δικαιούται να απαιτήσει την απόδοσή τους, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις αντιστοίχως των άρθρων 41 παρ. 6(α) του π.δ. 99/1977 και 49 παρ. 1 του ν.1892/1990, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Στο μέτρο δε που με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως και με επίκληση των αναφερομένων πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011), ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 994/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι χωρίς να προταθεί από την ίδια με την αγωγή της, το Εφετείο δέχθηκε ότι "...οι αποσβέσεις γενικά αποτελούν εγγραφές, που γίνονται στον ισολογισμό των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένο έτος, προκειμένου να υπολογιστούν ως εκπεστέες δαπάνες κατά το συγκεκριμένο έτος και δεν είναι δυνατόν να αναχθούν σε προηγούμενο της εγγραφής τους έτος, ενόψει μάλιστα και της ισχύουσας, όπως άλλωστε συνομολογείται, αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων.".

Τούτο όμως δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά νομικό επιχείρημα του δικάσαντος Εφετείου. Επομένως, ο ως άνω εκ του αριθ. 8(α) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά την οποία με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, προκύπτει, ότι η εντολή είναι σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση, που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή.

Ως διεξαγωγή υποθέσεως νοείται η ενέργεια των απαραίτητων θετικών πράξεων προς διεκπεραίωση της υποθέσεως του εντολέως. Η μη καταβολή αμοιβής είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως αυτής, η οποία μπορεί να καταρτισθεί ρητώς, αλλά μπορεί να γίνει και σιωπηρώς αρκεί μόνο να προκύπτει η σύναψη της, δηλαδή η σύμπτωση της σχετικής με αυτή δηλώσεως της βουλήσεως των μερών.

Δεν υπόκειται σε κανένα τύπο, ενώ, λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υποθέσεως του εντολέως, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη κι από δική του πρωτοβουλία, εφ' όσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει, μπορεί δε να αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσον, επομένως και με μάρτυρες, όταν συντρέχει νόμιμη περίπτωση προς τούτο.

Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του ο εντολοδόχος όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Κατά δε το άρθρο 722 ΑΚ, ο εντολέας υποχρεούται να αποδώσει στον εντολοδόχο κάθε χρηματικό ποσό, που δαπανήθηκε από τον τελευταίο για την κανονική εκτέλεση της εντολής, που τελούσε δηλαδή σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εντολή (ΑΠ 1710/2008).

Όπως προαναφέρεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 2175/2014).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγή στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1847/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της, τα εξής: ".....όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε βάρος της ...

για το οικονομικό έτος 1993 (χρήση 1992 φόρους και προσαυξήσεις ποσού 691.565.086 δρχ. Από το ποσό αυτό, αφαιρουμένου του ποσού των 489.394.332 δρχ., που αντιστοιχεί στις ως άνω μη αναγνωρισθείσες συναλλαγματικές αποσβέσεις, υπολείπεται ποσό φόρου εισοδήματος και προσαυξήσεων 202.170.754 δρχ., από το οποίο ποσό 84.237.814 δρχ, αντιστοιχεί στη χρήση από 1.1.1992 έως 27.5.1992 (202.170.754 δρχ ο συνολικός φόρος για τη χρήση 1992, X 5/12), δηλαδή σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της ως άνω μεταβίβασης των μετοχών της ενάγουσας από την εταιρεία ...

Α.Ε. Το εν λόγω ποσό φόρου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 49 ν. 1892/1990, έπρεπε να βεβαιωθεί σε βάρος της πιο πάνω πωλήτριας εταιρείας, την οποία πράγματι βάρυνε, πλην όμως, βεβαιώθηκε εσφαλμένως σε βάρος της ενάγουσας .... Η τελευταία γνώριζε, ότι το ως άνω ποσό αντιστοιχούσε σε φόρους και προσαυξήσεις, που βάρυναν την πωλήτρια εταιρεία, αφού, πέραν της σαφήνειας της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 49 ν. 1892/1990, γινόταν και σε προηγούμενες εκθέσεις ελέγχου ρητή μνεία, ότι για τις χρήσεις προ της μεταβίβασης των μετοχών οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις εγγράφονται σε βάρος της πωλήτριας εταιρείας.

Παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα. μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των οικονομικών ετών 1993 - 1998 (χρήσεις 1992 - 1997) προχώρησε στις 18.3.1999 σε συμβιβασμό με τη φορολογική αρχή για το σύνολο των χρήσεων, αλλά και για το σύνολο των φορολογικών υποχρεώσεων, που είχαν καταλογιστεί σε βάρος της. Έτσι, η ενάγουσα κατέβαλε άμεσα το 10% του συνολικού φόρου και των προσαυξήσεων των χρήσεων 1992 - 1997 (όπως αναμορφώθηκε μετά το συμβιβασμό) και συμφώνησε να καταβάλει το υπόλοιπο σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης στις 30.4.1999.

Πράγματι, η ενάγουσα κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην αρμόδια ΔΟΥ τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.1999 έως 30.3.2000, οπότε εξόφλησε το σύνολο των καταλογισθέντων σε βάρος της φόρων και προσαυξήσεων. Μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού, η ενάγουσα, με την από 6-4-1999 εξώδικη δήλωσή της, γνωστοποίησε στην ...

ΑΕ την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου των οικονομικών ετών 1993-1998 (χρήσεις 1992- 1997) και ότι η τελευταία (πωλήτρια) βαρυνόταν με το προαναφερόμενο ποσό των 84.237.814 δρχ, που αντιστοιχούσε σε φόρους και προσαυξήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 έως 27-5-1992, κάλεσε δε αυτή, να της καταβάλει το ως άνω ποσό, αλλά η ...

ΑΕ αρνήθηκε. Ακολούθως, η τελευταία λύθηκε, όπως αναφέρθηκε, με το άρθρο 12 του ν. 2741/1999 και τέθηκε σε εκκαθάριση. Με το άρθρο 19 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "1. Οι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού κάθε είδους απαιτήσεις του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά του ...., οι οποίες έχουν βεβαιωθεί, καθώς και τα πάσης φύσεως πρόστιμα και προσαυξήσεις αποσβέννυνται και στην συνέχεια διαγράφονται, χωρίς να δημιουργείται φορολογητέο εισόδημα.

Η διαγραφή τους πραγματοποιείται αυτεπάγγελτα, ή έπειτα από αίτηση του ....". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατά του ..., που είχαν βεβαιωθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2741/99 (28.9.1999), θεωρήθηκαν, ότι είχαν αποσβεστεί και, ως εκ τούτου, ήσαν διαγραπτέες, ενώ μετά την ως άνω ημερομηνία δεν ήταν πλέον δυνατή η βεβαίωση και είσπραξη τέτοιων απαιτήσεων (του Δημοσίου κατά του ...), ακόμη και αν οι σχετικές απαιτήσεις είχαν αναγνωριστεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ..........

Σημειώνεται ότι, μετά τη θέση της ... ΑΕ σε εκκαθάριση, η ενάγουσα προέβη, όπως συνομολογείται, στις 29-6-2000 στην προβλεπόμενη από τον ανωτέρω νόμο αναγγελία της ένδικης απαίτησής της κατά της ως άνω πωλήτριας και λίγο αργότερα άσκησε κατ' αυτής την υπό κρίση αγωγή της. Από τη συνεκτίμηση, όμως, του όλου αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υπήρξε ρητή ή σιωπηρή εντολή της πωλήτριας εταιρείας προς την ενάγουσα, να προβεί η τελευταία σε συμβιβασμό, σχετικά με τους επιβληθέντες σ' αυτή φόρους και προσαυξήσεις και, στη συνέχεια, να καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

το παραπάνω ποσό φόρου, που προήλθε από το συμβιβασμό. Τούτο προκύπτει ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου ο οποίος από το έτος 1984 εργαζόταν στην ... ΑΕ και ειδικότερο στην ομάδα οικονομικού ελέγχου των εταιρειών. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε κατηγορηματικά και με σαφήνεια, ότι ουδέποτε δόθηκε ρητή ή σιωπηρή εντολή από την ...

ΑΕ προς την ενάγουσα, να προχωρήσει σε συμβιβασμό ως προς την ανωτέρω οφειλή και, στη συνέχεια, να καταβάλει το ως άνω ποσό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ουδόλως αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, αφού και αυτός κατέθεσε, ότι η ... ΑΕ δεν είχε δώσει ρητή εντολή στην ενάγουσα, αλλά ανέφερε, απλώς, ότι αυτό συναγόταν εμμέσως από επιστολές, που είχαν ανταλλαγεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα μεταξύ της ενάγουσας και της ως άνω πωλήτριας εταιρείας.

Σχετικά με τις εν λόγω επιστολές αποδείχθηκε, ότι από τον Οκτώβριο 1992 και εφεξής η ... ενημέρωνε πάντοτε την πωλήτρια εταιρεία ... Α.Ε. για τους επικείμενους φορολογικούς ελέγχους στην πωληθείσα εταιρεία και στις θυγατρικές εταιρείες αυτής, καθώς και για τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων, ζητώντας μάλιστα και σχετικές οδηγίες για την αντιμετώπιση του εκάστοτε ζητήματος (βλ.

επιστολές με ημερομηνία 8-10-1992, 4-8-1994, 11-8- 1994, 29-3-1995 και 14-7-1995 επιστολές). Σε απάντησή της η ... Α.Ε ανέφερε, ότι σχετικά με την τακτοποίηση των φορολογικών συμφωνούσε "να αντιμετωπιστούν από την ... κατά το συμφερότερο από την ... γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο" (βλ την από 11 -8- 1994 επιστολή της), και ότι "η αντιμετώπιση αυτών από τις άμεσα ενδιαφερόμενες εταιρείες και την ...

κατά το συμφερότερο γι' αυτές τρόπο, κρίνεται. κατά την άποψή μας και η πλέον συμφέρουσα και για τα λοιπά εμπλεκόμενα μέρη" (βλ την από 10-4-1995). Όμοιο περιεχόμενο είχε και η από 3-11-1994 επιστολή ... Α.Ε., στην οποία απαντώντας στην ενάγουσα ... σχετικά με την αντιμετώπιση φορολογικών εκκρεμοτήτων, που αφορούσαν και την ίδια την πωληθείσα εταιρεία, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "οι εν λόγω εκκρεμότητες και οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις, στο βαθμό που μας αφορούν, συμφωνούμε να αντιμετωπισθούν από την ...

κατά το συμφερότερο γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο". Στη συνέχεια η ενάγουσα ... απέστειλε την από 14.7.1995 επιστολή της σχετικά με τη διεξαγωγή φορολογικών ελέγχων στην ίδια για τις χρήσεις 1983-1984, στην οποία η ... ΑΕ απάντησε ως εξής: "...σας επισημαίνουμε και τη διάταξη του άρθρου 49 Ν. 1892/90, σύμφωνα με την οποία, φορολογικές υποχρεώσεις πωλουμένων επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα που ανάγονται σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρόνο και εφόσον ο αγοραστής δεν έχει αναλάβει έγγραφα τις εν λόγω φορολογικές υποχρεώσεις, διαγράφονται με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ.

Η παρούσα μας δεν συνιστά ούτε αποδοχή, ούτε εντολή για ο,τιδήποτε, κατά τα λοιπά δε ισχύουν οι από 11.8.94, 3.11.94 και 31.12.94 (παρ. 2) δηλώσεις μας". Επίσης, στην υπ' αριθμ …38/10-11-1995 επιστολή της, απαντώντας σε προηγηθείσες επιστολές της ... η οποία την καλούσε, να παρασταθεί στην διαδικασία συμβιβασμού, που είχε οριστεί από την εφορία σχετικά με τις χρήσεις 1983 και 1984.

ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Σε απάντηση της από 8.11.1995 επιστολής σας ... σας παραπέμπουμε και πάλι στις σχετικές κατά καιρούς δηλώσεις μας και τις διατάξεις του άρθρου 49 Ν. 1892/90 εκθέτοντας και τα εξής: α. Νομιμοποιούμενος για συμβιβασμό είναι μόνο η .... β, Η από την ... επιλογή της συμφερότερης για τον υποκείμενο σε φόρο λύση είναι και η μόνη από τον ....

Α.Ε. αποδεκτή και μόνο εφόσον τον αφορά. Γ. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν οι δηλώσεις μας να ερμηνεύονται ως έλλειψη συγκατάθεσης για συμβιβασμό". Όμοιο περιεχόμενο είχαν και οι απαντητικές επιστολές της .... Α.Ε. προς την ... σχετικά με τη διεξαγωγή φορολογικών ελέγχων, που αφορούσαν επόμενες χρήσεις. Έτσι, στην υπ' αριθμ.

….43/23.1.1997 επιστολή αναφέρει "θεωρούμε αυτονόητο ότι οφείλετε να πράξετε ό,τι είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση και των δικών μας συμφερόντων, εάν και εφόσον αυτά εμπλέκονται", ενώ στην υπ' αριθμ. ...1/17.10.1997 επιστολή της η ως άνω πωλήτρια δηλώνει ότι "συμφωνούμε, εφόσον η υπόθεση αυτή μας αφορά, να τη χειρισθείτε κατά το συμφερότερο για τον υποκείμενο σε φόρο και για τον τελικό υπόχρεο τρόπο".

Είναι προφανές, ότι σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, που δεν αφορούν βεβαίως στις ένδικες φορολογικές υποχρεώσεις, αλλά σε προηγούμενες, η ... ΑΕ ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εντολή ή οδηγία για το χειρισμό των σχετικών υποθέσεων από την ενάγουσα, αλλά παρέπεμπε σε παλαιότερες επιστολές της, επισημαίνοντας, πάντοτε, ότι έπρεπε ο χειρισμός να είναι σύμφωνος με τα συμφέροντα της και ότι θα έπρεπε να τηρηθούν και τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 49 Ν. 1892/90 περί διαγραφής των φορολογικών υποχρεώσεων, που είχαν επιβληθεί στην ...

αλλά βάρυναν την ίδια την πωλήτρια, λόγω του ότι ανάγονταν σε προηγούμενο της μεταβίβασης χρόνο." Έτσι, και στην από 4-9-1998 επιστολή της προς την ενάγουσα αναφέρει, ότι "Σε απάντηση της από 2-9-1998 επιστολής σας. σας επισημαίνουμε... ότι είναι αναντίρρητα υπόθεση της ... και των θυγατρικών της και υποχρέωσή τους να τακτοποιήσουν τις αναφερόμενες στην ως άνω επιστολής σας.

αλλά και τις εν γένει φορολογικές εκκρεμότητες τους σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου". Στη συνέχεια, με την από 18-1-1995 επιστολή της η ενάγουσα ενημέρωσε την ... ΑΕ για την ολοκλήρωση του τακτικού φορολογικού ελέγχου των οικονομικών ετών 1988 έως και 1992 (χρήσεις 1987-1991) και για το φόρο, που προέκυψε γι' αυτά τα έτη, καθώς και για τη συνέχιση του φορολογικού ελέγχου για τις επόμενες χρήσεις, από τις οποίες προέκυψε και η ένδικη διαφορά.

Επίσης, η ενάγουσα ζήτησε τη συνεργασία της ... ΑΕ και την παροχή οδηγιών για το χειρισμό των Φορολογικών εκκρεμοτήτων, κάλεσε δε την τελευταία, να παραστεί κατά την προβλεπόμενη από τη φορολογική διαδικασία συζήτηση της αίτησης συμβιβασμού και να αναλάβει τον χειρισμό των φορολογικών εκκρεμοτήτων της ...

που εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης του. Στην επιστολή αυτή απάντησε η ... ΑΕ με την από 21.1.1999 επιστολή της ως εξής: "... αναφερόμαστε στις γνωστές σε σας θέσεις μας που προκύπτουν και από τις πρόσφατες σχετικές απαντητικές επιστολές μας". Όμως, όπως αναφέρθηκε, στις προηγηθείσες ως άνω επιστολές δεν δίνονταν από την ...

ΑΕ συγκεκριμένες εντολές ή οδηγίες, αλλά γινόταν, απλώς, μνεία για την αντιμετώπιση των φορολογικών εκκρεμοτήτων από την ... κατά το συμφερότερο για όλους τους ενδιαφερόμενους τρόπο. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, η ... ΑΕ στην από 14.7.1995 επιστολή της προς την ενάγουσα ρητά επισημαίνει, ότι η εν λόγω επιστολή δεν συνιστούσε εντολή "για ο,τιδήποτε".

Επομένως, ούτε και από τις πιο πάνω επιστολές της ... ΑΕ προκύπτει, ότι υπήρξε, έστω και σιωπηρή, εντολή της πωλήτριας εταιρείας για συμβιβασμό και καταβολή του προαναφερόμενου φόρου. Ενόψει αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αυτή ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του και με τις ανωτέρω σκέψεις τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη, κατά την κυρία βάση της, η ερειδομένη στις διατάξεις περί εντολής αγωγή της τελευταίας, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι, υπό τα εκτεθέντα και ανελέγκτως ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, περιστατικά, ουδόλως απεδείχθη ότι υπήρξε ρητή ή σιωπηρή εντολή της πωλήτριας εναγομένης εταιρείας ...

ΑΕ προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να προβεί η τελευταία σε συμβιβασμό σχετικά με τους επιβληθέντες σ' αυτή φόρους και προσαυξήσεις και στη συνέχεια να καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το εν λόγω ποσό του φόρου.

Με την κρίση του αυτή το δικάσαν Εφετείο, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 713 του ΑΚ, την οποία, με τις ανωτέρω πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και συνεπώς οι πρώτος και τρίτος, επικουρικά προβαλλόμενοι, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, μη δεχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σχέση εντολής, και, έτι περαιτέρω, μη διαπιστώσαν, ούτε εμμέσως, οποιοδήποτε κενό ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιείχοντο στις ανωτέρω μεταξύ τους ανταλλαγείσες επιστολές, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει προς διαπίστωση της βουλήσεώς τους αυτής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές, ούτε όμως και επιχείρησε τέτοια ερμηνεία χωρίς αναφορά και προσφυγή σε αυτές (διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ).

Οι δε αναφορές των επιστολών και του περιεχομένου τους, που γίνονται στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, αποτελούν το αποτέλεσμα από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που αναφέρονται σ' αυτήν και όχι ερμηνεία των εν λόγω δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων. Επομένως, ο δεύτερος, επικουρικά προβαλλόμενος, λόγος αναιρέσεως, για παράλειψη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Στο μέτρο δε που με τους ανωτέρω πρώτο, δεύτερο και τρίτο, επικουρικά προβαλλόμενους ίδιους λόγους αναιρέσεως και με επίκληση των αναφερομένων πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Όπως έχει προαναφερθεί, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011), ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, επικουρικά προβαλλόμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι, χωρίς να προταθεί από την ίδια, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν χορηγήθηκε εντολή από την ...

ΑΕ προς αυτήν για συμβιβασμό και καταβολή των ποσών που προέκυψαν από αυτόν (συμβιβασμό), ενώ δεν περιέλαβε κρίση για το αν χορηγήθηκε εντολή προς αυτήν (αναιρεσείουσα) για τον χειρισμό της υποθέσεως κατά τον συμφερότερο για όλους και την ... ΑΕ τρόπο, που είχε προταθεί από αυτήν. Κατά το πρώτο σκέλος της η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του δικάσαντος Εφετείου, συναχθέν από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το δεύτερο σκέλος της η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και εκ του πράγματος τον απέρριψε, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο δέχθηκε ρητώς ότι "...ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υπήρξε ρητή ή σιωπηρή εντολή της πωλήτριας εταιρείας προς την ενάγουσα.

να προβεί η τελευταία σε συμβιβασμό, σχετικά με τους επιβληθέντες σ' αυτή φόρους και προσαυξήσεις και, στη συνέχεια, να καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το παραπάνω ποσό φόρου, που προήλθε από το συμβιβασμό.... Επομένως, ούτε και από τις πιο πάνω επιστολές της ... ΑΕ προκύπτει, ότι υπήρξε, έστω και σιωπηρή, εντολή της πωλήτριας εταιρείας για συμβιβασμό και καταβολή του προαναφερόμενου φόρου.".

Επομένως, ο ως άνω εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τέταρτος, επικουρικά προβαλλόμενος, λόγος αναιρέσεως, είναι, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, απορριπτέος. Στο μέτρο δε, που και με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως και με επίκληση των αναφερομένων πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η 29-10-2010 κρινομένη αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.- Γ.

Επί της από 29-10-2010 αιτήσεως της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".- Κατά το άρθρο 361 ΑΚ, για την δικαιοπρακτική γένεση ενοχής απαιτείται σύμβαση, την οποία οι συμβαλλόμενοι συνάπτουν ελευθέρως, καθορίζοντας, επίσης, ελευθέρως το περιεχόμενό της. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2015, 33/2002, 4/1998).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 79 παρ 1 ΚΠολΔ "αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας διαδικασίας". Από την διάταξη αυτή, συνάγεται ότι με την άσκηση της κυρίας παρεμβάσεως, ο παρεμβαίνων αντιποιείται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, και επομένως δεν μπορεί να επιζητεί την εις αυτόν επιδίκαση αντικειμένου διαφορετικού από εκείνο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι της αρχικής δίκης, ούτε επί πλέον του αντικειμένου αυτού, διότι στην τελευταία αυτήν περίπτωση, η κυρία παρέμβαση είναι απαράδεκτη ως προς το επί πλέον ζητούμενο, αφού αυτό δεν είναι αντικείμενο και της κυρίας δίκης.

Η κύρια παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται στο ίδιο δικαίωμα και στην ίδια έννομη σχέση ως προς όλους τους κύριους διαδίκους, το επικαλούμενο δε δικαίωμα να είναι τέτοιο, που να μπορεί να στραφεί εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, χωρίς να απαιτείται να στηρίζεται η αξίωση του παρεμβαίνοντος στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, που στηρίζεται η αγωγή του κυρίου διαδίκου.

Η αντιποίηση του αντικειμένου της κύριας δίκης από τον κυρίως παρεμβαίνοντα εμφανίζεται, είτε η αγωγή και η κυρία παρέμβαση έχουν καταψηφιστικό αίτημα για το ίδιο πράγμα είτε περιέχουν διαγνωστικό αίτημα για το ίδιο δικαίωμα. Στην πρώτη περίπτωση (καταψηφιστικού αιτήματος) δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται το δικαίωμα, που επικαλείται έκαστος.

Στη δεύτερη, όμως, περίπτωση πρέπει να συμπίπτει το δικαίωμα, που επικαλείται ο κυρίως παρεμβαίνων, με το δικαίωμα, που αποτελεί αντικείμενο της αρχικής δίκης. Εξ άλλου, η κύρια παρέμβαση, με την οποία ο παρεμβαίνων αιτείται κάτι διαφορετικό ή επί πλέον από το αντικείμενο της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, εφ' όσον έχει τα νόμιμα στοιχεία αυτοτελούς αγωγής και εφ' όσον υπάγεται στην αυτή διαδικασία, κατά την οποία διεξάγεται η δίκη αυτή και ασκείται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας μέχρι την πρώτη συζήτηση της αρχικής αγωγής, είναι δυνατόν να συνεκδικαστεί με την αγωγή αυτή, ως νέα αγωγή, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, εάν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Ενόψει δε του ότι η παρέμβαση αυτή αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει, κατά τον κανόνα του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνει στο δικόγραφό της και ιδιαίτερη αίτηση παροχής ένδικης προστασίας, είτε δηλαδή καταψηφιστικό αίτημα ως προς το ανωτέρω αντικείμενο, είτε αναγνωριστικό (θετικό ή αρνητικό) αίτημα ως προς το αυτό δικαίωμα, άλλως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1379/2002, ΑΠ 715/1998).

Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθεμένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ' όσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του ως άνω άρθρου (ΟλΑΠ 12/2000, 1/1999).

Στη προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Α) η ενάγουσα στην (κύρια) από 28-3-2001 αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "...", ισχυρίστηκε α) ότι η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων Α.Ε " (...), η οποία κατείχε το 69,8% των μετοχών αυτής (της ενάγουσας ...) και της οποίας ειδικός διάδοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 27-3-1992 σύμβαση πώλησης και τη συμπληρωματική αυτής από 27-5-2002 σύμβαση, πώλησε το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στις εταιρείες 1) ...

Α.Ε., 2) ... Α.Ε. (...) και 3) ... (μετονομασθείσα σε "..."), της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, τυγχάνει η εταιρεία "..." (πρώην ......, πρώην ...), β) ότι κατά το φορολογικό έλεγχο των οικονομικών ετών 1993 - 1995 (χρήσεις 1992-1994), που έγινε μετά την ολοκλήρωση, στις 27-5-1992, της πώλησης των μετοχών της ... η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέες δαπάνες τις αναφερόμενες στην αγωγή αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών και, έτσι, καταλόγισε σε βάρος της φόρους και προσαυξήσεις, που, μετά από συμβιβασμό, ανήλθαν στα ποσά των 489.394.332 δρχ, 467.184.228 δρχ και 235.633.416 δρχ, για καθένα από τα ως άνω έτη, αντίστοιχα, και συνολικά στο ποσό των 1.192.211.976 δρχ., γ) ότι οι ως άνω βεβαιωθέντες φόροι και προσαυξήσεις, αν και καταλογίστηκαν σε βάρος της μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της (27-5-1992), παρ' όλα αυτά ανάγονται σε προγενέστερο της μεταβίβασης χρόνο, αφού αποτελούν αναγκαία απόρροια λογιστικού χειρισμού συγκεκριμένων κονδυλίων της προηγούμενης διοίκησης, δ) ότι η φορολογική αρχή καταλόγισε, επίσης, σ' αυτή (ενάγουσα) φόρο εισοδήματος για το οικονομικό έτος 1993 (χρήση 1992), που μετά από συμβιβασμό ανήλθε στο ποσό των 202.170.754 δρχ., μέρος δε του ανωτέρω φόρου και συγκεκριμένα ποσό 84.237.814 δρχ.

αναλογεί στο χρονικό διάστημα, που προηγείται της μεταβίβασης των μετοχών (ήτοι 202.170.754 X 5/12) και ε) ότι για τους πιο πάνω φόρους και προσαυξήσεις, που ανάγονται σε προγενέστερο της μεταβίβασης της ... χρόνο, συνολικού ποσού 1.276.449.790 δρχ. (1.192.211.976 + 84.237.814), το οποίο τελικά αυτή κατέβαλε μετά από συμβιβασμό στη φορολογική αρχή, βαρύνεται αποκλειστικά η εναγόμενη εταιρεία, κατ' άρθρο 49 ν. 1892/1990.

Ζήτησε, λοιπόν, η ενάγουσα, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη ... ΑΕ (και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο) οφείλει σ' αυτή, με βάση την επικαλούμενη σύμβαση εντολής, άλλως κατά τα διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ανωτέρω ποσό των 1.276.449.790 δρχ., με το νόμιμο τόκο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.

Β) Οι κυρίως παρεμβαίνουσες εταιρείες, με την από 24-5-2001 κύρια παρέμβασή τους, ισχυρίστηκαν α) ότι δυνάμει της ίδιας ως άνω σύμβασης αγοράς της ... (ήτοι της από 27-3-1992 σύμβασης και της από 27-5-1992 συμπληρωματικής αυτής) κατέχουν η πρώτη από αυτές ποσοστό 9,1% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 4.595.580 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του μετοχικού κεφαλαίου της ...

ή 25.497.990 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 10,2% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 5.152.920 μετοχές, β) ότι δυνάμει όρου της ως άνω σύμβασης ορίστηκε, ότι σε περίπτωση, που η ... υποχρεωνόταν, σε χρόνο μετά την μεταβίβαση των μετοχών, να καταβάλει οποιουσδήποτε φόρους εισοδήματος, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και ποινές κάθε φύσεως, που θα προέκυπταν από πράξη ή παράλειψη της εταιρείας πριν από το διορισμό του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου (29-4-1992), η πωλήτρια εταιρεία (....) ανέλαβε έναντι των αγοραστριών εταιρειών την υποχρέωση, να πληρώσει σε καθεμιά αγοράστρια μέρος του καταβληθέντος από την ...

ποσού, που αντιστοιχούσε στο προκύπτον από τον όρο 6 της σύμβασης ποσοστό, το οποίο έπρεπε να είναι ίσο με το ποσοστό των μετοχών, που η κάθε αγοράστρια είχε αποκτήσει στο μετοχικό κεφάλαιο της ... και γ) ότι λόγω της καταβολής από την ενάγουσα στην κύρια αγωγή εταιρεία (...) των αναφερόμενων σ' αυτή φόρων και επιβαρύνσεων, δικαιούνται, με βάση τα ανωτέρω ποσοστά, μέρος του αιτούμενου από την πιο πάνω κυρίως ενάγουσα ποσού.

Ζήτησαν, λοιπόν, οι κυρίως παρεμβαίνουσες, με την κύρια παρέμβασή τους, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι η πρώτη των εναγομένων εταιρεία (...) και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει σ' αυτές τα παρακάτω ποσά, ήτοι στην πρώτη το ποσό των 114.623.803 δρχ., στη δεύτερη το ποσό των 636.099.124 δρχ.

και στην τρίτη το ποσό των 128.479.427 δρχ., με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην κύρια παρέμβαση διακρίσεις. Γ) Με τη σωρευόμενη στο ίδιο ως άνω δικόγραφο (της κύριας παρέμβασης) αγωγή τους, την οποία στρέφουν κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε", οι προαναφερόμενες τρεις αγοράστριες εταιρείες, ισχυρίστηκαν α) ότι σε εκτέλεση των οριζομένων στον όρο 10 της ως άνω σύμβασης πώλησης ο ... άνοιξε στην ... τον υπ' αριθμ ...687 λογαριασμό, ο οποίος ονομάστηκε λογαριασμός Μεσεγγύησης και θα λειτουργούσε μέχρι 31-12-1994 και από τον οποίο θα ήσαν πληρωτέες οι μη εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο αξιώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ως άνω αναφερόμενες αξιώσεις τους, β) ότι κατά την αμετάκλητη εντολή του ...

προς την πιο πάνω τράπεζα, οι πληρωμές από τον ως άνω λογαριασμό θα γίνονταν χωριστά ή από κοινού μόνο προς τις αγοράστριες εταιρίες, εφόσον είτε θα δινόταν σχετική έγγραφη εντολή του ... ή του διαδόχου του, είτε θα προσκομιζόταν στην τράπεζα εκτελεστή δικαστική απόφαση υπέρ οποιοσδήποτε από τις ως άνω εταιρείες, που να διατάσσει την από το λογαριασμό αυτό καταβολή, γ) ότι, με τον τρόπο αυτό, αφενός μεν καταρτίστηκε μεταξύ ...

και ... γνήσια σύμβαση υπέρ των αγοραστριών ως τρίτων, αφετέρου δε αναλήφθηκαν από την ... καθήκοντα μεσεγγυούχου έναντι του πωλητή και των αγοραστριών, και δ) ότι καίτοι ο ... και η ... ενημερώθηκαν, ότι υπήρχε απαίτηση των αγοραστριών από φόρους, η ..., ενεργώντας αντισυμβατικά, αλλά και παράνομα, αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, απέδωσε στον ...

το ποσό του λογαριασμού, ματαιώνοντας έτσι την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αγοραστριών εταιρειών, αφού σε περίπτωση, που ο ... υποχρεωθεί να καταβάλει στις αγοράστριες - ενάγουσες τα αιτούμενα με την ως άνω κύρια παρέμβαση ποσά, δεν θα υπάρχουν αυτά στο λογαριασμό μεσεγγύησης, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι τελευταίες.

Ζήτησαν, λοιπόν, οι πιο πάνω ενάγουσες, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι αιτούμενες με την ως άνω κύρια παρέμβαση απαιτήσεις τους καλύπτονται από το λογαριασμό μεσεγγύησης και ότι η εναγομένη ..., ως καθολική διάδοχος της ..., υποχρεούται να τους αποδώσει από το λογαριασμό μεσεγγύησης, με την προσκομιδή εκτελεστής δικαστικής απόφασης όσα ποσά τους επιδικαστούν με βάση την αναφερόμενη στην κύρια παρέμβαση σύμβαση με τον ....

Επικουρικά, για την περίπτωση που αληθεύουν τα ισχυριζόμενα από την ..., ότι απέδωσε το ποσό του λογαριασμού μεσεγγύησης στον ..., ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι η ..., ως καθολική διάδοχος της ..., οφείλει, ως συνοφειλέτρια σε ολόκληρο με το Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει τα αιτούμενα με την κύρια παρέμβαση ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής, άλλως ως αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, άλλως ως αποζημίωση κατά το άρθρο 919 ΑΚ...

Στην προκείμενη περίπτωση, οι κυρίως παρεμβαίνουσες (ήδη αναιρεσείουσες) ισχυρίστηκαν, κατά τα ανωτέρω, στο δικόγραφό τους α) ότι δυνάμει της από 27.3.1992 σύμβασης πώλησης αγοράς μετοχών της εταιρείας ..., σε συνδυασμό και με τη συμπληρωματική συμφωνία της 27.5.1992, αγόρασαν από τον ... και κατέχουν η πρώτη από αυτές ποσοστό 9,1% του μετοχικού κεφαλαίου της ...

ή 4.595.580 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 25.497.990 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 10,2% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 5.152.920 μετοχές, ενώ από 29-4- 1992 ορίστηκε νέος διευθύνων σύμβουλος της πωληθείσας εταιρείας, β) ότι αυτές κατήρτισαν την ως άνω σύμβαση πωλήσεως και καθόρισαν το αντίστοιχο τίμημα, στηριζόμενες στη βασιμότητα, πληρότητα και ακρίβεια σχετικών δηλώσεων του ..., στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές, που αφορούν στις φορολογικές εκκρεμότητες της πωληθείσας εταιρείας, γ) ότι με τον όρο 6 της σύμβασης ο ...

ανέλαβε, ως πωλητής των παραπάνω μετοχών του, έναντι των αγοραστριών εταιρειών την "εγγυητική" ευθύνη, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση, που η ... υποχρεωνόταν σε χρόνο μετά την μεταβίβαση των μετοχών, να καταβάλει οποιουσδήποτε φόρους εισοδήματος, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και ποινές κάθε φύσεως, που θα προέκυπταν από πράξη ή παράλειψη της εταιρείας πριν από το διορισμό του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου (29.4.1992), τότε ο ....

ως πωλητής θα έπρεπε να πληρώσει σε κάθε αγοράστρια εταιρεία ένα ποσό ίσο με ποσοστό του καταβληθέντος από την ... για κάποια από τις ανωτέρω αιτίες ποσού, το ποσοστό δε αυτό θα έπρεπε να είναι ίσο με το ποσοστό των μετοχών, που η κάθε αγοράστρια είχε αποκτήσει στο μετοχικό κεφάλαιο της ..., δ) ότι, πράγματι, μετά τη μεταβίβαση της ως άνω εταιρείας, έλαβε χώρα φορολογικός έλεγχος στην ...

για τα οικονομικά έτη 1993-1995 (χρήσεις 1992, 1993 και 1994), κατά τον οποίο η φορολογική αρχή 1) καταλόγισε στην ... μετά από συμβιβασμό, φόρους και προσαυξήσεις συνολικού ποσού 1.192.211.976 δρχ, διότι δεν αναγνώρισε τις αναφερόμενες στην κύρια αγωγή ως εκπεστέες δαπάνες και συγκεκριμένα τις προκύπτουσες από αποπληρωμή δανείων αποσβέσεις συναλλαγματικών διαφορών, με τις οποίες η προηγούμενη διοίκηση της πωληθείσας εταιρείας επιβάρυνε τις χρήσεις 1992, 1993 και 1994, κατά τρόπο παράνομο, για το λόγο ότι οι αποσβέσεις αυτές έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι 31-12-1991, οπότε και αποπληρώθηκαν τα δάνεια, και 2) καταλόγισε στην ...

για το έτος 2002 φόρο εισοδήματος με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις συνολικού ποσού 202.170.754 δρχ, από το οποίο τα 5/12, ήτοι ποσό 84.237.814 δρχ, βαρύνει τον ..., με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η πωληθείσα εταιρεία να καταβάλει για τις ως άνω δημοσιονομικές αξιώσεις το συνολικό ποσό των 1.276.449.790 δρχ (1.192.211.976 + 84.237.814), ε) ότι ενόψει του ότι οι ως άνω φόροι και προσαυξήσεις προέκυψαν από πράξεις της διοίκησης της ...

πριν από το διορισμό του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου (29-4-1992), ο ... οφείλει στις τρεις αγοράστριες εταιρείες (κυρίως παρεμβαίνουσες), με βάση τον προαναφερόμενο όρο 6 της σύμβασης πώλησης της ... και το ποσοστό των μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, που κατέχει καθεμιά εξ αυτών, το ποσό των 114.623.803 στην πρώτη, το ποσό των 636.099.124 δρχ στη δεύτερη και το ποσό 128.479.427 δρχ στην τρίτη.

Ζήτησαν, λοιπόν, οι κυρίως παρεμβαίνουσες, να αναγνωριστεί, ότι η πρώτη των εναγομένων εταιρεία (...) και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει σ' αυτές τα προαναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως. Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο η κύρια παρέμβαση, είναι προφανές, ότι το αντικείμενο αυτής είναι διαφορετικό από εκείνο, για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι της αρχικής δίκης, αφού το διαγνωστικό αίτημα της αγωγής και αυτό της κύριας παρέμβασης αναφέρονται σε διαφορετικό δικαίωμα.

Ειδικότερα, αντικείμενο της κύριας αγωγής είναι η διάγνωση του δικαιώματος της ενάγουσας ..., να αναζητήσει (με βάση τις έννομες σχέσεις εντολής, διοίκησης αλλοτρίων και αδικαιολόγητου πλουτισμού) τους καταβληθέντες από την ίδια φόρους και προσαυξήσεις, τους οποίους αυτή κατέβαλε, καίτοι δεν ήταν, κατ' άρθρο 49 του ν. 1892/1990, υπόχρεος προς τούτο, με αποτέλεσμα να τίθεται ως προδικαστικό ζήτημα η αναγνώριση της υποχρέωσης της ....

Α.Ε προς καταβολή των αντίστοιχων ποσών, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη. Αντίθετα, αντικείμενο της κύριας παρέμβασης δεν είναι η διάγνωση του δικαιώματος των παρεμβαινουσών προς απόδοση των πιο πάνω δαπανών (με βάση τις προαναφερόμενες έννομες σχέσεις ή κάποια άλλη), αφού οι παρεμβαίνουσες ουδόλως ισχυρίζονται, ότι κατέβαλαν οι ίδιες ολόκληρο ή μέρος των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, αλλά ζητείται η διάγνωση της ενεργοποίησης του αορίστως, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, προβαλλόμενου δικαιώματος των κυρίως παρεμβαινουσών εταιρειών, που απορρέει από τον όρο 6 της συμβάσεως πωλήσεως της ...

καθώς και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ..., λόγω παράβασης υποχρεώσεων του πωλητή (...) από την επικαλούμενη σύμβαση πωλήσεως της .... Έτσι, ενώ προϋπόθεση της υπάρξεως του δικαιώματος της ενάγουσας στην κύρια αγωγή ... προς αναζήτηση των καταβληθέντων είναι η "ανυπαρξία υποχρέωσης" αυτής προς καταβολή των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, με βάση το άρθρο 49 του ν. 1892/1990, ενόψει του ότι στην περίπτωση, που οι φόροι αυτοί βαρύνουν την ίδια την ενάγουσα εταιρεία, δεν δικαιούται η τελευταία να τους αναζητήσει από τον ..., αντιθέτως, στην κύρια παρέμβαση προϋπόθεση του δικαιώματος των παρεμβαινουσών αγοραστριών εταιρειών, που πηγάζει από το άρθρο 6 της σύμβασης, αποτελεί η "ύπαρξη πραγματική, υποχρέωσης" της πωληθείσας εταιρείας για καταβολή φόρων και επιβαρύνσεων, δεδομένου ότι το εν λόγω δικαίωμα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου, όπως αυτό εκτίθεται στην κύρια παρέμβαση, δεν ενεργοποιείται, αν η ...

απλώς κατέβαλε, για οποιοδήποτε λόγο (ως εντολοδόχος, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας κλπ), ξένο χρέος, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση καταβολής αυτού η ίδια. Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι παρεμβαίνουσες δεν αντιποιούνται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της κύριας δίκης, η ασκηθείσα από αυτές κύρια παρέμβαση είναι απαράδεκτη.

Κατόπιν αυτού, εφόσον στο ανωτέρω δικόγραφο περιέχονται στοιχεία αυτοτελούς αγωγής κατά της πωλήτριας εταιρείας ... ΑΕ, η οποία υπάγεται στην ίδια διαδικασία και ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να ερευνηθεί το εν λόγω δικόγραφο ως νέα αυτοτελής αγωγή. Όμως, από το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου, όπως αυτό εκτέθηκε αναλυτικώς παραπάνω, η εν λόγω αγωγή είναι αόριστη, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτή η αιτία, με βάση την οποία αναζητούνται από τις αγοράστριες εταιρείες, σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης της πώλησης της ...

τα προαναφερόμενα ποσά, αν δηλαδή αυτά αναζητούνται ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ή, αντιθέτως, ως συμφωνηθείσα αποζημίωση για την περίπτωση αντισυμβατικής ή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους της πωλήτριας ... ΑΕ. Εφόσον δε ήθελε γίνει δεκτό, ότι πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης, η αγωγή είναι και πάλι αόριστη, αφού ουδόλως προσδιορίζεται το είδος της αιτούμενης ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια αυτής με την καταβολή από την πωλήτρια εταιρεία των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, αν δηλαδή από την επιβάρυνση της ...

με τους ανωτέρω φόρους και προσαυξήσεις επήλθε απώλεια κερδών της εταιρείας κατά τις αντίστοιχες χρήσεις (1992, 1993 και 1994) ή αν το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή από τις αγοράστριες μεγαλύτερου τιμήματος σε σχέση με την πραγματική αξία της πωληθείσας εταιρείας, η οποία μειώθηκε λόγω της επιβολής των πιο πάνω φόρων και προσαυξήσεων, οπότε, βεβαίως, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται και η αξία της εταιρείας με βάση τα σχετικά μεγέθη πριν από την επιβολή των εν λόγω επιβαρύνσεων και μετά την επιβολή αυτών κλπ, και δεν αρκεί, για την πληρότητα της αγωγής, η παράθεση του αναφερόμενου στον όρο 6 μαθηματικού τύπου, με τον οποίο απλώς προσδιορίζεται το ποσοστό της αξίωσης κάθε εταιρείας.

Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη, για να μπορέσει η εναγομένη εταιρεία ... ΑΕ (και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο) να αμυνθεί κατά της αγωγής αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της συγκεκριμένης διαφοράς. Επομένως, ενόψει του κατά τα άρθρα 111 παρ 2, 118 παρ 4 και 216 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιούμενου δικαιώματος, το περιεχόμενο του δικογράφου ούτε και ως αυτοτελής νέα αγωγή μπορεί να εκτιμηθεί.

Κατόπιν αυτού, όμως, και η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο (με την κύρια παρέμβαση) αγωγή των παρεμβαινουσών εταιρειών κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", είναι απορριπτέα ως προώρως ασκούμενη. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την κύρια παρέμβαση και την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πιο πάνω αγωγή, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρ 534 ΚΠολΔικ) και συνεπώς όλοι οι λόγοι της έφεσης των παρεμβαινουσών - εναγουσών, με τους οποίους αυτές ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από αντικατάσταση των σχετικών αιτιολογιών της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 4891/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις προαναφερόμενες, απέρριψε κατ' ουσίαν την κατ' αυτής από 12-5-2007 έφεση των παρεμβαινουσών και ήδη αναιρεσειουσών εταιρειών. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, ήτοι:

α) ότι υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της η κύρια παρέμβαση, έχει αντικείμενο διαφορετικό από εκείνο, για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι της αρχικής δίκης, αφού το αντικείμενο της κύριας αγωγής είναι η διάγνωση του δικαιώματος της ενάγουσας ..., να αναζητήσει με βάση τις έννομες σχέσεις εντολής, διοικήσεως αλλοτρίων και αδικαιολόγητου πλουτισμού τους καταβληθέντες από την ίδια φόρους και προσαυξήσεις, τους οποίους αυτή κατέβαλε, καίτοι δεν ήταν, κατ' άρθρο 49 του ν. 1892/1990, υπόχρεη προς τούτο, με αποτέλεσμα να τίθεται ως προδικαστικό ζήτημα η αναγνώριση της υποχρεώσεως της ....

Α.Ε προς καταβολή των αντίστοιχων ποσών, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ενώ αντιθέτως αντικείμενο της κύριας παρεμβάσεως δεν είναι η διάγνωση του δικαιώματος των παρεμβαινουσών προς απόδοση των πιο πάνω δαπανών με βάση τις προαναφερόμενες έννομες σχέσεις ή κάποια άλλη, αφού οι παρεμβαίνουσες ουδόλως ισχυρίζονται, ότι κατέβαλαν οι ίδιες ολόκληρο ή μέρος των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, αλλά ζητείται η διάγνωση της ενεργοποίησης του (αορίστως) προβαλλόμενου δικαιώματος των κυρίως παρεμβαινουσών εταιρειών, που απορρέει από τον όρο 6 της συμβάσεως πωλήσεως της ...

β)καθώς και της αντίστοιχης υποχρεώσεως του ..., λόγω παραβάσεως υποχρεώσεων του πωλητή (...) από την επικαλούμενη σύμβαση πωλήσεως της ... ως και ότι, ενώ προϋπόθεση της υπάρξεως του δικαιώματος της ενάγουσας στην κύρια αγωγή ... προς αναζήτηση των καταβληθέντων είναι η "ανυπαρξία υποχρέωσης" αυτής προς καταβολή των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, με βάση το άρθρο 49 του ν. 1892/1990, ενόψει του ότι στην περίπτωση, που οι φόροι αυτοί βαρύνουν την ίδια την ενάγουσα εταιρεία, δεν δικαιούται η τελευταία να τους αναζητήσει από τον ..., αντιθέτως, στην κύρια παρέμβαση προϋπόθεση του δικαιώματος των παρεμβαινουσών αγοραστριών εταιρειών, που πηγάζει από το άρθρο 6 της συμβάσεως, αποτελεί η "ύπαρξη πραγματικής υποχρέωσης" της πωληθείσας εταιρείας για καταβολή φόρων και επιβαρύνσεων, δεδομένου ότι το εν λόγω δικαίωμα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου, όπως αυτό εκτίθεται στην κύρια παρέμβαση, δεν ενεργοποιείται, αν η ...

απλώς κατέβαλε, για οποιοδήποτε λόγο (ως εντολοδόχος, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας κλπ), ξένο χρέος, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση καταβολής αυτού η ίδια και γ) ότι ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων οι παρεμβαίνουσες δεν αντιποιούνται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της κύριας δίκης, η ασκηθείσα από αυτές κύρια παρέμβαση είναι απαράδεκτη, όχι παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτη την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο κυρία παρέμβαση των αναιρεσειουσών.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζουν με τον δεύτερο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείουσες είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ενόψει των εκτεθεισών παραδοχών του Εφετείου, ότι εφόσον στο ανωτέρω δικόγραφο κυρίας παρεμβάσεως των αναιρεσειουσών περιέχονται στοιχεία αυτοτελούς αγωγής κατά της πωλήτριας εταιρείας ... ΑΕ, η οποία υπάγεται στην ίδια διαδικασία και ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, είναι ερευνητέα ως νέα αυτοτελής αγωγή και ότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της είναι αόριστη, γιατί δεν διευκρινίζεται σ' αυτή η αιτία, με βάση την οποία αναζητούνται από τις αναιρεσείουσες αγοράστριες εταιρείες, σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης της πώλησης της ...

τα προαναφερόμενα ποσά, αν δηλαδή αυτά αναζητούνται ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ή, αντιθέτως, ως συμφωνηθείσα αποζημίωση για την περίπτωση αντισυμβατικής ή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους της πωλήτριας ... ΑΕ, ως και ότι εφ' όσον ήθελε γίνει δεκτό, ότι πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως, η αγωγή είναι αόριστη, αφού ουδόλως προσδιορίζεται το είδος της αιτούμενης ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια αυτής με την καταβολή από την πωλήτρια εταιρεία των ενδίκων φόρων και προσαυξήσεων, αν δηλαδή από την επιβάρυνση της ...

με τους ανωτέρω φόρους και προσαυξήσεις επήλθε απώλεια κερδών της εταιρείας κατά τις αντίστοιχες χρήσεις (1992, 1993 και 1994) ή αν το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή από τις αγοράστριες μεγαλύτερου τιμήματος σε σχέση με την πραγματική αξία της πωληθείσας εταιρείας, η οποία μειώθηκε λόγω της επιβολής των πιο πάνω φόρων και προσαυξήσεων, οπότε, βεβαίως, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται και η αξία της εταιρείας με βάση τα σχετικά μεγέθη πριν από την επιβολή των εν λόγω επιβαρύνσεων και μετά την επιβολή αυτών κλπ, και δεν αρκεί, για την πληρότητα της αγωγής, η παράθεση του αναφερόμενου στον όρο 6 μαθηματικού τύπου, με τον οποίο απλώς προσδιορίζεται το ποσοστό της αξίωσης κάθε εταιρείας, ότι η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη, για να μπορέσει η εναγομένη εταιρεία ...

ΑΕ (και ήδη το Ελληνικό Δημόσιο) να αμυνθεί κατά της αγωγής αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της συγκεκριμένης διαφοράς, επίσης όχι παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτη την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο εκτιμωμένη ως κυρία αγωγή παρέμβαση των αναιρεσειουσών, και συνεπώς, τα αντίθετα, που υποστηρίζουν με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείουσες είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος δε αυτός λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον υπό την επίκληση της παραβιάσεως του 361 του ΑΚ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμος γιατί, όπως ορθώς κρίνοντας, δέχθηκε το Εφετείο, δεν διευκρινίζεται η αιτία, με βάση την οποία αναζητούνται από τις αναιρεσείουσες αγοράστριες εταιρείες, σύμφωνα με τον όρο 6 της συμβάσεως της πωλήσεως της ...

ήτοι αν πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως, ή αν το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταβολή από τις αγοράστριες μεγαλύτερου τιμήματος σε σχέση με την πραγματική αξία της πωληθείσας εταιρείας, η οποία μειώθηκε λόγω της επιβολής των ως άνω φόρων και προσαυξήσεων.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η 29-10-2010 κρινομένη αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το βάσιμο αίτημα του τελευταίων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), του εξ αυτών Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 27-10-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου β) την από 29-10-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και γ) την από 29-10-2010 αίτηση των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες: i) "..." πρώην "......, πρώην ...", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ..." πρώην "...", ii) "..." και iii) "... Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1969/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 29-10-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1969/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες: i) "..." πρώην "......, πρώην ...", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... ..." πρώην "..." και ii) "...".

Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.-

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.-

Απορρίπτει την από 29-10-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...".-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.-

Απορρίπτει την από 29-10-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ""... Α.Ε."".-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του μεν εκ των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου από τριακόσια (300) ευρώ, εκάστης δε των λοιπών αυτών από χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ