Greek Supreme Court partially allows appeal against European arrest warrant execution due to insufficient crime description.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against the Athens Court of Appeal's decision to execute a European Arrest Warrant issued by Cyprus. The appellant argued the warrant lacked specific details regarding the commission of crimes, violating procedural requirements. The court ruled that the warrant failed to describe the circumstances of two specific offenses, necessitating either its return for completion or a refusal of execution for those charges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22(1) Law 3251/2004; Art. 11(ζ) Law 3251/2004; Art. 5(3) Penal Code: A European Arrest Warrant must contain a precise description of the circumstances of the crime; if the issuing authority fails to specify how the crime was committed, the executing state must either return the warrant for completion or refuse execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 855/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 και 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη και Νικολάου Παντελή, αντίστοιχα, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Μ. Φ. του Α., Έλληνα υπηκόου, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ηλία Αναγνωστόπουλο, Φώτιο Καρατζένη και Γεώργιο Τριανταφύλλου, κατά της υπ’ αριθμ. 31/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 17-2-2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 4/22 Μαρτίου 2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2016. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση για τις πράξεις α)της συνομωσίας προς καταδολίευση, β) της χειραγώγησης της αγοράς και γ)των ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης και να απορριφθεί όσον αφορά την πράξη της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λπ.", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή (άρθρ. 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.).
Συνεπώς η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 4/22-3-2016 έφεση, νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά της υπ’ αριθμ. 31/21-3-2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 17-2-2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Κύπρου κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Μ. Φ. του Α., κατοίκου ..., προκειμένου να διωχθεί εκεί για τις αναφερόμενες στο ως άνω ένταλμα πράξεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τους νόμους της Κύπρου ως 1) συνομωσία προς καταδολίευση, 2) χειραγώγηση της αγοράς, 3) ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη κατά παράβαση του νόμου περί των προϋποθέσεων διαφάνειας σε ρυθμιζόμενη αγορά και 4) τήρηση ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3251/2004 το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας:
α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία:
α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Στο άρθρο 9 παρ.3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, ο οποίος κατά το ως άνω άρθρο 22 μπορεί να ασκήσει έφεση κατ’ αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α’ του ίδιου νόμου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ.
β’ της ως άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10 η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και υπό στοιχ.
κ’ για απάτη. Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις υπό στοιχεία (ζ-ι) και (η) του άρθρου τούτου (11), κατά τις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση αυτού, κατά μεν την περίπτωση υπό στοιχ. (ζ-ι) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο, κατά δε την περίπτωση υπό στοιχ. (η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.
Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ’ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.
Τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου ως άνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.
Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς.
Έτσι με βάση το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004).
Η απαγόρευση της έκδοσης ή παράδοσης των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. η απαγόρευση του άρθρου 438 περ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών αρχές αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγορεύσεως, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει για αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές, είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την άσκηση ποινικής διώξεως, οι κανόνες για την παράδοση των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος ορίζονται και οριοθετούνται από τις διατάξεις του άρθρου 11 στοιχ. ζ’ και η’ του Ν. 3251/2004, από τις οποίες προκύπτει ότι α) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελέσει ο ημεδαπός εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της ελληνικής επικρατείας, δεν μπορεί να εκτελεστεί το ένταλμα, ανεξάρτητα μάλιστα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα και β) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελεστεί εξ ολοκλήρου στην αλλοδαπή και υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών με βάση τα άρθρα 6 ή 8 του Π.Κ., τότε και πάλι δεν μπορεί να εκτελεστεί το ένταλμα αν ο ημεδαπός διώκεται για την ίδια πράξη στην Ελλάδα.
Ως διωκόμενος στην Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί ο μηνυόμενος, ούτε εκείνος εις βάρος του οποίου ενεργείται προκαταρκτική εξέταση, αφού η τελευταία, προκειμένου ειδικότερα για κακούργημα (ή πλημμέλημα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου), διεξάγεται ακριβώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του Κ.Ποιν.Δ.
προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για να κινηθεί η ποινική δίωξη και μπορεί να οδηγήσει και στη μη άσκηση ποινικής διώξεως. Αν δεν έχει ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη εκδίδεται με την επιφύλαξη της διαμεταγωγής του στην Ελλάδα προς έκτιση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί από το κράτος εκδόσεως του εντάλματος, ενώ και η διασφάλιση της διαμεταγωγής του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν θα του επιβληθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής αρχής, αλλ’ εγγύηση της αρμοδίας αλλοδαπής αρχής που μπορεί να μην είναι και δικαστική.
Πάντως το ένταλμα δεν εκτελείται ακόμη και εάν η ποινική δίωξη στην Ελλάδα έχει ασκηθεί μεταγενέστερα, δηλαδή μετά την έκδοση του σχετικού ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, απαιτείται όμως να έχει πράγματι ασκηθεί τουλάχιστον έως την ημέρα της συζητήσεως στο εφετείο η ποινική διώξη και όχι απλώς να έχει το ελληνικό κράτος την δυνατότητα να ασκήσει ποινική δίωξη με τα αρμόδια όργανά του για την ίδια πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, από την υπ’ αριθμ. .../6-4-2016 ένορκη βεβαίωση του Γ. Π. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παύλου Κουρνέτα, την οποία προσκόμισε ο εκζητούμενος, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και οι παραστάντες συνήγοροί του προφορικά και με τα υποβληθέντα έγγραφα υπομνήματά τους, αποδεικνύονται τα εξής:
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 31/2016 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας" από 17-2-2016 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Μ.
Φ. του Α. και της Φ., ο οποίος γεννήθηκε στις 18-10-1948 στη Χίο και ..., προκειμένου αυτός (εκζητούμενος) να προσαχθεί στην αρμόδια δικαστική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και να δικαστεί για τις κατηγορίες που αναφέρονται στο υπόψη ένταλμα σύλληψης και με τον όρο ότι μετά τη δίκη και μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ’ αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, που τυχόν θα απαγγελθεί σε βάρος του από το κυπριακό δικαστήριο (Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας).
Με το ανωτέρω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε με βάση το υπ’ αριθμ. 151/17-2-2016 ένταλμα σύλληψης του Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και διαβιβάσθηκε με το από 17-2-2016 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιoσύvης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, ζητείται η σύλληψη και προσαγωγή του εκζητουμένου Μ.
Φ. του Α. ενώπιον της αρμόδιας κυπριακής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα, προκειμένου να διωχθεί εκεί για α) συνομωσία προς καταδολίευση, που τιμωρείται με φυλάκιση πέντε χρόνων (άρθρο 302 του Κυπριακού Ποινικού Kώδικα, Κεφ. 154), β) Χειραγώγηση της Αγοράς, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δέκα έτη ή με χρηματιχή ποινή 170.860 ευρώ ή και με τις δύο ποινές (άρθρο 19, όπως εξειδικεύεται από τα άρθρα 20 1 (γ) και 23 (α), (β) και 4 (α) του Νόμου 116 (Ι)/2005 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155), γ) Ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες σαράντα μία χιλιάδες ευρώ (€341.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές (άρθρα 40 (1), (3), (4) και (6) του Νόμου 190 (1)/2007) και δ) τήρηση ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση επτά χρόνων (άρθρο 311 (β) (ιιι) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154).
Ειδικότερα, με το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αποδίδονται στον ως άνω εκζητούμενο οι εξής αξιόποινες πράξεις, που η κάθε μία απ’ αυτές τιμωρείται στην Κύπρο, όπως προαναφέρθηκε, με στερητική της ελευθερίας ποινή που το ανώτατο όριό της είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών: Α) Συνομωσία προς καταδολίευση και συγκεκριμένα ότι ο εκζητούμενος, ο οποίος διετέλεσε μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου της Τράπεζας ...
και μέλος της Επιτροπής Ελέγχου και Κινδύνων του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου, μαζί (από κοινού) με άλλα τρία πρόσωπα και τη ..., στη Λευκωσία, μεταξύ 8/11/2011 και 29/11/2011, συνωμότησαν όπως καταδολιεύσουν το κοινό, δηλαδή ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, συνωμότησαν να μην ενημερώσουν το κοινό ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, με αποτέλεσμα η καθαρή ζημία της προαναφερόμενης εταιρείας που αποτυπώθηκε στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011 και δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, να είναι μικρότερη από την πραγματική και τα αποθεματικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας να φαίνονται αυξημένα.
Η εν λόγω πράξη προβλέπεται από το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κατά το οποίο "Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων".
Β) Χειραγώγηση της Αγοράς και συγκεκριμένα ότι ο εκζητούμενος από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα και τη ..., στη Λευκωσία, μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012, χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς και παραπλανητικές ενδείξεις, δηλαδή ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011 και δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011, της προαναφερόμενης εταιρείας και η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011.
Η εν λόγω πράξη προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 19, 20 και 23 του Ν. 116 (Ι)/2005, "περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς)" που διαλαμβάνονται στο "ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ", σύμφωνα με τις οποίες: (άρθρ. 19) "Απαγορεύεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να χειραγωγεί την αγορά", (άρθρ. 20 παρ. 1) "Ως πράξεις χειραγώγησης της αγοράς νοούνται: (α) Οι συναλλαγές ....
β) οι συναλλαγές ... γ) η διάδοση πληροφοριών μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομένου του διαδικτύου ή κάθε άλλου ηλεκτρονικού μέσου, ή που διαδίδονται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, οι οποίες δίνουν ή έχουν σκοπό να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, περιλαμβανομένης της διάδοσης φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν το πρόσωπο που διέδωσε τις πληροφορίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές", (άρθρ. 23 παρ. 1) "Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του Μέρους IV υπόκειται σε διοικητικό πρόστιμο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που δεν υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων λιρών (Λ.Κ.500.000) και, σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης, ποσό που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο λίρες (Λ.Κ.1.000.000) ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης", (άρθρ. 23 παρ. 2) "Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος της παράβασης προσπορίστηκε όφελος από την παράβαση αυτή, το οποίο όφελος υπερβαίνει τα ποσά των διοικητικών προστίμων τα οποία καθορίζονται στο εδάφιο (1), ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι του διπλάσιου του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα προσπορίστηκε από την παράβαση", (άρθρ. 23 παρ. 3) (α) "Ανεξαρτήτως των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), παράβαση του Μέρους IV συνιστά ποινικό αδίκημα που σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι εκατόν χιλιάδες λίρες (Λ.Κ.100.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές" και (άρθρ. 23 παρ. 4 α) "Ποινική ευθύνη για το αδίκημα κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3) που τελείται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, ή ελεγκτικών οργάνων του που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε, με οποιοδήποτε τρόπο, στην τέλεση του αδικήματος".
Γ) Παράβαση του νόμου περί διαφάνειας στην αγορά με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη και συγκεκριμένα ότι ο εκζητούμενος, από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα και τη ..., στη Λευκωσία, μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, προέβησαν σε ψευδή, παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 29/11/2011 τη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011, αποκρύπτοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον.
Η εν λόγω πράξη προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 40 (1), (3), (4) και (6) του Νόμου 190 (1)/2007 "περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά)", οι οποίες έχουν τον τίτλο "Κυρώσεις για ψευδή, παραπλανητικά στοιχεία και απόκρυψη" του ανωτέρω νόμου 190 (1)/2007 που διαλαμβάνεται στο "ΜΕΡΟΣ VII ΨΕΥΔΗ Ή ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ Ή ΑΠΟΚΡΥΨΗ" και ψηφίστηκαν για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ειδικότερα για την εναρμόνιση με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 2004/109/ΕΚ και σύμφωνα με τις οποίες: (άρθρ. 40 παρ. 1) "Απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανακοίνωση ή δημοσιοποίηση ή κοινοποίηση ή υποβολή στοιχείων ή πληροφοριών, τις οποίες είναι υπόχρεος να ανακοινώνει, δημοσιοποιεί, κοινοποιεί ή υποβάλλει δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Οδηγιών, να παρέχει και/ ή να επιβεβαιώνει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή πληροφορίες και/ ή να αποκρύπτει στοιχεία και πληροφορίες", (άρθρ. 40 παρ. 3) "Παράβαση του παρόντος άρθρου αποτελεί, εκτός από διοικητική παράβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), και ποινικό αδίκημα, το οποίο, σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες σαράντα μία χιλιάδες ευρώ (€341.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές", (άρθρ. 40 παρ. 4) "Ποινική ευθύνη για το αδίκημα του εδαφίου (1), που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, εποπτικών ή διαχειριστικών του οργάνων, που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος" και (άρθρ. 40 παρ. 6) "Καταδίκη οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε καμία περίπτωση δεν συνιστά απαλλαγή του προσώπου ως προς τυχόν ποινική ευθύνη αναφορικά προς αδικήματα που προβλέπονται στον περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμο ή οποιονδήποτε άλλο νόμο".
Και Δ) Τήρηση ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών και συγκεκριμένα ότι ο εκζητούμενος από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα και τη ... Ltd, στη Λευκωσία, μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και αξιωματούχοι της προαναφερόμενης εταιρείας, με σκοπό την καταδολίευση του κοινού, παρέλειψαν να καταχωρήσουν ουσιώδες στοιχείο στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011, δηλαδή ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην πιο πάνω αναφερόμενη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011.
Η εν λόγω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 311 (β) (ιιι) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο έχει τίτλο "Δόλια ιδιοποίηση ή τήρηση ψευδών λογαριασμών ή παραποίηση βιβλίων ή λογαριασμών από διευθυντές αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών" και σύμφωνα με το οποίο "Όποιος α) ... ή (β) ενώ είναι διευθυντής, αξιωματούχος ή μέλος οργανισμού ή εταιρείας, με σκοπό καταδολίευσης, διαπράττει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις, δηλαδή (i)...
ή (ii)... ή (iii) παραλείπει να καταχωρίσει κάποιο ουσιώδες στοιχείο σε οποιοδήποτε τέτοιο βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό, ή έχει σχέση με οποιοδήποτε τέτοια παράλειψη, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων". Εξάλλου, όλες οι ως άνω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται ως από κοινού κατά συναυτουργία τελεσθείσες από τον εκζητούμενο από το άρθρο 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα, (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον, (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ...".
Οι ανωτέρω πράξεις είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες από την πράξη της απάτης, που προβλέπεται από το άρθρο 300 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων".
Η αναφορά στο πεδίο I στη σελίδα 6 του ως άνω ευρωπαϊκου εντάλματος σύλληψης ότι οι πράξεις, για τις οποίες εκζητείται ο εκκαλών, συνιστούν καταδολίευση, που περιλαμβάνεται στα εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και απάτη και περιλαμβάνονται μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 10 παρ. 2 υπό στοιχ.
η’ και κ’ του Ν. 3251/2004, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, στερείται εννόμων συνεπειών, καθόσον η μεν πράξη της καταδολίευσης δεν περιλαμβάνεται στα εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε μεταξύ των εγκλημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του Ν. 3251/2004, η δε πράξη της απάτης είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις ως άνω πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ως άνω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για να διωχθεί ο εκζητούμενος στην Κύπρο, οι οποίες δεν εμπίπτουν μεταξύ των εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του Ν. 3251/2004 και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί αν οι αξιόποινες αυτές πράξεις συνιστούν εγκλήματα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους στους ελληνικούς ποινικούς νόμους, αφού αυτές τιμωρούνται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών.
Έτσι, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο (Α) αξιόποινη κατά το κυπριακό δίκαιο πράξη της συνομωσίας προς καταδολίευση, αυτή δεν είναι αξιόποινη και στην Ελλάδα, αφού, μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν στο άρθρο 187 του ελληνικού ποινικού κώδικα, στην Ελλάδα είναι αξιόποινη μόνον η πράξη της συμμορίας που προϋποθέτει ένωση προσώπων (άρθρ. 187 παρ. 5 Π.Κ.) και όχι και η πράξη της σύστασης που προβλεπόταν παλαιότερα και κατά την οποία "ο μετ’ άλλου συμφωνών την διάπραξιν ωρισμένου τινός κακουργήματος τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών" και "ο μετ’ άλλου συμφωνών την διάπραξιν ωρισμένου τινός πλημμελήματος τιμωρείται διά φυλακίσεως" και ως εκ τούτου η συνομωσία προς καταδολίευση, η οποία αποτελεί συμφωνία μετ’ άλλου προσώπου για διάπραξη εγκλήματος καταδολίευσης, δεν προβλέπεται πλέον από καμμιά ποινική διάταξη στην Ελλάδα και δεν είναι αξιόποινη στην Ελλάδα.
Όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο (Β) αξιόποινη κατά το κυπριακό δίκαιο πράξη της χειραγώγησης της αγοράς, η οποία συνίσταται στο ότι ο εκζητούμενος, στη Λευκωσία, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-1012, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της δημόσιας μετοχικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης του Ομίλου της Τράπεζας ..., της οποίας οι τίτλοι (μετοχές) ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς και παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με την οικονομική της κατάσταση και ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της εταιρείας στην Ελλάδα που ανερχόταν τουλάχιστον σε 330.000.000 ευρώ παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση της εταιρείας για την εννιαμηνία που έληξε στις 30-9-2011 και που δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011.
Η πράξη αυτή, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 (1), 3 (2) (α), 4 (1) (α) (i) (ii), 4 (4) (α) (β) (γ), 4 (5) (α) (β) του "περί εταιρειών νόμου" (Κεφ 113) της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του νόμου αυτού, αντίστοιχη στην Κύπρο κεφαλαιουχική εταιρεία προς την υφιστάμενη στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία είναι η δημόσια μετοχική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που φέρει στον τίτλο της τις λέξεις "...", όπως ήταν και η ως άνω εταιρεία του Ομίλου της Τράπεζας ..., προβλέπεται και τιμωρείται στο Ελληνικό δίκαιο από τη διάταξη του άρθρου 56 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", σύμφωνα με την οποία "τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρις (80.000) δραχμών ή δια της ετέρας των ποινών τούτων, πας ιδρυτής, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή Διευθυντής ανωνύμου εταιρείας, όστις είτε κατά την ίδρυσιν της εταιρείας, είτε μετ’ αυτήν, όπως προκαλέσει εγγραφάς μετοχών, ιδρυτικών τίτλων ή ομολογιών της εταιρείας ή όπως επηρεάση την χρηματιστηριακήν τιμήν αυτών, ποιείται εν γνώσει ψευδείς δηλώσεις προς το κοινόν δια δημοσιευμάτων ή δακτυλογραφημάτων αφορώντων:
α) ... . β) ... . γ) Παν άλλον γεγονός ασκούν ουσιώδη επιρροήν επί των εταιρικών υποθέσεων και αποσκοπούν την παγίδευσιν του κοινού". Κατά συνέπεια, η ως άνω πράξη της χειραγώγησης της αγοράς συνιστά έγκλημα και είναι αξιόποινη και στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της όχι ως χειραγώγησης αγοράς από μέλος διοικητικού συμβουλίου κεφαλαιουχικής εταιρείας, αλλά ως δημοσιοποίηση από μέλος του διοικητικού συμβουλίου κεφαλαιουχικής εταιρείας εν γνώσει του ψευδών δηλώσεων προς το κοινό διά δημοσιευμάτων που αποσκοπούν την παγίδευση του κοινού.
Όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο (Γ) αξιόποινη κατά το κυπριακό δίκαιο πράξη της παράβασης του νόμου περί διαφάνειας στην αγορά με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη, η οποία συνίσταται στο ότι ο εκζητούμενος, από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα και τη ..., στη Λευκωσία, μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, προέβησαν σε ψευδή, παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 29/11/2011 τη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011, αποκρύπτοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον.
Η πράξη αυτή, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 (1), 3 (2) (α), 4 (1) (α) (i) (ii), 4 (4) (α) (β) (γ), 4 (5) (α) (β) του "περί εταιρειών νόμου" (Κεφ 113) της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντίστοιχη στην Κύπρο κεφαλαιουχική εταιρεία προς την υφιστάμενη στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία είναι η δημόσια μετοχική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που φέρει στον τίτλο της τις λέξεις "...", όπως ήταν και η ως άνω εταιρεία του Ομίλου της Τράπεζας ... , ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 142 έως 150 του "περί εταιρειών νόμου" (Κεφ 113) της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 149 του νόμου αυτού, η Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού που υποβαλλόταν κάθε εννέα μήνες απεικόνιζε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά το διάστημα των εννέα μηνών και αποτελούσε ισολογισμό εννιαμήνου και ενόψει του ότι το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στο οποίο υποβαλλόταν αποτελεί αρχή, προβλέπεται και τιμωρείται στο Ελληνικό δίκαιο από τη διάταξη του άρθρου 55 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", σύμφωνα με την οποία "τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρις (80.000) δραχμών ή δια της ετέρας των ποινών τούτων, πας ιδρυτής, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή Διευθυντής ανωνύμου εταιρείας, όστις εν γνώσει ποιείται ψευδείς δηλώσεις προς την αρχήν αφορώσας την εγγραφήν και την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, την τιμή της εκδόσεως των μετοχών και τον ισολογισμόν".
Κατά συνέπεια και η ως άνω πράξη της παράβασης του νόμου περί διαφάνειας στην αγορά με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη συνιστά έγκλημα και είναι αξιόποινη και στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της όχι ως παραβίασης της διαφάνειας στην αγορά με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη από μέλος διοικητικού συμβουλίου κεφαλαιουχικής εταιρείας, αλλά ως υποβολή από μέλος του διοικητικού συμβουλίου κεφαλαιουχικής εταιρείας εν γνώσει του ψευδών δηλώσεων προς την αρχή που αφορούν τον εννιάμηνο ισολογισμό και την εννιάμηνη οικονομική κατάσταση της κεφαλαιουχικής εταιρείας.
Τέλος, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο (Δ) αξιόποινη κατά το κυπριακό δίκαιο πράξη της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, η οποία συνίσταται στο ότι ο εκζητούμενος, από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα και τη ..., στη Λευκωσία, μεταξύ 29-11-2011 και 28-2- 2012, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και αξιωματούχοι της προαναφερόμενης εταιρείας, με σκοπό την καταδολίευση του κοινού, παρέλειψαν να καταχωρήσουν ουσιώδες στοιχείο στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για το εννεάμηνο που έληξε στις 30-9-2011, δηλαδή ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην πιο πάνω αναφερόμενη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011, η πράξη αυτή δεν προβλέπεται και δεν τιμωρείται από καμιά ποινική διάταξη στην Ελλάδα, έστω και με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό και ως εκ τούτου δεν αποτελεί έγκλημα και δεν είναι αξιόποινη στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα, οι ως άνω αξιόποινες πράξεις υπό στοιχεία (Β) και (Γ), για τις οποίες συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, τελέστηκαν στη Λευκωσία της Κύπρου, η (Β) με διάδοση πληροφοριών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς και παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της προαναφερθείσας κυπριακής κεφαλαιουχικής εταιρείας και η (Γ) με ψευδή, παραπλανητική ανακοίνωση (που κατά το άρθρο 2 (1) του κυπριακού νόμου "περί εταιρειών" Κεφ 113 εμπίπτει στην έννοια της δημοσιοποίησης) στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, χωρίς να αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα του οποίου ζητείται η εκτέλεση ότι αυτές τελέστηκαν έστω και εν μέρει στην Ελλάδα ή έστω διά του διαδικτύου, με συνέπεια, με βάση την περιγραφή των πράξεων αυτών στο ευρωπαϊκό ένταλμα και τον τόπο τελέσεώς τους που αναφέρεται στο ένταλμα αυτό και που είναι η Λευκωσία Κύπρου, να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι το ως άνω ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινες πράξεις που κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο τελέστηκαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του Π.Κ.
της Ελλάδος που ορίζει τον τόπο τελέσεως της αξιόποινης πράξης "τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε, ή σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα" και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ούτε η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ελληνικού Π.Κ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4267/2014, αφού οι ως άνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες συντρέχει το διττό αξιόποινο, κατά το ευρωπαϊκό ένταλμα του οποίου ζητείται η εκτέλεση, τελέστηκαν η υπό στοιχείο (Β) με διάδοση πληροφοριών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς και παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της προαναφερθείσας κυπριακής κεφαλαιουχικής εταιρείας και η υπό στοιχείο (Γ) με ψευδή, παραπλανητική ανακοίνωση (δημοσιοποίηση) στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και όχι μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας.
Έτσι, ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι δεν επιτρέπεται να εκτελεσθεί το ένταλμα συλλήψεως κατά το στοιχείο ζ’ του άρθρου 11 του Ν. 3251/2004, διότι αυτό έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία εμφανίζεται ως διαρκές έγκλημα που τελέσθηκε κατά το τρίμηνο από 29- 11-2011 μέχρι 28-2-2013 και στην Ελλάδα, όπου κατοικούσε και εργαζόταν μονίμως κατά την ως άνω περίοδο ο εκζητούμενος, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά του εκζητουμένου Έλληνα υπηκόου (ημεδαπού) δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα για τις ίδιες πράξεις ποινική δίωξη, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν συνιστά άσκηση ποινικής δίωξης η διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης, η δε διαμεταγωγή του στην Ελλάδα, προκειμένου να εκτίσει την ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί, διασφαλίζεται με την από 19-2-2016 δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και επιπλέον, στην κρινόμενη υπόθεση, όσον αφορά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις υπό στοιχεία (Β) και (Γ) για τις οποίες συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του Ν. 3251/2004 και το ένταλμα περιέχει όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου στοιχεία.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3251/2004, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η εκτέλεση του ένδικου εντάλματος, όσον αφορά τις ανωτέρω πράξεις για τις οποίες συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τη λειτουργία της, δεδομένου ότι ο εκζητούμενος δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν κράτος, που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση ή να τιμωρηθεί με προφανώς δυσανάλογη ποινή σε σχέση με τα εγκλήματα που διώκεται και κατά συνέπεια δεν παραβιάζεται από την εκτέλεση του ένδικου εντάλματος η αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας έναντι των ισχυόντων ως προς τους υποδίκους που έχουν μόνιμη κατοικία στην Κύπρο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως" και "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".
Η μη εξασφάλιση δικαστικής αμεροληψίας και η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας ερευνάται στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών παραπονείται ότι κρατικοί αξιωματούχοι της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν προβεί σε πολυάριθμες δηλώσεις σε κυπριακά μέσα μαζικής ενημέρωσης, με τις οποίες προκαταλαμβάνουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από την αρμόδια δικαστική αρχή, και έτσι, το μεν προεξοφλούν την ενοχή του και θίγουν την αντικειμενική αμεροληψία του δικαστή που θα επιληφθεί της υποθέσεώς του, το δε οδηγούν σε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητάς του και επομένως διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικασθεί, χωρίς να τύχει δίκαιης δίκης, αν παραδοθεί στις δικαστικές αρχές της Κύπρου.
Οι αιτιάσεις αυτές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι ο εκζητούμενος θα δικασθεί στην Κύπρο που είναι χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στερούνται βασιμότητας και είναι απορριπτέες.
Τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. α’ , β’ και γ’ της Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4-11-1950, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στη βραχύτερη προθεσμία σε γλώσσα που κατανοεί λεπτομερώς, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, να διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του και να υπερασπιστεί ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπιση σε συνήγορο της εκλογής του.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ανωτέρω δικαιώματα γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος κατηγορουμένου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του και αφού ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη, διότι τότε θα ετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας.
Κατά τη διαδικασία που κρίνεται από τις δικαστικές αρχές της Ελλάδας, ως κράτους εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η εκτέλεση ή μη αυτού, ελέγχεται κατά την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 3251/2004 εάν η εκτέλεση αυτού θα έχει συνέπεια την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τέτοιο δε αποτέλεσμα δεν γίνεται αποδεκτό σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου.
Ωστόσο, από το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προϋποθέτει ότι ήδη κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος υπάρχει έγκυρος τίτλος νόμιμης σύλληψης, όπως είναι και το ένταλμα συλλήψεως ή συναφής διάταξη της οικείας δικαστικής αρχής του ευρωπαϊκού κράτους που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.
Η εγκυρότητα όμως αυτού του τίτλου νόμιμης σύλληψης ανήκει στις υποχρεώσεις των δικαστικών αρχών του κράτους που ζήτησε την έκδοση του διωκόμενου και δεν μπορεί να ελεγχθεί από τις ελληνικές δικαστικές αρχές κατά τη διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Έτσι, ενόψει και του ότι ο εκκαλών εκζητούμενος δεν στερήθηκε του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος, ενώπιον των δικαστικών αρχών του ελληνικού κράτους ως κράτους εκτελέσεως του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως κατά τη διαδικασία της εκτελέσεώς του, αλλά παρέστη με τρεις συνηγόρους στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση και εξέθεσε αναλυτικά τις απόψεις του, είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος της εφέσεώς του ότι παραβιάσθηκαν θεμελιώδη δικαιώματά του που απορρέουν από τις επικαλούμενες από αυτόν διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για το λόγο ότι στερήθηκε του δικαιώματος εκπροσωπήσεως δια συνηγόρου και ότι κατά συνέπεια η έκδοση του εντάλματος αντίκειται ευθέως στο δικαίωμά του να εκπροσωπείται δια συνηγόρου που απορρέει από το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 εδ.
γ’ της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο σχετικός λόγος της εφέσεως, κατά τον οποίο δεν συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου για τις πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος και η έκδοση του εκζητουμένου στην Κύπρο, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος μόνον όσον αφορά τις προαναφερθείσες υπό στοιχεία (Α) και (Δ) πράξεις, οι οποίες κατά τα προαναφερθέντα δεν συνιστούν εγκλήματα και δεν είναι αξιόποινες στην Ελλάδα και να απορριφθεί ως αβάσιμος όσον αφορά τις προαναφερθείσες υπό στοιχεία (Β) και (Γ) πράξεις, οι οποίες κατά τα προαναφερθέντα συνιστούν εγκλήματα και είναι αξιόποινες και στην Ελλάδα, όπως άλλωστε δέχθηκε και το πρωτοδίκως δικάσαν Συμβούλιο Εφετών, αποδίδοντας τους όμως εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό στην Ελλάδα και θεωρώντας εσφαλμένα ότι συνιστούν εγκλήματα και αξιόποινες πράξεις στην Ελλάδα επειδή προβλέπονται και τιμωρούνται και από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 30 παρ. 1β και 2 του Ν. 3340/2005, ενώ για τη θεμελίωση του αξιόποινου τους στις τελευταίες διατάξεις, πέρα από τη γνώση ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς και παραπλανητικές, χρειαζόταν και το πρόσθετο στοιχείο του σκοπού του δράστη να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, το οποίο στοιχείο δεν αναφέρεται στην περιγραφή των ως άνω πράξεων στο ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
Οι υπόλοιποι λόγοι της κρινόμενης εφέσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ειδικότητας λόγω αοριστίας στην περιγραφή των εγκλημάτων στο ευρωπαϊκό ένταλμα, περί του ότι οι αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα θεωρούνται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας, περί του ότι με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της δίκαιης δίκης και περί του ότι εκκρεμεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα διότι διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση για τις πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ’ ακολουθίαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, μετά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της κρινόμενης εφέσεως ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου για τις πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος και η έκδοση του εκζητουμένου στην Κύπρο όσον αφορά την πρώτη (1η) πράξη της συνομωσίας προς καταδολίευση και την τέταρτη (4η) πράξη της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη 31/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνον κατά το μέρος που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος και για τις εν λόγω πράξεις.
Αντίθετα , ως προς τις άλλες δύο πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαικού εντάλματος και η έκδοση του εκζητουμένου στην Κύπρο, δηλαδή ως προς την δεύτερη (2η) πράξη της χειραγώγησης της αγοράς και των πράξεων χειραγώγησης της αγοράς και ως προς την τρίτη (3η) πράξη της παράβασης του νόμου περί διαφάνειας στην αγορά με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη, η προσβαλλόμενη 31/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το μέρος που αποφασίζει γι’ αυτές την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, δεν έσφαλε ως προς το ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, αφού οι πράξεις αυτές συνιστούν κατά τα προαναφερθέντα εγκλήματα και στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους και κατά συνέπεια ως προς τις τελευταίες αυτές πράξεις η έφεση είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Τέλος, αφού η έφεση γίνεται κατά ένα μέρος δεκτή και δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, δεν θα επιβληθούν έξοδα στον εκκαλούντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Όμως ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Καπελούζος είχε τη γνώμη οτι η δεύτερη και η τρίτη των περιγραφομένων στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως πράξεων του εκζητουμένου, αντίστοιχα, ότι α] διέδωσε πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό...β] προέβη σε ψευδή παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή δημοσιοποίηση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου...αναφέρονται χωρίς να συγκεκριμενοποιείται με ποιο τρόπο πραγματοποιήθηκαν οι πράξεις αυτές [μέσω διαδικτύου ή κάποιου άλλου μέσου επικοινωνίας] και συνεπώς δεν προσδιορίζεται ένα από τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται για την κατάρτιση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως [ορισμένη περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος] με επακόλουθο αυτό να χρήζει συμπληρώσεως λόγω της ως άνω αοριστίας του. Αν δε ήθελε υποτεθεί ότι οι ως άνω πράξεις εννοείται ότι πραγματοποιήθηκαν μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας, τότε, κατ άρθρο 5 παρ.3 ΠΚ, τόπος τελέσεως των πιο πάνω εγκλημάτων θεωρείται ότι είναι και η Ελληνική Επικράτεια, αφού παρέχεται και στο έδαφος της πρόσβαση στα συγκεκριμένα μέσα [ΑΠ 1308/2015], οπότε, κατ9 άρθρο 11 παρ.ζ του Ν.3251/2004, το δικαστήριο που αποφάσισε για την εκτέλεση του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, έπρεπε να αρνηθεί την εκτέλεση του, καθόσον αφορά τις δυο πιο πάνω πράξεις.
Συνεπώς το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε, [στη πρώτη περίπτωση], να διατάξει την επιστροφή του ως άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως προς συμπλήρωση της αοριστίας του, άλλως [στη δεύτερη περίπτωση] να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού. Με δεδομένο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέταξε την εκτέλεση του Εντάλματος αυτού και για τις τέσσερις αναφερόμενες σ’ αυτό πράξεις, κρίνεται ότι το δικαστήριο αυτό έσφαλε και άρα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να διαταχθούν τα προαναφερθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της 31/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που αποφασίζει την εκτέλεση του ένδικου με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας" από 17-2-2016 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Μ. Φ. του Α. και για τις πράξεις α) της συνομωσίας προς καταδολίευση (άρθρο 302 του Κυπριακού Ποινικού Kώδικα, Κεφ. 154) και β) της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, (άρθρο 311 (β) (ιιι) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154).
Αποφαίνεται να μην εκτελεσθεί το ένδικο με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας" από 17-2-2016 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Μ. Φ. του Α. για τις πράξεις α) της συνομωσίας προς καταδολίευση (άρθρο 302 του Κυπριακού Ποινικού Kώδικα, Κεφ. 154), που φέρεται ότι τέλεσε στη Λευκωσία της Κύπρου κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2011 μέχρι 29-11-2011 και β) της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών, (άρθρο 311 (β) (ιιι) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154), που φέρεται ότι τέλεσε στη Λευκωσία της Κύπρου κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2011 μέχρι 28-2-2012 . Και
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την έφεση κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ