Supreme Court refers insurance contract appeal to plenary session regarding 'claims made policy' clause validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece referred the first and third grounds of an appeal to its plenary session for a general ruling. The appellant bank challenged the insurance company's rejection of a claim based on a 'claims made policy' clause, arguing it was invalid under insurance law. The court determined that this specific issue required a comprehensive examination by the plenary body to establish a binding precedent on the clause's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must refer specific grounds of appeal to the plenary session when the case involves a question of general interest regarding the validity of contractual clauses in insurance contracts for professional risks.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 855/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Aνώνυμης Tραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ATTIKA BANK, Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", πρώην "Τράπεζα Αττικής Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Συνοδινό.
Της αναιρεσίβλητης: της Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 13.9.2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 110/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 110/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 7.4.2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 612/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 24.5.2007 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης. Με την αγωγή αυτή, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε από καταψηφιστική σε απλή αναγνωριστική, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη σύμβαση ασφάλισης κατά ζημιών στην περιουσία της, που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αντιδίκου της να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, το συνολικό ποσό των 2.788.721,30 ευρώ προς κάλυψη ισόποσης ζημίας της από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά τρίτων, καθώς και ό,τι ποσό θα αναγκασθεί να δαπανήσει η ίδια για τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών της εναντίον όσων τη ζημίωσαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Με τη διάταξη του άρθρ. 7§1εδ(α) του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.
Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ(α) του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986? ΑΠ 1136/2012).
Εξ άλλου η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου με την έννοια ότι αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).
Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις ειδικά αναφέρονται στο ν. 2496/1997 και στις οποίες γίνεται ακριβώς παραπομπή με τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Συνεπώς ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα "claims made policy" (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή κατά επιεικέστερη παραλλαγή να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας).
Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008? πρβλ.
και ΑΠ 1663/2008). Επομένως η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997, εφόσον γίνει τελικά δεκτό ότι αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρ. 7§6 του νόμου αυτού. Η ίδια ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου.
Ωστόσο, στη θεωρία κυρίως [Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας3 (2012) σ. 20 σημ. 34], υποστηρίζεται και η άποψη ότι η παρ. 6 είναι συνέχεια της παρ. 5 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 και συνεπώς η διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων πρέπει να έχει τη στενότερη έννοια της απόκλισης από το βαθμό μόνο της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος όχι μόνον όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παρ. 5 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.
Γι' αυτό, άλλωστε, κατά την ίδια άποψη, η πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 επαναλαμβάνεται και με άλλες διατάξεις του νόμου αυτού σε ανάλογες περιπτώσεις κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, που θα ήταν περιττές, αν η παρ. 6 είχε γενικευμένη ευρεία εφαρμογή. Όμως, οι μεν διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 18 του ν. 2496/1997 για την ανοικτή ασφάλιση και της παρ. 5 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς αφορούν γενικότερα τη δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των όρων των άρθρων αυτών, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, η δε διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 14 του αυτού νόμου, κατά την οποία αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητά τους ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματός του κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία, ναι μεν διευρύνει τις προβλεπόμενες στην παρ. 5 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος μόνον ως προς το βαθμό υπαιτιότητας του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης αναφορικά με την απώλεια του αναγωγικού δικαιώματος του ασφαλιστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ανάλογα περιορισμένη έννοια έχει και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα ότι ο νομοθέτης, αν ήθελε να περιορίσει το εύρος των απαλλακτικών ρητρών που μπορούν να συμφωνηθούν κατά την ως άνω παρ. 6, θα όφειλε να έχει διατυπώσει την παράγραφο αυτή κατά τρόπο όμοιο με την περιοριστική διατύπωση της παρ. 4 του άρθρ. 14 του ν. 2496/1997.
Ειδικότερα η απαλλακτική ρήτρα "claims made policy", η οποία όλως παρενθετικά φαίνεται να αποκλείεται με την υπ' αριθ. 14/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου από το πλαίσιο εφαρμογής του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/ 1997, κρίθηκε εντούτοις με την απόφαση αυτή ότι μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων, οπότε όμως συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η παραπάνω ρήτρα και στις λοιπές ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία (αναιρεσείουσα) προέβη με βάση το με αριθμό .../23.2.2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην κατάρτιση με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσίβλητη) σύμβασης ασφαλίσεως, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και την ασφάλιση οποιασδήποτε οικονομικής απώλειας που η ενάγουσα θα μπορούσε να υποστεί ως αποτέλεσμα ανέντιμων ή δόλιων πράξεων απιστίας υπαλλήλων της, με ανώτατο ασφαλιστικό ποσό αυτό των 500.000 ευρώ, καθώς και πράξεων κλοπής, διάρρηξης, ληστείας κ.λ.π., με ανώτατο ασφαλιστικό ποσό αυτό των 2.350.000 ευρώ και με αφαιρετέα απαλλαγή υπέρ της εναγομένης το ποσό των 40.000 ευρώ.
Η διάρκεια του παραπάνω ασφαλιστήριου συμβολαίου συμφωνήθηκε από 7.2.2005 έως 7.2.2006 και κατά παράταση μέχρι 7.3.2006. Μεταξύ των όρων που περιλαμβάνονται στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν και η ρήτρα ότι " η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.... θα αποζημιώνει δυνάμει του παρόντος ασφαλιστήριου συμβολαίου τον ασφαλισμένο για οποιαδήποτε οικονομική απώλεια υποστεί, η οποία θα πραγματοποιηθεί και θα ανακαλυφθεί από τον ασφαλισμένο μέσα στη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης, ως άμεση συνέπεια των καλυπτόμενων κινδύνων που αναφέρονται στις ασφαλιστικές ρήτρες του τμήματος Α (εκτεταμένη κάλυψη τραπεζών) και του τμήματος Β (κάλυψη ηλεκτρονικού εγκλήματος) του παρόντος, μέχρι τα αντίστοιχα όρια αποζημίωσης που δεν υπερβαίνουν τις αντίστοιχες απαλλαγές".
Σύμφωνα με την παραπάνω ρήτρα ανακάλυψης, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του ασφαλιστή και τη γέννηση του ασφαλιστικού κινδύνου μόνο να λάβει χώρα η ζημία μέσα στη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά και να ανακαλυφθεί εντός αυτής από την ασφαλισμένη τραπεζική εταιρεία. Έτσι λόγω της ρήτρας αυτής το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι...
τύπου claims made...
Συνεπώς κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι ρητά συμφωνήθηκαν ως προϋπόθεση παραγωγής της αξιώσεως της ασφαλισμένης κατά της ασφαλίστριας, αλλά και του είδους της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης..., θεσπίζεται υποχρέωση της ασφαλισμένης για ανακάλυψη της ζημίας και ανακοίνωση αυτής... στην ασφαλίστρια εντός της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης.
Επομένως η παραπάνω υποχρέωση της ασφαλισμένης ενάγουσας δεν συνιστά επιπλέον ασφαλιστικό βάρος αυτής, αλλά όρο γέννησης της απαίτησής της για αποζημίωση... Παρόλα αυτά η ενάγουσα, όπως η ίδια εκθέτει και ομολογεί στην αγωγή της, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την παράνομη δραστηριότητα του υπαλλήλου της Λ.
Μ. στις 6.7.2006, οπότε και άρχισε ενδελεχή έλεγχο με τα αρμόδια όργανά της προκειμένου να εξακριβώσει την έκταση της ζημίας της και τα εμπλεκόμενα σ' αυτή πρόσωπα, συνεχίσθηκε δε ο έλεγχος μέχρι τις 24.8.2006, οπότε και για πρώτη φορά ανήγγειλε με επιστολή της στην εναγομένη την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, καλώντας τη να προβεί στα δέοντα προκειμένου να της καταβληθεί η ασφαλιστική αποζημίωση.
Επομένως, αφού δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την παράνομη δραστηριότητα του υπαλλήλου της στις 6.7.2006..., δεν πληρώθηκε η συμφωνηθείσα προϋπόθεση της ανακάλυψης της ζημίας μέσα στην περίοδο της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης και συνεπώς δεν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και δεν γεννήθηκε η αξίωση της ενάγουσας κατά της εναγομένης από το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης...
Ο παραπάνω όρος (ρήτρα) δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός..., αφού... κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 6§7 του ν. 2496/1997 μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση...
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί..., ότι η ανακάλυψη της ζημίας και η γνωστοποίησή της, στην οποία αναφέρεται το επίδικο ασφαλιστήριο, είναι εντελώς διαφορετική από την κατ' άρθρ. 7§1 του ν. 2496/1997 ειδοποίηση του ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, διότι η μεν ειδοποίηση... συνιστά ασφαλιστικό βάρος, ενώ η ανακάλυψη και γνωστοποίηση, για την οποία κάνει λόγο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ανάγεται σε προϋπόθεση για την ευθύνη του ασφαλιστή, δηλαδή δεν έχει επέλθει ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, αν δεν ανακαλυφθεί και δεν γνωστοποιηθεί η ζημία κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε με όμοιο τρόπο. Με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 2§8, 7§§1 - 6, 13§3, 33§1 του ν. 2496/1977 και 361 του ΑΚ, με το να δεχθεί ότι είναι έγκυρη η απαλλακτική ρήτρα "claims made policy", που συμφωνήθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης στη μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας σύμβαση ασφάλισης για ζημίες της δεύτερης από κινδύνους κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς της.
Ανακύπτει έτσι ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ως προς το κύρος της παραπάνω ρήτρας, το οποίο φέρεται προς κρίση με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, γι' αυτό ως προς τους λόγους αυτούς πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2εδ(β) ΚΠολΔ και 23§2εδ(γ)&(δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, αν σε συμβάσεις ασφάλισης ζημιών από επαγγελματικούς κινδύνους, όπως η επίδικη σύμβαση, είναι έγκυρη κατά τη διάταξη του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997 και δεν αποκλείεται από τις διατάξεις των άρθρ. 2§8, 13§3 και 33§1 του νόμου αυτού η απαλλακτική ρήτρα "claims made policy".
Κατά τα λοιπά ως προς τους δεύτερο και τέταρτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει τους λόγους αυτούς μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγους της από 29.3.2011 αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ για αναίρεση της υπ' αριθ. 110/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ