Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting vague arguments and missing statutory citations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a civil dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting statements and failed to cite specific legal provisions, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that vague allegations without concrete facts and the absence of cited statutes do not constitute valid grounds for appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 559(20) of the Civil Procedure Code; The Supreme Court rejects appeals based on vague allegations lacking factual substance or the mere absence of cited legal provisions, as substantive grounds must be clearly articulated to justify a review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 855/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Κ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AUTO RENT (ΟΤΟ ΡΕΝΤ) ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω μετατροπής δι' απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNICAR ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ & ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ" (πρώην "Γ. Α. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ - ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΙ ΑΕ"). 2) Γ. Α. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Τριανταφυλλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14581/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-11-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει την δυνατότητα ακώλυτης αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας.
Η ανθρώπινη ενέργεια μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι 1) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου και με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά την στιγμή της προσβολής, 2) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 3) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και το πταίσμα του προσβάλλοντος.
Η κατάχρηση δικαιώματος μπορεί να υφίσταται και με την έννοια της παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, καθόσον και οι δύο διατάξεις (των άρθρων 281 και 288 ΑΚ) καθιερώνουν την αρχή της καλής πίστεως, που διέπει την ενοχή και την άσκηση των, από αυτή, δικαιωμάτων. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ στο δικαστή την δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να επεκτείνει ή περιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, σε τέτοιο επίπεδο, το οποίο να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Εξάλλου, δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος και κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, διευρύνει την έννοια της καταχρήσεως του δικαιώματος, ώστε δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στο άρθρο 281 ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος εκ του νόμου ή εκ της δικαιοπραξίας, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη εκ της γενικής ατομικής ελευθερίας, δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας.
Προϋποθέσεις για να ιδρυθεί αγώγιμη αξίωση κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 919 ΑΚ είναι 1) συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, 2) πρόθεση και πρόκληση ζημίας του άλλου και 3) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμά του και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσείων) δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης συνέταξε, κατόπιν εντολής των ήδη εναγομένων (αναιρεσίβλητων), και κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως 22339/ΤΟ3501/1992 αγωγή αυτών, που στρεφόταν κατά 1) της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "MERCEDES - BENZ ΕΛΛΑΣ ΑΕΕ", 2) της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Mercedes Benz Aktiengesellscaft" και 3) της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Μ.
Ι. Α.Ε.Β.Ε.". Το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής εκείνης ανερχόταν σε 3.000.000.000 δραχμές περίπου συνολικά. Δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε αρχικά η 11-5-1993 και μετ' αναβολή η 22-2-1994, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Την ίδια ημέρα ο ενάγων (αναιρεσείων) επανέφερε αυτή με κλήση προς συζήτηση και ορίστηκε νέα δικάσιμος η 13-3-1995.
Οι ήδη εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) εν τω μεταξύ - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - συμβιβάστηκαν με τις παραπάνω αντιδίκους τους (εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες) εκείνης της αγωγής και με το από 12-12-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό οι τότε εναγόμενες εταιρείες υποσχέθηκαν να καταβάλουν σ' αυτούς (ήδη εναγομένους - αναιρεσίβλητους) το ποσό των 140.000.000 δραχμών συνολικά, αντί του ως άνω αιτουμένου με την αγωγή τους εκείνη ποσού (3.000.000.000 δρχ.), από το δικόγραφο και το δικαίωμα της οποίας ανέλαβαν την υποχρέωση οι ήδη εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να παραιτηθούν.
Ο συμβιβασμός αυτός - συνεχίζει το Εφετείο - επιτεύχθηκε εν απουσία και εν αγνοία του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και μάλιστα οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) εξουσιοδότησαν άλλους δικηγόρους, με το παραπάνω συμφωνητικό, για την διενέργεια των παραπάνω παραιτήσεων. Έκτοτε και έως την ημέρα της δικασίμου (13-3-1995) οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) δεν είχαν ενημερώσει τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) για τον γενόμενο συμβιβασμό.
Έτσι αυτός (αναιρεσείων), έχοντας καταθέσει στις 16-2-1995 έγγραφες προτάσεις, παραστάθηκε στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο αυτή (13-3-1995), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τις 27-11-1995, παρισταμένων και των τότε εναγομένων ανωνύμων εταιρειών διά του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Π. Παπαζήση. Οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) συνέχισαν να μην ενημερώνουν τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) για τον συμβιβασμό, τον οποίο δεν αποκάλυψαν ούτε και όταν ο ενάγων τους όχλησε για την καταβολή του δικαστικού ενσήμου.
Για πρώτη φορά αυτοί (εναγόμενοι -αναιρεσίβλητοι) και ενόψει της επικείμενης συζητήσεως της αγωγής τους κατά την δικάσιμο της 27-11-1995, στις 24-11-1995 επέδωσαν στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) το υπ' αριθμ. .../24-11-1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπάτζιου - Καρακάση, με το οποίο, χωρίς να του γνωστοποιήσουν και πάλι τον συμβιβασμό, ανακαλούσαν την προς αυτόν εντολή εκπροσώπησής τους, εκτός των άλλων, και στη συγκεκριμένη δίκη, όπως τούτο ρητά ορίζεται στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Κατά την ημέρα της δικασίμου (27-11-1995) - δέχτηκε περαιτέρω το Εφετείο - ο ήδη δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) και ενάγων στη δίκη εκείνη βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όπου προσήλθε και ο ήδη ενάγων (αναιρεσείων) δικηγόρος, ο οποίος, παρά την γενομένη, κατά τα προεκτεθέντα, ανάκληση της προς αυτόν εντολής, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, δήλωσε ότι, ο μεν δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) παρίσταται μετ' αυτού, η δε πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εναγομένη εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) παρίσταται δι' αυτού.
Τότε, ο ήδη δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος), ο οποίος για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο και την δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), την οποία και εκπροσωπούσε, ήθελε να δικασθούν ερήμην, δήλωσε στο Δικαστήριο, όπως η δήλωσή του αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά, "ότι δεν επιθυμεί ως πληρεξούσιο τον Σ.
Χατζόπουλο (ΑΜ 205) και ανακαλεί την πληρεξουσιότητα με το υπ' αριθμ. .../24-11-1995 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Μπάτζιου - Καρακάση". Ακολούθησε δήλωση του ήδη ενάγοντος (αναιρεσείοντος) δικηγόρου, η οποία επίσης καταχωρήθηκε στα ίδια πρακτικά, με το εξής περιεχόμενο "ότι έγινε εν αγνοία του συμβιβασμός και γι' αυτό γίνεται ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς αποφυγή πληρωμής της αμοιβής του.
Δήλωσε βιαία διακοπή της δίκης όπως είναι εκ του νόμου". Κατόπιν τούτων, η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2882/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι οι τότε ενάγοντες (ήδη εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι) θεωρήθηκαν δικονομικά απόντες. Ο ήδη ενάγων (αναιρεσείων) στη συνέχεια κατέθεσε, εκτός από την ένδικη αγωγή του, και την υπ' αριθμ. 41674/2000 αγωγή αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφομένη κατά των και ήδη εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), με την οποία ζητούσε να του καταβάλουν αυτοί ως αμοιβή του το ποσό των 112.794.986 δραχμών.
Η αγωγή αυτή (υπ' αριθμ. 41674/2000), μετά τον περιορισμό του αιτήματός της από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) στο ποσό των 3.000.000 δραχμών, συνομολογήθηκε από τους εναγομένους (αναιρεσίβλητους), και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 11902/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 3.000.000 δραχμών.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίσταται προσβολή της τιμής και της προσωπικότητας γενικότερα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος ως δικηγόρου από τον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος - είπε το Εφετείο - ο οποίος ήθελε να δικασθούν, τόσο αυτός όσο και η πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη εταιρεία, την οποία και εκπροσωπούσε, ερήμην στη δίκη εκείνη, απλώς όταν άκουσε τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα δικηγόρο να δηλώνει την παραπάνω παράσταση, παρά το γεγονός ότι είχε ανακληθεί η προς αυτόν εντολή και πληρεξουσιότητα, ενεργώντας (ο δεύτερος εναγόμενος) στα πλαίσια του μέτρου, δεν έπραξε τίποτε άλλο παρά αυτό που ήταν αναγκαίο και επιβεβλημένο την στιγμή εκείνη, να δηλώσει, δηλαδή, στο Δικαστήριο ότι έχει ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα και ότι δεν ήθελε αυτός να τους εκπροσωπήσει στη δίκη εκείνη, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει και τους λόγους της ανάκλησης.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο πως η δήλωση αυτή ήταν ξεκάθαρη και δεν εμπεριείχε κανένα επιβαρυντικό για την εντιμότητα και την επαγγελματική υπόσταση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος υπονοούμενο, ενόψει, άλλωστε, και του ότι η εν λόγω δήλωση δεν συνδυάσθηκε με διορισμό άλλου πληρεξούσιου δικηγόρου και οι ενάγοντες (ήδη εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι) σε εκείνη τη δίκη ερημοδικάσθηκαν, όπως ακριβώς ήθελαν.
Πρόδηλο, άλλωστε, είναι - δέχθηκε επίσης το Εφετείο - ότι αν ο ενάγων - αναιρεσείων δικηγόρος δεν δήλωνε παράσταση, για την οποία δεν συνέτρεχε κανένας νόμιμος λόγος, ούτε και η παραπάνω δήλωση εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου - αναιρεσίβλητου θα γινόταν, ενώ, εξάλλου, η ανάκληση της πληρεξουσιότητας από τον διάδικο δεν συνιστά λόγο διακοπής της δίκης, ώστε να δικαιολογείται η εκ μέρους του ενάγοντος - αναιρεσείοντος παράσταση προς γνωστοποίηση, κατά το άρθρο 287 παρ. 2 ΚΠολΔ, του λόγου της βίαιης διακοπής της δίκης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός (ενάγων - αναιρεσείων).
Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο γενόμενος συμβιβασμός με την απουσία του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, η απόκρυψή του από αυτόν και η ανάκληση της πληρεξουσιότητας χωρίς να του γνωστοποιήσουν τον λόγο οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, έστω και αν έγιναν με σκοπό να αποφύγουν οι τελευταίοι την καταβολή της αμοιβής του, δεν αποτελούν προσβλητικές της τιμής και της προσωπικότητας γενικότερα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος ενέργειες.
Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης (14581/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή του και είχε επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 6.000 ευρώ, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων, επικαλούμενος προσβολή της προσωπικότητάς του, της τιμής και της υπολήψεώς του από την αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ενεργούντος τόσο ατομικά όσο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 50.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914, 919, 932 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού, με βάση τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις αυτές.
Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για την κρίση του επί όλων των παραπάνω ζητημάτων, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες διατάξεις έτσι δεν παραβιάστηκαν ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και οι τρίτος και δέκατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 20 και 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν ο δικαστής υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, αποδίδοντας στο έγγραφο περιεχόμενο διάφορο από το αληθινό, με συνέπεια να καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν ο δικαστής δέχεται το περιεχόμενο του εγγράφου όπως έχει και καταλήγει, εκτιμώντας τις αποδείξεις, σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε τις προπαρατεθείσες δηλώσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου και του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στα υπ' αριθμ. 2882/27-11-1995 Πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τα οποία είναι διαδικαστικό έγγραφο άλλης δίκης και προσκομίστηκαν με επίκληση ενώπιον του Εφετείου ως αποδεικτικό έγγραφο), το περιεχόμενο των οποίων δηλώσεων δέχθηκε όπως έχει, αλλά απλώς οδηγήθηκε, εκτιμώντας αυτές σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις, σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που τους αποδίδει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δέκατος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου για τα ζητήματα που εξέτασε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8, 9, 10, 11, 14 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, αλλά αναφέρονται μόνο οι διατάξεις που τις προβλέπουν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2007 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ