Legislator Case Law & Legislation
855/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against unfair partnership dissolution damages due to lack of special reason and insufficient causation.

Case Number 855/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed specific grounds of appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding damages for the premature dissolution of a general partnership. The appellants argued the dissolution lacked a special reason justifying the breach of good faith and that the awarded damages were not causally linked to the wrongful timing. The court agreed, finding the lower court failed to apply Article 767(2) of the Civil Code correctly and did not sufficiently substantiate the tort claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 767(2), 288, 298 of the Civil Code; The premature dissolution of a partnership without a special reason obliges the dissolving partner to compensate others, but damages are limited to actual loss from the premature termination and require clear causal proof.

Keywords

AI generated
premature partnership dissolution special reason requirement good faith principle causal link damages tort liability partnership Civil Code Article 767 appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Article 767 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 855 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 855/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χρυσομάλλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παξινό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Ιουλίου 2004 και 16 Απριλίου 2004 αντίστοιχα αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29683/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3011/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, και έκτος κατά το στοιχείο 3 σκέλος του λόγοι της αναίρεσης (υπό στοιχεία του δικογράφου της αναίρεσης αντίστοιχα Ε, Ε1, Ε2, ΣΤ, Ζ, και Η3) όπως συμπληρώνονται και διευκρινίζονται με την παρούσα έκθεση και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 767 του ΑΚ η εταιρεία που έχει αόριστη διάρκεια λύνεται οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου (παρ.1). Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ο εταίρος που κατάγγειλε άκαιρα την εταιρεία ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (παρ. 2).

Θεωρείται δε άκαιρη η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι` αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους. Κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 767 του ΑΚ, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης (άρθ. 288, σχετ. 281 ΑΚ), δεν αποκαθίσταται η ζημία που προκλήθηκε στους λοιπούς εταίρους από το γεγονός της λύσης της εταιρείας, αλλά μόνον εκείνη που συνάπτεται αιτιωδώς, κατά την έννοια του άρθρου 298 του ΑΚ, προς την άκαιρη λύση της, δηλαδή η ζημία που προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη επιλογή από τον καταγγείλαντα του χρονικού αυτού σημείου και η οποία κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα δεν θα επερχόταν αν ο εταίρος, τηρώντας τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν είχε καταγγείλει ακαίρως την εταιρεία.

Η προκαλούμενη από το απλό γεγονός της καταγγελίας στέρηση των κερδών που άλλος εταίρος προσδοκούσε από την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρείας δεν αποκαθίσταται βάσει της ως άνω διάταξης του άρθρου 767 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού η καταγγελία εταιρείας αόριστης διάρκειας είναι δικαίωμα του εταίρου, μόνο δε το άκαιρο της καταγγελίας γεννά ευθύνη του εταίρου που ακαίρως κατάγγειλε.

Ετσι, αν κατά ορισμένη χρονική στιγμή ή ορισμένη περίοδο υπήρχε ειδική προσδοκία κερδών ή άλλη ειδική περίσταση και ακριβώς πριν από αυτή τη χρονική στιγμή ή περίοδο καταγγέλθηκε η εταιρεία χωρίς σπουδαίο λόγο, αντίθετα προς τις επιταγές της καλής πίστης, η απώλεια των κερδών, που θα αποκόμιζαν οι λοιποί εταίροι κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ή περίοδο, συνάπτεται αιτιωδώς με το άκαιρο της καταγγελίας (Ολ.Α.Π.31/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής:

Με την από 2-2-2001 έγγραφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία που υπεγράφη στη ..., συνέστησαν αυτοί ομόρρυθμη εταιρεία µε την επωνυµία "Χ1-Ψ1 και Σια Ο.Ε.", έδρα τη ... και σκοπό την εισαγωγή και εµπορία ωρολογίων και ανταλλακτικών αυτών. Την εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρείας ανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Χ1 και η συµµετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζηµίες καθορίσθηκε σε ποσοστό 25% για κάθε εταίρο.

Μια από τις κύριες δραστηριότητες της εταιρείας ήταν η εισαγωγή και διάθεση στην ελληνική αγορά των ωρολογίων που κατασκεύαζε η κορεατική εταιρεία LUZERON WATCH CO. LTD, της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ΑΑ, επαγγελµατική γνωριµία που είχε συνάψει η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2. Η οικονοµική πορεία της ως άνω εταιρείας που συνέστησαν οι διάδικοι ήταν κερδοφόρος ανοδική, αφού το οικονοµικό έτος 2002 [διαχείριση από 6-2-01 έως 31-12-01] είχε καθαρά κέρδη 20.514,33 Ευρώ και το οικονοµικό έτος 2003 [διαχείριση από 1-1-02 έως 31-12-02] τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στο ποσό των 29.127,72 Ευρώ.

Η ως άνω καλή πορεία της εταιρείας ωφείλετο κυρίως στις προσπάθειες της εταίρου Ψ2 και συγκεκριμένα στις προσωπικές της γνωριμίες το πελατολόγιο και τα επαγγελματικά ταξίδια της στο εξωτερικό. Στις 9-9-2003 του ζεύγος Χ1 και Χ2 (εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες) με εξώδικο που κοινοποίησαν προς το ζεύγος Ψ1 και Ψ2 (ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους) επικαλούµενοι µη αναµενόµενη πορεία της εταιρείας και ζηµία τους, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων των τελευταίων, τις οποίες δεν προσδιόρισαν, κάλεσαν αυτούς να προβούν στην από κοινού λύση και εκκαθάριση της εταιρείας.

Μετά δε την από 11-9-03 εξώδικο απάντηση των τελευταίων [ζεύγος Ψ1-Ψ2], οι οποίοι αρνήθηκαν τα σε βάρος τους προσαπτόµενα, οι Χ1 και Χ2 µε την από 22-9-2003 καταγγελία τους την οποία κοινοποίησαν αυθηµερόν στους συνεταίρους τους, κατήγγειλαν την µεταξύ αυτών συσταθείσα οµόρρυθµη εταιρεία "Χ1-Ψ1 και Σία Ο.Ε.", η οποία λύθηκε εισελθούσα στο στάδιο της εκκαθαρίσεως [βλ.

και το υπ' αριθµόν πρωτοκ. ... έγγραφο του Εµπορικού και Βιοµηχανικού Επιµελητηρίου Θεσσαλονίκης προς το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ηµεροχρονολογία 23-9-2003 ιδιωτικό συµφωνητικό [καταστατικό] συστάσεως οµορρύθµου εταιρείας το οποίο δηµοσιεύθηκε νοµοτύπως [αριθµός δηµοσιεύσεως 3324/24-9-03], οι Χ1 και Χ2 συνέστησαν στη ...

οµόρρυθµη εταιρεία µε την επωνυµία "Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΛΟΥΖΕΡΟΝ ΕΛΛΑΣ", η οποία είχε ως σκοπό την εισαγωγή και εµπορία ωρολογίων και ανταλλακτικών αυτών. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την µε ηµεροχρονολογία υπογραφής 29-9-03 σύµβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας μεταξύ της ως άνω εταιρείας "Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε., ΛΟΥΖΕΡΟΝ ΕΛΛΑΣ" και της κορεάτικης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "LUZERON WATCH CO L.T.D." , η τελευταία παραχώρησε στην πρώτη το αποκλειστικό δικαίωμα διανοµής ή πωλήσεως των ωρολογίων της στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πραγματικός λόγος που ο Χ1 και η Χ2 κατήγγειλαν την, µεταξύ αυτών και του Ψ1 και της Ψ2 εταιρεία, ήταν ιδιοτελής, και αποσκοπούσε στο προσωπικό ατομικό συμφέρον αυτών, να αποκτήσουν μόνον αυτοί, την αποκλειστική διάθεση στην Ελλάδα των ωρολογίων ΛΟΥΖΕΡΟΝ, που αποτελούσε την κύρια προµηθεύτρια της εταιρείας που κατήγγειλαν, και συνακόλουθα να αποκτήσουν και το πελατολόγιο αυτής.

Ο ως άνω σκοπός όµως και οι ενέργειες τους, προκειµένου να τον επιτύχουν, οι οποίες οπωσδήποτε χρονολογούνται πριν από τις 22-9-2003, ηµεροχρονολογία καταγγελίας της εταιρείας, αφού στις 23-9-03 ίδρυσαν τη δική τους [Χ1 και Χ2] και στις 29-9-03 πήραν την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων ΛΟΥΖΕΡΟΝ Ελλάδα (δεδομένων των προεργασιών και των συµφωνιών που πρέπει να προηγηθούν για τέτοιου είδους, συµβάσεις], έρχονται σε πλήρη αντίθεση, ελεγχόµενες ως ανταγωνιστικές µε τη λειτουργία και το σκοπό της, λυθείσης εταιρίας "Χ1-Ψ1", η οποία βέβαια εξακολουθούσε να υφίσταται, και μετά την ως άνω καταγγελία σε εκκαθάριση και για τους σκοπούς αυτής.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η από 22-9-03 καταγγελία έγινε ακαίρως αφού δεν προέκυψε κανένας σπουδαίος για καταγγελία της εταιρείας, λόγος, που να μπορεί μάλιστα να καταλογισθεί σε βάρος του Ψ1 και της Ψ2, όπως αβασίμως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες. Περαιτέρω, οι πρώτοι από την ως άνω λύση της εταιρίας τους με τους αντίδικους υπέστησαν ζημία , αφού όπως προκύπτει από τα με ημεροχρονολογία 6, 7, 9, 10 Οκτωβρίου 2003 τηλεομοιότυπα [FAX) που αντηλλάγησαν μεταξύ του Ψ1 και της Ψ2 αφ' ενός και του ΑΑ (διευθύνοντος συμβούλουτης ΛΟΥΖΕΡΟΝ) η κορεατική εταιρεία ΛΟΥΖΕΡΟΝ, και μετά τη λύση της εταιρείας "Χ1-Ψ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." τους είχε διαβεβαιώσει ότι θα συνεργαζόταν και μαζί τους και μάλιστα είχαν συμφωνήσει για την αποστολή της σχετικής παραγγελίας (βλ.

προσαρτημένη λίστα παραγγελίας στο από 7-10-03 τηλεμοιότυπο), η οποία με το από 23-10-03 απολογητικό τηλεμοιότυπο του ΑΑ προς την Ψ2, ακυρώθηκε προφανώς ύστερα από πιέσεις του Χ1, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του τηλεομοιοτύπου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να εκθέσουν και να εμπορευθούν τα ωρολόγια Λουζερόν [τα παραγγελθέντα, καθώς και τα διανεμηθέντα σε αυτούς μετά τη λύση 400 ωρολόγια] στην έκθεση KOSMIMA στη ... (7-10 Νοεμβρίου 2003).

Εξάλλου, ο Χ1, ως εκκαθαριστής της λυθείσης εταιρείας, σκοπίμως καθυστερούσε τις εργασίες της εκκαθαρίσεως προκειμένου, να εξασφαλίσει χρόνο προς όφελος της νεοσυσταθείσης μετά της συζύγου του εταιρείας, αφού τον χρόνο αυτό τον εκμεταλλεύτηκε πράττοντας ανταγωνιστικές, προς την τελούσα σε εκκαθάριση εταιρία (δηλ.

συνάπτοντας συμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας με την κορεάτικη εταιρία "LUZERON" κ.λ.π.). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι κατ'ουσίαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων Χ1 και Χ2, αφού, η οικονομική πορεία της λυθείσης εταιρίας ήταν ανοδική, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι τους συκοφαντούσαν στους συνεργάτες τους και ιδίως στους κορεάτες προμηθευτές της εταιρείας "LUZERON", επιδιώκοντες της αποκλειστική συνεργασία με αυτούς, αφού τούτο προέκυψε ότι επιδίωξαν και πέτυχαν, για τους ως άνω προαναφερόµενους λόγους οι ίδιοι οι ενάγοντες.

Εξάλλου, οι ενάγοντες, Ψ1 και η Ψ2 εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συµπεριφοράς των εναγοµένων καθώς και από την άκαιρη και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελία της µεταξύ τους εταιρείας, υπέστησαν αποθετική ζημία, καθόσον, εάν εξακολουθούσε υφιστάμενη η εταιρεία, σύμφωνα με τα προπαρασκευαστικά μέτρα (συνεργασία με προμηθευτές και ιδίως την εταιρία ΛΟΥΖΕΡΟΝ, πελατολόγιο, ταξίδια για εμπορικές επαφές στο εξωτερικό, συμμετοχή σε εκθέσεις κλπ) τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως την ανοδική κερδοφόρο πορεία της εταιρίας, επί μία πενταετία ακόμη θα είχε καθαρά κέρδη μετά πιθανότητας κατά την κανονική πορεία των πραγµάτων, κατά µέσο όρο 30.000 Ευρώ, ετησίως και συνολικά 150.000 Ευρώ [5Χ30.000 Ευρώ] από τα οποία τα 75.000 Ευρώ θα αντιστοιχούσαν στους ενάγοντες και ειδικότερα από 37.500 Ευρώ στον καθένα.

Περαιτέρω οι ενάγοντες ένεκα της ως άνω συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον στεναχωρήθηκαν για την άκαιρη λύση της, κατά τα λοιπά, κερδοφόρου εταιρείας και ταλαιπωρήθηκαν από τις συνέπειες της λύσεως, επιπλέον δε επλήγη η υπόληψη τους και το κύρος τους ως επιχειρηματιών και ανθρώπων από το σύνολο των ενεργειών των εναγομένων.

Πρέπει δε, ενόψει των συνθηκών, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, των περιστάσεων και του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, ύψους 2000 ευρώ στον καθένα, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε δεχθεί την αγωγή και είχε επιδικάσει στους ενάγοντες τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/1996, Ολ ΑΠ 25/2003). Ο παραπάνω λόγος όμως δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός που προβλήθηκε ή τον οποίο αφορά ο λόγος έφεσης, είναι μη νόμιμος αφού ως τέτοιος, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στη προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης (υπό στοιχείο Η του δικογράφου) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης : 1) Ότι η εκ μέρους τους καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο (στοιχείο Η1 του δικογράφου), 2) την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ένσταση (στοιχείο Η2 του δικογράφου) η οποία ενώπιον μεν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προβλήθηκε με τις προτάσεις τους υπό το περιεχόμενο: "σε ότι αφορά τον αβάσιμο και ψευδή ισχυρισμό των αντιδίκων πως εμείς με την καταγγελία μας παραβιάσαμε το άρθρο 281 ΑΚ και κάναμε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός μας αντιτάσσουμε το γεγονός ότι και οι ίδιοι σε αυτή τη λύση συναίνεσαν, και μόνο εκ των υστέρων και αντιλαμβανόμενοι τι είδους συνεταίρους έχασαν άρχισαν να κατασκευάζουν αντιρρήσεις", στο δε Εφετείο επαναφέρθηκε με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης υπό το περιεχόμενο: "Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο τους, οι εφεσίβλητοι oμoλόγησαν πανηγυρικά με δικαστική ομολογία ότι και οι ίδιοι είχαν συμφωνήσει, από τις 16.09.2003, τη συναινετική λύση της εταιρίας, και ότι είχε λυθεί και το θέμα της εκκαθάρισης και διανομής των περιουσιακών στoιχείων της εταιρίας, και ότι λυθεί και το θέμα της εκκαθάρισης και διανομής των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας και μάλιστα με λεπτομέρειες ... .

Όλως επικουρικά, για την απίθανη περίπτωση που θεωρηθεί ότι είχαν το δικαίωμα να αιτηθούν αποζημίωση καταχρηστικά άσκησαν το δικαίωμα αυτό, καθώς αποδεχόμενοι τη συναινετική λύση της εταιρίας δημιούργησαν σε εμάς την εύλογη εντύπωση ότι δεν επιθυμούσαν τη συνέχιση της, ότι δεν είχαν συμφέρον στη συνέχιση αυτή και ότι επομένως δεν θα αναζητήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση από το λόγο της μη συνεχίσεως." (σελ. 5 προσθέτων λόγων) και 3) Ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αυτοτελή λόγο της έφεσής τους (στοιχείο Η3 του δικογράφου) σύμφωνα με τον οποίο προβλήθηκε η αιτίαση κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι εσφαλμένα καταδικάστηκαν αυτοί στη καταβολή του ποσού των 3000 ευρώ για δικαστική δαπάνη των αντιδίκων τους το οποίο ήταν υπέρογκο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο 1 σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από το περιεχόμενο της απόφασης στην οποία και ρητά αναφέρεται ότι δεν προέκυψε κανένας σπουδαίος λόγος για καταγγελία της εταιρίας προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος.

Κατά το μέρος που προβάλλεται επικουρικά αιτίαση και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. λόγω εσφαλμένης υπαγωγής στην έννοια του όρου σπουδαίος λόγος των πραγματικών περιστατικών είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος. Ο ίδιος λόγος κατά την ανωτέρω υπό στοιχείο 2 αιτίαση είναι απορριπτέος διότι υπό τα προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως άνω πραγματικά περιστατικά η εκ μέρους των εναγόντων άσκηση του δικαιώματός τους δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.

ενώπιον δε του Εφετείου απαραδέκτως το πρώτον προβλήθηκαν και άλλα πρόσθετα πραγματικά περιστατικά προς νομική θεμελίωση της εν λόγω ένστασης καθόσον δεν συνέτρεχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί κατ'άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. την βραδεία προβολή των πρόσθετων αυτών πραγματικών περιστατικών στο Εφετείο ενόψει του ότι η επικαλούμενη ομολογία δεν φέρεται να καλύπτει όλα τα νέα αυτά πραγματικά περιστατικά.

Τέλος ο ίδιος λόγος κατά την ανωτέρω υπό στοιχείο 3 αιτίαση είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθόσον από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ασχολήθηκε με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πρόσβαλλαν την πρωτόδικη απόφαση εκτός από την ουσία και κατά τη διάταξή της που τους καταδίκασε να καταβάλλουν στους αναιρεσίβλητους για δικαστική τους δαπάνη το ποσό των 3.000 ευρώ προβάλλοντας το παράπονο ότι τούτο ήταν υπέρογκο.

Περαιτέρω σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές το διατακτικό της απόφασης περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως στηρίζεται σε δύο βάσεις και συγκεκριμένα της άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης ομόρρυθμης εταιρίας, και της αδικοπραξίας.

Σχετικά με την πρώτη βάση έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 767 παρ. 2 Α.Κ. διότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη αυτή πρώτον διότι με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούται η έννοια του άκαιρου της καταγγελίας αφού δεν φέρεται να συνέτρεχε κατά το συγκεκριμένο χρόνο που έγινε η καταγγελία κάποιος λόγος που είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των διαδίκων εταίρων, δεύτερον διότι η ζημία που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους δεν συνάπτεται αιτιωδώς προς το άκαιρο της καταγγελίας της εταιρίας δηλαδή προς την επιλογή των αναιρεσειόντων να καταγγείλουν την εταιρία στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατά την οποία να υπήρχε"ειδική προσδοκία κερδών" αλλά συνδέεται μόνο προς τη στέρηση των κερδών που προσδοκούσαν οι αναιρεσίβλητοι "από την εξακολούθηση της εταιρίας" και για μία ακόμη πενταετία και τρίτον διότι η διάταξη αυτή προβλέπει μόνο αποζημίωση όχι δε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω και σχετικά με τη βάση από την αδικοπραξία με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αλλά ούτε και διατυπώνεται σαφώς το αποδεικτικό πόρισμα ως προς τη συγκεκριμένη αδικοπραξία που διέπραξαν οι αναιρεσείοντες καθώς και την αιτιώδη συνάφεια της ζημίας προς τη συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά ώστε να είναι δυνατός ο σχετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα που εφαρμόστηκε.

Κατ'ακολουθίαν οι πρώτος, δεύτερος τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης (υπό στοιχεία Ε, Ε1, Ε2 και Ζ του δικογράφου) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτοί παραδεκτώς σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., συμπληρώνονται και διευκρινίζονται με τη ν έκθεση του Εισηγητή πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση γαι τους προαναφερθέντες λόγους. Μετά απ' αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3011/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση γαι περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ