Supreme Court dismisses appeal on land ownership, citing sufficient reasoning and lack of material impact of disputed forest classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding land ownership disputes. The appellant argued the lower court failed to properly classify a specific 23,308 square meter portion as forest land, yet the court found the appellate judgment provided clear, consistent reasoning that addressed the core ownership issue. Since the disputed classification did not materially affect the outcome regarding the larger 447,230 square meter tract, the appeal was rejected as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact error and its material impact; if the lower court's reasoning is sufficient and the disputed issue does not alter the final result, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 855/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μαυραγάνη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με έδρα την Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως προκειμένου ο Δήμος Στειρών ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Δημοσίου. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/1998 μη οριστική, 204/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5634/2001, 8320/2002 μη οριστικές, 7455/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2005 αίτησή του και τους από 13-7-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 25-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19-1-2005 αίτησης και από 13-7-2006 προσθέτων λόγων αναιρέσεως της 7455/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται σ' αυτόν: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή:
αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιές είναι αυτές, σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και δ) επί αιτιάσεως για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την υπαγωγή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζονται τα διδάγματα αυτά.
Δεν είναι απαραίτητη, πάντως, η μνεία της συγκεκριμένης διατάξεως, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει, κατά λέξη μόνο τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε στην κρίση της αιτιολογίες αντιφατικές και οξύμωρες κατά παράβαση του άρθρου 93 του Συντάγματος, αφού δεν αιτιολόγησε ουδόλως τίνι τρόπω έκρινε διαφορετικά περί της εκτάσεως των 450 στρεμμάτων, που θεώρησε γεωργικής υφής και περί της εκτάσεως των 25 στρεμμάτων, που αδίκως θεώρησε ως δασικής υφής".
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 ΚΠολΔ "πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο". Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι εμπροθέσμως ασκηθέντες, από 13-7-2006, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Με τον πρώτο από τους προσθέτους αυτούς λόγους ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "αγνόησε παντελώς την ομολογία (ρητή-σιωπηρή) του αναιρεσιβλήτου, η οποία προκύπτει από τις προτάσεις του (αναιρεσιβλήτου) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία (ομολογία) επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και πρωτοδίκως, αλλά και κατ' έφεση, με σχετικό λόγο της από 1-7-2000 εφέσεως".
Ο λόγος αυτός, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθ.12 και 13 του ανωτέρω άρθρου (559 ΚΠολΔ), όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως από την επισκόπηση των, από 26-1-1998, πρωτοδίκων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει, το Ελληνικό Δημόσιο το μεν αρνήθηκε ρητώς και γενικώς την αγωγή και ζήτησε να απορριφθεί "σαν αόριστη, απαράδεκτη, μη νόμιμη και αβάσιμη", το δε με σειρά ενστάσεων, οι ουσιώδεις από τις οποίες κρίθηκαν, ορθώς, ως νόμιμες και ορισμένες, από το Εφετείο (το οποίο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως), υποστήριξε ότι έγινε και ήταν και κατά την άσκηση της αγωγής εκείνο (αναιρεσίβλητο-Δημόσιο) κύριο της επίδικης εκτάσεως, με τους αναφερόμενους στις ενστάσεις αυτές- τις οποίες το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία, όσο αφορά την έκταση των 447.230 τ.μ. - νόμιμους τρόπους κτήσεως κυριότητας ακινήτων.
ΙΙΙ.- Επειδή, για το ορισμένο του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο ακροατήριο: α) ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα εναρίθμως, β) οι πραγματικές διατυπώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998) και η έννομη συνέπεια, που καταγνώσθηκε βάσει αυτών και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 1/1995).
Δεν αρκεί δε η αόριστη αναφορά ότι το Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις "περί πωλήσεως, νομής κλπ" ή "τις κείμενες διατάξεις" ή ότι "δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά στο νόμο". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, υποστηρίζει, με τον IV πρόσθετο λόγο, μεταξύ άλλων, ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Όμως, ενώ μνημονεύει στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αρκετές διατάξεις περί δασών και δασικών εκτάσεων (ισχύουσες και προϊσχύσαντες), δεν εξειδικεύει ποιά ή ποιές από τις διατάξεις αυτές παραβίασε το παραπάνω Δικαστήριο και με ποιό τρόπο και επομένως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε επιπλέον, ανελέγκτως δε, ότι "τόσο ο εκκαλών - ενάγων, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού (Χ2 και Χ3) δεν άσκησαν ποτέ διακατοχικές πράξεις στην εδαφική έκταση των 23.308 τ.μ." και συνεπώς δεν έγιναν ποτέ κύριοι της εκτάσεως αυτής (και αν δεν ήταν δασική) με έκτακτη χρησικτησία, άλλο δε νόμιμο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της ανωτέρω εδαφικής εκτάσεως (των 23.308 τ.μ.), αλλά και του όλου επιδίκου δεν επικαλέσθηκε ο ενάγων - αναιρεσείων.
IV.- Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται, μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν δε πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως και οι νομικοί ισχυρισμοί και νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Ο αναιρεσείων με τους
ΙΙΙ και IV προσθέτους λόγους υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ). Όμως, τα περισσότερα από τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς δεν αφορούν "πράγματα" με την ανωτέρω έννοια, αλλά παράπονα του αναιρεσείοντος για την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και την επιχειρηματολογία του, τα οποία, συνεπώς, απαραδέκτως προτείνονται. Όσο αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις) του αναιρεσιβλήτου, που αναφέρονται λεπτομερώς στην επομένη σκέψη της παρούσας και οι οποίοι απαραδέκτως, κατά τον αναιρεσείοντα, προτάθηκαν και επομένως δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, το Δικαστήριο εκείνο, με ορθές σκέψεις, έκρινε νόμιμες, ορισμένες και παραδεκτώς προβληθείσες τις ενστάσεις αυτές, τις οποίες μάλιστα απέρριψε κατ' ουσία, με αποτέλεσμα να είναι και χωρίς αντικείμενο, ως προς αυτές, ο λόγος αναιρέσεως. Τέλος, στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος απάντησε αιτιολογημένως το Εφετείο. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος και ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
V.- Επειδή, τέλος, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω μέρη της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 375.000 μ2 και κατά νεότερη καταμέτρηση 470.638 μ2, όπως αυτή προέκυψε... Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "...." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Αλμυροποτάμου στο νομό Εύβοιας και συνορεύει...
Η μορφή του ακινήτου αυτού δεν είναι ομοιόμορφη... Για το λόγο αυτό ο πραγματογνώμονας διακρίνει την όλη έκταση σε τρεις κατηγορίες, και ειδικότερα στην κατηγορία "Α", συνολικού εμβαδού 279.127 μ2, που εκπροσωπεί έκταση γεωργικού και αγροτικού χαρακτήρα, στην κατηγορία "Β", συνολικού εμβαδού 168.203 μ2, που εκπροσωπεί έκταση με πολύ αραιή βλάστηση και εκτιμάται ως βοσκότοπος, και στην κατηγορία "Γ", εμβαδού 23.308 μ2, που εκπροσωπεί έκταση πυκνότερης βλαστήσεως με νανώδη και ποώδη φυτά.
Την έκταση αυτή, συνολικού εμβαδού 447.230 μ2, πλην του τμήματος των 23.308 μ2, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της όλης εκτάσεως και εμφανίζεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με την ονομασία "Γ1", οριοθετείται δε με τα στοιχεία 24-25-26-27-28-30-24, κατείχε ο Χ2 από το 1874 με την ειλικρινή πεποίθηση ότι του ανήκει, ασκώντας σ' αυτήν κάθε πράξη νομής ή κατοχής, που αρμόζουν στον κύριο, και ειδικότερα...
Το εφεσίβλητο, ισχυρίσθηκε, από την πλευρά του με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ισχυρίζεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι η έκταση αυτή: α) περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά κυριότητα ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, σύμφωνα με τις συνθήκες της Κωνσταντινουπόλεως και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, β) διαφορετικά αποτελούσε, κατά τον πριν το έτος 1836 χρόνο, δάσος, δηλαδή έκταση εδάφους καλυμμένη στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, με προορισμό την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων δασικών προϊόντων, γ) αλλιώς αποτελούσε κατά τον πριν το έτος 1833 χρόνο λιβάδι ή βοσκότοπο, δ) αλλιώς περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω χρησικτησίας, αφού νεμήθηκε αυτήν με καλή πίστη και με τη θέληση να είναι κύριο, ασκώντας σ' αυτήν κάθε διακατοχική πράξη σύμφωνη με τη φύση και τον προορισμό της, και ειδικότερα επέβλεπε, προστάτευε και διαχειριζόταν το ακίνητο τούτο με τα αρμόδια όργανά του, και ε) σε κάθε περίπτωση η έκταση αυτή ήταν πριν το έτος 1837 αδέσποτη.
Οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν κατά τρόπο επαρκώς ορισμένο με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και κατά συνέπεια ορθώς τέθηκαν σε βάρος του εναγομένου Δημοσίου τα οικεία θέματα αποδείξεως, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως, - οι οποίοι κατόπιν τούτου είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι-, πλην όμως τα σχετικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις αντίστοιχες ενστάσεις του Δημοσίου δεν αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Ειδικότερα... αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο, με εξαίρεση το βορειανατολικό τμήμα του, για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά παρακάτω, δεν ήταν κατά τον πριν το έτος 1836 χρόνο δάσος, ούτε δασική έκταση, αφού δεν καλυπτόταν ολικά ή κατά ένα μέρος από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, προορισμός των οποίων ήταν η παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων...
Αντιθέτως το βορειοανατολικό τμήμα της επίδικης εκτάσεως, εμβαδού 23.308 μ2, που οριοθετείται ανατολικά σε μήκος πλευράς 165,70 μ. με κοινοτική έκταση, δυτικά σε μήκος τεθλασμένης πλευράς 186,84 μ. με δρόμο και πέραν αυτού με υπόλοιπη επίδικη έκταση, βόρεια σε μήκος τεθλασμένης πλευράς 216,16 μ. με δρόμο και πέραν αυτού κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία ...και κατά ένα μέρος με υπόλοιπη επίδικη έκταση, και νότια σε μήκος πλευράς 117,87 μ.
με ιδιοκτησία ..., ήταν ανέκαθεν δασική έκταση καλυπτόμενη από σχίνα, αγριελιές και πουρνάρια σε θαμνώδη μορφή, γεγονός, που τη διακρίνει από την υπόλοιπη επίδικη έκταση και δικαιολογεί την απεικόνισή της στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 στην έντονη απόχρωση του σταχτόχρου προς το μαύρο. Στο τμήμα αυτό των 23.308 μ2 δεν άσκησε ποτέ πράξεις νομής ο Χ2 , αφού άλλωστε η έκταση αυτή δεν προσφερόταν για οποιουδήποτε είδους καλλιέργεια, ούτε όμως και για βόσκηση ποιμνίων, και συνεπώς η έκταση αυτή ως δασική ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο...
Κατά το έτος 1938 ο Χ2 μεταβίβασε την επίδικη έκταση, πλην του τμήματος των 23.308 τ.μ., στον πατέρα του εκκαλούντος Χ3 , ο οποίος κατείχε έκτοτε το ακίνητο τούτο με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριος, ασκώντας σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στον κύριο και ειδικότερα... Ενόψει, λοιπόν, των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών-ενάγων είναι κύριος μιας εκτάσεως, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της πρώην Κοινότητας Αλμυροπόταμου και έχει εμβαδόν 447.230 τ.μ.
όπως αυτή εμφαίνεται με το χαρακτηρισμό κατηγορίες "Α και Β" στο από Ιουλίου 2002 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ...., όχι, όμως, και της εκτάσεως των 23.308 τ.μ., που χαρακτηρίζεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα ως κατηγορία "Γ", λόγω του ότι το τμήμα αυτό αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, στην οποία τόσο ο εκκαλών-ενάγων, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού δεν άσκησαν διακατοχικές πράξεις, και συνεπώς δεν έγιναν κύριοι αυτής".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο εξαφάνισε την 204/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και έκανε μερικώς δεκτή την, από 3-6-1997, αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου (για την προμνημονευομένη εδαφική έκταση των 447.230 τ.μ.). Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε, στην προσβαλλομένη απόφασή του, σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς οποιεσδήποτε αντιφάσεις αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, ιδίως όσο αφορά τις σκέψεις του για την απόρριψη της αγωγής ως προς την εδαφική έκταση των 23.308 τ.μ., επιπλέον δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως, από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου γίνεται μνεία και για "παραγωγή ξυλείας και άλλων δασικών προϊόντων", προκύπτει, τις ισχύσασες, κατά καιρούς, διατάξεις περί δασών και δασικών, εν γένει εκτάσεων.
Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε θεωρηθεί ανεπαρκής η σχετική αιτιολογία, όσο αφορά τον χαρακτηρισμό της εδαφικής εκτάσεως των 23.308 τ.μ. ως δασικής, αυτό δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρεται, το Εφετείο δέχθηκε ταυτοχρόνως ότι ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στην έκταση αυτή ο ενάγων (που ως μόνο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου επικαλείται την έκτακτη χρησικτησία) και οι δικαιοπάροχοί του.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και αλυσιτελής και ο IVος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, δεδομένου δε ότι δεν υπάρχουν άλλοι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 19 Ιανουαρίου 2005, αίτηση και τους, από 13 Ιουλίου 2006, προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της 7455/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ