Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling on aggravated arson charge due to insufficient evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Appellate Council of the Dodecanese Islands, which had referred him to trial for aggravated arson. The appellant argued that the prosecution lacked evidence for the aggravated charge and that the council's reasoning was insufficient. The court rejected these claims, stating that the prosecution's proposal contained sufficient evidence and that the appellant's arguments regarding the absence of evidence were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 465, 473, 474, 482, 484 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a referral to trial for aggravated arson is inadmissible if the prosecution's proposal contains sufficient evidence and the appellant's arguments regarding the absence of evidence are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 855/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. - Ζ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 44/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1274/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 543/11.11.05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α’ και 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ και στ’ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Π.- Ζ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., από 15 Ιουνίου 2005 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ’ αριθμ. 44/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ’ ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ’ αριθμ. 185/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον, δια να δικασθή δι’ ηθικήν αυτουργίαν ηθικού αυτουργού εμπρησμού εκ προθέσεως (άρθρα 46 παρ. 1 εδ.
α’ και 264 εδ’ α’ και β’ Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων δια της ενδίκου αιτήσεώς του, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ’ και στ’ λόγους. ΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών Δωδεκανήσου, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, με επιτρεπτήν αναφοράν εις την ενσωματωμένην εις αυτό εισαγγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, καταθέσεων πολιτικώς εναγόντων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών κατηγορουμένων και των διασαφήσεων που παρεσχέθησαν υπό των πολιτικώς εναγόντων και των κατηγορουμένων, κατά την αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των ενώπιον αυτού, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι πολιτικώς ενάγοντες Θ. Ζ., Κ. Γ. και Σ. Ζ. είχαν εναποθέσει, κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001, σε ισόγειο νεοανεγειρόμενης οικοδομής ιδιοκτησίας Σ. Α. εις την οδό ... εις το Φαληράκι Ρόδου, δύο ταχύπλοα αλεξιπτωφόρα σκάφη ... και ... αντιστοίχως ιδιοκτησίας των, χωρίς την άδεια της προαναφερθείσας Σ. Α.. Την 20η Δεκεμβρίου 2001 και περί ώρα 22.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά μεγάλης εκτάσεως και εντάσεως συνεπεία της οποίας τα πιο πάνω σκάφη κατεστράφησαν ολοσχερώς ενώ η νεοανεγειρόμενη οικοδομή (γιαπί) υπέστη ζημιές.
Όπως δε προκύπτει από την συνταχθείσα Έκθεση Αυτοψίας των προανακριτικών υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ρόδου η πυρκαγιά ξεκίνησε από το εσωτερικό των σκαφών τα οποία ήταν ανασφάλιστα, από αυτήν δε θα μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πρόσωπα και πράγματα γιατί εις τον χώρο που ήταν σταθμευμένα τα σκάφη υπήρχαν καταστήματα και οικίες.
Κατά την ίδια δε ‘ Εκθεση Αυτοψίας ο εμπρησμός οφείλεται σε πρόθεση. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία Ρόδου μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς συνέλαβε ως υπαίτιο του εμπρησμού τον εγκαλούντα-κατηγορούμενο Ζ.-Π. Μ. επειδή οι παραπάνω παθόντες επικέντρωσαν τις υποψίες τους εις αυτόν καθόσον εις το παρελθόν είχε καταφερθεί εναντίον τους διότι ως ιδιοκτήτης σκάφους είχε διαφορές από επαγγελματική αντιζηλία με τον εκ των πολιτικώς εναγόντων Κ.
Γ., τον οποίο ο εκκαλών-κατηγορούμενος υποψιαζόταν ότι το θέρος του έτους 2001 του είχε επιτεθεί και του είχε προξενήσει σωματικές βλάβες μαζί με άλλους και του είχε πυρπολήσει το αυτοκίνητό του. Ακολούθως και ειδικότερα την 4η Μαρτίου 2002 εμφανίστηκε αυθόρμητα εις τους αρμοδίους προανακριτικούς υπαλλήλους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ρόδου ο συγκατηγορούμενος των εκκαλούντων Σ.
Κ. και κατέθεσε ότι ο Ε. Κ. και ο εκκαλών κατά τις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2001 τον πλησίασαν και του υποσχέθηκαν ότι θα του παραδώσουν χρήματα εάν βρει ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να βάλουν φωτιά εις τα σκάφη του Θ. Ζ., Κ. Γ. και Σ. Ζ., επαγγελματικά ανταγωνιστών του επειδή ασχολούνται με θαλάσσια "σπορ" όλοι τους εις το Φαληράκι και τα συμφέροντά των αντιτίθενται.
Αυτός βρήκε τον συγκατηγορούμενό του D. G. υπήκοο Αλβανίας σε γυμναστήριο της περιοχής Καλλιθέας και του πρότεινε να κάψει μαζί με συμπατριώτες του τα προαναφερθέντα σκάφη. Ο Αλβανός υπήκοος που ελέχθη, ο οποίος κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Τ., αποδέχθηκε την πρόταση και του δήλωσε ότι μαζί με άλλους τρεις συμπατριώτες του μπορεί να κάψει τα σκάφη των πολιτικώς εναγόντων έναντι αμοιβής δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών .
Κατόπιν τούτου και για τον προαναφερθέντα σκοπό ο κατηγορούμενος Σ. Κ. έλαβε από τον συγκατηγορούμενό του Ε. Κ. το χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών κατά τις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 2001 εις το γήπεδο Καλλιθέας το οποίο παρέδωσε εις τον Αλβανό συγκατηγορούμενό του D. G.. Ο τελευταίος μαζί με άλλους, προφανώς τρεις συμπατριώτες του, κατέκαυσαν ολοκληρωτικά τα προαναφερθέντα δύο σκάφη.
Το υπόλοιπο δε χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έλαβε ο κατηγορούμενος Σ. Κ., όπως ο ίδιος δηλώνει, σε δύο δόσεις των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών κάθε μιας, μετά τον εμπρησμό, από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π.-Ζ. Μ. Κατά τον ισχυρισμό δε του κατηγορουμένου Σ. Κ., ο οποίος εις την ομολογία του ενώπιον του Ανακριτή Ρόδου αποδέχεται την αποδιδόμενη εις αυτόν πράξη της ηθικής αυτουργίας εις την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο και πράγματα, οι ίδιο Αλβανοί υπήκοοι δράστες του προαναφερθέντος εμπρησμού επεχείρησαν να καύσουν για τους ίδιους λόγους επαγγελματικής αντιζηλίας και την αποθήκη με είδη θαλασσίων "Σπορ" του Μ.
Τ. εις το Φαληράκι της Ρόδου. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αρνούνται οποιαδήποτε ανάμειξη εις τις πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται. Ο εκκαλών κατηγορούμενος με την έφεσή του υποστηρίζει ότι ο πολιτικώς ενάγων Κ. Γ., την 4η Μαρτίου 2002, κατά την οποία ο κατηγορούμενος Σ. Κ. κατέθεσε εις την Πυροσβεστική Υπηρεσία Ρόδου, προέβη εις την ανάληψη χρηματικού ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών από την Τράπεζα EUROBANK, το οποίο του παρέδωσε, εις το από 20ης Μαϊου 2002 υπόμνημά του εστιάζει τις υποψίες του για τον εμπρησμό σε άλλα άτομα.
Ειδικότερα αναφέρει ότι το Πάσχα του έτους 2002 εμφανίστηκε εις αυτόν ο ‘ Αγγλος υπήκοος Τ.-Τ. ο οποίος εις το παρελθόν εργαζόταν εις την παραλία Φαληρακίου για λογαριασμό του Μ. Τ. και των συνεταίρων του, ως χειριστής ταχυπλόων σκαφών και του δήλωσε ότι φυσικοί αυτουργοί εμπρησμού του αυτοκινήτου του είναι οι Α.
Α. με κάποιο ‘ Αγγλο υπήκοο Γ. και ηθικοί αυτουργοί οι Γ. Λ. και ο Μ. Τ. σαφώς υπονοών ότι επειδή οι δράστες του εμπρησμού του αυτοκινήτου είναι διαφορετικοί από τους εγκαλούντες δεν είχε διαφορές με αυτούς που να δικαιολογούν τον εμπρησμό. Με το υπ’ αριθμ. 66/2003 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου διετάχθη η διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης από τον Ανακριτή Ρόδου, προκειμένου να διερευνηθούν οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί του εκκαλούντα-κατηγορουμένου με την λήψη καταθέσεων, της Σ.
συζύγου Γ. Χ., η οποία θα έπρεπε να παράσχει πληροφορίες για τους δράστες που διέφυγαν προς την παραλία, του Άγγλου υπηκόου Τ.-Τ. και της συζύγου του Μ. καθώς και να παρασχεθούν πληροφορίες για τις απόρρητες καταθέσεις του Κ. Γ. εις την Τράπεζα EUROBANK Υποκατάστημα Ρόδου και να γίνει γνωστό εάν κατά το χρονικό διάστημα από την 2α έως και την 5η Μαΐου 2002 ανέλαβε από λογαριασμό του ή έμβασμα ή δάνειο ποσό που αντιστοιχούσε εις το χρηματικό ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών και σε καταφατική περίπτωση να παράσχει εξηγήσεις ο Κ.
Γ. για τον διατυπωθέντα ισχυρισμό του εκκαλούντα Π.-Ζ. Μ. Κατά την διενεργηθείσα περαιτέρω κυρία ανάκριση εξετάσθηκαν οι μάρτυρες Σ. Χ. και η M. B. S. Η πρώτη από αυτές εξετασθείσα την 26η Μαρτίου 2004 δήλωσε ότι κατά τον χρόνο του εμπρησμού ευρίσκετο εις την κατοικία της, όταν δε παρατήρησε τα σημεία που εξερράγη η πυρκαγιά δεν είδε τους δράστες της πράξης αυτής.
Η δεύτερη των προαναφερθέντων M. B. S. δεν είναι σύζυγος του Τ.-Τ. (Τ. Μ.) αλλά σύζυγος του κατηγορουμένου Ε. Κ.. Εξεταζομένη δε η μάρτυρας αυτή, την 27η Απριλίου 2004, δήλωσε ότι, από ότι γνωρίζει, ο Τ.-Τ. είπε εις την σύζυγό του ότι, όταν μια φορά βγήκε με κάποιο υπάλληλο του Κ. Γ., ‘ Αγγλο υπήκοο με το όνομα Γ., άκουσε τον τελευταίο να καυχάται και να λέει ότι αυτός έκαψε το τζιπ του Π.-Ζ.
Μ. μαζί με ένα ‘ Ελληνα. Ο προαναφερθείς Άγγλος υπήκοος Τ.-Τ. δεν εξετάσθηκε γιατί είχε φύγει από την Ελλάδα και είχε μεταβεί εις την Αγγλία από το τέλος του 2001. Εξάλλου όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. πρωτ. 0405 48151 000 121/4-5-2004 και 040548151000143/26-5-2004 απόρρητα έγγραφα του αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας EUROBANK Χρ. Βάγια καθώς και τα αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών του Κ.
Γ. δεν έχει εκτελεσθεί υπέρ αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από την 2α Μαρτίου 2002 έως και την 5η Μαρτίου 2002, κάποιοι εισερχόμενο έμβασμα. ΙΙΙ. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα ηθικής αυτουργίας ηθικού αυτουργού κακουργηματικού εμπρησμού (άρθρα 46 παρ. 1 εδ.
α’ και 264 εδ’ α’ και β’ ΠΚ), αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά εις τας προαναφερθείσας ουσιαστικάς ποινικάς διατάξεις που εφήρμοσε.
Ειδικώτερον εις το προαναφερθέν βούλευμα γίνεται εκτενής μνεία των αποδεικτικών μέσων και είναι αβάσιμος, ως ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, η περί του αντιθέτου αιτίασις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω δι’ ειδικής αιτιολογίας απερρίφθησαν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, η απόρριψις των οποίων άλλωστε, ως αρνητικών της κατηγορίας, δεν έχρηζε ειδικωτέρας αιτιολογίας (Α.Π. 2015/2004 Ποιν Δικ 2005 σελ. 371 κ.α.).
Επομένως είναι αβάσιμος η περί του αντιθέτου αιτίασις του αναιρεσείοντος, η οποία προεχόντως είναι απαράδεκτος καθότι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποίοι ήσαν οι ισχυρισμοί που απερρίφθησαν αναιτιολογήτως (Α.Π. 468/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 925 κ.α.). ΙV. Κατά την διάταξιν του άρθρου 324 Κ.Π.Δ. μέχρι της ενάρξεως της συζητήσεως εις το ακροατήριον, ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών δύναται να αποσύρη την υπόθεσιν και να διατάξη κυρίαν ανάκρισιν εάν, από λόγους που ενεφανίσθησαν μετά την απ’ ευθείας κλήσιν εις το ακροατήριον και προσδίδουν βαρύτερον χαρακτήρα εις το πλημμέλημα, κρίνη ότι επιβάλλεται η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως.
Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι ο εισαγγελεύς δύναται να αποσύρη την υπόθεσιν από το ακροατήριον, δια λόγους που προσδίδουν βαρύτερον χαρακτήρα εις το πλημμέλημα, όχι μόνον μέχρι της απαγγελίας κατηγορίας κατ’ άρθρον 343 Κ.Π.Δ. ότε και αρχίζει η συζήτησις εις το ακροατήριον (Α.Π. 1408/1998, ΝοΒ 47 σελ. 488 κ.α.), αλλά και μετά την αναβολήν της δίκης, όχι όμως προς προσαγωγήν κρεισσόντων αποδείξεων (Α.Π. 1367/2003, 894/1995 Ποιν Δικ 2004 σελ. 108, Ποιν Χρ ΜΕ σελ. 1427 κ.α., Μπουροπ.
Ερμ. Κ.Π.Δ. εκδ. β’ , τομ. α’ σελ. 442 σημ. 1). Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δια του υπ’ αριθμ. Β.Κλ. 146/2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου, παρεπέμφθη απ’ ευθείας εις το ακροατήριον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου κατά την δικάσιμον της 30-1-2002, δια να δικασθή ως φυσικός αυτουργός του πλημμελήματος του εμπρησμού εκ προθέσεως (άρθρ. 264 εδ.
α’ Π.Κ.). Κατά την δικάσιμον αυτήν η εκδίκασις της υποθέσεως ανεβλήθη κατ’ άρθρον 349 Κ.Π.Δ. προ της ενάρξεως της συζητήσεώς της, λόγω της λήξεως του ωραρίου εργασίας του Γραμματέως της έδρας. Εν συνεχεία την 4-3-2002 προσήλθεν εις την Πυροσβεστικήν Υπηρεσίαν Ρόδου ο Σ. Κ., συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, ο οποίος εξετασθείς ως κατηγορούμενος ανέφερεν, όσα περιέχονται εις την υπό τον αυτόν χρόνον απολογίαν του.
Εν όψει της απολογίας αυτής ο ανωτέρω Εισαγγελεύς ήσκησε συμπληρωματικήν ποινικήν δίωξιν κατά του κατηγορουμένου, δια το κακούργημα της ηθικής αυτουργίας ηθικού αυτουργού εμπρησμού εκ προθέσεως (άρθρ. 264 εδ. α’ και β’ Π.Κ.), δεδομένου ότι διεπιστώθη η δυνατότης επελεύσεως εκ της προκληθείσης πυρκαϊάς κοινού κινδύνου εις ανθρώπους και παρήγγειλε την διενέργειαν κυρίας ανακρίσεως δια την κακουργηματικήν αυτήν πράξιν.
Κατ’ ακολουθίαν, εφ’ όσον η υπόθεσις απεσύρθη προ της ενάρξεως της συζητήσεώς της από το ακροατήριον, εγκύρως και επιτρεπτώς διετάχθη κυρία ανάκρισις δια την προαναφερθείσαν κακουργηματικήν πράξιν, που διαφοροποιείται κατά τον νομικόν χαρακτηρισμόν της αρχικής πλημμεληματικής της μορφής, καθισταμένη βαρυτέρα από απόψεως νομικού χαρακτηρισμού.
Συνεπώς το Συμβούλιον Εφετών, που επεκύρωσε με το προσβληθέν βούλευμά του το πρωτόδικον βούλευμα, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα εις το ακροατήριον δια την ανωτέρω κακουργηματικήν πράξιν δεν υπερέβη την εξουσίαν του και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) υπερβάσεως εξουσίας. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθεί η υπό 15 Ιουνίου 2005 αίτησις αναιρέσεως του Π.-Ζ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 44/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήναι 20 Σεπτεμβρίου 2005 Ο Εισαγγελεύς Ανδρέας Ζύγουρας Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. στ’ (πρώην ζ’ ) για υπέρβαση εξουσίας δημιουργείται, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή δεν άσκησε εξουσία που του δίνεται από το νόμο (αρνητική υπέρβαση εξουσίας), με βάση τα περιστατικά που έκανε δεκτά.
Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν υποστηρίζεται ότι τα περιστατικά αυτά (που δέχθηκε το Συμβούλιο) είναι αβάσιμα και γίνεται επίκληση άλλων περιστατικών, που θεωρούνται βάσιμα, με βάση τα οποία προβάλλεται η υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτή πλήττεται στην πραγματικό-τητα, η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Δικαστικό Συμβούλιο των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περί-πτωση, με τον πρώτο, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. στ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του, με την παραπομπή του στο ακροατήριο για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος (κίνδυνος για άθρωπο), καίτοι η ποινική δίωξη είχε ασκηθεί από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου αρχικά σε βαθμό πλημμελήματος, η δε συμπληρωματική (σε βαθμό κακουργήματος) ποινική δίωξη, ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 323 του Κ.Π.Δ., αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Κ., που εξετάσθηκε σχετικά, προέκυπτε η τέλεση βαρύτερης μορφής εγκλήματος. Εφόσον όμως είχε ασκηθεί έστω συμπληρωματικά, ποινική δίωξη για εμπρησμό από πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος, το Δικαστικό Συμβούλιο νομίμως και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, προέβη στην παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την πράξη αυτή, τα δε υποστηριζόμενα για ανυπαρξία βαρύτερης μορφής εγκλήματος, στην ουσία πλήττουν απαραδέκτως τις αποδείξεις.
Επομένως ο αναφε-ρόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. II. Εξάλλου και ο δεύτερος, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ (πρώην ε’ ) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία του βουλεύματος και αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών του αναιρεσείοντος ισχυρισμών, καθώς και μη αναφορά των αποδεικτικών μέσων, εκ των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπεμπτική του κρίση, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις της αιτιολογίας, μόνη δε η αναφορά ότι, ''αναιρώ (προδήλως αναιρεσιβάλλω) το βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 93 του Συντάγματος'', είναι ανεπαρκής, ούτε συγκεκριμένοι αυτοτελείς ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν από το Δικαστικό Συμβούλιο, ώστε να είναι δυνατή η κρίση, για το αν αυτοί ήταν πράγματι αυτοτελείς και αν προβλήθηκαν παραδεκτά, κατά το τρίτο δε μέρος του, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία αυτό εξ ολο-κλήρου αναφέρεται, υπάρχει σχετικά μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους και αναφέρεται ότι, το Συμβούλιο σχημάτισε την κρίση του, από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νομίμως, τα ονόματα μάλιστα των οποίων εκ περισσού μνημονεύει, τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν και την απολογία του κατηγο-ρούμενου, η αναφορά δε αυτή είναι επαρκής.
Καθόσον δε με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και πάλιν ότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε η επιβαρυντική μορφή της πράξεως, η ύπαρξη δηλαδή ''κινδύνου για τη ζωή, την υγεία ή τη σωματική ακεραιότητα ανθρώπου, γιατί ουδείς διέμενε στην περιοχή και ουδείς εργαζόταν στα τουριστικά καταστήματα, τα οποία ήταν κλειστά, ούτε υπήρχαν τουρίστες ή ημεδαποί'', ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει τις αποδείξεις.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Ιουνίου 2005 αίτηση του Π. - Ζ. Μ. του Ε., για αναίρεση του υπ' αριθμό 44/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκαννήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ