Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on offsetting termination compensation against back pay claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a single-member court of appeal decision that rejected an offset claim. The appellant argued that the lower court erred in refusing to offset the termination compensation already paid against the claim for back pay, citing specific articles of the Civil Code. The court found the lower court violated substantive law by failing to recognize that the financial need for the back pay was already covered by the termination compensation, thus ordering a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 440, 664, 559(1a) of the Civil Code; The lower court erred in refusing to offset termination compensation against a claim for back pay when the former has already covered the latter's financial need, violating substantive law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 854 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 854/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του ..., Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: …… ... με την επωνυμία "Κ.Ε.Δ.Κ.." (..., ).που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 12-2-2021.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. Π. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 5-2-2021 και προσθήκη στις 10-2-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 27-7-2020 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2021 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του ... Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 377/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του ... Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018,ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ'αριθμ. 377/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του ..., νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 27-7-2020 με αριθμ. καταθ. 39/28-7-2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 9ης-2-2021, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου είχε μετάσχει η ήδη συνταξιοδοτηθείσα Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 234/25-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατόπιν άσκησης της από 15 Δεκεμβρίου 2016 και με αριθ.καταθ. 13/15-12-2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 26/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, με την οποία είχε εκδικασθεί η από 24 Ιουλίου 2014 και με αριθ.
κατάθ. 68/2014 αγωγή, που έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, από τα στοιχεία του φακέλλου, προκύπτει ότι έλαβε χώρα στις 30-6-2020 (βλ. σχετική επισημείωση επί αντιγράφου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο .....
Σ. Σ.) (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε το αναιρεσείον, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [βλ. το από 5-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του …..
Δ.Β. στον Αθανάσιο Κανελλόπουλο, πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, δια του οποίου είχε παρασταθεί αυτό και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (9-2-2021) της υπόθεσης]. Επομένως θα θεωρηθεί παρόν και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Με την από 24-7-2014 και με αριθ. κατάθ. 68/1-8-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε, ότι προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ε. 'Ι. με την επωνυμία "Κ.Ε.Δ.Κ." (....), την 9η-9-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως νοσηλεύτρια.
Ότι με την ιδιότητα αυτή απασχολήθηκε μέχρι την 4η-7-2014, οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, αφενός διότι δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, αλλά το μικρότερο ποσό των 3.708,36 ευρώ,, και αφετέρου διότι είναι καταχρηστική, ως οφειλόμενη σε λόγους εκδίκησης.
Επιπλέον, εξέθετε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως την απόλυσή της, ελάμβανε αποδοχές που υπολείποντο των νομίμων, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.238,69 ευρώ, για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 και μέχρι την απόλυσή της, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας και δ)κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του αιτήματος αυτού να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.868,52 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 5-7-2014 έως 31-12-2014, επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης, ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 6.755,42 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ νόμιμης και καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και το ποσό των 350,55 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2014, όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 26/2016 οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, τη βάση ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, έκρινε, κατά τα λοιπά, παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε το εναγόμενο να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση που κατείχε πριν την καταγγελία, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.837,69 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.901,28 ευρώ, για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην ως άνω απόφαση διακρίσεις.
Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο, άσκησε την από 15-12-2016 έφεσή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση, επικυρωθείσας της πρωτόδικης απόφασης.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εκτίμηση των νομίμως με επίκληση από τους διαδίκους προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε τα ακόλουθα: 'Οτι η ενάγουσα, η οποία είναι πτυχιούχος μέσης τεχνικής επαγγελματικής νοσηλευτικής σχολής, τριετούς φοίτησης, από το έτος 1996, και κάτοχος άδειας άσκησης επαγγέλματος βοηθού νοσηλευτή, που της χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ.
Υ15866/24-6-1997 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά, προσελήφθη την 9η-9-2002, με σύμβαση εξαρτημένες/- εργασίας αορίστου χρόνου, από το εναγόμενο εκκλησιαστικό ίδρυμα, που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή στέγης και ιατρικής περίθαλψης υπερήλικων και μη αυτοεξυπηρετούμενων ατόμων, για να παρέχει τις υπηρεσίες της υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ως νοσηλεύτρια, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, στη Νέα Μονάδα Κατάκοιτων του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου ...
Ότι από τον Νοέμβριο του έτους 2009, μεταφέρθηκε στην Κεντρική Μονάδα του εναγομένου και εργαζόταν επί επτά ώρες ημερησίως, δηλαδή είτε στη βάρδια 08.00-15.00 είτε στη βάρδια 15.00-22.00 και εργάσθηκε σε αυτό μέχρι την 4η-7-2014, οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της. ¨Ότι σύμφωνα με την ΥΑ 49524/2362/2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Ν.Π.Ι.Δ.
μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Κοινωφελή Ιδρύματα, Οργανισμοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κλπ) (ΦΕΚ Β' 1414/17-7-2008), η οποία τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω καθώς το εναγόμενο είναι κοινωφελές ίδρυμα, οι νόμιμες μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, στις οποίες περιλαμβάνονται βασικός μηνιαίος μισθός, επίδομα τριετιών, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, νοσοκομειακό επίδομα και το επίδομα σπουδών ανέρχονταν, όπως αναλύονται ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνολικά :
για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-4-2009, στο ποσό των 1.079,55 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 μέχρι 4-7-2014, στο ποσό των 1.138,92 ευρώ και υπολόγισε τη διαφορά μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών της ενάγουσας για το αξιούμενο χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και 4-7-2014, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και άδειας, -όπως αναλυτικά παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση- στο συνολικό ποσό των 10.901,28 ευρώ.
Ότι επειδή το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας καταβάλλοντάς της μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, ήτοι το ποσό των 3.708,36 ευρώ, ενώ όφειλε να της καταβάλει το ποσό των 9.301,18 ευρώ, που ήταν η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (όπως αναλυτικά υπολογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), είναι άκυρη η καταγγελία, με συνέπεια την περιέλευση του εναγομένου σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και την υποχρέωσή του, να την απασχολεί πραγματικά στη θέση που κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία και να της καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας, τις οποίες υπολόγισε για το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα από 5-7-2014 μέχρι 31-12-2014 στο ποσό των 7.837,69 ευρώ..
Ακόμη με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι: "το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι ως άνω νόμιμες αποδοχές αφορούν τους εργαζόμενους που παρέχουν την εργασία τους επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως, και όχι την ενάγουσα, η οποία, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών, απασχολούνταν από τον Νοέμβριο του έτους 2009 έως την 4η-7-2014, επί επτά ώρες ημερησίως, με συνέπεια ο βασικός μισθός αυτής, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, να ανέρχεται στο ποσό των 617,56 ευρώ, και όχι στο υπέρτερο ποσό των 668,38 ευρώ.
Ωστόσο, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι τον Νοέμβριο του έτους 2009 συμφωνήθηκε μεν να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχόλησης ώστε εφεξής η ενάγουσα να απασχολείται μερικώς, ήτοι επί επτά ώρες ημερησίως, δεν αποδείχθηκε όμως ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος εκ του νόμου, έγγραφος συστατικός· τύπος για την έγκυρη μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης πλήρους απασχόλησης, σε σύμβαση μερικής απασχόλησης.
Συνεπώς, η σχετική τροποποιητική συμφωνία, την οποία επικαλείται το εναγόμενο, είναι άκυρη, λαμβανομένης υπόψη της ακυρότητας αυτής και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης της παρούσας, και, ως άκυρη, δεν παράγει αποτελέσματα, δηλαδή δεν μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε μερική. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές πλήρους απασχόλησης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε επικαλέστηκε το εναγόμενο, ότι συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική με ταυτόχρονη λύση της σύμβασης πλήρους απασχόλησης ούτως ώστε να δικαιούται η ενάγουσα να αξιώσει την ωφέλεια που αποκόμισε το αντίδικό της με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του εναγόμενου, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν σχέσει με αυτές, τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στην έφεση, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο μισθός της ενάγουσας, όπως και όλων των υπόλοιπων εργαζομένων του ιδρύματος, μειώθηκε τον Μάρτιο του έτους 2012 κατά ποσοστό 10% και εν συνεχεία τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατά ποσοστό 5%, για λόγους σχετικούς με τη βιωσιμότητα του ιδρύματος και προκειμένου να αποφευχθούν απολύσεις εργαζομένων, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη διαμόρφωση του ύψους των νομίμων αποδοχών της ενάγουσας, δοθέντος ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η σχετική μείωση έλαβε χώρα κατόπιν προηγούμενης σύμφωνης γνώμης αυτής. Το εναγόμενο δε δεν μπορούσε να προβεί μονομερώς σε μείωση των αποδοχών της σε χρόνο προγενέστερο της 14ης-5-2013, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 2 της υπ' αριθμ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε, έστω και σιγή, τον ως άνω ισχυρισμό, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο, οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στην έφεση, είναι αβάσιμες". Εν συνεχεία το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον περιεχόμενο στον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγομένου ότι η εκ μέρους της ενάγουσας ενάσκηση της αξίωσης για καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ως απαράδεκτο λόγω μη παραδεκτής προβολής του με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης και επειδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για τη βραδεία προβολή του. Ακόμη απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της έφεσης, ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγομένου για συμψηφισμό της ανταπαίτησής του από την καταβληθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης ποσού 3.708,36 ευρώ, με τις ένδικες απαιτήσεις αυτής. Κατέληξε δε το Μονομελές Εφετείο στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε και απέρριψε την έφεση του εναγομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 38 § 1 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του v. 2639/1998 που συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 ν. 2874/2000 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε στο σύνολό τους με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α' 66/11.5.2010), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης, απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρο 159 του ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου.
Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της § 1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 1798/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 703/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμα του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα δικαιώματα που ανάγονται στη λειτουργία και οργάνωση της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία (ΑΠ 1279/2020). Στην περίπτωση που ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας του, ο τελευταίος έχει σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.
διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 164/2018) οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ, δηλαδή η καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 771/2017).
Αν ο εργαζόμενος επιλέξει να διατηρήσει την ως άνω τρίτη δυνατότητα, μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση και να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να κριθεί ο νόμιμος ή παράνομος χαρακτήρας της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 697/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1304/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Ακόμη, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής πριν την 1.1.2016 προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1304/2022, ΑΠ 197/2021, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2016 (άσκηση έφεσης 15-12-2016), "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1)προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την κατάχρηση δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1304/2022, ΑΠ 364/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ίδρυμα, με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα α)με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι το Μονομελές Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 του ν.2112/1920, 648 και 652 ΑΚ, αλλά και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής αποδοχής των νέων όρων εργασίας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη όσον αφορά την επιβληθείσα από το αναιρεσείον το έτος 2012 μείωση του μισθού όλων των εργαζομένων κατά ποσοστό 10% το μήνα Μάρτιο και 5% το μήνα Αύγουστο, καθόσον αυτή συνέχισε να εργάζεται αδιαμαρτύρητα έως την 4η-7-2014, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, απέρριψε τις διαλαμβανόμενες στην έφεσή του αιτιάσεις, β) με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ότι το Μονομελές Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 159 παρ.1 ΑΚ και 38 παρ.1 ν.1892/1990, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αλλά και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης έγκυρης ή μη σύμβασης μερικής απασχόλησης της ενάγουσας, όσον αφορά την από το Νοέμβριο 2009 έως την 4η-7-2014 απασχόλησή της επί επτά ώρες ημερησίως και όχι επί οκτώ ώρες όπως έως τότε εργαζόταν, την οποία η ενάγουσα αποδέχθηκε εργαζόμενη με το ωράριο αυτό καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας τον για την εργασία της αυτή καταβαλλόμενο μισθό, απέρριψε τις διαλαμβανόμενες στην έφεσή του αιτιάσεις.
Ενώ αν δεχόταν τους ανωτέρω στους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους ισχυρισμούς του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θα επιδίκαζε σε βάρος του και υπέρ της ενάγουσας τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση μισθολογικές διαφορές.
Οι ανωτέρω πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους προβολή, με το ίδιο περιεχόμενο των διαλαμβανομένων σ' αυτούς καταλυτικών των αγωγικών αξιώσεων των μισθολογικών διαφορών, ισχυρισμών.
ήτοι της ένστασης σιωπηρής αποδοχής της μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της μετατροπής της πλήρους απασχόλησης εργασίας της ενάγουσας σε μερική απασχόληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, α) με καταχώρησή τους στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία σημειωτέον δεν προσκομίζονται στην αναιρετική δίκη, ώστε να ελεγχθεί η παραδεκτή προβολή τους, β)με επαναφορά των ισχυρισμών κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, γ)ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτών (ισχυρισμών) ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τους λόγους έφεσης επειδή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, για τη βραδεία προβολή τους, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο το παραδεκτό και βάσιμο των προταθέντων ισχυρισμών.
ώστε να ιδρύονται παραδεκτά οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικοί ως άνω αναιρετικοί λόγοι, Η αναφορά στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο απέρριψε τις διαλαμβανόμενες στην έφεση σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν θεραπεύει την αοριστία προβολής των ισχυρισμών. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων που ενσωματώνονται στις εφετειακές καθώς και της έφεσης, οι εν λόγω ισχυρισμοί το πρώτον προβλήθηκαν ως αυτοτελείς στον Άρειο Πάγο, με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο και χωρίς επίκληση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, οπότε και εκ της αιτίας αυτής είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το ως άνω άρθρο οι εξεταζόμενοι αναιρετικοί λόγοι, η αναφορά δε σ' αυτούς, ότι το σφάλμα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν καθιστά παραδεκτή την προβολή τους το πρώτον στον Άρειο Πάγο, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζονται, είχαν υποβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 808/2023).
Επισημαίνεται, ότι σε κάθε περίπτωση, ο τρίτος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο προβλεπόμενος από τοάρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990 έγγραφος τόπος για την κατάρτιση σύμβασης μερικής απασχόλησης είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικόλόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 804/2022, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του, αφού δεν μνημόνευσε ειδικότερα, τα νομίμως με επίκληση από αυτό προσκομιζόμενα έγγραφα ήτοι πίνακες προσωπικού και προγράμματα εργασίας για τα έτη 2009-2013 και αποδεικτικά μισθοδοσίας για τα έτη 2009-2014, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην απόδειξη των ισχυρισμών του, ως προς το ύψος των νομίμων αποδοχών της ενάγουσας. Ο άνωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση όλων των κατά είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν υποχρεούται σε ανάλυση και μνεία κατ' ιδίαν των αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα από το αναιρεσείον επίδικα έγγραφα, τα οποία αυτό προσκομίζει στην αναιρετική δίκη, από το περιεχόμενο δε της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ειδικότερα τα αποδεικτικά μισθοδοσίας ελήφθηκαν υπόψη, αφού αφαιρούνται οι καταβληθείσες σύμφωνα με αυτά αποδοχές της ενάγουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021 ,ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).
Ο ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει κατ' ουσία εξέταση του σχετικού ισχυρισμού και διατύπωση ελάσσονος πρότασης και συνεπώς δεν ιδρύεται, αν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή νομικά αβάσιμος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 99/2020). Προσέτι, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 750/2020,).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον αναφερόμενο στην έφεσή του ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και καταβολή μισθών υπερημερίας και δέχτηκε αυτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ενώ αντιθέτως, έπρεπε να κρίνει βάσιμο τον περί κατάχρησης δικαιώματος ισχυρισμό του και να τις απορρίψει.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει 'ότι το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εναγόμενο διατείνεται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η εκ μέρους της ενάγουσας ενάσκηση της αξίωσης για καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της οφειλόταν στην επί σειρά ετών υπαίτια πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και ειδικότερα, στην βίαιη και επικίνδυνη συμπεριφορά που επεδείκνυε απέναντι στους περιθαλπόμενους του ιδρύματος, η οποία και καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της ένδικης εργασιακής σχέσης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης, ο ανωτέρω ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου δεν προτάθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με προφορική ανάπτυξή του και με καταχώρηση της προφορικής προτάσεώς του στα πρακτικά.
Επομένως και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης της παρούσας, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς και, συνεπώς, η εκκαλουμένη, που τον απέρριψε, έστω και σιγή, ορθώς εφάρμοσε τις σχετικές δικονομικές διατάξεις. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός αντιμετωπίζεται ως ισχυρισμός που προβάλλεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, πλην όμως απαραδέκτως, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος". Με την αιτιολογία αυτή και σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, απορρίφθηκε ορθά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο περί κατάχρησης δικαιώματος ισχυρισμός του εκκαλούντος, ως απαραδέκτως προταθείς, εφόσον προτάθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, αφού δεν προέκυπτε από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης η παραδεκτή κατ' άρθρο 591 ΚΠολΔ προβολή του με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα εν λόγω πρακτικά. [Η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου (αρθ. 559 αρ. 14 ΚΠοΔ) με την αναίρεση].
Συνεπώς ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφορά ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου απορρίφθηκε ως απαραδεκτος. Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσία τον σχετικό ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο.
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Μονομελές Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από αυτό με λόγο έφεσης ισχυρισμό εκ του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και καταβολή μισθών υπερημερίας, τον οποίο έπρεπε να κρίνει βάσιμο και να απορρίψει τις αξιώσεις αυτές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον κατά τις αναλυτικά παρατιθέμενες στον προηγούμενο τέταρτο αναιρετικό λόγο, παραδοχές, ο ισχυρισμός αυτός εξετάσθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος.
Με τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 664 του ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπροθέσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφ` όσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό. Ο κανόνας κάμπτεται, κατ` εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών. Τότε, ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του (ΑΠ 1370/2021, ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1225/2019, ΑΠ 943/2010). Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημίωσης λόγω απόλυσης και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 1225/2019, . ΑΠ 936/2013, ΑΠ 943/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον έκτο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στην προσβαλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Μονομελές Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 440, 664 και 904 ΑΚ αλλά και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την παραδεκτά προταθείσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΑΚ, ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής του από την καταβληθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ποσού 3.708,36 ευρώ με την απαίτηση της ενάγουσας από μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης. Προσάπτει ακόμη με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο για την απόρριψης της ως άνω ένστασης έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και συγκεκριμένα ότι οι αξιούμενοι μισθοί ήταν αναγκαίοι για τις βιοτικές ανάγκες αυτής και της οικογένειάς της.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού υπολόγισε τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5-7-2014 μέχρι 31- 12-2014 (σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα), στο ποσό των 7.837,69 ευρώ, απέρριψε εν συνεχεία την ανωτέρω ένσταση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες παραδοχές: "Με τον τρίτο λόγο της έφεσης, το εναγόμενο διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την εκ μέρους του προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, κατά την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό προς τις ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας, ανταπαίτησή του, απορρέουσα από την εκ μέρους του καταβολή σε αυτήν του ποσού των 3.708,36 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης, ο ανωτέρω ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου δεν προτάθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με προφορική ανάπτυξή του και με καταχώρηση της προφορικής προτάσεώς του στα πρακτικά.
Επομένως και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης της παρούσας, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς και, συνεπώς, η εκκαλουμένη, που τον απέρριψε, έστω και σιγή, ορθώς εφάρμοσε τις σχετικές δικονομικές διατάξεις. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός αντιμετωπίζεται ως ισχυρισμός που προβάλλεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, προβάλλεται δε παραδεκτώς, κατ' άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, καθώς αποδεικνύεται η ύπαρξη της ως άνω ανταπαίτησης με τη δικαστική ομολογία της ενάγουσας, η οποία, με το αγωγικό δικόγραφο συνομολογεί την καταβολή προς αυτήν του ως άνω ποσού των 3.708,36 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης.
Περαιτέρω, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 440 επ. και 664 ΑΚ, ωστόσο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οι ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, δοθέντος ότι αφορούν αποδοχές υπερημερίας και διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, επιπλέον δε το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, ότι είναι στο σύνολό τους απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή αυτής και της οικογενείας της, ενόψει τόσο του ύψους των νομίμων αποδοχών της όσο και των βιοτικών αναγκών και των εν γένει συνθηκών της ζωής της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, όπως το ίδιο το εναγόμενο αναφέρει στο δικόγραφο των προτάσεών του, η ενάγουσα είναι ορφανή γονέων και επιπλέον έχει μία αδελφή που είναι άτομο με ειδικές ανάγκες.
Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω κρίνεται ότι οι ένδικες μισθολογικές παροχές είναι στο σύνολό τους απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή της εργαζόμενης ενάγουσας και της οικογένειας της, απαγορεύεται ο συμψηφισμός τους με την ως άνω ανταπαίτηση του εργοδότη - εναγομένου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης της παρούσας.
Συνακόλουθα, ο ανωτέρω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με τις ως άνω παραδοχές του και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ που ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 664 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα.
Και τούτο, διότι η απαίτηση της ενάγουσας από μισθούς υπερημερίας και η ανταπαίτηση του εναγομένου από την αποζημίωση απόλυσης, η οποία, κατά τις προεκτιθέμενες παραδοχές, έχει καταβληθεί στην ενάγουσα, συμψηφίζονται, κατά το μέρος που συνυπήρξαν. Ειδικότερα η ανταπαίτηση του εναγομένου γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία δεν αποτελεί μισθό και κατά το καταβληθέν ποσό των 3.708,36 ευρώ, συνυπήρξε με την απαίτηση της ενάγουσας από μισθούς υπερημερίας ύψους 7.837,69 ευρώ, κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας.
Κατά το ποσό αυτό των 3.708,36 ευρώ, οι μισθοί υπερημερίας δεν φέρουν το χαρακτήρα της κατ' άρθρο 664 ΑΚ αναγκαίας για τις βιοτικές ανάγκες της ενάγουσας μισθολογικής παροχής, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η αναγκαιότητα αυτή έχει καλυφθεί από το ισάξιο ποσό των 3.708,36 ευρώ της ήδη καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, που προτείνεται προς συμψηφισμό και δεν επέρχεται κατά το ποσό αυτό οικονομική στέρηση της ενάγουσας λόγω του συμψηφισμού, μη ισχύουσας στην περίπτωση αυτή της απαγόρευσης συμψηφισμού που επιβάλλει η ως άνω διάταξη του άρθρου 664 ΑΚ.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο που απέρριψε, ενώ έπρεπε να δεχτεί την προταθείσα από το εκκαλούν-αναιρεσείον ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης του από την καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης με τη απαίτηση της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης από μισθούς υπερημερίας κατά το ποσό των 3.708,36 ευρώ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΑΚ, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 και 664 ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος αυτό ως ουσιαστικά βάσιμος, παρέλκει δε λόγω της αναιρετικής εμβέλειας η έρευνα των, με τον ίδιο λόγο αποδιδομένων πλημμελειών εκ των αριθμών 8 και 19 του ίδιου άρθρου.
Όσον αφορά την αποδιδόμενη παραβίαση με τις ίδιες πλημμέλειες της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, ο ως άνω λόγος κατά το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι το πρώτον προβάλλεται παραβίαση του άρθρου αυτού στον Άρειο Πάγο, ούτε άλλωστε αναφέρονται τα νομικά σφάλματα σχετικά με τη διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ουδόλως περιέχει σχετικές παραδοχές.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού ο έκτος, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη, από 27-7-2020 και με αριθ. κατάθ. 39/28-7-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 234//2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής του από την καταβληθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης ποσού 3.708,36 ευρώ με ισόποση απαίτηση της ενάγουσας από μισθούς υπερημερίας Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά ο αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που τη δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης του αναιρεσείοντος πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων αυτού, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 178, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενο μέρος της, όπως αυτό περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ