Appeal dismissed for non-appeal against two co-defendants; appeal against one defendant rejected due to lack of malicious delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against two defendants who withdrew their appeal, ruling it was never filed against them. The appeal against the third defendant was rejected because the court found no evidence of malicious delay in filing, despite the opposing party's claim of a secret agreement regarding service dates. Consequently, the appeal was not accepted, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 564, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appeal renders it ineffective against withdrawing parties, while an appeal filed within the statutory period is valid unless proven to be maliciously delayed by the opposing party's breach of a prior agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 854 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 854/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθων η κλήση:1.Θ. Κ. του Α., κατοίκου ...,2.Ν. Κ. του Ι., 3Α. Κ. του Ι. κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Θεόδωρου Φραράκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος και ο 3ος των αναιρεσειόντων παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1.Ά. συζύγου Θ. Κ., 2Θ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2005 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-5-2013 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1334/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 18-11-2016 κλήση των αναιρεσίβλητων επανέρχεται προς συζήτηση η ως άνω υπόθεση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 1-10-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 294, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και στην αναιρετική δίκη, σαφώς προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης γίνεται ή με δήλωση του αναιρεσείοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Η νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης, Στην προκειμένη περίπτωση πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, Θ. Φ., με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτο τούτων, που συνδέονται με τον πρώτο με το δεσμό της απλής ομοδικίας.
Συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της προσβαλλομένης απόφασης ημέρα, καθ’ όσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που κινεί αυτήν, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ίδιου κώδικα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος όχι μόνον κατ’ ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτει την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή.
Η ένσταση περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, πρέπει να προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο, με τις έγγραφες προτάσεις του, που πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο και ο Άρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπόψη του και να αποφανθεί σχετικώς (άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ο διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος κατά το άρθρο 96του ίδιου κώδικα είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, σε αυτές δε περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης.
Επομένως και στον πληρεξούσιο αυτόν, που παρέστη στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, νόμιμα επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση του Εφετείου, από την επίδοση δε αυτής αρχίζει και η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 156 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσον, παρέχει τη δυνατότητά της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης παραπάνω προθεσμίας για δύο λόγους δηλαδή την ανώτερη βία και το δόλο του αντιδίκου του, 2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο και έχει ως έννοια, ειδικά επί απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, να θεωρηθεί με δικαστική απόφαση, το εκπρόθεσμο ασκηθέν ένδικο μέσον ως εμπρόθεσμο, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην προβλεπόμενη από το νόμο (153 Κ.Πολ.Δ.) τριακονθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου και 3) με τη διάταξη του άρθρου 158 Κ.Πολ.Δ.
με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο, ακόμα και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού δεν κάνει διάκριση η διάταξη, απωλέσθηκε η οριζόμενη προθεσμία άσκησής της.
Εξάλλου δόλος του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή τη διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την .../23-4-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Μ.
Κ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη δικάσιμο της 1-4-2015, που είχε αρχικώς ορισθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλομένη απόφαση, 155/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, δια του πληρεξουσίου τότε δικηγόρου τους Φ.
Χ., νόμιμα στο δικηγόρο Ε. Κ., ο οποίος είχε νομίμως παρασταθεί ως δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της έφεσής του στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ήταν αυτοδικαίως αντίκλητος αυτού για όλες τις επιδόσεις που αφορούν τη δίκη, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, την 23-4-2013, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου την 30-5-2013, δηλαδή μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, που διατυπώθηκε με τις προαναφερόμενες προτάσεις τους, αλλά και κατ’ επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο πρώτος των αναιρεσειόντων με τις προτάσεις του που κατέθεσε κατά την αρχικώς παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενος δόλο των αντιδίκων του, προκειμένου η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη, Προς θεμελίωση της αίτησης αυτής ισχυρίζεται ότι αγνοούσε την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης προς τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δεν τον ενημέρωσε για την επίδοση αυτή και άλλωστε είχε παύσει να είναι δικηγόρος του μετά την ανεπιτυχή εξέλιξη της υπόθεσής του με την απόρριψη της έφεσής του, γεγονός που γνώριζε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Φ.
Χ.. Ότι πληροφορήθηκε το γεγονός της επίδοσης από άλλο δικηγόρο, στον οποίο πλέον είχε αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσής του και την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όταν ο τελευταίος ενημερώθηκε σχετικά (για την πρώτη επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και το εντεύθεν εκπρόθεσμο αυτής) κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της αναίρεσης στο Εφετείο Δωδεκανήσου από συνεργάτη του παραπάνω δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Φ.
Χ... Ότι μετά τις διαμαρτυρίες του προς τον αρχικώς πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ε. Κ. στον οποίο επιδόθηκε η αίτηση αναίρεσης, συμφώνησε αυτός με τον προαναφερόμενο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων να επιδώσουν προσωπικά στον αναιρεσείοντα την προσβαλλομένη απόφαση και πράγματι επέδωσαν αυτήν στο τελευταίο με θυροκόλληση την 20-5-2013, προκειμένου με βάση την ημερομηνία αυτή, ως χρόνο έναρξης, της προθεσμίας των τριάντα ημερών, να είναι εμπρόθεσμη η άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και να μην προβληθεί ισχυρισμός περί εκπροθέσμου.
Ότι άλλως οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν ρητώς αλλά ατύπως από την επίκληση της πρώτης επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, προκειμένου να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης. Παρά ταύτα δολίως ενεργούντες παραβίασαν την προαναφερόμενη συμφωνία και πρόβαλαν το γεγονός της πρώτης επίδοσης και το εκπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης.
Η αίτηση αυτή παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών, από τότε που έλαβε γνώση με τις κατατεθείσες κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της αναίρεσης προτάσεις των αναιρεσιβλήτων του επικαλούμενου δόλου των αντιδίκων, της μη τήρησης της παραπάνω συμφωνίας.
Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσον δεν προέκυψε ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν οποιαδήποτε συμφωνία του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου τους Φ. Χ., στη δευτεροβάθμια δίκη, ο οποίος και δεν τους εκπροσωπεί στην αναιρετική δίκη, καθ’ όσον έχουν αναθέσει τον χειρισμό της υπόθεσής τους στον Άρειο Πάγο στο δικηγόρο Ι.
Π., ο οποίος εκπροσώπησε αυτούς κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 1-4-2015, υπογράφει τις κατατεθείσες τότε προτάσεις των αναιρεσιβλήτων υπογράφει την κλήση για τον ορισμό νέας δικασίμου προς συζήτηση μετά την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης κατά τη δικάσιμο της 7-11-2015 με την 1334/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Παρεκτός του ότι δεν προέκυψε για ποιο λόγο να συναινέσουν σε μια τέτοια συμπεριφορά οι αναιρεσίβλητοι, όταν στα πλαίσια την ένδικης διένεξης με τον αναιρεσείοντα έχουν νικήσει έναντι αυτού τόσον στο πρώτο όσον και στο δεύτερο βαθμό.
Συνεπώς η επίκληση της πρώτης επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης δεν οφείλεται σε δόλια αθέτηση της σχετικής συμφωνίας των αναιρεσιβλήτων και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι αβάσιμη. Πρέπει ακόμη να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 29-5-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 155/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς τους αναιρεσείοντες Ν. Κ. και Α. Κ..
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα Θ. Κ..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ