Legislator Case Law & Legislation
854/2016 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal against Cyprus arrest warrant execution for specific charges.

Case Number 854/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Greek Supreme Court accepted the appeal filed by the fugitive E. M. against the Athens Court of Appeal Council's decision to execute a Cyprus arrest warrant. The defendant argued for the warrant's total invalidity regarding conspiracy and market manipulation charges, while the prosecution sought its full enforcement. The court ruled that the warrant must not be executed for the specific charges of conspiracy and false accounting, but remains valid for the remaining charges of market manipulation and fraud.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9 and 18 of Law 3251/2004; Article 22 of the same law; The Court of Appeal Council is competent to decide on the execution of European arrest warrants, and its decision is subject to appeal, allowing the court to partially set aside the execution order for specific charges while maintaining it for others.

Keywords

AI generated
European arrest warrant execution order appeal against decision partial set aside fugitive surrender Cypriot criminal law market manipulation

Cited Legislation

AI generated
Articles 9 and 18 of Law 3251/2004
Article 22 of Law 3251/2004
Article 583 paragraph 2 of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 854 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 854/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.53/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 και 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα και Νικολάου Παντελή αντίστοιχα, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Ε. Μ. του Θ. και Α., που γεννήθηκε στη Λαμία στις 16-9-1961, κάτοικο ..., Έλληνα υπηκόου, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ηλία Αναγνωστόπουλο, Γεώργιο Τριανταφύλλου και Φώτιο Καρατζένη, κατά της υπ’ αριθμ. 30/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/22-3-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2016. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε : Α) να γίνει τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ’ ουσίαν η έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να μην εκτελεστεί το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, όσον αφορά τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις 1) της συνωμοσίας προς καταδολίευση, 2) της χειραγώγησης της αγοράς και 3) των ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης, που φέρεται ότι τέλεσε στη Λευκωσία Κύπρου κατά το χρονικό διάστημα από 2011 και 28-2-2012 και Β) να απορριφθεί εν μέρει κατ’ ουσίαν η έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου και ειδικότερα μόνον όσον αφορά την πράξη της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές, αξιωματούχους οργανισμών ή εταιριών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λ.π" προκύπτει ότι, αρμόδια αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών, από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.

Συνεπώς, η υπό κρίση, από 22-3-2016 έφεση του εκζητουμένου, Ε. Μ. του Θ. και Α., που γεννήθηκε την 16-9-1961 στη Λαμία Φθιώτιδας, κατόχου του με αριθμό ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, κατοίκου ..., επί της οδού ..., κατά της 30/21-3-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα των Κυπριακών Δικαστικών Αρχών για εκτέλεση του με στοιχεία δικογραφίας ποινικός φάκελλος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας από 17-2-2015 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας) σε βάρος του έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του αρ. 22 του Ν. 3251/2004. Πρέπει, επομένως να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν.3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται ,είτε, για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας, με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοση του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται από την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της.

Προϋπόθεση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

Προϋπόθεση της εκτέλεσης του εντάλματος, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.

Το ευρωπαϊκό ένταλμα, περαιτέρω, εκτελείται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως και 13 του ανωτέρω νόμου. Στο άρθρο 11 του Ν3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση αυτού, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν, ζ) το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά το ελληνικό ποινικό νόμο, ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο και η) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.

Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ’ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 ΠΚ, τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες, καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, την εξέταση του ίδιου του εκζητούμενου, από όσα εξέθεσαν οι συνήγοροι αυτού προφορικά και με το υποβληθέν υπόμνημα, τα πρακτικά συνεδρίασης του Συμβουλίου Εφετών, και από όλα τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία και αναγνώστηκαν αποδεικνύονται ακόλουθα:

Εναντίον του εκκαλούντος Ε. Μ. του Θ. και Α. που γεννήθηκε στην Λαμία 16-9-1961 και κατοικεί στο … (...), Έλληνα υπηκόου, έχει εκδοθεί, το από 17-2-2016 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση το με αριθμό 150 από 17-2-2016 ένταλμα σύλληψης του Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας , σύμφωνα με το οποίο αυτός εκζητείται να δικαστεί για αξιόποινες πράξεις που έλαβαν χώρα μεταξύ της 8-11-2011 και 28-2-2012 στην Λευκωσία Κύπρου και είναι αξιόποινες κατά τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα και συγκεκριμένα για 1) συνωμοσία προς καταδολίευση του κοινού (αρθ. 302 Ποιν Κώδικα κεφάλαιο 154) το οποίο είναι κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών 2) χειραγώγηση της αγοράς κατά παράβαση των αρθ. 19 ως εξειδικεύεται από το αρθ. 20 (1)(γ) και 23 (3) (α) (β) και 4 (α) του νόμου 116(1) του 2005 "περί των Πράξεων Προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και των Πράξεων χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) και του αρθ.20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 155, που τιμωρείται με δέκα χρόνια φυλάκιση ή 170.860 ευρώ ή και με τις δύο ποινές 3) ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες ή απόκρυψη κατά παράβαση του αρθ. 40 (1, 3, 4 και 6) του "Περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές αξίες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά) νόμου 190 (1) 2007 που τιμωρείται με πέντε χρόνια φυλάκιση ή 341.000 ευρώ ή και με τις δύο ποινές και 4) Τήρηση ψευδών λογαριασμών από διευθυντές αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών κατά παράβαση του αρθ. 311 (β) (iii) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του αρθ. 20 του Ποινικού Κώδικα (Κεφάλαιο, επίσης, 154) που τιμωρείται με επτά χρόνια φυλάκιση.

Ειδικότερα, ο ως άνω εκζητούμενος, (εκκαλών), κατηγορείται για το ότι 1) ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου της Τράπεζας "..." μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ... μεταξύ 8/11/2011 και 29/11/2011 στη Λευκωσία συνωμότησαν, όπως καταδολιεύσουν το κοινό, δηλαδή, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, συνωμότησαν να μην ενημερώσουν το κοινό ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερομένης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν σε 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, με αποτέλεσμα η καθαρή ζημία της προαναφερομένης εταιρείας, που αποτυπώθηκε στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση Λογαριασμού για την Εννιαμηνία που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 2011 και δημοσιεύτηκε στις 29/11/2011 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, να είναι μικρότερη από την πραγματική και τα αποθεματικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία της προαναφερόμενης εταιρείας να φαίνονται αυξημένα. 2) ο εκζητούμενος μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ..., μεταξύ 29/11/2011 και 28/02/2012 στη Λευκωσία, χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερομένης εταιρείας, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς παραπλανητικές ενδείξεις, δηλαδή, ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερομένης εταιρείας στην Ελλάδα ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την Εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011 της προαναφερομένης εταιρείας και η οποία δημοσιεύτηκε στις 29/11/2011. 3) Επιπρόσθετα, ο εκζητούμενος μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ...

μεταξύ 29/11/2011 και 28/2/2012 στη Λευκωσία ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερομένης εταιρείας προέβησαν σε ψευδή παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή, δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 29/11/2011 τη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την Εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, αποκρύβοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ...

η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον. 4)Τέλος, ο εκζητούμενος, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ... μεταξύ 29/11/2011 και 28/02/2012, στη Λευκωσία, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και Αξιωματούχοι της προαναφερόμενης εταιρείας, με σκοπό την καταδολίευση του κοινού, παράλειψαν να καταχωρήσουν ουσιώδες στοιχείο στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την Εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, δηλαδή, ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ..., η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην πιο πάνω αναφερόμενη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση η οποία δημοσιεύτηκε στις 29/11/2011.

Με την έφεση του, ο εκκαλών παραπονείται ότι το Εφετείο εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του ν.3251/2004 που αφορούν την έλλειψη διττού αξιοποίνου των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του, την αρχή της ειδικότητας που απαιτείται να περιβάλλονται οι πράξεις για τις οποίες αυτός εκζητείται, του τόπου τέλεσης των αδικημάτων, της αρχής της αναλογικότητας, της δίκαιης δίκης και την διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης στην Ελλάδα σε βάρος του για τα ίδια αδικήματα , γνωμοδότησε εσφαλμένα υπέρ της εκδόσεως του στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Ειδικότερα: Με τον σχετικό, (Β), λόγο εφέσεως παραπονείται για έλλειψη διττού αξιοποίνου δεδομένου ότι, οι πράξεις για τις οποίες εκζητείται δεν είναι αξιόποινες και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο όπως απαιτείται , προκειμένου να διαταχθεί η εκτέλεση του εντάλματος, στην διάταξη του αρθ. 10 ν.3251/2004. Προϋπόθεση, όπως αναφέρθηκε, στην αρχή της παρούσης, για την εκτέλεση του εντάλματος, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση μη ελέγχου του διττού αξιοποίνου, όπως επί πράξεων που στοιχειοθετούν κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, αδίκημα, (μεταξύ άλλων), και της απάτης (στοιχ κ του αρθ. 10).

Σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 300 Κυπριακού Ποινικού Κώδικα το αδίκημα της απάτης διαπράττει όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν, αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα, ή επινόημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε ετών.

Αντίθετα, το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση που υπάρχει στο ίδιο κεφάλαιο του Ποινικού Κυπριακού Κώδικα (157) και διατυπώνεται στην διάταξη 302 αυτού προβλέπει ότι "όποιος συνωμοτεί με άλλον, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι, ή, να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων" Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 20 κεφαλαίου 154 Κυπριακού Ποινικού κώδικα "όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.

Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αυτουργού των δύο άνω αδικημάτων είναι διαφορετική, απαιτουμένων για καθένα, όλως διαφορετικών προϋποθέσεων και ότι πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα. Η διά του μέσου της απάτης επηρεασμού της αγοραίας αξίας πράγματος που πωλείται δημόσια ή καταδολίευση του κοινού, που είναι αναγκαία για την πλήρωση της υπόστασης του δεύτερου, δεν το εντάσσει στην μορφή του αδικήματος της απάτης, όπως αυτή οριοθετείται στην διάταξη του αρθ. 300 Π Κ, ώστε να επιτρέπεται η έκδοση του χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, όπως σημειώνεται στο σώμα του εντάλματος.

Είναι επομένως απαραίτητος ο έλεγχος της ύπαρξης ή μη διττού αξιοποίνου ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την εκτέλεση του εντάλματος κατά τούτο. Το αδίκημα όμως της συνωμοσίας προς καταδολίευση όπως περιγράφεται στο ένταλμα συλλήψεως και συγκροτεί το προβλεπόμενο στο αρθ. 302 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα αδίκημα, δεν αντιστοιχεί, κατά την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία σε οποιαδήποτε μορφή αδικήματος, υπό οιανδήποτε νομικό χαρακτηρισμό.

Συνεπώς ελλείποντος του άνω αναγκαίου στοιχείου για την εκτέλεση του εντάλματος ως προς την άνω πράξη θα πρέπει να μη διαταχθεί η έκδοση του εκκαλούντος γι αυτήν. Η εκκαλουμένη, συνεπώς, απόφαση η οποία έκρινε τα αντίθετα ,έσφαλε, και θα πρέπει δεκτού γινομένου ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως να εξαφανιστεί κατά τούτο, και αποφανθεί το δικαστήριο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σε βάρος του εκκαλούντος για την πράξη της συνωμοσίας προς καταδολίευση (πρώτη πράξη του εντάλματος).

Η δεύτερη πράξη για την οποία εκζητείται ο εκκαλών είναι αυτή της χειραγώγησης της αγοράς κατά παράβαση των διατάξεων που αναφέρονται ανωτέρω. Σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του αρθ. 19 ως εξειδικεύεται από το αρθ. 20 (1) (γ) και 23 (3) (α) (β) και 4 (α) του νόμου 116(1) του 2005 "περί των Πράξεων Προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και των Πράξεων χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) και του αρθ.20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 155 του νόμου 2005 (116 (1)2005 όπως αναφέρεται στο Παράρτημα Β του εντάλματος "Απαγορεύεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να χειραγωγεί την αγορά.

Ως πράξεις χειραγώγησης της αγοράς νοούνται μεταξύ άλλων (γ) η διάδοση πληροφοριών μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης περιλαμβανομένου του διαδικτύου ή κάθε άλλου ηλεκτρονικού μέσου ή που διαδίδονται με οποιοδήποτε τρόπο οι οποίες δίνουν ή έχουν σκοπό να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα περιλαμβανομένης και της διάδοσης φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων εάν το πρόσωπο που διέδωσε τις πληροφορίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές (αρθ.23 παρ.1).

Οι άνω πράξεις συνιστούν ποινικό αδίκημα που σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες λίρες (ΛΚ 100.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ποινική ευθύνη για το άνω αδίκημα που τελείται από το νομικό πρόσωπο υπέχει εκτός, από το ίδιο το νομικό πρόσωπο και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών διευθυντών ή ελεγκτικών οργάνων του που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε με οποιοδήποτε τρόπο στην τέλεση του αδικήματος.

Η δεύτερη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε ο εκκαλών παραβιάζοντας την άνω διάταξη περιγράφεται ως εξής στο ένδικο ένταλμα : "ο εκζητούμενος μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ... , μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012 στη Λευκωσία χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν ψευδείς και παραπλανητικές ειδήσεις, δηλαδή, ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερομένης εταιρείας στην Ελλάδα ...

η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον παράλειψαν να το γνωστοποιήσουν στη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011 της προαναφερομένης εταιρείας και η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011" . Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του αρθ. 30 ν.3340/2005 για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς προβλέπεται ότι τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος α) διενεργεί συναλλαγές χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή απατηλά μέσα ή διαδίδει εν γνώσει του διά των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου, παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες. 2.

Επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα ετών σε όποιον διαπράττει κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια το αδίκημα της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον: (α) η αξία των παράνομων συναλλαγών υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ ή (β) αποκομίζει ο ίδιος ή προσπορίζει σε τρίτον περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.

Σύμφωνα με την άνω διάταξη για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται και σκοπός του δράστη να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος στοιχεία που δεν αποδίδονται στον εκκαλούντα για την πράξη της χειραγώγησης της αγοράς έτσι ώστε αυτή να μη είναι αξιόποινη κατά την άνω διάταξη του αρθ. 30 ν.3340/2005 .

Η στην δεύτερη πράξη του εντάλματος περιγραφόμενη συμπεριφορά είναι αντίστοιχη εκείνης που αναφέρεται στο αρθ. 7 παρ. 1, 2 γ του ίδιου νόμου ν.3340/2005 που απαγορεύει την χειραγώγηση της αγοράς (γ) με την διάδοση δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο πληροφοριών, οι οποίες δίνουν ή είναι πιθανόν να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν ο διαδίδων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες, οι φήμες ή οι ειδήσεις αυτές ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές.

Σε όποιον, όμως, παραβαίνει την απαγόρευση κατάχρησης της αγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5 και 7, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει πρόστιμο ύψους από 10.000 μέχρι 2.000.000 ευρώ τριπλασιάζαμε νου κατά περίπτωση σε περίπτωση υποτροπής. Εάν η παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων συνιστά και παράβαση των διατάξεων για την κατάχρηση της αγοράς επισύρει σωρευτικώς τις κυρώσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο.

Και ναι μεν όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρθ. 23 η παράβαση της διατάξεως του αρθ. 7 ν.3340/2005, ο οποίος (νόμος ν.3340/2005) αποτελεί σχεδόν στο σύνολο του ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 096/16/12.4.2003, καθώς και προς τις Οδηγίες 2003/124/ΕΚ της Επιτροπής, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 339/70/24.12.2003, 2003/125/ΕΚ της Επιτροπής, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 339/73/24.12.2003 και 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 162/70/30.4.2004) δεν προβλέπει ποινή φυλάκισης, διότι αφεθείσα (η άνω πρόβλεψη) στα κατά νόμο εθνικά κοινοβούλια (αρθ 28 υπό την επιφύλαξη των εξουσιών των αρμοδίων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 24 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις) παραλείφθηκε από το ελληνικό κράτος ,δεδομένης, προφανώς, της διάταξης του αρθ. 56 του ν.2190/1920 η οποία τιμωρεί, αντίστοιχη συμπεριφορά προς εκείνη που περιγράφεται ως δεύτερη πράξη στο ένταλμα, των ιδρυτών ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ανωνύμων εταιρειών με ποινή φυλάκισης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την άνω διάταξη, (56 ν.2190/1920), τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρις (80.000) δραχμών ή δια της ετέρας των ποινών τούτων, πας ιδρυτής μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου η Διευθυντής ανωνύμου εταιρείας όστις, είτε κατά την ίδρυσιν της εταιρείας, είτε μετ’ αυτήν, όπως προκαλέσει εγγραφάς μετοχών, ιδρυτικών τίτλων ή ομολογιών της εταιρείας, ή, όπως επηρεάσει την χρηματιστηριακήν τιμήν αυτών, ποιείται εν γνώσει ψευδείς δηλώσεις προς το κοινόν δια δημοσιευμάτων ή δακτυλογραφημάτων αφορώντων:

α) Την εγγραφήν και την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, την τιμήν της εκδόσεως των μετοχών, ιδρυτικών τίτλων ή ομολογιών, τον ισολογισμόν ή την διανομήν μερίσματος. β) Ονόματα μετόχων ως μετεχόντων ή μεθεξόντων επί οιωσδήποτε τίτλω της εταιρείας. γ)Παν άλλον γεγονός ασκούν ουσιώδη επιρροήν επί των εταιρικών υποθέσεων και αποσκοπούν την παγίδευσιν του κοινού.

Συνεπώς εφόσον η στο ένταλμα περιγραφόμενη συμπεριφορά του εκζητουμένου (ήτοι ότι αυτός ως μέλος του Διοικητικού συμβουλίου μαζί με άλλα πρόσωπα διέδωσε ψευδείς και παραπλανητικές ενδείξεις, αφορώσες τις εταιρικές υποθέσεις που αποσκοπούσαν στην παγίδευση του κοινού ) συμπίπτει με τα απαιτούμενα για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του αρθ. 56 ν.2190/1920 το οποίο τιμωρείται κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατω όριο της οποίας είναι τουλάχιστον 12 μηνών συντρέχει περίπτωση διττού αξιοποίνου.

Το γεγονός ότι στον ειδικό νόμο περί χειραγώγησης μετοχών δεν περιλήφθηκε αντίστοιχη ποινική διάταξη δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρίση για την ύπαρξε διττού αξιοποίνου, δεδομένου ότι, δεν απαιτείται ταυτόσημος νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος όσο και κατά το δίκαιο του εκζητουμένου, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι αξιόποινη γενικά ,σύμφωνα με την νομοθεσία του εκζητουμένου κράτους, υπό την έννοια της αφηρημένης τυποποίησης της πράξης του εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο ή σε κάποιο ειδικό ποινικό νόμο των κρατών αυτών.

Επίσης, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο ν.2190/1920 αφορά ανώνυμες εταιρείες και όχι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης όπως η αναφερόμενη στο ένταλμα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος , δεδομένου ότι, η Κυπριακή εταιρεία, γνωστή ως "εταιρεία περιορισμένης ευθύνης" (Limited) έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής ανώνυμης εταιρείας και, δεν ταυτίζεται με την ελληνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) ενώ η χρησιμοποίηση της ορολογίας αυτής είναι απόρροια της επίδρασης του αγγλοσαξονικού δικαίου στην νομοθεσία της Κύπρου.

Συνεπώς, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε και ως προς την πράξη αυτή, (δεύτερη κατά σειρά του εντάλματος), ότι υπάρχει διττό αξιόποινο, αν και με διαφορετική νομική θεμελίωση την οποία το δικαστήριο αντικαθιστά με την παρούσα, δεν έσφαλε, και θα πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Η τρίτη πράξη για την οποία ζητείται η σύλληψη και παράδοση του εκκαλούντος είναι των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή της απόκρυψης κατά παράβαση της διατάξεως του αρθ. 40 (1) (3) (4) και (6) του περί προϋποθέσεων Διαφάνειας Νόμου 190 (1)/2007. Κατά την άνω διάταξη όπως αυτή αναφέρεται στο "Παράρτημα Β του ΕΕΣ "40-(1) απαγορεύεται όπως, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε ανακοίνωση ή δημοσιοποίηση ή κοινοποίηση ή υποβολή στοιχείων ή πληροφοριών τις οποίες είναι υπόχρεος να ανακοινώνει δημοσιοποιεί, κοινοποιεί ή υποβάλλει δυνάμει του παρόντος νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδομένων Οδηγιών, να παρέχει και /ή να επιβεβαιώνει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή πληροφορίες και ή να αποκρύπτει στοιχεία και πληροφορίες (....) 3) Παράβαση του παρόντος άρθρου αποτελεί εκτός από διοικητική παράβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) και ποινικό αδίκημα το οποίο σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 341000 λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές (4) Ποινική ευθύνη για το αδίκημα του εδαφίου 1 που διαπράττεται από νομικά πρόσωπα υπέχει εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών εποπτικών ή διαχειριστικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος ...6) Καταδίκη οποιουδήποτε προσώπου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου 3 σε καμία περίπτωση δεν συνιστά απαλλαγή του προσώπου ως προς τυχόν ποινική ευθύνη αναφορικά προς αδικήματα που προβλέπονται στον περί των πράξεων Προσώπων που κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και Πράξεων χειραγώγησης της Αγοράς (κατάχρηση Αγοράς) νόμο ή οποιονδήποτε άλλο νόμο.

Η (τρίτη ) πράξη αυτή για την οποία εκζητείται ο εκκαλών περιγράφεται στην σελίδα 5 του ΕΕΣ ως εξής "ο εκζητούμενος μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ... μεταξύ 29/11/2011 και 28/2/2012 στη Λευκωσία ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερομένης εταιρείας προέβησαν σε ψευδή παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή, δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 29/11/2011 τη Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την Εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, αποκρύβοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, ...

η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον". Η άνω συμπεριφορά αξιόποινη κατά το Κυπριακό Δίκαιο βάσει του νόμου 190(1)2007 είναι αξιόποινη και κατά το ελληνικό δίκαιο κατά την διάταξη του αρθ. 55 ν.2190/20 σύμφωνα με την οποία "τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρις (80.000) δραχμών ή δια της ετέρας των ποινών τούτων, πας ιδρυτής μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή Διευθυντής ανωνύμου εταιρείας όστις εν γνώσει ποιείται ψευδείς δηλώσεις προς την αρχήν αφορώσας την εγγραφήν και την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, την τιμή της εκδόσεως των μετοχών και τον ισολογισμόν.

Θεωρείται, δηλαδή, αξιόποινη και τιμωρείται με τις άνω ποινές και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο το μέλος εκείνο του Διοικητικού Συμβουλίου που προβαίνει σε δημοσίευση ισολογισμού η οποία γίνεται κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" και περιέχει ψευδή δήλωση αρκούντος για την στοιχειοθέτηση του άνω αδικήματος του ενδεχόμενου δόλου του δράστη ( ΑΠ 471/2006 ΑΠ 1212/2010).

Και ναι μεν στην άνω διάταξη γίνεται λόγος περί ισολογισμού, ήτοι ενός πίνακα στον οποίο απεικονίζονται όλα τα οικονομικά στοιχεία μιας εταιρείας μια δεδομένη στιγμή (συνήθως μέσα ή τέλη του έτους) άλλα και οι συνοπτικές ενδιάμεσες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που απαιτούνται (τουλάχιστον κατά τον χρόνο τελέσεως της άνω πράξης) από το νόμο να δημοσιεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών είναι ένα αντίστοιχος πίνακας που απεικονίζει συνοπτικά την κατάσταση Οικονομικής Θέσης της εταιρείας στην δεδομένη χρονική στιγμή και προορίζονται να παρέχουν μία επικαιροποίηση πάνω στην τελευταία πλήρη σειρά των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων.

Η μεταγενέστερη διά του αρθ. 2 παρ. 9 νόμου 4374/1-4-2016 κατάργηση της υποχρέωσης τήρησης εννιαμήνων συνοπτικών καταστάσεων οι οποίες υπήρξαν το μέσο διά του οποίου συντελέστηκαν τα άνω υπό στοιχεία δυο και τρία του εντάλματος αδικήματα δεν αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα αυτών, αφού, στην δεδομένη χρονική περίοδο η κατάρτιση και δημοσίευση των ήταν υποχρεωτική στα πλαίσια ενημέρωσης του κοινού και διαφάνειας των συναλλαγών .

Η έλλειψη ποινικών κυρώσεως στο νόμο 3556/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε την 2004/109 οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, αντίστοιχος του άνω Νόμου της Κύπρου, σε αντίθεση με την Κυπριακή νομοθεσία, η οποία ενσωματώνοντας την άνω οδηγία προέβλεψε ότι η άνω παράβαση αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρίση για την ύπαρξη διττού αξιοποίνου, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω δεν απαιτείται ταυτόσημος νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης τόσο κατά το δίκαιο του εκζητούντος όσο και κατά το δίκαιο του εκζητουμένου αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι αξιόποινη γενικά ,σύμφωνα με την νομοθεσία του εκζητουμένου κράτους, υπό την έννοια της αφηρημένης τυποποίησης της πράξης του εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο ή σε κάποιο ειδικό ποινικό νόμο των κρατών αυτών.

Συνεπώς και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε και ως προς την πράξη αυτή (τρίτη κατά σειρά του εντάλματος) ότι υπάρχει διττό αξιόποινο ,αν και με διάφορη νομική θεμελίωση την οποία το δικαστήριο αντικαθιστά με την παρούσα , δεν έσφαλε και θα πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με την τέταρτη περίπτωση του εντάλματος ο εκκαλών ζητείται να εκδοθεί διότι "αυτός μαζί με άλλα τρία πρόσωπα και την ... μεταξύ 29-11-2011 και 28-2-2012 στη Λευκωσία ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και Αξιωματούχοι της προαναφερόμενης εταιρείας με σκοπό την καταδολίευση του κοινού παράλειψαν να καταχωρήσουν ουσιώδες στοιχείο στη συνοπτική ενδιάμεση ενοποιημένη κατάσταση για την εννιαμηνία που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, δηλαδή, ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερομένης εταιρείας στην Ελλάδα ...

η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στην πιο πάνω Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-11-2011. Σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 311 (β) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 όποιος (α) ενώ είναι διευθυντής ή αξιωματούχος οργανισμού ή εταιρείας, λαμβάνει ή κατέχει ως τέτοιος περιουσία του οργανισμού ή της εταιρείας με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή για πληρωμή δικαιολογημένου χρέους ή απαίτησης και με σκοπό καταδολίευσης, παραλείπει να καταχωρίσει πλήρως και με ακρίβεια το γεγονός στα βιβλία και λογαριασμούς του οργανισμού ή της εταιρείας, ή να προκαλέσει ή να διατάξει τέτοια καταχώριση ή (i) καταστρέφει, αλλοιώνει, ακρωτηριάζει ή παραποιεί βιβλίο, έγγραφο, αξιόγραφο ή λογαριασμό που ανήκει στον οργανισμό ή την εταιρεία ή οποιαδήποτε καταχώριση σε οποιοδήποτε τέτοιο βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό ή έχει σχέση με οποιαδήποτε τέτοια πράξη ή προβαίνει σε ψευδή καταχώριση σε οποιοδήποτε τέτοιο βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό ή έχει σχέση με οποιαδήποτε τέτοια καταχώριση ή (iii) παραλείπει να καταχωρίσει κάποιο ουσιώδες στοιχείο σε οποιοδήποτε τέτοιο βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό, ή έχει σχέση με οποιαδήποτε τέτοια παράλειψη, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.

Προϋπόθεση, δηλαδή, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη για την διάπραξη του υπό στοιχείο (ιιι) περίπτωσης αδικήματος του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα για το οποίο εκζητείται ο εκκαλών είναι η μη καταχώριση κάποιου ουσιώδους στοιχείου σε οποιοδήποτε εσωτερικό βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό της εταιρείας με σκοπό καταδολίευσης.

Αντίστοιχη, αυτοτελής, ποινική διάταξη που να τιμωρεί τον αξιωματούχο ανώνυμης εταιρείας για παράλειψη καταχώρισης κάποιου ουσιώδους στοιχείου της εταιρείας σε βιβλία ή έγγραφο ή λογαριασμό, δεν προβλέπεται στο ελληνικό ποινικό δίκαιο και ειδικότερα στο νόμο περί ανωνύμων εταιρειών. Η προβλεπόμενη στις ποινικές διατάξεις των αρθ. 56 και 55 του ν.2190/1920 αξιόποινη συμπεριφορά μελών του διοικητικού συμβουλίου απαιτούν για την πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής των υπόστασης περιστατικά όλως διάφορα εκείνων που αναφέρονται για την στοιχειοθέτηση της τέταρτης πράξης για την οποία εκζητείται ο εκκαλών.

Ειδικότερα για μεν διάταξη του αρθ. 56 του ν. 2190/1920 απαιτείται ο δράστης να ποιείται εν γνώσει του ψευδείς δηλώσεις προς το κοινό που αφορούν (κάθε) γεγονός που ασκεί ουσιώδη επιρροή επί των εταιρικών υποθέσεων (αφορά την δεύτερη πράξη του εντάλματος) για δε εκείνη του αρθ. 55 να ποιείται εν γνώσει του ψευδείς δηλώσεις προς την αρχήν που αφορούν την εγγραφή και την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου την τιμή της εκδόσεως των μετοχών και τον ισολογισμόν (αφορά την τρίτη πράξη του εντάλματος) οι οποίες δεν αποδίδονται στην τέταρτη κατά σειρά αποδιδόμενη στον εκκαλούντα πράξη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε τα αντίθετα, ότι δηλαδή υπάρχει διττό αξιόποινο και για την πράξη αυτή, έσφαλε, και θα πρέπει, δεκτού γινομένου, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού, περί ελλείψεως διττού αξιοποίνου, για την άνω πράξη, λόγου εφέσεως, εξαφανιστεί και αποφανθεί το δικαστήριο ότι δεν πρέπει ο εκκαλών να εκδοθεί γι αυτήν.

Περαιτέρω στο άρθρο 11 του Ν3251/2004 όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση αυτού, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν, ζ) το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά το ελληνικό ποινικό νόμο, ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.

Κατά το άρθρο 16 ΠΚ, τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αναφερόμενα στο ένταλμα συλλήψεως πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι τόπος τελέσεως των άδικων πράξεων για τις οποίες εκζητείται ο εκκαλών είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο η Δημοκρατία της Κύπρου αφού στο εκεί εδρεύον Χρηματιστήριο αξιών δημοσιεύθηκαν οι ψευδείς και παραπλανητικές κατά περιεχόμενο (σύμφωνα με το ένταλμα συλλήψεως) συνοπτικές ενδιάμεσες καταστάσεις του εννιαμήνου που έληξε την 30-11-2011 απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού (Γαβγδ) λόγου εφέσεως με την οποία υποστηρίζεται ότι τόπος τέλεσης είναι το ΧΑΑ λόγω της σύγχρονης δημοσίευσης των άνω καταστάσεων και στο ΧΑΑ Αθηνών.

Κατά το άρθρο 11 περίπτωση η του Ν. 3251/2004 προκύπτει ότι προκειμένης εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του εκζητουμένου αυτό εκτελείται και εφόσον ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός με τη μόνη προϋπόθεση ότι αυτός δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη και με την επιφύλαξη της διασφάλισης της διαμεταγωγής του στην Ελλάδα για να εκτίσει την ποινή που τυχόν θα του επιβληθεί.

Προκειμένης, δηλαδή, εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την άσκηση ποινικής δίωξης και όχι για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας εναντίον του εκζητουμένου το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται και εφόσον αυτός είναι ημεδαπός με την μόνη προϋπόθεση ότι δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοια ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη και με την επιφύλαξη της διαμεταγωγής του στην Ελλάδα για να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινής ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα του επιβληθεί από το κράτος έκδοσης του εντάλματος.

Ως διωκόμενος δεν θεωρείται ο μηνυόμενος ή εκείνος σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση αφού η τελευταία διεξάγεται ακριβώς σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 43 Κ.Ποιν.Δ προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για να κινηθεί ή μη η ποινική δίωξη. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος και ειδικότερα του αρθ. 5 παρ. 2 εδ α και 4 εδ α αφού οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν τέτοια απαγόρευση αλλά ούτε και από το αρθ.6 της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε μπορεί να γίνει λόγος για συνταγματικό έθιμο που απαγορεύει σε κάθε περίπτωση την έκδοση του ημεδαπού.

Η απαγόρευση, εξάλλου, της έκδοσης του ημεδαπού σε άλλο κράτος μέλος της ένωσης δεν έχει πλέον την ίδια πρακτική σημασία που έχει η έκδοση σε άλλο κράτος ή μη μέλος ή είχε παλαιότερα ενόψει της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον κοινό σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη (ΑΠ 109/2006).

Απορριπτέος είναι ως εκ τούτου και έτερος λόγος (Ε) εφέσεως για απαγόρευση εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος εκ του ότι σε βάρος του εκκαλούντος διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για τα ίδια αδικήματα από τις αρμόδιες δικαστικές Αρχές στην Ελλάδα μετά την υποβολή αντίστοιχης αναφορά αίτησης της εταιρείας ...

προς τον διευθύνοντα την εισαγγελία Εφετών Αθηνών, αφού προϋπόθεση εφαρμογής της άνω διάταξης είναι ή άσκηση ποινικής δίωξης πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ενώ, υπάρχει ρητή διαβεβαίωση του Εισαγγελέα Κύπρου ότι σε περίπτωση καταδίκης και επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας σε βάρος του εκκαλούντος θα μεταχθεί για έκτιση της στην Ελλάδα.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του αρθ. 1 παρ. 2 του ν.3251/2004 η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο αρθ. 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται ούτε απελαύνεται ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.

Από κανένα στοιχείο αποδεικνύεται ότι η εκτέλεση του ενδίκου βουλεύματος κατά τις άνω (δύο πράξεις) προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος της ΕΣΔΑ και των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεδομένου ότι, ο εκζητούμενος δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν κράτος της Κύπρου σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.

Τέτοια δεν συνιστά η περίπτωση να κρατηθεί προσωρινά καθ Όλη την διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης ούτε βεβαίως η ενδεχόμενη προσωρινή του κράτηση παραβιάζει την αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας έναντι των ισχυόντων ως προς τους υπόδικους που έχουν μόνιμη κατοικία στην Κύπρο. Η αρχή της αναλογικότητας άλλωστε ισχύει στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους και η παραβίαση της πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του είδους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αναλογικότητας.

Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε το ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει αυτό εκδοθεί συνιστά έγκλημα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, αλλά και σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών.

Συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος (Δ α) εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για απόρριψη του ισχυρισμού του για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι οι πράξεις για τις οποίες εκζητείται τιμωρούνται με μεγαλύτερες ποινές εκείνων που προβλέπονται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και προβλέπεται και δυνατότητα προσωπικής του κράτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά το αρθ. 6 παρ. 1 και 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η κυρώθηκε με τον νόμο 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το αρθ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος 1" παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσής του δικαστεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως 2" παν πρόσωπο κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".

Η μη εξασφάλιση δικαστικής αμεροληψίας και η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας ερευνάται στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών παραπονείται ότι κρατικοί αξιωματούχοι της Κυπριακής δημοκρατίας έχουν κατά καιρούς προβεί σε διάφορες δηλώσεις στα κυπριακά μέσα μαζικής ενημέρωσης προκαταλαμβάνοντας την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από την αρμόδια δικαστική Αρχή της Κύπρου προεξοφλώντας την ενοχή του και επηρεάζοντας την αντικειμενική αμεροληψία του δικαστή ή των δικαστών που θα επιληφθούν της υπόθεσης του το δε οδηγούν σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί χωρίς να τύχει δίκαιης δίκης αν παραδοθεί στις δικαστικές αρχές της Κύπρου.

Οι αιτιάσεις αυτές που περιλαμβάνονται σε αντίστοιχο (Δβ, βα β.β) λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι αφού στερούνται βασιμότητας δεδομένου ότι ζητείται η έκδοση σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των μελών της οποίας υπάρχουν όπως προαναφέρθηκε, σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στον σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου ώστε οποιαδήποτε δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές να είναι αδικαιολόγητη.

Επιπλέον κατά τα οριζόμενα στο αρθ. 6 παρ. 3 στοιχ. Αβγ της Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το ν.δ 53/74 κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στη βραχύτερη προθεσμία σε γλώσσα που κατανοεί λεπτομερώς τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας να διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισης του και να υπερασπιστεί ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπιση σε συνήγορο της εκλογής του.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ανωτέρω δικαιώματα γεννώνται υπέρ του συλληφθέντος κατηγορουμένου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής Αρχής του κράτους που ζήτησε την έκδοση του και ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη διότι τότε θα ετοιμάσει την υπεράσπιση της εναντίον του κατηγορίας.

Κατά την διαδικασία κρίσεως από τις δικαστικές αρχές από την Ελλάδα ως κράτος εκτελέσεως ή μη του ευρωπαϊκού εντάλματος ελέγχεται αν στα πλαίσια της εφαρμογής των διατάξεων του 3251/2004 υπήρξε αντίστοιχη παραβίαση των κανόνων που αφορούν την εκπροσώπηση και υπεράσπισή του. Η εγκυρότητα όμως του τίτλου νόμιμης σύλληψης εναπόκειται στις δικαστικές αρχές του κράτους που ζητεί την έκδοση του διωκομένου και δεν ελέγχεται από τις Ελληνικές Δικαστικές αρχές κατά την διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης .

Ο ισχυρισμός συνεπώς; του εκκαλούντος και λόγος (υπό στοιχ Δγ) εφέσεως ότι στερήθηκε του δικαιώματος εμφανίσεως και εκπροσωπήσεως ενώπιον των κυπριακών δικαστικών αρχών κατά την έκδοση του εντάλματος συλλήψεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού η άνω προϋπόθεση δεν ελέγχεται από το δικαστήριο του κράτους που αποφασίζει για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Αντίθετα, αυτός εμφανισθείς δια πληρεξουσίων δικηγόρων ενώπιον των δικαστικών αρχών της Ελλάδος που επελήφθησαν της εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης όπου εξέθεσε αναλυτικά τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς αποδεικνύει ότι δεν παραβιάστηκαν τα θεμελιώδη δικαιώματα του όπως διατυπώνονται στις άνω διατάξεις του αρθ. 6 της ΕΣΔΑ.

Τέλος, το ένδικο ένταλμα το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως ονοματεπώνυμα και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που προβλέπονται από το αθρ.2 του ν. 3251/2004 (ήτοι ταυτότητα ιθαγένεια του εκζητουμένου όνομα διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της αρχής εκδόσεως του εντάλματος τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι αυτές κατά το Κυπριακό δίκαιο την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με αυτές και τις συνέπειες των.

Πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις για τους όρους της τυπικής νομιμότητας του κατά τις άνω διατάξεις. Επιπλέον γίνεται λεπτομερής ανάλυση, εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση και ακριβής καθορισμός των πράξεων για τις οποίες εκζητείται ο εκκαλών και η μορφή συμμετοχής του ώστε να μη παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της ειδικότητας και διωχθεί και για άλλες πράξεις προγενέστερες ή διάφορες των περιλαμβανομένων στο ένταλμα ούτε παραβιάζονται τα από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και συγκεκριμένα του αρθ. 6 παρ. 3 όπως και του αρθ. 14 παρ. 3 περ α του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2642/1997 του σύμφωνα με το οποίο έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση το λόγο της εναντίον του κατηγορίας .

Συνεπώς και ο σχετικός (Α) λόγος εφέσεως για παραβίαση της αρχής της ειδικότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση, συνεπώς όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω θα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη έφεση, ως εκ της παραδοχής ως βάσιμου του λόγου εφέσεως για έλλειψη διττού αξιοποίνου των πράξεων της α) συνωμοσίας προς καταδολίευση και β) τήρησης των ψευδών λογαριασμών από διευθυντές αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών που φέρονται ότι τελέστηκαν από τον εκζητούμενο στη Λευκωσία Κύπρου κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 8-11-2011 έως 29-11- 2011 η πρώτη και 29-11-2011 έως 28-2-2012 η δεύτερη και αφού εξαφανιστεί κατά το άνω μέρος μόνο η εκκαλουμένη υπ’ αρθ 30/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετείου Αθηνών, αποφανθεί το δικαστήριο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένταλμα συλλήψεως για τις άνω δύο πράξεις κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα. Έξοδα δεν επιβάλλονται (αρθ.583 παρ.2 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά την από 22 Μαρτίου 2016 έφεση του εκζητουμένου Ε. Μ. του Θ. και Α. που γεννήθηκε την 16-9-1961 στη Λαμία Φθιώτιδας κατόχου του με αριθμό ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας κατοίκου ..., επί της οδού ..., κατά της με αριθμό 30/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Δέχεται εν μέρει αυτήν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Εξαφανίζει εν μέρει την απόφαση με αριθμό 30/2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και μόνο κατά το κεφάλαιο με το οποίο αποφάνθηκε το δικαστήριο να εκτελεστεί το με στοιχεία δικογραφίας ποινικός φάκελος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας από 17-2-2016 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας (επαρχιακό δικαστήριο της Λευκωσίας) σε βάρος του εκζητουμένου, Ε. Μ. του Θ. και Α. που γεννήθηκε την 16-9-1961 στη Λαμία Φθιώτιδας κατόχου του με αριθμό ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας κατοίκου ... ,επί της οδού ..., για τις πράξεις α)της συνωμοσίας προς καταδολίευση (κεφ 154 αρθ. 302 Κυπριακού Ποινικού Κώδικα και β)της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών (αρθ 311 (β) (

ΙΙΙ) του Ποινικού Κώδικα Κύπρου Κεφάλαιο 154 και αρθ. 20 Ποινικού Κ. Κώδικα Κεφάλαιο 154) που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στο χρονικό διάστημα μεταξύ 8-11-2011 και 29-11-2011 και 29-11-2011 και 28-2-2011 αντίστοιχα, διατηρουμένων των λοιπών διατάξεων αυτής περί εκτελέσεως του άνω εντάλματος για τις πράξεις α) της χειραγώγησης αγοράς (αρθ. 19 όπως εξειδικεύεται από το αρθ. 20 (1) (γ) και 23(3) (α) (β) και 4 α του νόμου "Περί των Πράξεων Προσώπων που κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς" (κατάχρηση Αγοράς) νόμου 116(1) /2005 και αρθ. 20 του Ποινικού Κυπριακού Κώδικα β)ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψη κατά παράβαση του αρθ. 40 (1) (3) (4) και (6) του περί προϋποθέσεων διαφάνειας (κινητές αξίας προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά) του νόμου 190(1)2007υπό τους όρους που διαγράφονται σ’ αυτήν (απόφαση), ήτοι, ότι μετά την δίκη και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήξη της, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σε αυτήν την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν θα απαγγελθεί σε βάρος του από το Κυπριακό Δικαστήριο.

Αποφαίνεται υπέρ της μη εκτέλεσης του με στοιχεία δικογραφίας ποινικός φάκελος Σ/1068/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας από 17-2-2016 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας (επαρχιακό δικαστήριο της Λευκωσίας) σε βάρος του Ε. Μ. του Θ. και Α. που γεννήθηκε την 16-9-1961 στη Λαμία Φθιώτιδας κατόχου του με αριθμό ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας κατοίκου ..., επί της οδού ... για τις πράξεις α) της συνωμοσίας προς καταδολίευση (κεφ 154 αρθ. 302 Κυπριακού Ποινικού Κώδικα και β) της τήρησης ψευδών λογαριασμών από διευθυντές αξιωματούχους οργανισμών ή εταιρειών (αρθ 311 (β) (III) του Ποινικού Κώδικα Κύπρου Κεφάλαιο 154), που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στο χρονικό διάστημα μεταξύ 8-11-2011 και 29-11-2011 και 29-11-2011 και 28-2-2011 αντίστοιχα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ