Legislator Case Law & Legislation
854/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against employer's refusal to pay Sunday premium and cash handling bonus to warehouse worker.

Case Number 854/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Labor Court's dismissal of a warehouse worker's claim for unpaid Sunday premiums and cash handling bonuses. The worker argued that his duties included cash handling, but the lower court found his work was merely incidental weighing and weighing tape issuance, which did not qualify for the bonuses under collective agreements. The Court reversed the lower court's finding on the nature of the work, ruling that the worker's duties were substantial enough to warrant the bonuses, thereby ordering the employer to pay the disputed amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 7 of the Collective Agreements: When an employee performs duties substantially connected to cash or administrative tasks, they are entitled to the corresponding bonuses regardless of the contract's validity, provided the work is not merely incidental.

Keywords

AI generated
Sunday premium entitlement cash handling bonus collective agreement interpretation warehouse worker duties unpaid wages claim labor dispute outcome administrative bonus criteria

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 904 et seq. of the Civil Code
Common Decision of the Ministers of Finance and Labor No. 8900/1946
Decision No. 25825/1951
Article 10, paragraph 1 of Law 748/1966
Article 2 of Law 435/1976
Article 7 of the Collective Agreements
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 854 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 854/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ανδριανάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αγωγή του μισθωτού κατά του εργοδότη για δουλευμένους μισθούς ή άλλες παροχές από την έγκυρη σύμβαση εργασίας έχει νομικό έρεισμα τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων ή άλλων διατάξεων, που εξομοιώνονται προς αυτές, οι όροι των οποίων γίνονται και όροι της ατομικής συμβάσεως.

Αν όμως η εργασία παρασχέθηκε με άκυρη σύμβαση, τότε ο εργαζόμενος έχει αξίωση αποζημιώσεως βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επόμ. ΑΚ), η οποία συνίσταται στην απόδοση από τον εργοδότη του ποσού της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία. Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966 και 2 του Ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές καταβάλλεται, για κάθε Κυριακή, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αυτής, το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιό τους αυξημένο κατά 75%, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο, εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου, το ποσό της παραπάνω προσαυξήσεως μειώνεται ανάλογα και εάν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο αυξάνεται ανάλογα.

Η κατά 75% προσαύξηση αυτή υπολογίζεται πάντοτε επί του νομίμου ημερομισθίου ή στο 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού, δηλαδή επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών του εργαζομένου, που περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα. Περαιτέρω, για την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος τη νύκτα, δηλαδή από την 10η νυκτερινή ώρα μέχρι την 6η πρωϊνή, δικαιούται πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25%, η οποία υπολογίζεται με βάση το σύνολο των νομίμων αποδοχών του, που περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα, σύμφωνα με την 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση και την Φ.27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.

Αν η νυκτερινή εργασία συμπίπτει σε τμήμα της νύκτας (μεταξύ της 10ης νυκτερινής και 6ης πρωϊνής) τότε οφείλεται ανάλογη προσαύξηση, που αντιστοιχεί στις ώρες της νυκτερινής απασχολήσεως. Επί συμπτώσεως (συρροής) εργασίας κατά Κυριακή και νύκτα οφείλονται και οι δύο ως άνω νόμιμες προσαυξήσεις αθροιστικώς, αλλά ο υπολογισμός κάθε μιας από αυτές ενεργείται χωριστά.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση, ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.

Με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως την συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς την συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Αντίθετα, ως προς την συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, δεν υπερβεί, κατά τις ημέρες αυτές, το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Από 1-4-2001, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 ώρες εβδομαδιαίως (41η, 42η και 43η ώρα) θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρο 4 παρ. 2 και 4 Ν. 2874/2000).

Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης (μη νόμιμης υπερωρίας), ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άνω άρθρου 4 του Ν. 2874/2000.

Στις αξιώσεις από την σύμβαση εργασίας υπάγονται και τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τα οποία αποτελούν τακτικές αποδοχές και υπολογίζονται βάσει των (καταβαλλομένων) τακτικών αποδοχών του μισθωτού (Α.Ν. 1777/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 1901/1951, Ν. 1082/1980 και Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1981 και ρυθμίζει παγίως τα της χορηγήσεως δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, όπως ισχύουν ύστερα από τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις αυτών, ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μετά την συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 -- Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ. 19/29-4-2002), δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια αναπαύσεως με πλήρεις αποδοχές.

Επιπλέον δικαιούται και επίδομα άδειας, το οποίο ρυθμίζει το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.

Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις, πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών διαφορών, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται τον σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο, καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.

Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλομένου. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων, που ορίζονται από την διάταξη που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση δουλευμένων μισθών, του από 1-1-1999 έως 5-3-2003 χρονικού διαστήματος, πρόσθετης αμοιβής (προσαυξήσεως) για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία και τοιαύτη κατά τις Κυριακές, αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία, για επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επίδομα άδειας, τα ακόλουθα:

Ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 27-9-1981 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, και απασχολήθηκε σ' αυτήν έκτοτε έως τις 6-5-2003, που συνταξιοδοτήθηκε, ως φύλακας στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της (εκκοκκιστήρια βάμβακος) στη ...

του νομού Καρδίτσας, αμειβόμενος με το νόμιμο μισθό. Η κύρια απασχόλησή του συνίστατο στον έλεγχο, στην πύλη, όλων των εισερχομένων οχημάτων και προσώπων στο χώρο των άνω εγκαταστάσεων της εναγομένης, εκτάσεως 40 περίπου στρεμμάτων. Για την εργασία του αυτή απασχολείτο υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), εργαζόταν όμως και Σάββατα και ορισμένες Κυριακές.

Επειδή προφανώς -δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο- η εναγομένη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα δεν κατέβαλε στους εργαζομένους κάθε μήνα τις αντίστοιχες αποδοχές τους, ούτε τα αντίστοιχα δώρα και επιδόματα, αλλά, έναντι αυτών, κατέβαλε κάποια ποσά στους εργαζομένους, οι οποίοι, όπως και ο ενάγων υπέγραφαν σε αντίστοιχες καταστάσεις και άλλοτε μάλιστα, αντί αυτών, υπέγραφαν και τρίτοι, όπως η σύζυγος του ενάγοντος.

Υπήρχε δηλαδή-συνεχίζει το Εφετείο-μια άτακτη ταμειακή διαχείριση, που προφανώς είχαν αποδεχθεί οι εργαζόμενοι και ο ενάγων, ο οποίος, αν και δεν είχε διαμαρτυρηθεί και έχει θέσει σχετικές υπογραφές, αμφισβητεί τώρα το ύψος των καταβληθέντων από την εναγομένη ποσών. Ενόψει αυτών, των προσκομιζομένων καταστάσεων μισθοδοσίας και των επί μέρους υπογραφών, έκρινε ακολούθως το Εφετείο, ότι η εναγομένη έχει καταβάλει στον ενάγοντα, για δουλευμένους μισθούς, τα αμφισβητούμενα ποσά των 1.068 ευρώ, 1.019,66 ευρώ και 972,23 ευρώ.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι από τις παραπάνω καταστάσεις - αποδείξεις, που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη έχει καταβάλει σ' αυτόν για δώρα εορτών, αποδοχές άδειας και επιδόματα άδειας 7.951,12 ευρώ συνολικά (135995 + 140000 + 318731 + 167648 + 127936 + 338755 + 177913 + 143391 + 372224 δραχμές, ήτοι 5.642,24 ευρώ, + 529,39 + 423,96 + 931,27 + 162,00 + 262,02 ευρώ).

Ενόψει δε του ότι -είπε το Εφετείο - το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, για τις πιο πάνω αιτίες, 10.387,92 ευρώ συνολικά, το ποσό που τελικά δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται σε 2.436,80 ευρώ (10.387,92 - 7.951,12). Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, ότι ο ενάγων με την προηγούμενη υπ' αριθμ. καταθ. 526/6-10-2000 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για δουλευμένους μισθούς των ετών 1997, 1998, 1999 και 2000, το συνολικό ποσό των 15.154.056 δραχμών.

Επί της αγωγής εκείνης, κατά την συζήτηση της οποίας ο ενάγων περιόρισε παραδεκτά (κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ) το αίτημά της στο ποσό των 7.926.581 δραχμών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 208/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, για το παραπάνω ποσό των 7.926.581 δραχμών, λόγω αποδοχής αυτής από την εναγομένη, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της, το οποίο ποσό και κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα.

Κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής -συνεχίζει το Εφετείο -η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά την ένσταση εξοφλήσεως των δουλευμένων μισθών του ενάγοντος των ετών 1999 και 2000, επικαλούμενη την ως άνω υπ' αριθμ. 208/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και την καταβολή του ποσού των 7.926.581 δραχμών στον ενάγοντα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την εν λόγω ένσταση εξοφλήσεως της εναγομένης και έκρινε τελικά ότι το συνολικό ποσό, που πρέπει να αφαιρεθεί από το επιδικαστέο στον ενάγοντα ποσό για δουλευμένους μισθούς των ετών 1999 και 2000, ανέρχεται σε 20.803 ευρώ. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι ο ενάγων εργαζόταν από την 10η νυκτερινή ώρα μέχρι την 6η πρωϊνή, πραγματοποιώντας έτσι νυκτερινή εργασία, για την οποία δικαιούται την οφειλόμενη προσαύξηση 25% επί του νομίμου μισθού του και συγκεκριμένα ότι αυτός, κατά το έτος 1999 πραγματοποίησε 160 ώρες νυκτερινής εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 31-12-2000 πραγματοποίησε 832 ώρες νυκτερινής εργασίας, κατά το έτος 2001 πραγματοποίησε 1016 ώρες νυκτερινής εργασίας και κατά το έτος 2002 πραγματοποίησε 456 ώρες νυκτερινής εργασίας, για την οποία νυκτερινή εργασία του η εναγομένη οφείλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 6.030,15 ευρώ.

Συνεπώς -κατέληξε το Εφετείο- η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) οφείλει στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 34.379,30 ευρώ (επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ποσό 63.133,42 ευρώ - - 28.754,12- ευρώ, ήτοι 7.951,12 + 20.803), το οποίο και πρέπει, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο τα επιδικασθέντα επί μέρους χρηματικά ποσά για δουλευμένους μισθούς, υπερεργασία και εργασία κατά τις Κυριακές από το τέλος του μήνα (μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι παραπάνω εργασίες), τα επιδικασθέντα ποσά για δώρο εορτών Πάσχα από την 30ή Απριλίου του οικείου έτους, τα επιδικασθέντα επί μέρους ποσά για δώρο εορτών Χριστουγέννων και επίδομα άδειας από την 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους και τα επιδικασθέντα επί μέρους ποσά για νυκτερινή εργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση από την επίδοση της αγωγής.

Με τις παραδοχές του αυτές, όμως, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν προσδιορίζει σ' αυτή τα ποσά που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για καθεμία από τις αγωγικές αξιώσεις του, ήτοι για δουλευμένους μισθούς, για αμοιβή λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές, νυκτερινής εργασίας του και τοιαύτης κατά τις Κυριακές, για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχολήσεώς του, καθώς και για δώρα εορτών και επίδομα άδειας, ούτε προσδιορίζει τα ποσά που κατέβαλε σ' αυτόν η αναιρεσίβλητη για καθεμία από τις αξιώσεις του αυτές, για να μπορεί να ελεγχθεί αν επήλθε ή όχι ολική ή μερική απόσβεσή τους με καταβολή.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με την από 22-7-1999 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12064/19-10-1999 (ΦΕΚ 1976 Β' της 4-11-99), την από 19-7-2000 όμοια Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11813/25-10-2000 (ΦΕΚ 1382 Β' της 10-11-2000), την από 27-6-2001 όμοια Σ.Σ.Ε.

και την από 31-7-2002 επίσης όμοια Σ.Σ.Ε. και ειδικότερα με το άρθρο 7 - Επίδομα Ταμειακό - Διαχειριστικό - των ως άνω Σ.Σ.Ε. "Χορηγείται επίδομα ταμείου 5% και διαχειριστικό 5% σε όσους διεξάγουν αποδεδειγμένα ταμειακές ή διαχειριστικές εργασίες. Τα παραπάνω επιδόματα υπολογίζονται στο βασικό μισθό". Από την διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι το εν λόγω ταμειακό - διαχειριστικό επίδομα προϋποθέτει τουλάχιστον αξιόλογη κατά χρόνο απασχόληση του εργαζομένου με πράξεις στενά συνδεδεμένες και έχουσες άμεση σχέση με ταμειακές ή διαχειριστικές εργασίες και γι' αυτό δεν χορηγείται όταν η παρεχόμενη εργασία αφορά απλώς ταμειακές ή διαχειριστικές πράξεις, που είναι από πλευράς χρόνου περιστασιακές.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων απασχολείτο πρόσκαιρα και περιστασιακά με την ζύγιση των οχημάτων, ιδιωτικών και δημοσίων, που εισέρχονταν στο χώρο των εγκαταστάσεων της αναιρεσίβλητης, όπου αυτός εργαζόταν ως φύλακας, καθώς και με την έκδοση ζυγιστικής ταινίας για κάθε φορτίο, αμειβόμενος με 15 έως 20 λεπτά του ευρώ για κάθε ζυγοταινία που εξέδιδε και ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την μη χορήγηση σ' αυτόν ταμειακού - διαχειριστικού επιδόματος.

Μετά από αυτά, το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι η εκτεθείσα απασχόληση του αναιρεσείοντος δεν αρκούσε για να θεμελιώσει δικαίωμά του προς απόληψη του εν λόγω επιδόματος και ότι ως εκ τούτου το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο ήταν αβάσιμο και έπρεπε να απορριφθεί. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα διάταξη των ως άνω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και επομένως ο περί του αντιθέτου έκτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως (παρελκούσης έτσι της έρευνας των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων της αναιρέσεως, οι οποίοι κατατείνουν στο αυτό αποτέλεσμα), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα, για τις προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις αυτού, το ποσό των 34.379,30 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 300/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ