Supreme Court dismisses appeal against second defendant but overturns judgment against first mayor for violating immunity law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the second defendant, who withdrew her claim, but allowed the appeal against the first defendant, a former community president. The court found the lower court erred by holding the mayor personally liable for damages, violating a statutory provision excluding such liability for elected officials. Consequently, the judgment was overturned for the first defendant, and the case was remitted to the Court of Appeals for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 36 para. 3 last para. of Law 2800/2000; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The exclusion of personal liability for elected local officials is mandatory, and a lower court judgment imposing such liability constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 854 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 854/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, πρώην Προέδρου της Κοινότητας ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργία Τατάγια και 2. Χ2, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεωργία Τατάγια, η οποία δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης.
Της αναιρεσιβλήτου: Ιωάννας Κασσή του Σπυρίδωνος συζ. Μιχαήλ Νίτσα, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσια δικηγόρο, η οποία χωρίς να γνωστοποιήσει τα στοιχεία της ταυτότητός της, ζήτησε την αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης γιατί εστερείτο πληρεξουσίου.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Στη συνέχεια και μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής η δικηγόρος δεν δήλωσε την αποχώρησή της ούτε προσκόμισε πληρεξούσιο έγγραφο που να νομιμοποιεί την παράστασή της. Το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως απουσία της αναιρεσιβλήτου που δεν παρέστη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 431/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Ιανουαρίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 29 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 431/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Η πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2 με την πληρεξούσια Δικηγόρο της Γεωργία Τατάγια, και η τελευταία δήλωσε προφορικά ότι η εντολίδα της παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 104 του Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση το ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον πρώτο αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 3-3-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε "οίκοθεν" και η υπόθεση μεταφέρθηκε στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσίβλητη κατά την παραπάνω συνεδρίαση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, φέρεται να εκπροσωπήθηκε από άγνωστη Δικηγόρο, η οποία ζήτησε την αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης γιατί εστερείτο πληρεξουσίου, στη συνέχεια δε μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο του αιτήματος αναβολής, και ενώ δεν δήλωσε εάν αποχωρεί, δεν προσκόμισε πληρεξούσιο έγγραφο του να νομιμοποιεί την παράστασή της.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης που δεν παρέστη προσηκόντως (αρθ. 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος στα τακτικά διοικητικό δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές.
Κατά δε τη διάταξη του άρθ. 95 παρ. 1 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής διαδικασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με η φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Σε εκτέλεση της τελευταίας διάταξης με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ' του Νόμου 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2944/2001 ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού Εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν ..., γ) την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα Διοικητικά Εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων (π.ρ.β.λ.
και άρθρ. 45 παρ. 1 του Κώδ. Π.Δ/τος 18/1989) των διοικητικών αρχών, που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημοσίας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, η εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας. Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 1406/1983 ορίσθηκε ότι υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπαχθεί σ'αυτά.
Από τα προαναφερθέντα μέχρι τώρα προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρωτικές, που υπάγονται κατά περίπτωση στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές κατά την προαναφερθείσα έννοια διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι ακυρότητα ή καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο.
Οι λοιπές πράξεις της διοικήσεως, που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου με υπόβαθρο έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου όπως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, εξαιρούνται από την έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και είναι ιδιωτικές διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθ. 94 παρ. 3), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων (Α.Ε.Δ. 12/1992).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η' του Ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται και εκείνες οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νομού του Αστικού Κώδικα.
Η κατά το άρθρο δε 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. ευθύνη των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων τους ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία υπηρεσίας οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ...
ή εξ αιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου, το οποίο ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου δικαίου, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αλλ' η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, εκτελεστή ή όχι, που σχετίζεται όμως με τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, η εντεύθεν ιδρυόμενη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 11/1992, 3/2004).
Τέλος, στο άρθρο 6 του ν. 2527/1997 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του ν.2190/94 ορίζεται ότι : "1. Γιά τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 681 Α.Κ. ή με άλλες ειδικές διατάξεις απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιοι Υπουργού ... 2.
Για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου, απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργα που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία, 3 ..., 4 ..., 5 ..., 6.
Για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα την απόφαση της § 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το υπ' αυτού εξουσιοδοτημένο όργανο ..." . Εξ άλλου, στο άρθρο 31 του ν. 3013/ 02 "Αναβάθμιση της πολιτικής προστασίας κ.λ.π. διατάξεις" ορίζεται ότι "1.
Στις Περιφέρειες, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, Νομαρχιακά Διαμερίσματα των Ενιαίων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, Δήμους και Κοινότητες, συνιστώνται Κ.Ε.Π...". "3. Στις Περιφέρειες το Τμήμα Επικοινωνίας και Εξυπηρέτησης Πολιτών που λειτουργεί βάσει των διατάξεων της παραγράφου 12 του άρθρου 6 του ν. 2503/1997 μετονομάζεται σε Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, που λειτουργεί επίσης σε επίπεδο αυτοτελούς Τμήματος, υπαγόμενο στη Γενική Διεύθυνση της Περιφέρειας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που περιγράφονται στην παράγραφο 1, καθώς και αυτές που αναφέρονται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2.
Ο Γενικός Διευθυντής της Περιφέρειας ασκεί το συντονισμό και την εποπτεία όλων των Κ.Ε.Π. που λειτουργούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού των γεωγραφικών ορίων της Περιφέρειας και συνεργάζεται με το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης σε όλα τα θέματα που αφορούν την προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων της δημόσιας διοίκησης με τους πολίτες" ... "5.
Τα Κέντρα Πληροφόρησης - Εξυπηρέτησης Πολιτών, που λειτουργούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τους Δήμους, καταργούνται και οι αρμοδιότητες τους εφεξής ασκούνται από τις μονάδες που συνιστώνται με το παρόν άρθρο" ... "7. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ορίζεται, κατά περίπτωση, ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας των Κ.Ε.Π" ... "8.Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορούν να καθορισθούν λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων των Κ.Ε.Π." ... "11.
Για τις ανάγκες λειτουργίας των ΚΕΠ καθιερώνεται: α) Προαιρετική θητεία πτυχιούχων Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης ετήσιας διάρκειας ..., β) Απασχόληση φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή αποφοίτων ΙΕΚ, TEE ή άλλων σχολών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ειδικότητας προγραμματιστή ή χειριστή ηλεκτρονικών υπολογιστών, γ) Απασχόληση σπουδαστών για την πραγματοποίηση της εξάμηνης πρακτικής τους άσκησης με απαραίτητη προϋπόθεση τη γνώση χρήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή ...
Το ύψος των αποδοχών των ανωτέρω [ενν. των προσλαμβανομένων προς στελέχωση των Κ.Ε.Π.] καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης" ... "13. Προϊστάμενοι των Κ.Ε.Π. ορίζονται υπάλληλοι των οικείων φορέων ως εξής ...".
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι για τη σύναψη των ως άνω συμβάσεων μισθώσεως έργου σύμφωνα με το άρθρο 681 επ. Α.Κ. μεταξύ των ΟΤΑ και των φυσικών προσώπων που θα απασχοληθούν στο αρχικό διάστημα λειτουργίας των ΚΕΠ και των οποίων η αμοιβή δεν θα επιβαρύνει τους Ο.Τ.Α., δεν διαγράφεται από το νόμο ειδική διοικητική διαδικασία ώστε από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκδιδομένων πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α., που προηγούνται της συνάψεως των συμβάσεων, να δημιουργείται ακυρωτική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ Α.Π. 873/2002), τα πρόσωπα δε αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προσωπικό των ΟΤΑ, ώστε οι ατομικές διοικητικές πράξεις που αφορούν την πρόσληψή τους να προσβάλλονται με αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου, κατ' άρθ. 1, παρ. 1, παρ. γ' του ν. 702/1997, όπως ισχύει ύστερα από την αντικατάσταση του από το άρθρο 1 του ν. 2944/01.
Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Α.Κ, για παρανομία των αρμοδίων οργάνων των Ο.Τ.Α. κατά εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 6 του Ν. 2527/1997 και 31 του Ν. 3013/2002, εφόσον η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια εκτελεστή ή όχι που σχετίζεται όμως με τη δημόσια υπηρεσία του εμπλεκομένου οργάνου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τη σύμβαση έργου ιδιωτικού δικαίου που καταρτίσθηκε σε εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, η εντεύθεν καθιδρυόμενη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ 11/1992, 3/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη υπ' αριθ. 431/2006 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων το τελευταίο έκρινε επί της από 26-3-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκτός άλλων, και κατά των αναιρεσειόντων και δέχθηκε ότι με την αγωγή αυτή η αναιρεσίβλητη μαζί με την άλλη αρχικά ενάγουσα ΑΑ επικαλέσθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. Οικ 21647/22-8-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου εγκρίθηκε η πρόσληψη δύο ατόμων με σύμβαση μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών στην πρώτη εναγομένη Κοινότητα Μηλιάς Μετσόβου για τις ανάγκες λειτουργίας του Κ.Ε.Π. της. Ότι η πρώτη εναγομένη μέσω του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου Προέδρου της εξέδωσε την υπ'αριθμ.
πρωτ. 1425/2003 ανακοίνωση για την πρόσληψη του ανωτέρου προσωπικού, σύμφωνα με την οποία το προσωπικό αυτό έπρεπε να διαθέτει τα επακριβώς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Ότι και οι δύο ενάγουσες έχουσες τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, υπέβαλαν εμπρόθεσμα σχετική αίτησή τους και πλήρη δικαιολογητικά προς την πρώτη εναγόμενη ώστε να συμμετέχουν στον διαγωνισμό.
Ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας παράνομα κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου Κοινότητας και στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 6 του Ν. 2527/1997 και 31 του Ν. 3013/2002 και αντίθετα με την καλή πίστη και συγκεκριμένα με τους όρους της ως άνω ανακοίνωσης και τα κριτήρια που αυτή έθετε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα επέλεξε με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 1562/30-12-2003 απόφασή του για τις ανωτέρω θέσεις, την τρίτη και τετάρτη των εναγομένων. Επίσης δεν τις περιέλαβε στον από 30-12-2003 πίνακα προτεινομένων παρότι είχαν όλα τα απαιτούμενα νόμιμα προσόντα, ενώ επελέγησαν οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες που υστερούσαν με βάση τα προσόντα τους σε σχέση μ' αυτές, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο δικόγραφο.
Ότι κατόπιν τούτων οι ενάγουσες άσκησαν προσφυγή στην επιτροπή του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994, η οποία απέρριψε αυτή, αφού έκρινε ότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2190/1994. Ότι στη συνέχεια μεταξύ των τρίτης και τέταρτης των εναγομένων υπογράφηκαν οι με αριθμ. πρωτ. ... και ... αντίστοιχα συμβάσεις μίσθωσης έργου διάρκειας από 9-2-2004 έως 9-8-2005 και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου των εναγομένων, που ενεργούσε με την πιο πάνω ιδιότητα, προσβλήθηκαν στην προσωπικότητά τους.
Στη συνέχεια του ιστορικού αυτού ζήτησαν: Α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, άλλως να ακυρωθούν: α) η με αριθμ. πρωτ. 1562/30-12-2003 απόφαση του δευτέρου εναγομένου, β) ο από 30-12-2003 πίνακας προτεινομένων και γ) οι με αριθμ. πρωτ. 171 και 172/9-2-2004 συμβάσεις μίσθωσης έργου καθώς επίσης, να απαγορευθεί κάθε μελλοντική ανανέωση ή παράταση των ανωτέρω συμβάσεων στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος του δευτέρου των εναγομένων ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης και ν' αναγνωρισθεί ότι στον από 30-12-2003 πίνακα κατάταξης έπρεπε να καταταγούν αυτές (ενάγουσες) στην πρώτη και δεύτερη θέση αντίστοιχα και Β) ν' αναγνωρισθεί ότι καθένας από τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην καθεμία το ποσό των 81.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν.
Εν όψει αυτών, με την ένδικη αγωγή εισήχθη ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία βάσει του άρθ. 94 παρ. 2 του Συντάγματος έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια. Επομένως το Εφετείο που δίκασε την πιο πάνω ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δεν υπέπεσε στην κατ' αρθ. 559 αριθ. 4 πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, και γι' αυτό οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που έχουν αυτήν την έννοια, είναι αβάσιμοι.
ΙV. Με την παρ. 3 του άρθρου 36 του Ν. 2800/2000. Τελευταίο εδάφιο ορίσθηκε ότι τα αιρετά όργανα των πρωτοβαθμίων Ο.Τ.Α. δεν υπέχουν ατομική ευθύνη προς αποζημίωση τρίτων. Με τη διάταξη αυτή ουσιαστικά προστέθηκε διάταξη αποκλεισμού της ατομικής ευθύνης των ανωτέρω αμέσων οργάνων για τις ζημιές που προξένησαν σε τρίτους, και μάλιστα κατά τροποποίηση των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. ( Α.Π 1279/2005 και 1204/2000).
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες Πρόεδρος της πρώτης αρχικά εναγομένης Κοινότητας ... ευθύνεται σ' ολόκληρο μαζί με την τελευταία σε καταβολή του ποσού των 8.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την προσβολή της προσωπικότητάς της εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος παράνομα και εναντίον της καλής πίστεως, με τον αποκλεισμό της προσλήψεως της με το να μη την περιλάβει στον πίνακα αξιολογήσεων, και συνακόλουθα υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη σ' ολόκληρο το ποσό της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 τελ.
εδ. του Νόμου 2800/2000 με τη μη εφαρμογή της, και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που έχουν αυτήν την έννοια, και αφορούν τον πρώτο αναιρεσείοντα, είναι βάσιμοι. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2.
Αναιρεί την αριθ. 431/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ