Legislator Case Law & Legislation
854/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against robbery and illegal weapons charges due to lack of procedural defects.

Case Number 854/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by convicted defendants against a Fifth Chamber Court of Thessaloniki judgment. The appellants argued for acquittal based on insufficient reasoning and procedural irregularities regarding the consideration of a co-defendant's confession and an unread witness statement. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision was substantively sound and that the alleged procedural errors did not constitute grounds for annulment under the Criminal Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 380, 45, 211A, 358, 510, 583 of the Criminal Code and Criminal Procedure Code; Appeals based on lack of reasoning or procedural defects are inadmissible if the lower court's factual findings are supported by sufficient evidence and the alleged irregularities were minor or cured.

Keywords

AI generated
robbery conviction joint criminal enterprise illegal weapons procedural annulment insufficient reasoning criminal procedure code co-defendant confession

Cited Legislation

AI generated
Article 380 paragraph 1 of the Criminal Code
Article 45 of the Criminal Code
Article 211A of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 letter D of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 letter A of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 854 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 854/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Σ. του Β. και 2) Χ. Γ. του Γ., αμφοτέρων κρατουμένων στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της με αριθμό 548-549/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους 1) Γ. Π. του Σ. και 2) Γ. Ι. του Δ.. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουλίου 2004 και 19 Ιουλίου 2004, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …./2004.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δύο αιτήσεις αναιρέσεως, η πρώτη με χρονολογία 19 Ιουλίου 2004 του εκ των κατηγορουμένων Χ. Γ. και η δεύτερη με χρονολογία 26 Ιουλίου 2004 του εξ αυτών Α. Σ., στρεφόμενες και οι δύο κατά της ίδιας καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσον η προσωπική ελευθερία όσον και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ’ αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία ξένου κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος.

Κατά δε την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση η διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ’ αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.

Ειδικότερα στην, κατά συναυτουργία, τέλεση του εγκλήματος της ληστείας η σύμπραξη των περισσότέρων συμμετοχών συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή στο ότι ο καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που συγκροτούν το έγκλημα της ληστείας, οπότε με την ενέργειά του αυτή πραγματώνει συγχρόνως ή διαδοχικώς πράξη της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος.

Από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Ποιν.Δικ. που ορίζει, ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία του` συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο.

Για την παράβαση της διατάξεως αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβασή της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ. 1δ Κ.Ποιν.Δικ.), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισής του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 Κ.Ποιν.Δικ., επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1Α Κ.Ποιν.Δικ.).

Όμως η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ’ Κ.Ποιν.Δικ.

λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση.

Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 548-549/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, μαζί με άλλους, σε δεύτερο βαθμό για ληστεία από κοινού, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών ο καθένας.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ’ είδος μνημονεύει, εδέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται: Οι αναιρεσείοντες, έχοντας αποφασίσει από κοινού να ληστέψουν την επιχείρηση εμπορίας πετρελαιοειδών του Κ.

Κ. που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και στην προέκταση της ..., πάνω από την περιφερειακή οδό, αφού αξιοποίησαν τις πληροφορίες που έλαβαν μέσω του Γ. Ι. από τον Γ. Π. - ο οποίος εργαζόταν στην ως άνω επιχείρηση - σχετικά με α) την διαμόρφωση των χώρων των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως, β) τον αριθμό των εργαζομένων σ’ αυτήν, γ) τα άτομα που μεταφέρουν τα χρήματα που διακινούσε η επιχείρηση καθώς και δ) τον χώρο που εφυλάσοντο αυτά, στις 21.12.2000 και περί ώρα 18.20’ , ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, επέδραμαν στα γραφεία της εν λόγω επιχειρήσεως, τα οποία βρίσκονταν σε οίκημα από μεταλλική κατασκευή με τζαμαρία και τα οποία (γραφεία) χωρίζονται με τζαμαρία (χωρίς τοίχο) και έτσι από το καθένα φαίνεται ο χώρος του άλλου, φορώντας στα πρόσωπά τους κουκούλες, για να μην αναγνωρισθούν και κρατώντας από ένα αυτόματο τουφέκιο εφόδου, τύπου KALASHNIKOV, όπου ευρίσκοντο οι υπάλληλοι Σ.

Δ., Ν. Τ. και Δ. Κ., ο οποίος ήταν αδελφός του ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως Κ. Κ. και εργαζόταν ως υπεύθυνος υπάλληλος στα γραφεία της ως άνω επιχειρήσεως, καθώς και ο συγκατηγορούμενός τους Π. (ο οποίος είχε δώσει τις σχετικές πληροφορίες στον επίσης συγκατηγορούμενό τους Γ.Ι., σχετικά με την διάταξη του χώρου της επιχειρήσεως κ.λ.π.) απείλησαν τους υπαλλήλους με τα όπλα τους ότι θα τους σκοτώσουν, επυροβόλησαν σε διάφορες κατευθύνσεις και τους ακινητοποίησαν φωνάζοντας "ληστεία, πέστε κάτω".

Μάλιστα, ο ένας εξ αυτών πήγε στη Σ. Δ., η οποία κρατούσε το Ταμείο της επιχειρήσεως και πήρε από το Ταμείο το ποσό των 12.782.500 δρχ. που ήταν οι εισπράξεις της ημέρας καθώς και μία επιταγή ποσού 1.162.000 δρχ., τα οποία, αφού η ως άνω υπάλληλος ετοποθέτησε σε μία τσάντα θαλάσσης που της έδωσε, τα παρέδωσε σ’ αυτόν.

Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες έψαξαν σε μία υπάρχουσα, σε παρακείμενο χώρο, μικρή αποθήκη, όπου τοποθετούσαν τα χρήματα προς φύλαξη μέχρι να τα πάρει το βράδυ ο αρμόδιος υπάλληλος Ν.Τ., προκειμένου να τα μεταφέρει στα κεντρικά γραφεία της επιχειρήσεως για να βρούν και άλλα χρήματα. Αφού δεν βρήκαν χρήματα, ζήτησαν επιμόνως μία μαύρη τσάντα - χαρτοφύλακα που χρησιμοποιούσε ο Δ.Κ.

όταν έφευγε από την επιχείρηση, αλλά τελικά δεν επέμειναν όταν ο τελευταίος τους είπε ότι είναι στο αυτοκίνητό του και δεν υπήρχαν σ’ αυτήν χρήματα, οπότε τράπηκαν σε φυγή, ιδιοποιηθέντες παρανόμως το ως άνω χρηματικό ποσό και την (ως άνω) επιταγή, Επίσης έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη ότι οι αναιρεσείοντες κρατούσαν από ένα τυφέκιο εφόδου, τύπου KALASHNIKOV, το οποίο και χρησιμοποίησαν, πυροβολώντας προς διάφορες κατευθύνσεις, ο ένας μάλιστα εξ αυτών επί οκτώ φορές και έτσι με τον τρόπο αυτό απείλησαν τη ζωή των πιο πάνω υπαλλήλων.

Με βάση αυτά που προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες των αξιοποίνων πράξεων της ληστείας κατά συναυτουργία, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, γιατί εδέχθη ότι κατόπιν συναποφάσεως διέπραξαν την ληστεία και ότι καθένας απ’ αυτούς έφερε μαζί του το άνω όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1β’ του Ν.2168/1993 και (καθένας τους) το χρησιμοποίησε με τον προμνησθέντα σκοπό.

Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος μνημονεύει (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση.

Προς ενίσχυση της κρίσεώς του το Εφετείο, έλαβε υπόψη του, όπως από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει, την απολογία του κατηγορουμένου Γ. Π. ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου καθώς επίσης και φωτογραφίες των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων που επιδείχθηκαν εις αυτόν (Γ.Π.) στο Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης και κάτω από τις οποίες υπάρχει δήλωση του ιδίου, σύμφωνα με την οποία δράστες της ληστείας ήταν οι αναιρεσείοντες καθώς και ο Ι.ς.

Με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και τον Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι.

Ειδικότερα το Εφετείο με πληρότητα και σαφήνεια προσδιορίζει τον τρόπο και το είδος συμμετοχής των αναιρεσειόντων στη διάπραξη του εγκλήματος της ληστείας καθώς επίσης περιέχει πλήρη αιτιολογία και για την από τον καθένα εξ αυτών τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Δέχεται, δηλαδή, ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού, δηλαδή μετά από συναπόφαση, ετέλεσαν το έγκλημα της ληστείας, αναφέροντας και τις επί μέρους πράξεις ενός εκάστου [επιδρομή (ενός εκάστου) στα γραφεία της επιχειρήσεως, απειλή εκ μέρους ενός εκάστου προς τους υπαλλήλους της επιχειρήσεως, πυροβολισμούς από καθένα εξ αυτών με το όπλο KALASHNIKOV που (καθένας) έφερε παρανόμως μαζί του και μάλιστα οκτώ πυροβολισμούς από τον αναιρεσείοντα Α.

Σ. και άγνωστο αριθμό πυροβολισμών από τον Χ.Γ.] και ότι ο καθένας τους χωριστά ετέλεσε το έγκλημα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, πράξη (οπλοχρησίας) που ετέλεσαν κατά τη διάπραξη του εγκλήματος της ληστείας. Εξάλλου ναι μεν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμηση και την απολογία του εκ των κατηγορουμένων Γ.Π. (ο οποίος δεν είναι αναιρεσείων) δοθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, πλην όμως η λήψη και αξιολόγηση αυτής από το δικαστήριο δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δικ., γιατί δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής των αναιρεσειόντων.

Επίσης, ναι μεν προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμηση μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρος Δ.Κ. ενώπιον της Ανακρίτριας του ΣΤ’ Τμήματος Θεσσαλονίκης, η οποία δεν φέρεται αναγνωσθείσα, πλην όμως αυτή η αναφορά οφείλεται σε προφανή παραδρομή και έγινε ως εκ περισσού, αφού ο εν λόγω μάρτυρας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της αποφάσεως, εξετάσθη ενώπιον του ακροατηρίου και οι αναιρεσείοντες προέβησαν στις δέουσες παρατηρήσεις επί της καταθέσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δικ., ώστε εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα εδημιουργήθηκε.

Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αμφοτέρων των αιτήσεων (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ’ Κ.Ποιν.Δικ.) και περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Α. Σ. (άρθρ. 510 παρ. 1 Α’ Κ.Ποιν.Δικ.) προελθούσης από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του Γ.

Π. και της μη αναγνωσθείσης, αλλά ληφθείσης υπόψη ανακριτική καταθέσεως του μάρτυρος Δ.Κ., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος, ο περί ελλείψεως αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει αμφότερες οι αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 26 Ιουλίου 2004 και 19 Ιουλίου 2004 αιτήσεις των Α. Σ. και Χ. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 548-549/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ