Legislator Case Law & Legislation
853/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, remanding case to re-evaluate joint litigation necessity.

Case Number 853/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the inadmissibility of the appeal for the remaining appellants while dismissing it for those who failed to appear. The court found that the lower court incorrectly assumed mandatory joint litigation due to a procedural error by the state regarding the appeal deadline. Consequently, the decision to reject the appeal was overturned for the absent parties, and the case was remanded to the Court of Appeal for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1), 104 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(14), 580(3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine the necessity of joint litigation independently; if the lower court erred in finding mandatory joint litigation due to a procedural defect by the state, the appeal against the inadmissibility ruling must be allowed and the case remanded.

Keywords

AI generated
mandatory joint litigation appeal inadmissibility Code of Civil Procedure procedural defect remand for retrial joint defendants appeal deadline

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1), 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No specific cited cases were mentioned in the provided text.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 853/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)……, 28)……….

Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 25, 26, 28 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μανώλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 6, 7, 14, 21, 22, 23, 24, 27 αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, δια των προτάσεών του δήλωσε ότι το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος είναι Τ. Μ. και όχι Κ. Μ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και ότι το ορθό όνομα της υπό στοιχείο 23 αναιρεσείουσας είναι Σ. Μ. και όχι Σ. Μ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)……., 15)….., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 16) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/1/2008 και 24/1/2008 (6) ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16924/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2/4/2013 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 406/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 23, 24, 25, 26, 28 αναιρεσείοντες με την από 20/2/2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Μουζάκη ανέγνωσε την από 2/1/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα ακόλουθα: α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.

Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών.

Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.Α.Π. 14/2015).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ.β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-02-2018 κλήση επανέφεραν προς συζήτηση την υπό κρίση από 02-04-2013 αίτηση αναίρεσης, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 04-03-2019, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την παρούσα δικάσιμο (09-03-2020), οι πρώτος έως και πέμπτος, έβδομος έως και δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος έως και εικοστός, εικοστός τρίτος έως και εικοστός έκτος και εικοστός όγδοος των αναιρεσειόντων, μετά την κήρυξη της συζήτησης αυτής ως απαράδεκτης με την με αριθ. 406/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης και την από 06-03-2020 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των παρακάτω αναφερομένων αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσείοντες: 1ος (ως προς το ονοματεπώνυμο του οποίου έγινε διόρθωση με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, όπως αναφέρεται στα πρακτικά από το εσφαλμένο Κ.

Μ. στο ορθό Τ. Μ.), 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12η, 13ος, 15ος, 16ος, 17ος,18ος, 19ος, 20ος, 25ος, 26ος και 28ος εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Παναγιώτη Μανώλη ως πληρεξούσιο αυτών, με δήλωση. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους των παραπάνω παραστάντων αναιρεσειόντων, καθώς και των 23ης (ως προς το ονοματεπώνυμο της οποίας έγινε διόρθωση με δήλωση του ίδιου ως δικηγόρου, όπως αναφέρεται στα πρακτικά από το εσφαλμένο Σ.

Μ. στο ορθό Σ. Μ.) και 24ου (Ι. Ο.), οι οποίοι είναι μεταξύ των καλούντων, που επέσπευσαν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την από 20-02-2018 κλήση, αλλά δεν εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω δικηγόρο και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες . Εξάλλου, οι λοιποί αναιρεσείοντες (6ο, 7ο, 14ο, 21ο, 22ο, και 27ο), οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε προκύπτει ότι επέσπευσαν νομότυπα τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού, οι μεν 6ος,14ος, 21ος, 22ος και 27ος από αυτούς δεν περιλαμβάνονται στους καλούντες της από 20-02-2018 κλήσης, ο δε 7ος αναιρεσείων (6ος καλών) δεν είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, ενώ δεν κλήθηκαν από τους αντιδίκους τους, είναι δικονομικώς απόντες.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς . Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ.11439Β/21-12-2018, 11445Β/24-12-2018, 11441Β/21-12-2018, 11438Β/21-12-2018, 11433/21-12-2018, 11437Β/21-12-2018, 11440/21-12-2018, 11434Β/21-12-2018,11446Β/24-12-2018,11448Β/28-12-2018, 11444Β/24-12-2018, 11442Β/24-12-2018, 11447Β/24-12-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Η.

Στεφανή, καθώς και τις υπ' αριθ. 2166Β/27-12-2018 και 3622Β/3-12-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Ά. Γ. Δ., προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 210/11-2-2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται ανωτέρω, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 1ο έως 13ο, 15ο και 16η αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 18 τη δικάσιμο της 4-3-2019, κατά την οποία οι άνω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ.122 παρ.1, 123, 126 παρ.1περ.α, 128 παρ.1-3, 230 παρ.2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι άνω αναιρεσίβλητοι και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9-3-2020, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι αυτοί όφειλαν να παραστούν, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.

Όμως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατατέθηκε, κατά το άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη συζήτηση, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επίσπευση των πρώτου έως και τέταρτου των ήδη αναιρεσίβλητων εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 14-11-2007 το αναφερόμενο στην ως άνω έκθεση κληροτεμάχιο με τα κτίσματα που υπήρχαν σ' αυτό της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...".

Το εν λόγω ακίνητο εκπλειστηριάστηκε αντί του συνολικού ποσού των 1.650.544,00 ευρώ και συντάχθηκε σχετικώς, η υπ' αριθμ. 923/14-11-2007 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ουρανίας Καβάση. Στη συνέχεια, επειδή το πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, η προαναφερθείσα συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, συνέταξε τον υπ' αριθμ.969/2008 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε για έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 16.156,95 ευρώ κατέταξε στο σύνολο του από 1.634.387,05 ευρώ πλειστηριάσματος, που είχε απομείνει, την δικηγόρο της καθ' ης η απαίτηση Μ.

Χ., τους ανακόπτοντες - καθ' ων οι ανακοπές εργαζόμενους, ως γενικούς προνομιούχους δανειστές, οριστικά και τελεσίδικα για τις απαιτήσεις αυτών, που τους είχαν επιδικαστεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και τυχαία υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησής τους, για όσες απαιτήσεις δεν θα τους είχαν επιδικαστεί τελεσίδικα.

Για την περίπτωση δε που δεν θα τελεσιδικούσαν οι απαιτήσεις των ανωτέρω (συνολικού ποσού 1.419.827,47 ευρώ) κατατάχθηκαν επικουρικά στο μεν 1/3 η Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων για ποσό 147.149,85 ευρώ προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής της, στη συνέχεια το .... για ποσό 326.125,97 ευρώ για μερική ικανοποίηση της απαίτησής του, και στα 2/3, δηλαδή σε ποσό 946.551,65 ευρώ, κατατάχθηκε επικουρικά η ALPHA BANK ως πρώτη προσημειούχος δανείστρια προνομιακά τυχαία και υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησής της, εφόσον δε δεν τελεσιδικούσε η απαίτηση αυτής κατατάχθηκε για το ποσό των 300.000 ευρώ η Τράπεζα Κύπρου (στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ") ως προσημειούχος δανείστρια προνομιακά και τυχαία και υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησής της, και το υπόλοιπο ποσό των 646.551,65 ευρώ, θα ελάμβανε το ΙΚΑ, ενώ αν δεν τελεσιδικούσε η απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου, ολόκληρο το ποσό των 946.551,65 ευρώ θα λάμβανε το ΙΚΑ.

Κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εξής έξι (6) ανακοπές: Οι υπό στοιχεία Β',Γ',Δ' και Ε' με αριθ. κατάθ. 4165/29.01.2008, 4167/29.01.2008, 4169/29.01.2008 και 4171/29.01.2008 ανακοπές, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, που στράφηκαν καθ' ομάδες κατά περισσοτέρων καταταγέντων δανειστών και ειδικότερα:

α) Αφενός μεν κατά των δεκατριών (13) πρώτων αναιρεσιβλήτων (και της Σ. Γ.), προσβάλλοντας την οριστική κατάταξη αυτών, με αιτιάσεις που ανάγονταν στην ύπαρξη των αναγγελθεισών αξιώσεών τους και ζητώντας να αποβληθούν πλήρως από τον προσβληθέντα πίνακα κατάταξης οι καταταγείσες αξιώσεις των καθ' ων και το ποσό που θα απελευθερωθεί να διατεθεί για την προνομιακή ικανοποίηση των δικών τους αναγγελθεισών αξιώσεων, β) Και αφετέρου κατά της "...", του ...., της "..." (14ης, 15ου, και 16ης των αναιρεσιβλήτων) και του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλοντας την επικουρική κατάταξη αυτών, για λόγους που ανάγονταν στην τάξη της (επικουρικής) κατάταξης αυτών, και ζητώντας να καταταγούν επικουρικά στο σύνολό τους οι δικές τους αναγγελθείσες αξιώσεις, προνομιακά (τυχαία μεν, όσες δεν είχαν επιδικασθεί ακόμη τελεσίδικα, οριστικά δε οι υπόλοιπες, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις), προς πλήρη ικανοποίηση αυτών, πριν τη διαίρεση του υπολοίπου του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3.

Επιπλέον, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν: η υπό στοιχείο Α' με αριθ. καταθ.3431/24-1-2008 ανακοπή των 13 πρώτων αναιρεσβλήτων-εφεσιβλήτων και της Σ. Γ., την οποία έστρεψαν αυτοί εναντίον των αναιρεσειόντων, της Κ. Γ. και της δικηγόρου Μ. Χ. και, τέλος, η υπό στοιχείο ΣΤ' ανακοπή με αριθ. καταθ.4305/29-1-2008 της 14ης αναιρεσίβλητης-εφεσίβλητης (...), που στράφηκε εναντίον των αναιρεσειόντων και των λοιπών καταταγέντων, πλην των Ι.

Κ., Ν. Χ. και των επικουρικώς καταταγέντων δανειστών. Όλες οι προαναφερθείσες (έξι) ανακοπές συνεκδικάσθηκαν, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την με αριθ. 16924/2009 οριστική απόφασή του απέρριψε τις ανωτέρω πέντε υπό στοιχεία Α',Β',Γ',Δ'και Ε' ανακοπές, ενώ δέχθηκε εν μέρει την υπό στοιχείο ΣΤ' ανακοπή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και μεταρρύθμισε τον ανωτέρω πίνακα κατάταξης, αποδεσμεύοντας συνολικά μέρος του πλειστηριάσματος ποσού 1.441.774,32 ευρώ, στο οποίο κατέταξε την ανωτέρω ανακόπτουσα τυχαία και προνομιακά και υπό τον όρο τελεσιδικίας της απαίτησής της.

Ειδικότερα απέβαλε όλους τους αναιρεσείοντες και την Κ. Γ. για το συνολικό ποσό των 1.127.586,52 ευρώ που είχαν καταταγεί, μερικά την δικηγόρο Μ. Χ. για ποσό 82.207,48 ευρώ και μερικά τους λοιπούς καθών η ΣΤ'ανακοπή για ποσό 231.980,32 ευρώ. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες και η δικηγόρος Μ. Χ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εφέσεις κατά της ανωτέρω απόφασης.

Επί των εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 210/11-2-2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε και τις δυο εφέσεις ως απαράδεκτες, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτών. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες με το από 07.11.2011 με αριθ. κατάθ. 3813/22.11.2011 δικόγραφο έφεσης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ζήτησαν:

α) Ως ανακόπτοντες (καθ' ομάδες) στις ανωτέρω τέσσερις ανακοπές (Β,Γ,Δ,Ε) και στρεφόμενοι εναντίον όλων (των 17) εφεσιβλήτων και καθ' ων οι ως άνω ανακοπές (μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο, ως 15ο εφεσίβλητο), να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που απέρριψε τις ανακοπές τους.

β) Ως καθ' ων της έκτης (ΣΤ') ανακοπής και στρεφόμενοι μόνο κατά της ανακόπτουσας με την ανακοπή αυτή τράπεζας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (όχι δε και κατά του Ελληνικού Δημοσίου), να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που δέχθηκε την ανακοπή αυτή και απέβαλε τις καταταγείσες αξιώσεις τους από τον επίδικο πίνακα.

γ) Ως καθ' ων της πρώτης ανακοπής (Α) και στρεφόμενοι κατά των 13 πρώτων εφεσιβλήτων και ανακοπτόντων και ήδη 13 πρώτων αναιρεσιβλήτων (μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν άσκησε καμία ανακοπή), να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που έκρινε ως ουσία βάσιμο τον περί εικονικότητας των απαιτήσεων ορισμένων από αυτούς λόγο της πρώτης ανακοπής.

Ακολούθως το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν ήταν εφεσίβλητο στα ανωτέρω υπό στοιχ. β' και γ' μέρη της έφεσης, με τις από 17.12.2012 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως (15°) εφεσίβλητο στο τμήμα της ανωτέρω υπό στοιχ. α' μόνο έφεσης, που αφορούσε μόνο τις τέσσερις υπό στοιχ.

Β', Γ', Δ' και Ε' ανακοπές (όχι δε και τις υπό στοιχ. Α' και ΣΤ') προέβαλε ένσταση εκπροθέσμου της έφεσης . Ενόψει της ένστασης αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το ως άνω δικόγραφο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, ως προς όλους τους εφεσίβλητους και ως προς όλες τις ανακοπές, που συνεκδικάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με την κρινόμενη από 02-4-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω με αριθμ. 210/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην της 17ης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, από τους εκκαλούντες της με αριθ. 3813/22-11-2011 έφεσης, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, όπως ανωτέρω εκτίθεται .

Η αίτηση αναίρεσης, πλην του μέρους που αφορά τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (ΑΠ 1236/2007). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 75 Κ.ΠολΔ.

προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας η μεταξύ των περισσότερων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διάφορων σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπολοίπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο η προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της έφεσης μόνον κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίον έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους (ΑΠ 910/2007, ΑΠ 1625/2005). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του γίνεται μεν με ενιαία πράξη ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.

Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο από τους δανειστές κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή που απευθύνθηκε κατά άλλου δανειστή.

Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών. Για τον ίδιο λόγο το ένδικο μέσο που ασκείται κατά της απόφασης που εκδόθηκε για την ανακοπή δεν απευθύνεται εναντίον όλων των δανειστών που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομοδίκων του δανειστών.

Όταν, όμως, ασκείται κοινή ανακοπή από ή κατά περισσότερων δανειστών ή συνεκδικάζονται ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, (οπότε, για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων από τους καθ' ων οι ανακοπές), υφίσταται μεταξύ των περισσότερων ανακοπτόντων και των περισσότερων καθ' ων οι ανακοπές αναγκαστική ομοδικία (ΑΠ 189/2016, ΑΠ175/2011, AΠ 1026/2010, ΑΠ 1229/2008, ΑΠ 1226/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο πάρα το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Μέσω του παραπάνω, από το άρθ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την απ' αυτούς ασκηθείσα (από 7.11.11 και με αριθμ.

καταθ. 3813/11) έφεση κατά της 16924/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφενός απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι τέσσερις ανακοπές αυτών με αριθμ. καταθ. 4165/29.01.2008, 4167/29.01.2008, 4169/29.01.2008 και 4171/29.01.2008, καθώς και η μετ' αυτών συνεκδικασθείσα με αριθμ. καταθ. 3431/24-1-2008 ανακοπή των 13 πρώτων αναιρεσιβλήτων εναντίον τους και αφετέρου έγινε δεκτή εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη η με αριθμ.

καταθ. 4305/29-1-2008 κατ' αυτών επίσης στρεφόμενη ανακοπή της 14ης αναιρεσίβλητης, δεχθείσα εσφαλμένως ότι η με επιμέλεια του εκ των ομοδίκων Ελληνικού Δημοσίου γενομένη προς την πληρεξούσια, κατά την πρωτόδικη δίκη, δικηγόρο αυτών (Παρασκευή Καρακολίδου) επίδοση της εκκληθείσας απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ως άνω πρωτόδικης απόφασης αφετηρίασε την προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης όχι μόνο ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και αυτούς (αναιρεσείοντες) προς τους οποίους έγινε η επίδοση, αλλά και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους του ως άνω Ελληνικού Δημοσίου, που δεν κοινοποίησαν ή προς τους οποίους δεν κοινοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση, με αποτέλεσμα να προβεί στην απόρριψη ως εκπρόθεσμης, της παραπάνω έφεσής τους, όχι μόνο κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ορθώς) αλλά, εσφαλμένως, και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών απλών ομοδίκων αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η τελευταία δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Με την με αριθμ. καταθ. 3813/22-1 1-2011 ένδικη έφεση εκκαλείται η 16924/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί των με αριθμούς εκθ.

καταθ. A / 3431/2008, Β / 4615/2008, Γ/ 4167/2008, Δ 4169/2008, Ε/ 4171/2008 και ΣΤ/ 4305/2008 (6) ανακοπών. Η ένδικη έφεση ασκείται από τους ηττηθέντες ανακόπτοντες των υπό στοιχεία Β', Γ', Δ' και Ε' ανακοπών. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 21265/26-1-2011 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η.

Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της τελευταίας (εκκαλουμένης απόφασης) επιδόθηκε νομίμως (με επιμέλεια του Ελ. Δημοσίου) στην αντίκλητο, πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) Παρασκευή Καρακολίδου, η οποία ήταν πληρεξούσια δικηγόρος των ανακοπτόντων στην πρωτόδικη δίκη, υπογράφει δε και ασκεί για λογαριασμό των εκκαλούντων την ένδικη (από 7.11.11 και με αριθμ.

καταθ. 3813/11) έφεση, την 26-1-2011 και επομένως η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως άρχισε την επόμενη Πέμπτη 27 Ιανουάριου 2011, έληξε δε την Δευτέρα 28-2-2011, ενόψει του ότι η τελευταία ημέρα 27 Φεβρουάριου ήταν Κυριακή. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της (παραπάνω) έφεσης, αυτή κατατέθηκε από την δικαστική πληρεξούσια των εκκαλούντων στην γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22-11-2011 ήτοι μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας (βλ.

την υπ' αριθ. 3813/22-11-2011 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Επομένως, πρέπει η έφεση να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, καθισταμένης δεκτής και της σχετικής ενστάσεως του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, την ένδικη (από 7.11.11 και με αριθμ.

καταθ. 3813/11) έφεση των αναιρεσειόντων και κατά το μέρος που αυτή (έφεση) στρεφόταν κατά των τώρα αναιρεσιβλήτων (και τότε εφεσιβλήτων) δεχθείσα, εσφαλμένως ότι, η με την με αριθ. 21265/26-1-2011 έκθεση βεβαιούμενη επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που έγινε με επιμέλεια του εκ των ομοδίκων Ελληνικού Δημοσίου, προς τη νομίμως κατά την πρωτοβάθμια δίκη παραστάσα πληρεξούσια δικηγόρο αυτών (αναιρεσειόντων - εκκαλούντων) αφετηρίασε την από το άρθρο 518 ΚΠολΔ τασσομένη για την άσκηση έφεσης 30νθήμερη προθεσμία όχι μόνο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων), με αποτέλεσμα η κατά την 22-11-2011 ασκηθείσα έφεση αυτών (αναιρεσειόντων) να κριθεί (ορθώς) εκπρόθεσμη ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και σε βάρος των λοιπών διαδίκων - ομοδίκων του Ελληνικού Δημοσίου-της πρωτοβάθμιας δίκης προς τους οποίους δεν προέκυπτε (ούτε άλλωστε έγινε σχετική επίκληση) ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, με αποτέλεσμα η απόρριψη της ένδικης έφεσης ως προς τους εν λόγω διαδίκους να κρίνεται εσφαλμένη, αφού ως προς αυτούς δεν είχε αρχίσει τρέχουσα η παραπάνω προθεσμία, ενόψει του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, χαρακτήρα της συνδέουσας τους ομοδίκους ομοδικίας ως απλής και όχι αναγκαστικής (αρχικής ή επιγενομένης).

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αριθ.16924/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν ανέκυψε ζήτημα σύγκρισης των περισσοτέρων απαιτήσεων μεταξύ τους, αφού οι υπό στοιχεία Β', Γ',Δ', Ε' ανακοπές, κατά το μέρος που κρίθηκαν νόμιμες, απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, επειδή δεν αποδείχθηκε η έκταση του προνομίου των αναγγελθεισών απαιτήσεων των ανακοπτόντων, η υπό στοιχείο Α' ανακοπή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει η υπό στοιχείο ΣΤ' ανακοπή, διότι δέχθηκε το Δικαστήριο ότι για μεν τους 1η έως και το 12ο των καθών η ανακοπή οι προνομιακές απαιτήσεις τους ήταν μικρότερες, ενώ για τους λοιπούς των καθών ότι δεν αποδείχθηκε είτε η ύπαρξη είτε η έκταση του προνομίου αυτών.

Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν υπήρξε διάδικος στις 2 (υπό στοιχεία Α'και ΣΤ') από τις 6 ανακοπές που συνεκδικάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν τίθεται εκ των πραγμάτων θέμα αρχικής ή επιγενομένης αναγκαστικής ομοδικίας συνεφέλκουσα, λόγω της, με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου, γενομένης επίδοσης, τον αφετηριασμό της προθεσμίας της έφεσης και ως προς τους λοιπούς (αναγκαίους στην περίπτωση αυτή) ομοδίκους.

Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η προβαλλόμενη με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, πέραν του Ελληνικού Δημοσίου και ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους της έφεσης και να παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 6ο, 7ο, 14ο, 21ο, 22ο και 27ο των αναιρεσειόντων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 210/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από δικαστή άλλο εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (1ου -5ου, 8ου -13ου,15ου-20ου,25ου,26ου και 28ου), τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ