Legislator Case Law & Legislation
853/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on private property rights versus public beach boundaries.

Case Number 853/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a High Court decision that ruled a disputed property was not part of the ancient beach. The State argued the High Court exceeded jurisdiction by reviewing administrative determinations of beach boundaries, while the High Court held that such determinations are judicial matters subject to court evaluation. The Court affirmed that courts are not bound by administrative maps and must independently assess whether land constitutes public beach territory to protect private ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 3, 559(4) of the Code of Civil Procedure; Courts possess independent jurisdiction to determine whether land constitutes public beach territory and are not bound by administrative determinations, thereby protecting private property rights against administrative overreach.

Keywords

AI generated
ancient beach boundaries private property rights administrative overreach judicial evaluation beach land classification jurisdiction limits property ownership protection

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 643/2017
Case 432/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 853/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζ. Κ. Σ., το γένος Ι. Β., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαμάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2018 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ' αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.

β του ΚΠολΔικ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017). Στην περίπτωση όμως που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση ;(ΑΠ 432/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018).

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020).Περαιτέρω,η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 1597/2018).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562 ΚΠοΛΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ791/2018).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι η νομική, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθμ. 14ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αριθ 1 και 14 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, καθόσον αφενός μεν, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ο τρόπος κτήσης των επιδίκων σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11-9-1915 αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης επ'αυτών, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί παλαιού αιγιαλού, αφετέρου δε, ότι δεν γίνεται στο δικόγραφό της σαφής περιγραφή των επιδίκων ακινήτων κατά τα όρια, εμβαδόν και πλευρικές διαστάσεις και συνοδεύεται αυτή (αγωγή) από ένα τοπογραφικό σκαρίφημα χωρίς κλίμακα και όχι από το από Δεκέμβριο2009 τοπογραφικό διάγραμμα με σύγχρονες προδιαγραφές και κρατικές συντεταγμένες που ο δικαιοπάροχός της είχε υποβάλει με την από 10-4-2013 αίτησή του για επανακαθορισμό οριογραμμών αιγιαλού και δεν συμπίπτουν τα ονόματα των φερομένων ως ορίων των επιδίκων μεταξύ των δύο αυτών υποβάθρων. Τον ισχυρισμό δε αυτόν υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενώπιον του Εφετείου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 8-8-2014αγωγής ως αυτή συμπληρώθηκε, παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 ΚΠοΛΔ με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της Ι. Β. κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού κειμένου στην θέση <...> και με την ειδικότερη ονομασία <...> των αγροτικών περιφερειών ...

των δημοτικών κοινοτήτων ..., της δημοτικής ενότητας ..., εμβαδού 18529,48 τμ το οποίο χωρίζεται από αγροτικό δρόμο πλάτους 4μ σε δύο τμήματ,α εκ των οποίων, το άνωθεν του δρόμου τμήμα εμβαδού 3602τμ συνορεύει Βόρεια με αγροτικό δρόμο, Νότια με ιδιοκτησία Β. Κ., Ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Β.

Κ., όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην παρούσα (αγωγή) ως άνω τοπογραφικό σκαρίφημα με τα κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Ζ,Η,Θ,Ι,Ζ και το κάτωθεν του δρόμου τμήμα, εμβαδού 14927τμ,που συνορεύει Βόρεια με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, Νότια με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με το επάνω του αγροτικού δρόμου τμήμα του ακινήτου, Ανατολικά με ιδιοκτησία Τ.

πρώην Λ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ.., όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο ως άνω σκαρίφημα με τα κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Κ. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του πατέρα της ενάγουσας με παράγωγο τρόπο (συμβολαιογραφικά έγγραφα και μεταγραφή αυτών), άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του ίδιου κα επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα, καθώς και με αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Από το ως άνω λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο ο πατέρας της Ι. Β. μεταβίβασε σ'αυτήν με γονική παροχή και δυνάμει του υπ' αριθ …/…-12-2011 συμβολαίου του Συμ/φου Λήμνου Δημητρίου Ναρλιώτη νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του ενιαίου Υποθηκοφυλακείου Λήμνου ένα ανεξάρτητο, συγκεκριμένο και σαφώς οριοθετημένο τμήμα αυτού εμβάδού 3.334,69 τ.μ.

συνορευόμενο γύρωθεν Βορείως με παραλιακή οδό (δημοτική), και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, Νότια με αγροτική οδό, Ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Β. και Δυτικά με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ.. όπως τούτο εμφαίνεται με τα στοιχεία του Ελληνικού αλφαβήτου Κ, Λ, Μ, Ν, Υ, Τ, Κ στο προσαρτώμενο και αποτελούν ενιαίο σύνολο με την παρούσα (αγωγή) από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό σκαρίφημα.

Έτσι είναι αποκλειστικά κυρία, νομέας και κάτοχος του ως άνω λεπτομερώς περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο περιήλθε σ'αυτήν από τον δικαιοπάροχο πατέρα της Ι. Β., σ' αυτόν δε είχε περιέλθει με τον προαναφερόμενο τρόπο. Το λεπτομερώς περιγραφόμενο ως άνω ακίνητο, από της κατά τα άνω περιελεύσεως τούτου σ' αυτήν, αλλά και προ αυτής ήταν περιφραγμένο από όλες τις πλευρές με πασσαλοσυρματοπερίφραξη και με αδιαμφισβήτητα και σαφώς προσδιορισμένα όρια, έκτοτε δε το εξουσιάζει, κατέχει και νέμεται, ασκώντας όλες τις πράξεις κυριότητας, νομής και κατοχής που προσιδιάζουν σ' αυτό, ήτοι το επισκέπτεται τακτικά, το επιβλέπει, το τοπογράφησε και το μισθώνει σε αγρότες για την καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων (βαμβάκι, σουσάμι, αμπέλι κ.λ.π), όπως έπραττε πριν από αυτήν ο δικαιοπάροχός της και οι δικαιοπάροχοι του δικαιοπαρόχου της από αμνημονεύτου χρόνου αδιατάρακτα, αδιαμφισβήτητα και ανεπίληπτα μέχρι και σήμερα.

Όμως, το Ελληνικό Δημόσιο δια της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Λέσβου χαρακτήρισε ως παλαιό αιγιαλό τμήμα του ως άνω ακινήτου ιδιοκτησίας της το οποίο βρίσκεται στην αυτήν ως άνω θέση και στο Βόρειο τμήμα του όλου άνωθεν και κάτωθεν του δρόμου ακινήτου εμβαδού 936 τ.μ., έχει σχήμα τραπεζίου όπως τούτο εμφαίνεται με τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου Λ, Μ, Ν, Υ, Λ στο προσαρτώμενο στην παρούσα και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτήν από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό σκαρίφημα και συνορεύει Βόρεια επί πλευράς ΜΝ μήκους μέτρων 28 περίπου με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, Νότια επί πλευράς ΑΥ μήκους μέτρων 20 περίπου με υπόλοιπο ιδιοκτησίας μου, Ανατολικά επί πλευράς ΥΝ μήκους μέτρων 39 περίπου με ιδιοκτησία Ι.

Β. και Δυτικά επί πλευράς ΛΜ μήκους μέτρων 39 περίπου με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ... Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος αυτού. Το εναγόμενο αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, το επίδικο αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού και ότι, ως εκ τούτου, είναι δημόσιο κτήμα.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ,προκύπτει ότι το Εφετείο για το άνω θέμα δέχθηκε τα εξής:< ... Πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη.

Ειδικότερα, το επίδικο εδαφικό τμήμα περιγράφεται επαρκώς κατά όρια, εμβαδόν και θέση εντός του μείζονος ακινήτου, ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες περί της πραγματικής του ταυτότητος, ενώ από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτό εκτίθεται καθ' υποφοράν ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας επί του επιδίκου, τόσο παραγώγως όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και με την αναφορά συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων επ' αυτού.

Σημειωτέον, ότι η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι την 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού (ένστασης), με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κρίνεται αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός (δεύτερος) λόγος εφέσεως >.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1 και 14 ΚΠοΛΔ. Συγκεκριμένα, αναφέρεται τόσο καθ' υποφορά στο δικόγραφό της αγωγής όσο και στις προτάσεις, ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου ,ο τρόπος κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας με αναγωγή ως την πρωτότυπη κτήση, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως κυριότητας με χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο, ενώ επίσης περιγράφεται λεπτομερώς το επίδικο ακίνητο κατά όρια, εμβαδόν και θέση εντός του μείζονος ακινήτου του οποίου αποτελεί τμήμα, αφού η ενάγουσα προσδιορίζει σε ποιο σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου βρίσκεται τούτο, αναφέρει τους όμορους ιδιοκτήτες και επιπλέον αν και δεν απαιτείται ενσωματώνει και τοπογραφικό σκαρίφημα στην αγωγή, έτσι ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού. Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).

Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν επίσης κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ 8β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, αν και προέβαλε πρωτόδικα και με την έφεσή του <πράγματα > τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι προέβαλε ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής συνιστάμενη, αφενός στο γεγονός ότι παρόλο που αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία δεν επικαλέστηκε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο μέχρι την 11-9-1915 και, αφετέρου ότι δεν περιγράφεται επακριβώς το επίδικο ακίνητο, εντούτοις, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς του . Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από τις προπαρατεθείσες στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους πιο πάνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε.

3.Περαιτέρω,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Προκειμένου, μάλιστα, να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, αποκλείεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 253/2019).

Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλήρως αιτιολογημένη, καθόσον δεν απάντησε επί όλων των, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβαλλόμενων ισχυρισμών, δηλαδή περί αοριστίας της αγωγής συνιστάμενη, αφενός στο γεγονός ότι αν και αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία δεν επικαλέστηκε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο μέχρι την 11-9-1915 και αφετέρου ότι δεν περιγράφεται επακριβώς το επίδικο ακίνητο καθώς και ότι δεν προκύπτουν από αυτήν αναλυτικά όρια και πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου, γιατί συνοδεύτηκε από ένα τοπογραφικό σκαρίφημα αντί του από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικού διαγράμματος. Επίσης, ότι δεν συμπίπτουν τα ονόματα των ορίων του επιδίκου μεταξύ των δύο ανωτέρω τοπογραφικών υποβάθρων, δεν έγινε εφαρμογή των τίτλων από έκθεση μηχανικού και δεν αναφέρεται ο τρόπος που αποκτήθηκε (συμβόλαια ή χρησικτησία), ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα η μετάσταση της κυριότητας στην καθεμιά από τις δύο αυτές περιπτώσεις.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του του ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, πριν εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

4. Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρα 967, 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.

Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.

Ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940, 967 και 968 ΑΚ, όσο και κατά τις διατάξεις του προυσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν93βασΒβ,ν96,112πανδ 50.16 και άρθρο 15 του ν. <περί διακρίσεως κτημάτων > της 10-7-1837) η δε κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής (ΑΠ 116/2018).

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις συνηθισμένες μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως, αυτός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός δε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι, επομένως, δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 1141/2019). Εξάλλου,κατά το άρθρο 1033 ΑΚ <Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", κατά δε το άρθρο 1192 ΑΚ "Μεταγράφονται στο βιβλίο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου: 1. οι εν ζωή δικαιοπραξίες..., με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητα 2.

Οι επιδικάσεις ή οι προσκυρώσεις που γίνονται από την αρχή ή οι κατακυρώσεις κυριότητας ή εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο 3. οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου 4. οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για εμπράγματη δικαιοπραξία πάνω σε ακίνητο 5.

οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο σε ακίνητο, που έχουν κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία.", ενώ κατά το άρθρο 1198 ΑΚ "Χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193 δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο." Επομένως, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται κατ'άρθρο 1033ΑΚ συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του.

Εξάλλου, η δια συμβάσεως πωλήσεως μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου δεν διαφοροποιείται νομικώς της μεταβιβάσεως κατόπιν παραχωρήσεως, και η τελευταία ως μονομερής διοικητική πράξη υπόκειται κατά κύριο λόγο στις αρχές και τους κανόνες του διοικητικού δικαίου, συμπληρωματικώς δε στις ισχύουσες για τις μεταβιβάσεις ρυθμίσεις του ιδιωτικού δικαίου.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι και στην περίπτωση της παραχώρησης η μετάθεση της κυριότητας συντελείται, σύμφωνα και με θεμελιώδη αρχή του εμπραγμάτου δικαίου που επιβάλλει την τυπική δημοσιότητα όλων των επί των ακινήτων εμπραγμάτων μεταβολών ως απαραίτητη προϋπόθεσή τους (βλ. ιδίως τα άρθρα 1192,1033ΑΚ) χάριν και της προστασίας καλόπιστων τρίτων, με την μεταγραφή αυτής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051AK, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση πράξεων νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α.(AΠ 116/2018).

Περαιτέρω, ο νόμος 3986/2011 ορίζει στο άρθρο 1 ως ισχύει τροποιηθέν με άρθρο 7 παρ 8α ν 4038/2012 ότι <1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (Ταμείο). Το Ταμείο έχει αποκλειστικό σκοπό την Αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και περιουσιακών στοιχείων "Ν.Π.Δ.Δ.

ή" των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και με εγγυήσεις πλήρους διαφάνειας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των εσόδων. Τα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται στο Ταμείο, σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις.2..

Το προϊόν αξιοποίησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της χώρας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 17 του επόμενου άρθρου. 3. Το Ταμείο λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σε αυτό, καθώς και στις εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο, οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσων ρητά ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. 4.

Το Ταμείο διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου>, ενώ στο άρθρο 2ως ισχύει τροποιηθέν με άρθρα 74 παρ 1, 2 και 3 ν 4172/2013, 7 παρ 8β, γ και δ του ν. 4038/2012, 3 παρ 1α του ν. 4092/2012, αρθ 53 παρ 3 ν.4305/2014<4. Στο Ταμείο μεταβιβάζονται και περιέρχονται, χωρίς Αντάλλαγμα:

α) Κατά πλήρη κυριότητα, κινητές αξίες εταιρειών από αυτές που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015 του άρθρου 6Α του ν. 2362/1995 (Α` 247) "καθώς και κάθε επόμενου Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρο.

β) Περιουσιακής φύσεως δικαιώματα "εμπράγματα δικαιώματα" δικαιώματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης, "αποκλειστικής ή μη." κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άυλα δικαιώματα και δικαιώματα λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης υποδομών, που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015 του άρθρου 6Α του ν. 2362/1995, καθώς και κάθε επόμενου Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου, ή ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημόσιου, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε δημόσιες επιχειρήσεις των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ.5. Οι κινητές αξίες, τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα ακίνητα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α`, β` και γ` της προηγούμενης παραγράφου μεταβιβάζονται και περιέρχονται στο Ταμείο, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.) που προβλέπεται στο άρθρο 3 του ν. 3049/2002 (Α` 212).Με όμοια απόφαση μπορεί να εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Οικονομικών ή άλλο μέλος της Δ.Ε.Α.Α.

να προβαίνει στις αναγκαίες δικαιοπραξίες ή υλικές πράξεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής, μπορεί να μεταβιβάζονται και να περιέρχονται στο Ταμείο χωρίς Αντάλλαγμα, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, και άλλα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου.

Τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία περιέρχονται στο Ταμείο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και το Δημόσιο απεκδύεται κάθε δικαιώματος του επί αυτών από τη δημοσίευση της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων και προκειμένου για τη μεταβίβαση στο Ταμείο της κυριότητας, νομής και κατοχής ακινήτων, στη Δ.Ε.Α.Α.

συμμετέχει αντί του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο Υπουργός στη διαχειριστική αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το ακίνητο που μεταβιβάζεται και περιέρχεται στο Ταμείο... 6. " Μετά" από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. σύμφωνα με την παράγραφο 5 για τη μεταβίβαση και περιέλευση στο Ταμείο της κυριότητας ή άλλου εμπράγματος δικαιώματος επί ακινήτου, εκδίδεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, στην οποία περιλαμβάνονται η ταυτότητα του ακινήτου και το δικαίωμα του Ταμείου επ' αυτού, με μνεία της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α.

για τη μεταβίβαση του δικαιώματος αυτού στο Ταμείο. "Η απόφαση καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του ακινήτου ή στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο, όπου αυτό λειτουργεί. ..12.Από τη δημοσίευση της απόφασης της ΔΕΑΑ που προβλέπεται στην παρ 5,το περιουσιακό στοιχείο περιέρχεται στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Ταμείου, ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου .Για τυχόν δικαιώματα του επί του περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάζεται στο Ταμείο, ο τρίτος έχει αποκλειστικό δικαίωμα αποζημιώσεως, έναντι μόνον του Δημοσίου, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στις παρ 8κα9 ενώ η παρ 8 ορίζει ότι " Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων μπορεί να κηρύσσονται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, για λόγους μείζονος σημασίας δημοσίου συμφέροντος, αν κρίνονται αναγκαία για την αξιοποίηση περιουσιακού στοιχείου του Ταμείου ή εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή αν κρίνονται αναγκαία για την πραγματοποίηση επενδυτικού σχεδίου ειδικού διαδόχου του Ταμείου ή εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο.

Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Ταμείου ή υπέρ της εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή υπέρ του ειδικού διαδόχου αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στην απόφαση με την οποία κηρύσσεται η απαλλοτρίωση. Αν η απαλλοτρίωση κηρύσσεται σε ακίνητο επί του οποίου αναγνωρίστηκαν δικαστικώς, μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στο Ταμείο ή μετά την περιέλευση στο Ταμείο εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο, εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, η δαπάνη της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση βαρύνει το Δημόσιο.

Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν λαμβάνεται υπόψη προσαύξηση της αξίας του απαλλοτριούμενου, η οποία οφείλεται στην νομή ή στην κατοχή του ακινήτου από το Ταμείο ή από εταιρεία της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή που οφείλεται στην πολεοδομική ωρίμανση και την επενδυτική ταυτότητα του ακινήτου, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του επόμενου Κεφαλαίου του παρόντος νόμου..

Περαιτέρω, με την παρ 17 της 234/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ(ΦΕΚΒ 1020/25-4-2013) μεταβιβάζονται χωρίς αντάλλαγμα στο ΤΑΙΠΕΔ ,κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και τα ακίνητα που Δημοσίου που βρίσκονται στην νήσο … Νομού … και δη α/α … με ΑΒΚ …,τοπωνύμιο<Αγιος Γεώργιος >,εμβαδού 369000 τμ,είδος ακινήτου <γη>, α/α … με ΑΒΚ …, τοπωνύμιο <...>, εμβαδού 80400 τμ,είδος ακινήτου <γη> και α/α … με ΑΒΚ …,τοπωνύμιο, <...>, εμβαδού 369.800, είδος ακινήτου <γη>.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 196 ν 4389/2016 σχετικά με την ΕΤΑΔ ορίζει ότι < 1. Σκοπός της ΕΤΑΔ είναι να αξιοποιεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με κάθε πρόσφορο μέσο, τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στην κυριότητά της δυνάμει του παρόντος νόμου, τα περιουσιακά στοιχεία τη διαχείριση των οποίων έχει αναλάβει από άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και από δημόσιες επιχειρήσεις το μετοχικό κεφάλαιο των οποίων κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, το Ελληνικό Δημόσιο.4.

Η κυριότητα και νομή όλων των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο "και τον ΕΟΤ" και τα διαχειρίζεται η ΕΤΑΔ σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μεταβιβάζονται αυτομάτως στην ΕΤΑΔ χωρίς αντάλλαγμα, με τις κατωτέρω εξαιρέσεις: α. Αιγιαλοί, παραλίες και παρόχθιες εκτάσεις, υδρότοποι...6.

Άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο δύναται να μεταβιβαστούν στην ΕΤΑΔ με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών... Καμία μεταβίβαση ακινήτου δεν μπορεί να λάβει χώρα, εφόσον είναι αντίθετη στην ελληνική νομοθεσία. 7. Η κυριότητα και νομή επί όλων των ακίνητων του ΤΑΙΠΕΔ, με την εξαίρεση των ακινήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Γ`, το οποίο προσαρτάται στον παρόντα νόμο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από το ΤΑΙΠΕΔ στην ΕΤΑΔ χωρίς αντάλλαγμα. 8.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΤΑΔ αποφασίζει την καταχώριση στα αρμόδια κτηματολόγια της μεταβίβασης κάθε περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάστηκε στην ΕΤΑΔ, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως και 7. Το απόσπασμα κάθε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ, στο οποίο περιγράφονται το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο, τα δικαιώματα της ΕΤΑΔ επί του περιουσιακού στοιχείου, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία για τον σκοπό της καταχώρισης συμπεριλαμβανομένης αναφοράς στη διάταξη του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την οποία έγινε η μεταβίβαση, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της ΕΤΑΔ στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία της περιφέρειας κατά περίπτωση.

Η καταχώριση στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία των περιφερειών πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τη λήψη της σχετικής απόφασης. 9. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως και 7 και η καταχώρηση ή εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία σύμφωνα με την παράγραφο 8 απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, αμοιβή ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του φόρου εισοδήματος για το κάθε μορφής εισόδημα που προκύπτει από τη δραστηριότητα της ΕΤΑΔ, του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, του φόρου έναρξης δραστηριότητας, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ., Ασφαλιστικών Οργανισμών ή τρίτων, δικαιωμάτων συμβολαιογράφων, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδοτικών τελών ή άλλων δαπανών που επιβάλλονται για την καταχώρηση του αποσπάσματος της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 8 στα αρμόδια κτηματολόγια.

Για την καταχώρηση ή εγγραφή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλάκεια της περιφέρειας του ακινήτου αρκεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ και δεν απαιτούνται άλλα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιητικού ενεργείας και της δήλωσης του πολιτικού μηχανικού, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4178/2013 (Α` 174) ή οποιασδήποτε άλλης ισοδύναμης δήλωσης που υποκαθιστά τη δήλωση αυτή. 10.

Οποιοδήποτε από τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στην ΕΤΑΔ σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται να μεταβιβασθεί εκ νέου χωρίς αντάλλαγμα στο Δημόσιο κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ, η οποία εκδίδεται μετά τη λήψη της απαιτούμενης τεχνικής βοήθειας, και με την επιφύλαξη της προσυπογραφής του Εποπτικού Συμβουλίου και έγκρισης του Υπουργού Οικονομικών. 13.Στα ακίνητα του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και δημοσίων επιχειρήσεων που ανήκουν κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία διακατέχονται παρανόμως από τρίτους και μεταβιβάζονται κατά κυριότητας, νομή ή κατοχή στην ΕΤΑΔ,εφαρμόζεται η προβλεπόμενη για την προστασία των δημοσίων κτημάτων νομοθεσία με την άμεση αποβολή των παρανόμως διακατεχόντων αυτά προσώπων και την εφαρμογή εν γένει της σχετικής προστατευτικής για τη δημόσια κτήση νομοθεσίας.

Η ΕΤΑΔ καθίσταται αρμόδια με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία όργανα για τη διενέργεια κάθε αναγκαίας προς τούτο διοικητικής ή δικαστικής ενέργειας.>. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κυριότητα των ακινήτων μεταβιβάζεται, αρχικά, στο ΤΑΙΠΕΔ και μεταγενέστερα, στην ΕΤΑΔ από την μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης τους στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο, γεγονός που αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν 4389/2016( αρθ 196).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ.1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2)>. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε, μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη ως κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000).

Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.

ΑΠ 1/1996, ΑΠ 1226/2019),οπότε και του επιδίδονται όλα τα δικόγραφα και οι αποφάσεις που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους (αρθ 82 ΚΠοΛΔ). Επειδή, δε για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 70ΚΠοΛΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της.

Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 1701/2018).

Περαιτέρω, η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 260/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον, κατ' εκτίμηση, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1και 2 ν 3986/2011, παρ 17 της 234/2013 απόφασης της ΔΕΑΑ και παρ 4, 8 και 13 του άρθρου 196 ν 4389/2016, όσον αφορά τις ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και ΕΤΑΔ ΑΕ, οι οποίες κατέστησαν κυρίες του επίδικου, με την μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης της κυριότητάς του σ'αυτές, στις 31-12-2018 και 11-2-2019 αντίστοιχα, και κατά των οποίων έπρεπε να στρέφεται η αγωγή ομού μετά του Ελληνικού Δημοσίου, ως νομιμοποιουμένων παθητικά, πριν την άσκηση της αγωγής, άλλως αν η μεταβίβαση έλαβε χώρα μετά την άσκηση της αγωγής να κοινοποιείται στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, κάτι που δεν έλαβε χώρα στην προκείμενη περίπτωση και, ως εκ τούτου, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της, όπως υποστήριξε πρωτοδίκως και με τον πρώτο λόγο της έφεσής του.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η από 8-8-2014 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη ισχυριζόταν ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της έναντι του εναγόμενου-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο την αμφισβητεί, προβάλλοντας δικαίωμα κυριότητας, ισχυριζόμενο ότι είναι παλαιός αιγιαλός, κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης στις 22-8-2014 και συζητήθηκε ενώπιον του άνω δικαστηρίου την 13-1-2017, η δε απόφαση εκδόθηκε στις 11-12-2017.Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι καλώς στράφηκε η αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως νομιμοποιούμενου παθητικά, αφού, αφενός μεν αυτό αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αφετέρου δε η ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και η ΕΤΑΔ ΑΕ κατέστησαν κυρίες του επίδικου σε μεταγενέστερο της άσκησης και συζήτησης της αγωγής, καθώς και έκδοσης απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρόνο και, ειδικότερα, από και διά της μεταγραφής της απόφασης μεταβίβασής τους σ' αυτές στις 31-12-2018 και 11-2-2019, αντίστοιχα.

Σύμφωνα, δε, με τα ανωτέρω, το αναιρεσείον συνεχίζει την ανοιγείσα δίκη μέχρι το τέλος της, δικαιουμένων των άνω ανωνύμων εταιριών να ασκήσουν παρέμβαση και να συμμετέχουν στη δίκη, έτσι ώστε να τους κοινοποιούνται τα δικόγραφα και οι αποφάσεις ,πλην όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.

Εξάλλου, τυχόν επίδοση της αγωγής πριν τη συζήτηση της δεν ήταν δυνατόν να γίνει, αφού οι ανωτέρω ανώνυμες εταιρίες κατέστησαν κυρίες του επίδικου σε μεταγενέστερο της άσκησης και συζήτησής της, καθώς και έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης χρόνο, ενώ μετά την άσκηση της αγωγής, δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο, παρά μόνο δυνατότητα αυτών ως ειδικών διαδόχων του αρχικού εναγομένου να παρέμβουν στην εκκρεμή δίκη, οπότε και τους κοινοποιούνται οι σχετικές με αυτή αποφάσεις και δικόγραφα.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι<... Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής συνάγεται ότι διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, διά των νομίμων οργάνων του (Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Λέσβου), αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου, αφού έχει συμπεριλάβει αυτό στη ζώνη παλαιού αιγιαλού, εκδηλώνοντας έτσι αναμφίβολα την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου. Επομένως, στοιχειοθετείται η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή, η απόδειξη δε της υπάρξεως ή ανυπαρξίας των θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών έχει ως συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη, αντίστοιχα, της αγωγής στην ουσία της.

Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη ορθά απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, έστω και χωρίς αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα ... και κρίνεται αβάσιμος ο σχετικός (πρώτος) λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα>. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο ,ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τους άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με τη μη νομιμοποίηση των ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και ΕΤΑΔΑΕ, δεχόμενο ότι το Ελληνικό Δημόσιο, είναι εκείνο που, κατά την αγωγή, αμφισβητεί την κυριότητα της ενάγουσας και, άρα, νομιμοποιείται παθητικά στην κρινόμενη υπόθεση, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να στρέφεται άλλως να επιδοθεί στις άνω ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες κατέστησαν ειδικές διάδοχοί του μετά και την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος .

5.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως< πράγματα>, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989). Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).

Αν προσβάλλεται δε με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8β ΚΠοΛΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε πρωτόδικα και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του , ότι έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί, άλλως να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της , καθόσον αυτή έπρεπε να στρέφεται, άλλως να κοινοποιείται στην ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και στην ΕΤΑΔ ΑΕ που κατέστησαν κυρίες διαδοχικά του επίδικου ακινήτου, παρά το γεγονός ότι τέθηκε υπόψη του πιο πάνω δικαστηρίου αυτή η αλλαγή του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως εκτιμάται εν προκειμένω, ο ισχυρισμός αυτός, συνιστά άρνηση της αγωγής, ως προς την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου και, άρα, δεν συνιστά <πράγμα> σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη .

6.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319, 488, 614, 858, 1298, 1490 παρ. 2 ΑΚ, 210 ΕΝ), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως λ.χ.

με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (Α.Π. 1155/2013).Σε περίπτωση, δε, άσκησης παρέμβασης τα δικόγραφα και οι αποφάσεις επιδίδονται και στους παρεμβαίνοντες, κατ' άρθρο 82 ΚΠοΛΔ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διατάξεως (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως της κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 12/2000), όπως είναι, πρωτίστως, το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως, εκατέρωθεν ακροάσεως, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων, που εφαρμόζεται και στην αναγκαστική ομοδικία, η οποία αποκλείει τη χωριστή εκδίκαση της διαφοράς ως προς ορισμένους μόνο ομοδίκους (ΑΠ 197/2020).

Αν προσβάλλεται, δε, με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, διότι, ενώ μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ΤΑΙΠΕΔ και ΕΤΑΔ υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, αφού αφορά εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας, εντούτοις το πιο πάνω δικαστήριο, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εξαιτίας της μη κοινοποίησής της στην ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και (όσον αφορά το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής )και δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής (αγωγής), εξαιτίας της μη κοινοποίησης αντιγράφου της στην ΕΤΑΔ ΑΕ, αν και είχε προβάλλει τον ισχυρισμό για την αλλαγή του ιδοκτησιακού καθεστώτος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τον είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 16-9-2014, η συζήτηση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα την 13-01-2017 και η απόφαση του εκδόθηκε στις 11-12-2017,ενώ η μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου προς μεν το ΤΑΙΠΕΔ έλαβε χώρα την 31-12-2018, προς δε την ΕΤΑΔ την 11-02-2019,δηλαδή, σε μεταγενέστερο χρόνο, τόσο από την άσκηση και τη συζήτηση της αγωγής όσο και από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, συνεπώς, ήταν αδύνατον να τους κοινοποιηθεί αυτή (αγωγή) .

7. Με το έκτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, από το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν διέλαβε κρίση επί του θέματος της νομοθετικής αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του παλαιού αιγιαλού για λόγους δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ 4β ν 3986/2011, την 234/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ, σε συνδυασμό προς την παρ 4 του άρθρου 196 του ν. 4389/2016 και του σχετικού παραρτήματος του νόμου αυτού με τους καταλόγους των μεταβιβαζομένων ακινήτων του Δημοσίου από την ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ στην ΕΤΑΔ ΑΕ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά με το άνω θέμα ,δέχθηκε τα εξής :<...από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής συνάγεται ότι διαλαμβάνεται σ'αυτήν ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δια των νομίμων οργάνων του (Κτηματικής Υπηρεσίας Ν Λέσβου), αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου, αφού έχει συμπεριλάβει αυτό στη ζώνη παλαιού αιγιαλού, εκδηλώνοντας έτσι αναμφίβολα την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου.

Επομένως, στοιχειοθετείται η παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή, η απόδειξη δε της υπάρξεως ή ανυπαρξίας των θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών έχει ως συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής στην ουσία της. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη ορθά απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό, έστω και χωρίς αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα ...

και κρίνεται αβάσιμος ο σχετικό (πρώτος) λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα>. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του στη δίκη πριν να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση του υπ'αριθ. 3 λόγου αναίρεσης, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος.

8.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019).

Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο και πέμπτο σκέλος του, καθώς και το πέμπτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠοΛΔ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων περί παλαιού αιγιαλού και χρησικτησίας κατά του δημοσίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 1 α.ν. 2344/1940 <περί αιγιαλού και παραλίας>, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ 2 ν 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ 7 του ν. 147/2014,ν ΔΞΗ/1912, 21 ν.δ/τος 22-Απριλίου/16 Μαίου 1926, 4 παρ 1-2 αν 1539/1938, 967, 968 και 1045 ΑΚ.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται, ούτε συνοπτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

9. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής :<Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-12-2011 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Λήμνου, Δημητρίου Ναρλιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …), περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα από τον πατέρα της, Ι.

Β. του Α. και Μ., ένα ακίνητο που βρίσκεται στα όρια του παραλιακού οικισμού ... περιφέρειας ... του Δήμου Λήμνου, συνολικής εκτάσεως 3334.69 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Κ, Λ. Μ, Ν, Υ, Τ, Κ, στην από Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από Ιουλίου 1985 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι.

και η οποία (σμίκρυνση) προσαρτάται στην ένδικη αγωγή, συνορεύει δε βόρεια με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Β. και δυτικά με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ... Αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 18.529,48 τμ., όπως εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Ζ, Η, Θ, I, Ζ και Κ, Λ.

Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Κ, στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του ανωτέρω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ως εξής: α) τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 8.941,74 τμ., με αγορά από τη Θ χήρα Σ. Ψ. το γένος Β. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….8.1973, πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μύρινας - Λήμνου, Χαραλάμπους Βαρίτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …), β) τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 1.312,24 τμ., με αγορά από τον Ι.

Κ. του Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….6.1977 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …), γ)τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 3.602 τμ., με αγορά από την Α. σύζυγο Κ. Ε. το γένος Ε. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/….6.1977 πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …), δ) τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 2.774,55 τμ., λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δυνάμει της υπ' αριθμ. Τ 1169/2298/28.5.1979 αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 377/14.7.1979 ΦΕΚ, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …) και ε) τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 1.898,95 τμ., εν μέρει λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δυνάμει της υπ' αριθμ.

Τ 1169/3119/2.11.1979 αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 668/23.11.1979. ΦΕΚ, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …) και εν μέρει λόγω αγοράς από τη Ζ. σύζυγο Γ. Σ. το γένος Α. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/…..8.1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λήμνου, Φωτεινής Κοπανέλλου - Ετμεκτσόγλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μούδρου - Λήμνου (τόμος …, αύξων αριθμός …). Ο πατέρας και δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ως αληθής κύριος, από τότε που περιήλθε σ' αυτόν το μείζον ακίνητο, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτεθέντα, ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αφού επέβλεπε αυτό και το μίσθωνε σε αγρότες για την καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων (βαμβάκι, σουσάμι, αμπέλι), μέχρι το έτος 2011, οπότε το μεταβίβασε με γονική παροχή στην ενάγουσα.

Η τελευταία διαδέχθηκε τον πατέρα της στη νομή του ακινήτου, με διάνοια κυρίας, καλή πίστη και πρόθεση εξουσιάσεως, ήτοι το επέβλεπε, το περιέφραξε με πασσαλοσυρματοπερίφραξη και συνέχισε να το μισθώνει σε αγρότες για καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, μέχρι την άσκηση της αγωγής (2014).

Συνεπώς, κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ήτοι με καλή πίστη, με νόμιμο τίτλο και με συνεχή νομή διανοία κυρίας επί δέκα έτη, κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα της, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, με συνεχή νομή, διανοία κυρίας, επί είκοσι έτη, αφού προσμετηθεί και ο χρόνος νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου της.

Πλην, όμως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2902/21-3-1986 αποφάσεως του Νομάρχη Λέσβου που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 417/30-4-1986 τ. Δ' και με την οποία επικυρώθηκε η από 28-11-1985 έκθεση της επιτροπής επανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού στη θέση ..., καθώς και της υπ' αριθμ. 4400/29-12-1994 αποφάσεως του Νομάρχη Λέσβου που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 43/30-1-1995 τ Δ' και με την οποία επικυρώθηκε η από 22-2-1993 έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας και θέσεων αμμοληψίας στην περιοχή ..., κοινότητας ..., νήσου …, εδαφικό τμήμα του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 820,47 τ.μ.

όπως αυτό εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Λ, Μ, Ν, Υ, Λ, στην από Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από Ιουλίου 1985 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι., το οποίο συνορεύει βόρεια, επί πλευράς ΜΝ, μήκους 28 μ. με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια, επί πλευράς ΛΥ, μήκους 20 μ.

με υπόλοιπο ιδιοκτησίας ενάγουσας, ανατολικό, επί πλευράς ΥΝ, μήκους 39 μ., με ιδιοκτησία Ι. Β. και δυτικά, επί πλευράς ΛΜ, μήκους 39 μ. με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ.., χαρακτηρίστηκε παλαιός αιγιαλός. Ωστόσο το εν λόγω εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός, δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του αιγιαλού, αφού ποτέ στο παρελθόν το χειμέριο κύμα δεν κατέκλυζε αυτό και συνεπώς δεν αποτελεί παλαιό αιγιαλό.

Ειδικότερα, πέραν του γεγονότος, αφενός μεν ότι για τον καθορισμό του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού στην περιοχή ... υπάρχουν σε ισχύ δύο αποφάσεις του Νομάρχη Λέσβου, ήτοι τόσο η υπ' αριθμ. …/…-3-1986 απόφαση, όσο και η υπ' αριθμ. …/…-12-1994 απόφαση, χωρίς κάποια αναφορά στη δεύτερη χρονολογικά εκδοθείσα απόφαση του νομάρχη Λέσβου για την ταυτότητα των καθορισθέντων σημείων, πλην των σημείων Ι.Ι' και 1", όπως τούτο αναφέρεται στο υπο στοιχείο Δ' της έκθεσης, με αποτέλεσμα να υφίσταται ασάφεια και αμφιβολία περί των καθορισθέντων ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, ήτοι περί του ποια από τις δύο ως άνω αποφάσεις ισχύει τελικά στην προαναφερόμενη περιοχή, αφετέρου δε ότι οι ως άνω δύο αναφερόμενες εκθέσεις των επιτροπών καθορισμού των ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, μολονότι αφορούν την ίδια περιοχή, ήτοι τη θέση Όρμος ..., καθώς και την ευρύτερη περιοχή ..., είναι μεταξύ τους .αντιφατικές, καθώς η μεν από 28-11-1985 έκθεση αναφέρει, ότι πνέοντες άνεμοι στην περιοχή είναι βόρειοι - βορειοανατολικοί, αλλά λόγω της θέσεως της ακτής δεν την επηρεάζουν ευθέως, με αποτέλεσμα ο κυματισμός να είναι μικρός και να μην υπερβαίνει τα 1,20 μ., η δε από 22-2-1993 έκθεση αναφέρει, ότι οι άνεμοι που επηρεάζουν την περιοχή είναι νότιοι - νοτιοδυτικοί, η ένταση των οποίων δύναται να φθάσει τα 6-7 μποφώρ και το ύψος των κυμάτων τα 2- 3 μέτρα, αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα ουδέποτε κατά το παρελθόν υπήρξε αιγιαλός, ιδίως για τους εξής λόγους:

Α) Το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται την ύπαρξη κάποιας φυσικής διαδικασίας ή ανθρώπινης δραστηριότητας που να οδήγησε στην επέκταση της ξηρός σε βάρος της θάλασσας και στην δημιουργία παλαιού αιγιαλού, όπως τούτο προκύπτει από τις ανωτέρω δύο εκθέσεις των επιτροπών, στις οποίες δεν γίνεται καμμία αναφορά περί τούτου.

Β) Οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στην αιτιολογία, τόσο της Επιτροπής που συνέταξε την από 28-11-1985 έκθεση και καθόρισε αρχικά τον παλαιό αιγιαλό, όσο και της Επιτροπής που συνέταξε την από 22-2-1993 έκθεση και καθόρισε εν συνεχεία τον παλαιό αιγιαλό στην περιοχή ..., δεν κρίνονται πειστικοί, και τούτο, διότι:

α) η πρώτη έκθεση, μολονότι δέχεται ότι η περιοχή είναι πεδινή, δεν είναι προσχωσιγενής, δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολής του αιγιαλού και δεν υπάρχει καθορισμός παλαιού αιγιαλού, προβαίνει στον καθορισμό οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού, με την υποσημείωση μάλιστα ότι στην περιοχή υπάρχουν ιδιοκτησίες, εντός των οποίων το 1974 και παλαιότερα (1940) είχαν τοποθετηθεί νάρκες (ναρκοπέδιο) και γι' αυτό το λόγο παρέμεινε έως τότε ακαλλιέργητη, εν μέρει, περαιτέρω δε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς υπάρχει από την εποχή της Τουρκοκρατίας, β) η δεύτερη έκθεση, διότι αρκείται στην αιτιολογία ότι η ακτή είναι επίπεδη και ομαλή στο μεγαλύτερο μήκος της και μόνο στη βόρεια πλευρά της είναι απότομη, βραχώδης με αρκετή υψομετρική διαφορά και έτσι προβαίνει στον καθορισμό οριογραμμής παλαιού αιγιαλού, η οποία, όμως, αιτιολογία δεν αποτελεί τεκμήριο ύπαρξης παλαιού αιγιαλού.

Γ) Όπως αποδεικνύεται από το υπόμνημα προς την Επιτροπή του Ν. 2344/40 του πολιτικού μηχανικού Κώστα Φεργαδιώτη, την από 15-7-1993 τεχνική έκθεση και έκθεση φωτοερμηνείας του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι., τα με αριθμούς πρωτοκόλλου 36628/ΤΔ:3627/12-10-2012 και ΔΥ/21-5-2013 έγγραφα της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Π.Ε. Λέσβου/Τμήμα:

Εργαστηρίων και την από Φεβρουρίου 2016 τεχνική γνωμάτευση "Περί καθορισμού αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή όρμος ... Δ.Ε. ..., Δήμου ….", συνταχθείσα από τους καθηγητές του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Σ. και Γ. Μ., ουδέποτε υπήρξε παλαιός αιγιαλός στην ένδικη περιοχή ..., καθώς: Το έδαφος της περιοχής σε απόσταση μέχρι περίπου 50 μέτρων από τη θάλασσα έχει επιφανειακά σύσταση αμμώδη, αλλά το υπέδαφος του είναι άργιλος.

Η ύπαρξη αργίλου στην περιοχή οφείλεται όχι σε διεργασία του θαλάσσιου παράγοντα, αλλά σε χερσαίους παράγοντες και δη στην αποσάθρωση χερσαίων πετρωμάτων από την επίδραση ατμοσφαιρικών παραγόντων, από την επίδραση του φυτικού βασιλείου κλπ. Η επίσης ευρισκόμενη στην περιοχή άμμος έχει και αυτή χερσαία προέλευση, καθώς η ορυκτολογική σύνθεση της άμμου αυτής είναι όμοια με την ορυκτολογική σύνθεση των πετρωμάτων των βουνών, πέριξ του όρμου.

Στην περιοχή υπάρχουν σαφώς πεπαλαιωμένα και πετρωμένα υπολείμματα πλινθοκαμίνου, στην οποία ελάμβανε χώρα κατασκευή και ψήσιμο οπτόπλινθων από την άργιλο της περιοχής, όπως προκύπτει και από τις περιεχόμενες στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις- λαμβανόμενες υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια- καταθέσεις των Α.

Τ. και Σ. Β., μονίμων κατοίκων της περιοχής, που γεννήθηκαν τα έτη 1915 και 1952, αντίστοιχα. Η πεδιάδα στην ευρύτερη περιοχή είναι μια φυσική ομβροδόχος λεκάνη, που περιβάλλεται γύρωθεν με βουνά και υψώματα και συγκεντρώνει όλα τα νερά της βροχής που καταρρέουν σε αυτήν, είτε από τα ποτάμια, είτε από τη φυσική επιφανειακή ροή.

Και τα ποτάμια και η ελεύθερη ροή είναι μεταφορείς φερτών υλών, αργίλου, ιλύος, άμμου κλπ. Αυτοί οι μεταφορείς έφεραν και διέστρωσαν την άμμο των πετρωμάτων του όρμου και οι ίδιοι μεταφορείς έφεραν και την άργιλο. Αν στην περιοχή συγκεντρώνονται νερά (λίμνες, ρυάκια), αυτά δεν είναι της θάλασσας, αλλά είναι νερά βροχής που τρέχουν από τη στεριά προς τη θάλασσα.

Σε δείγματα εδαφικών υλικών της περιοχής, που ελήφθησαν από την Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Π Ε. Λέσβου, ευρέθησαν μικρά τεμάχια ανθρωπογενούς δραστηριότητας (κεραμικά), υπήρξε ακόμη ανίχνευση οργανικής βλάστησης (φυτά), ως προϊόν καλλιεργειών, ενώ δεν ανευρέθησαν υλικά παράκτιων αποθέσεων (αμμόκοκκοι, άμμοι θαλάσσιας δράσης) ή σηπόμενες αζωτούχες αποθέσεις φυκών και υπολείμματα οστράκων.

Εάν υφίστατο αιγιαλός στη περιοχή κατά το παρελθόν, τότε στην παράκτια περιοχή δεν θα υπήρχαν σήμερα λεπτόκοκκα κλαστικά υλικά, ιδιαίτερα άργιλοι, παρά μόνο συνήθη χονδρόκοκκο υλικά αιγιαλού, όπως κροκάλες και χαλίκια. Στην περίπτωση αυτή, η ανεμπόδιστη διείσδυση του θαλασσινού νερού θα ήταν δεδομένη και η χημική σύσταση του παράκτιου υδροφόρου ορίζοντα θα είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τη θάλασσα, είτε μέσω του κυματισμού, είτε μέσω της παλίρροιας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας πολύ υψηλότερες, διπλάσιες ίσως και τριπλάσιες από αυτές που διαπιστώνονται στην περιοχή αυτή.

Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση τούτο δεν συμβαίνει και επομένως, πέραν των άλλων στοιχείων που παρουσιάζονται, ο χημισμός του φρεάτιου υδροφόρου αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο που τεκμηριώνει τη μη ύπαρξη παλαιού αιγιαλού στην παράκτια αυτή ζώνη. Ακόμη, το γεγονός ότι υπάρχει φρεάτιο (πηγάδι) στο ακίνητο της ενάγουσας, όπως επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι το επίδικο δεν αποτελεί παλαιό αιγιαλό.

Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε ποτέ το ένδικο εδαφικό τμήμα, ενώ το έδαφος στην περιοχή, που χαρακτηρίζεται ως "παλαιός αιγιαλός", δεν έχει καμμία σχέση με διαδικασίες πρόσχωσης ή δημιουργία νέας ξηρός με παράλληλη βαθμιαία υποχώρηση της θάλασσας. Μετά ταύτα, κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η σχετική ένσταση του εναγομένου ότι το ένδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί παλαιό αιγιαλό.

Με βάση τα προαναφερόμενα, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία του ως άνω επιδίκου εδαφικού τμήματος. Η εκκαλουμένη απόφαση, που κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα ..., δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν>. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου,το δεύτερο σκέλος του δεύτερου και το τέταρτο σκέλος των τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε ενώπιόν του και,δη,ότι δεν έλαβε υπόψη του την …/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ, την υπ'αριθ πρωτ … ….2.2017 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και τα …/…-3-2014,…/…-4-2014 και …/…-10-2014 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στον παλαιό αιγιαλό και ανήκει στην κυριότητά του ως κοινόχρηστο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ' αριθ.

…/….6.1996 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Τ. και Σ. Β. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μύρινας, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης προγενέστερης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται...

και τέλος τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.

10. Με το δεύτερο σκέλος των τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν απάντησε σε <πράγματα> που προέβαλε πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη στην ένσταση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί παλαιό αιγιαλό που ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ότι ως παλαιός αιγιαλός είναι δημόσιο κτήμα και δεν υπόκειται σε χρησικτησία μετά την 11-9-1915,μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, καθώς και ότι η επίκληση από την ενάγουσα συμβολαίων κτήσης της επίδικης έκτασης δεν ασκεί επιρροή στην ένδικη διαφορά, αφού ο αιγιαλός προκύπτει από φυσικά φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας .Ειδικότερα, το αναιρεσείον υποστήριξε ότι ο παλαιός αυτός αιγιαλός που περιγράφεται στις από 28-11-1985 και 29-12-1994 εκθέσεις των Επιτροπών Αιγιαλού, εμπίπτει στα ΑΒΚ … και ΑΒΚ … δημόσια κτήματα έκτασης 48202,57 τμ και 80440, τμ αντίστοιχα και ως τέτοια έχουν μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείου Λήμνου.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ήταν αιγιαλός και, συνακόλουθα, δημόσιο κτήμα, και ότι, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία το άρθρο 1045 ΑΚ και όχι οι διατάξεις του βρ δικαίου μέχρι τις 11-9-1915, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προβαλλόμενα από το αναιρεσείον <πράγματα> που είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και τα απέρριψε.

11. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό(ΑΠ 138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).

Με το τρίτο σκέλος των πρώτου, τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠοΛΔ,υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη ως αληθινά και δη ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί παλαιό αιγιαλό, εξαιτίας του μη θαλάσσιου χαρακτήρα, της σύστασης και της μορφολογίας του εδάφους και υπεδάφους τους, την κατεύθυνση ανέμων κλπ, χωρίς οι ληφθείσες υπόψη αποδείξεις να έχουν τα εχέγγυα επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης που ήταν στην προκειμένη περίπτωση απαραίτητη, ενόψει των προφανών τεχνικών λεπτομερειών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ότι <... το εν λόγω εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός, δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του αιγιαλού, αφού ποτέ στο παρελθόν το χειμέριο κύμα δεν κατέκλυζε αυτό και συνεπώς δεν αποτελεί αιγιαλό > καθώς και ότι <ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε ποτέ το ένδικο εδαφικό τμήμα, ενώ το έδαφος στην περιοχή που χαρακτηρίζεται ως <παλαιός αιγιαλός>, δεν έχει καμμία σχέση με διαδικασίες πρόσχωσης ή δημιουργία νέας ξηράς με παράλληλη βαθμιαία υποχώρηση της θάλασσας ... >, σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ' αριθ.

…/….6.1996 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Τ. και Σ. Β. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μύρινας, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης προγενέστερης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας .

12. Περαιτέρω, κατ` αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 §1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.

και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα, αλλιώς υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης. Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που στηρίζεται (και) σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, ο ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο εξαιρείται της χρησικτησίας, είτε ως κοινόχρηστο, είτε για κάποιο άλλο νομικό λόγο, συνιστά καταχρηστική ένσταση και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική της βάση πρέπει να επικαλεστεί και ν αποδείξει το ενιστάμενο εναγόμενο.

Για το λόγο αυτό οι συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού τις φέρει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ενάγων (ΑΠ 847/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ διότι αναφορικά με τον ισχυρισμό περί της ιδιότητας του επιδίκου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού και ως δημόσιου κτήματος έσφαλε ως προς την επιβολή του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης .

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, αφού με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός περί κυριότητας επί του επιδίκου του αναιρεσείοντος ως δημοσίου κτήματος και δη ως παλαιού αιγιαλού, συνιστά ένσταση την οποία το αναιρεσείον δεν απέδειξε, με αποτέλεσμα να την απορρίψει και στη συνέχεια, να κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή ορθά κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, ο πιο πάνω ισχυρισμός συνιστά ένσταση, και επομένως τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλούμενου γεγονότος, ότι το επίδικο ακίνητο ως παλαιός αιγιαλός, δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας και ανήκε ως δημόσιο κτήμα στο ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο, τις έφερε το τελευταίο και όχι η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη.

13. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011) Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 233/2020) Με τους τρίτο και τον πέμπτο, κατά το έκτο σκέλος τους, λόγους αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠοΛΔ, αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων (προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα επίδικα αποτελούν παλαιό αιγιαλό ) και δη τις από 28-11-1985 και 29-12-1994 εκθέσεις Επιτροπών αιγιαλού που αφορούν 2 όμορα παραλιακά μέτωπα της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, καθώς και τα με αριθ.

πρωτ…/…-3-2014, …/…-4-2014 και …/…..10.2014 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου.

Οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, γιατί όσον αφορά τις εκθέσεις των Επιτροπών αιγιαλού αυτές δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559αρ 20 ΚΠοΛΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠοΛΔ, αλλά εκθέσεις αυτοψίας, όσον αφορά δε τα έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου είναι αόριστοι, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ολόκληρο το περιεχομένό τους που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

14. Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 KΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ` αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠοΛΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (αρθ. 559 αρ. 4 ΚΠοΛΔ),καθόσον με την κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο δεν συνιστά παλαιό αιγιαλό ακύρωσε έμμεσα τις διοικητικές πράξεις της Επιτροπής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, από τις οποίες προέκυψαν τα δημόσια κτήματα ΑΒΚ … έκτασης 48202,57 τμ και ΑΒΚ … έκτασης 80440 τμ,ενώ δεν μπορούσε να ελέγξει την ουσιαστική κρίση της επιτροπής ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων για την κήρυξή τους ως παλαιού αιγιαλού, καθόσον αρμόδια γι' αυτό ως διοικητικής φύσεως θέμα είναι η διοίκηση και σε περίπτωση αμφισβήτησης το ΣτΕ, η δε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξαντλείται στην επίλυση των αμφισβητήσεων ως προς την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν εκτείνεται στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού για την οποία μόνος αρμόδιος έχει καταστεί ο ακυρωτικός δικαστής .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω, υπ' αριθ. 4 μείζονα σκέψη της παρούσας, ο καθορισμός μια έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης, αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια. Κι' αυτό, διότι εάν ο καθορισμός αυτός γινόταν αποκλειστικά με την απόφαση της διοικητικής επιτροπής των άρθ 2, 3, του αν 2344/2940 και με τη σύνταξη των εκεί αναφερομένων διαγραμμάτων, ο κύριος του εδάφους που από πλάνη της διοίκησης περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αγιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί παλαιό αιγιαλό, με βάση τις παραπάνω παραδοχές που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια του αρθ 559 αρ 4 ΚΠοΛΔ.. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ) μειωμένα κατά το άρθρου 22 παρ 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 102/2018απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των λοιπών μελών της συνθέσεως αποχωρησάντων από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης