Supreme Court dismisses appeal against insurance company insolvency ruling on liability grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an insurance company's insolvency. The appellant argued for liability based on the company's actions, but the court found the lower court correctly interpreted the regulatory documents and evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 330(b), 914 of the Civil Code; The Supreme Court held that the appeal was inadmissible because the lower court correctly interpreted the evidence and did not commit a diagnostic error regarding the regulatory documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 853 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 853/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. - Λ. και 2) Β. Γ. Φ., συζύγου Ι. Κ. - Λ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4267/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση(ΑΠ 1398/2015).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 εδαφ. α' ΑΚ "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν στα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, β) εφ' όσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντο το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρεώσεως, εντεύθεν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων ,όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013), γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο( ΑΠ 627/2009).
Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262§1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.
Επίσης, εάν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσωπήσεως και διοικήσεως αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22παρ-1εδ. α' του Κώδικα νόμων 2190/1920"περί ανωνύμων εταιρειών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.
Η διάκριση, εξ άλλου, των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά, η οποία εισήχθη με το άρθρο 3παρ.1εδ.1 και 2 του ν.3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση ,δεν αλλάζει τα ανωτέρω ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.
Συγκεκριμένα, συμφώνως προς την προαναφερθείσα διάταξη "το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη - Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων".
Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρείας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου(ΑΠ 472,370/2018). Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, και τα μη εκτελεστικά - στα οποία άλλωστε ο προαναφερόμενος νόμος περί εταιρικής διακυβερνήσεως έχει αναθέσει τις αποστολές, αφ' ενός μεν της προαγωγής όλων των εταιρικών ζητημάτων στη χάραξη της επιχειρηματικής στρατηγικής της εταιρίας, με τη συμμετοχή τους στις οικείες συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, αφ' ετέρου δε, κατ' άρθρο 7 παρ.2 του ν.3016/2002,την επόπτευση των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρείας, λαμβανομένου υπ' όψη ότι οι παρεχόμενες από αυτή ασφαλιστικές υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της υπηρεσίας, όπως την εννοεί το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994,περί προστασίας των καταναλωτών (ΑΠ 1101/2004) - ενέχουν αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση υπαίτιας μη εκπληρώσεως των προβλεπομένων και από αυτό(ν.2251/1994) υποχρεώσεων πρόνοιας και παροχής της ευλόγως προσδοκώμενης ασφάλειας των συναλλασσόμενων τρίτων προς τους οποίους παρέχει (η εταιρεία) τις ασφαλιστικές της υπηρεσίες (ΑΠ 1/2019).
Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1114/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα διότι, παρά την προβληθείσα ένσταση αοριστίας, παρά το νόμο δεν απέρριψε τις ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, καθ' όσον αφορούν και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως τέταρτου εναγομένου, καίτοι σε αυτή δεν περιγράφεται το αποδιδόμενο ζημιογόνο γεγονός, που προκλήθηκε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ,καθώς και ποία είναι ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά του, καθ' όσον μόνο η αναφορά ότι ήταν μέλος του δ.σ.
της εταιρείας γίνεται, χωρίς να αναφέρεται πως συνδυάζεται η συμμετοχή αυτή με τη ζημία που υπέστησαν, αφού αυτή προκλήθηκε από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν σε αυτή, ότι: '' ...Ό 4ος εναγόμενος (Β. Μ. Α.) ήταν καθ' όλη την ανωτέρω θητεία του τελευταίου εκείνου Δ.Σ. της 1ης εναγομένης (25.6.2007 - 21.9.2009) εκτελεστικό μέλος. ο ίδιος ήταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και ό (μαζί με τον κ.
Π. Ψ.) ασκών την "ουσιαστική διεύθυνση" της 1ης εναγομένης κατά την 55 § Β ν.δ. 400/1970 .... σύμφωνα με τις κατά την 23.4.2007 και 10.4.2009 αποφάσεις του Δ.Σ. της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας... Επειδή ή ανωτέρω αναλυτικώς ιστορουμένη αδικοπρακτική πρωτίστως, εις βάρος μας συμπεριφορά της 1ης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, ως νομικού προσώπου - Α.Ε., ή οποία (συμπεριφορά), μάλιστα, δεν αφορούσε μόνον τρέχοντα, καθημερινά της ζητήματα, αλλά, ιδίως, και την γενική της έναντι τρίτων (και εμάς) εμπορική πρακτική της, την εγκυρότητα των ασφαλίσεων της και την λειτουργία της αναφορικώς με βασικές υποχρεώσεις της απορρέουσες από την νομοθεσία 'ιδιωτικής ασφαλίσεως (Ιδίως ως προς το περιθώριο φερεγγυότητος και το εγγυητικό κεφάλαιο), την νομοθεσία προστασίας καταναλωτών και τις γενικές από τον ΑΚ υποχρεώσεις της (κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω), διενεργήθηκε διά των καταστατικών της οργάνων, τα όποια συλλογικώς , κατά τον νόμον και τα συναλλακτικά ήθη, την διοικούσαν και την αντιπροσώπευαν, είχαν δε και υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου της όλης δραστηριότητά της, όπως και υποχρέωση προνοίας και προστασίας των εννόμων συμφερόντων των συναλλασσομένων μαζί της (και των δικών μας), και ενσάρκωναν την βούληση της ως νομικού προσώπου καθ' όλη την εν προκειμένω κρίσιμη περίοδο πού αρχίζει πριν το έτος 2008 και λήγει (ως προς την τότε διοίκησή της) με την κατά την 21 Σεπτεμβρίου 2009 ανάκληση της άδειας της και την ταυτόχρονη αυτοδίκαιη παύση του Δ.Σ.
της, δηλαδή διά του εν αρχή διοικητικού συμβουλίου της, δηλ. των εναγομένων κατά χρόνον μελών του συλλογικώς κατά νόμον (65 § 1, 67, 71 ΑΚ και 18 § 1, 22 κ.ν. 2190/1920 ...) απέναντι μας και εις ολόκληρον καθένα με την εναγομένη εταιρεία ευθυνόμενων ( εκτός της Ιστορουμένης -υπό 16 της ανωτέρω ανακλητικής αποφάσεως της ΕΠ.Ε.Ι.Α.- προσκομίσεως στην ΕΠ.Ε.ΙΑ.
εγγυητικής επιστολής πού ενήργησε και για την οποίαν ευθύνεται μόνον ό 2ος των εναγομένων), τα όποια (μέλη του Δ.Σ. της) ενήργησαν εντός των ανατεθέντων καθηκόντων τους ως μελών του Δ. Σ. της, και τα όποια ασφαλώς πάντοτε γνώριζαν και, πάντως, όφειλαν εκ καθήκοντος πάντοτε να γνωρίζουν τόσον τις από τις προαναφερθείσες νομοθεσίες υποχρεώσεις της 1ης εναγομένης πού όμως, κατά τα ανωτέρω, παραβιάσθηκαν, όπως, βεβαίως και την οικονομική της κατάσταση και την εμπορική της πολιτική, όσο και τις ανωτέρω αντίστοιχες μη νόμιμες ενέργειες της πού όφειλαν να αποτρέψουν, υπ' όψιν εν προκειμένω και της κατά την 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης των κοινώς ή / και παραλλήλως ή / και διαζευκτικώς ενεργησάντων μελών του Δ.Σ.
της 1ης εναγομένης. Εξ άλλου, σημειώνεται: Ότι ή διάκριση των μελών Δ.Σ. σε εκτελεστικά, μη εκτελεστικά, ανεξάρτητα και μη δεν αίρει τον συλλογικό χαρακτήρα δράσεως και ευθύνης του διοικητικού συμβουλίου. "Ότι ή όποια ανάθεση σε ένα ή περισσότερα μέλη ή τρίτους διοικητικών ή εκπροσωπευτικών εξουσιών του Δ.Σ.
της 1ης εναγομένης - Α.Ε. ούτε στερεί την άσκηση των εξουσιών αυτών και από το Δ.Σ. (καθ' υπεροχήν, μάλιστα) ούτε το απαλλάσσει από την ευθύνη του, αφού αυτό εξακολουθεί να παραμένει το ανώτατο διοικητικό και εκπροσωπευτικό όργανο της Α.Ε., το όποιον εξακολουθεί να έχει υποχρέωση έγκαιρης και αποτελεσματικής καθοδηγήσεως, εποπτείας και ελέγχου του κάθε προσώπου, προς το όποιο, τυχόν, έχει αναθέσει διοικητικές ή εκπροσωπευτικές εξουσίες, όπως και κάθε προστηθέντος, προς αποφυγήν κάθε ζημίας και βλάβης των συναλλασσομένων με την Α.Ε.
Και ότι, εν πάση περιπτώσει, ή βασική εξουσία και ή ευθύνη των μελών του Δ.Σ. αναφορικώς με την επιμέλεια και τον καθορισμό της γενικής προς τα έξω εμπορικής πολιτικής της Α.Ε. και κάθε τρίτου (προστηθέντος, διαμεσολαβητή, συνεργάτη της) και της τηρήσεως των βασικών κατά νόμον λειτουργιών της (Ιδίως διαθέσεως συνεχώς και αδιαλείπτως ελευθέρων, επαρκών και αναλογών των αναλαμβανόμενων κινδύνων περιθωρίου φερεγγυότητας και εγγυητικού κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχειρήσεως) δεν εκχωρούνται νομίμως.
Επειδή, συνεπώς, τα εναγόμενα μέλη του (τότε) Δ.Σ. της 1ης εναγομένης (δύο των οποίων: οι 2ος και 4ος εναγόμενοι, κατά τα ανωτέρω, ήταν και τα κατά το 55 ν.δ. 400/1970 διευθυντικά πρόσωπα) οφείλουν, εις ολόκληρον καθένα μαζί της, στον καθένα μας, επίσης νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της 'Αγωγής μας αυτής, το ποσόν των 127.944,00 € (όπως αναλύεται ανωτέρω, και ανακεφαλαιωτικώς: 108.300 για αποζημίωση + 14.500 για εύλογη χρηματική Ικανοποίηση + 5.144 για διαφυγόν κέρδος)...''.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθ' όσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, αρκούμενη για το ορισμένο αυτής σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου τοιαύτης (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2018). Επίσης, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1424/2017).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα τμήματα αυτού, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, αντιστοίχως, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο έκρινε ως απαράδεκτη την ένστασή τούτου ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιος για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία των παθόντων- εναγόντων, με την αιτιολογία ότι δεν την προέβαλε με δόκιμο δικονομικά τρόπο, ενώ διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη της ενστάσεώς του αυτής.
Από την, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων όμως του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως και του δικογράφου της από 8-3-2014 εφέσεως τούτου προκύπτει, ότι, ουδεμία γίνεται σε αυτά αναφορά περιστατικών φερόμενων ως ικανών να θεμελιώσουν την ανωτέρω ένσταση, ούτε της διατάξεως που την προβλέπει, αλλά ούτε και διατυπώνεται συναφές αίτημα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, επί του συγκεκριμένου θέματος, το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: " Οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ' ένσταση με δόκιμο δικονομικό τρόπο δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή περιγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ...
Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης, είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιον τρόπο και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του δ.σ, της πρώτης εναγομένης.
Σε κάθε περίπτωση όλοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά τη συνεδρίαση της 30ης,3.2009 είχαν εγκρίνει ως μέλη του δ.σ. την ετήσια οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1.1-31.12.2008..." Ακολούθως δε απέρριψε την έφεσή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, (σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα πρόταση αναφορικώς με την απαλλαγή από την ευθύνη μέλους διοικήσεως νομικού προσώπου).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος (κατά το πρώτο τμήμα), από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το τμήμα του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, καθ' όσον ούτε ο απαράδεκτος ισχυρισμός συνιστά ''ζήτημα'', κατά την έννοια της αναφερόμενης διατάξεως, που ασκεί μάλιστα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικό με τον ισχυρισμό αυτό, αποδεικτικό πόρισμα.
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1207/2017). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 718/2017).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα σχετικά του μέρη προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 11,12,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...κατά την συνεδρίαση δε της 30/3/2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω Δ.Σ.
την ετήσια οικονομική έκθεση της πρώτης εναγόμενης για την χρήση 1/11 - 31/12 του 2008". Η κρίση αυτή του Εφετείου στηρίχθηκε στο σχετικό (γ) - που προσκόμισαν οι εκκαλούντες αναιρεσίβλητοι, τιτλοφορείται ως ετήσια οικονομική έκθεση της ... και φέρεται να έχει εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ... στην 948η συνεδρίαση του Δ.Σ. ...
και εκλήφθηκε ως απόδειξη βαριάς αμέλειας των μελών του Δ.Σ., - είναι αφ' ενός μεν ανυπόγραφο προς απόδειξη της υπαιτιότητας του, αφ' ετέρου δε μη υπαρκτό, ενώ εάν θεωρηθεί ως έγγραφο, το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προβλέπει ο Νόμος. ... το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη μη επιτρεπόμενα ή μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, διέλαβε δε ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα (γνώση της κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας) που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης....
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι ανάγεται, σε επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την μη προβολή νομίμου λόγου (ενστάσεως) περί απαλλαγής από την δια της αγωγής αποδιδομένης στους εναγομένους (μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος) ευθύνη προς αποζημίωση, ενώ η προπαρατεθείσα κύρια αιτιολογία της, για το απαράδεκτο, εξ αιτίας της αοριστίας τού επίμαχου ισχυρισμού, η οποία δεν επλήγη αποτελεσματικώς - καθ' όσον ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα σχετικά του μέρη, απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω - στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β' του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008).
Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως (ΑΠ 787/2018). Εξ άλλου, από τα άρθρα 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, εφ' όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και δη τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την ανάκλησή της άδειας λειτουργίας ήταν ο Πρόεδρος της εταιρείας Π. Ψ., ο οποίος προσκόμισε πλαστή εγγυητική επιστολή, και ότι η αποκλειστική ευθύνη τούτου που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που θα οδηγούσε στην απαλλαγή του αναιρεσείοντος και των άλλων μελών του ΔΣ αποδεικνυόταν από την προσκομισθείσα ανακλητική απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. (Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης), την οποία δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη του.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες στην άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί αυτοτελούς ευθύνης του αναιρεσείοντος δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική πρόταση, τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως ως άνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω εάν θεωρηθεί ότι με τον ίδιο λόγο προσάπτεται πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11περ.γ' του ΚΠολΔ, τότε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ρητώς αναφέρεται σε αυτή ότι "...Πρόσθετο έρεισμα για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε η πλαστότητα της εγγυητικής επιστολής που είχε προσκομίσει στην ΕΠΕΙΑ ο πρώτος εναγόμενος πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο του ανωτέρω εγγράφου, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ' αυτό που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 96/2017) Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.8 εδ.
β' του ΚΠολΔ, "Πράγμα", δεν αποτελούν οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1112/2018). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση τού κειμένου τού εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθούς, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, εφ' όσον η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξεως ή βουλήσεως) Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 1112/2018).
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κυρίως μεν η από τον αριθμό 8, επικουρικώς δε η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια, κυρίως μεν ότι δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθ' όσον έκρινε ότι με το 125/29.7.2008 πρακτικό ΕΠΕΙΑ υπήρξε απαγόρευση λειτουργίας της εταιρείας, ως προς την είσπραξη ασφαλίστρων, την διάθεση των ελευθέρων κεφαλαίων της που δεν ήταν ασφαλισμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ενώ δεν προέκυπτε από το έγγραφο αυτό η διακοπή λειτουργίας της εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα την 9-9-2009, ο δε αναιρεσείων προσκόμισε πιστοποιητικά φερεγγυότητας της εταιρείας και με λόγο εφέσεως επικαλέσθηκε ότι από πουθενά δεν προέκυψε γνώση του για το πρακτικό της ΕΠΕΙΑ, επικουρικώς δε ότι δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο ανωτέρω έγγραφο.
Ο λόγος αυτός, κατά το κυρίως τμήμα του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Κατά ταύτα δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική πρόταση, τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως ως άνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι επί του συγκεκριμένου θέματος αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: ''...Με την με αρ 15273/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) ...ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ". Με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α), επιβλήθηκε στην ανωτέρω ασφαλιστική επιχείρηση ...απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση...
Για το λόγο αυτό, με την 145/21.5.2009 απόφασή του, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη στην εκ νέου δέσμευση του συνόλου τόσο των τεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών της στοιχείων όσο και των ελεύθερων παγίων και χρηματοπιστωτικών της μέσων, καθώς και στη διατήρηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970, της επιβληθείσης, με την 125/2/29.7.2008 προγενέστερη απόφασή του, απαγορεύσεως διαθέσεως των από 29.7.2008 πιστωτικών υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών....
Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη ... σε δέσμευση του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, προς το σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων της (154/5Β/31.8.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ενώ, με την προαναφερθείσα 15273/21.9.2009 απόφασή του, ανακάλεσε οριστικώς, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, την άδεια συστάσεως και λειτουργίας της εταιρείας, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε...'' Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, ορθώς διέγνωσε το περιεχόμενο του, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο σε αυτό και, αφού το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρεί ορθό, εντεύθεν ο περί του αντιθέτου ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, κατά το επικουρικώς προβληθέν τμήμα του, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-11-2017 αίτηση του Β. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2630/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ