Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on statute of limitations interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding the statute of limitations for filing an appeal. The appellants argued the appeal was timely under the old three-year rule, while the appellees contended the new two-year limit applied retroactively. The court deferred the decision to the Full Bench to ensure uniformity in the interpretation of the transitional provisions of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(3) and 577(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend proceedings when a significant legal issue regarding the application of transitional provisions to pending appeals requires a uniform ruling by the Full Bench to prevent contradictory jurisprudence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 853 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 853/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Χατζηγεωργίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Κ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γλυφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2010 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4353/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7634/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-12-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου αυτού, από 1-1-2016, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ, ήδη, μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΑΠ Ολομ., 850/1981, 412/1981, ΑΠ 434/2018, ΑΠ 724/2013).
Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσίβλητος προτείνει σχετική ένσταση με τις προτάσεις του, που πρέπει να κατατεθούν είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπόψη και να αποφανθεί σχετικά (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1035/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 434/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-12-2016, αναίρεση που ασκήθηκε, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, στις 30-12-2016, όπως προκύπτει από τη σχετική 1068/2016 πράξη του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται η αναίρεση της 7634/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε (επί της οποίας και εφαρμόζονται, κατ' άρθρ. 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προαναφερόμενες, για την προθεσμία της αναίρεσης, διατάξεις, εφόσον δεν ορίζεται κάτι το διαφορετικό στις ειδικές αυτές διατάξεις της εν λόγω διαδικασίας), και δημοσιεύτηκε στις 31-12-2013, δηλαδή η αναίρεση ασκήθηκε μετά την πάροδο διετίας από την ημερομηνία αυτή, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοση της πληττόμενης απόφασης (έναρξη διετούς προθεσμίας την 1η-1-2014, δηλ.
την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης - λήξη της διετούς προθεσμίας την 1η-1-2016 και άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της στις 30-12-2016). Ανακύπτει, όμως, το νομικό ζήτημα, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου του μοναδικού λόγου της ένδικης αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και, άρα, παραδεκτή και, ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την άσκηση αναίρεσης, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1η-1-2016 και στρέφονται και κατ' αποφάσεων, που δημοσιεύτηκαν πριν από τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015) ή αν εξακολουθεί, αναφορικά με την προθεσμία αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης (υπέρ της πρώτης άποψης, ΑΠ 1640/2017 και ΑΠ 1176/2017, ενώ υπέρ της δεύτερης άποψης, ΑΠ 519 - 520/2017).
Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι αμφότερες οι αναιρεσίβλητες, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προβάλλουν την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, πλην όμως οι εν λόγω προτάσεις έχουν κατατεθεί στις 26-2-2018, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη της αρμόδιας γραμματέως στην τελευταία σελίδα αυτών και συνεπώς, εφόσον δεν έχει τηρηθεί η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, η σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων δεν λαμβάνεται υπόψη.
Ανεξάρτητα τούτου όμως, το ζήτημα περί του εμπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπάγγελτα τούτο με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 434/2018, ΑΠ 724/2013 όπου παρ.). Εξάλλου, το ανωτέρω ζήτημα, αφού χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αρ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή στο παρόν Δ' τμήμα, όταν έλαβε χώρα η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση (20-4-2018).
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 27-12-2016 (αρ. κατ. 1068/2016) αίτησης για την αναίρεση της υπ' αρ. 7634/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την υπ' αρ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ